Εκπαίδευση στις φυλακές: η φωνή των εκπαιδευτικών

της Αγγελικής Καρδαρά.

Το παρόν άρθρο αποτελεί το τελευταίο από τα τρία Μέρη της επιστημονικής μελέτης που έχει εκπονηθεί από την κ. Μαρία-Δήμητρα Μισυρλή, Νομικό-ΜΔΕ Εγκληματολογίας, με τον τίτλο «Εκπαίδευση στις Φυλακές» στο πλαίσιο των επιστημονικών δράσεων του «Crime & Media Lab» του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος – της Ομάδας Εργασίας για το «Έγκλημα στα ΜΜΕ» (Crime & Μedia Lab Archives – KE.M.E. (e-keme.gr)/), με Επιστημονικά Υπεύθυνη την κ. Αγγελική Καρδαρά, Διδάκτορα Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ ΕΚΠΑ, Φιλόλογο, Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος. Στο μέρος αυτό το ερευνητικό μας ενδιαφέρον εστιάζεται στην εικόνα του δικαιώματος της εκπαίδευσης των κρατουμένων της χώρας μας, όπως αυτή παρουσιάζεται μέσα από προσωπικές μαρτυρίες επαγγελματιών του χώρου, δηλαδή των ανθρώπων της πρώτης γραμμής που ασχολούνται πρακτικά με την εκπαίδευση των κρατουμένων.

Εικόνα της Ελλάδας μέσα από τη ματιά ανθρώπων της πρώτης γραμμής

      Η εκπαιδευτική διαδικασία μέσα στα καταστήματα κράτησης θα μπορούσε να περιγραφεί ως ένα έργο με τρεις πρωταγωνιστές: τους αρμόδιους φορείς σωφρονιστικής πολιτικής, τους μαθητές-κρατούμενους και τους εκπαιδευτικούς. Έχοντας ήδη παρουσιάσει στα προηγούμενα μέρη της μελέτης μας το κανονιστικό πλαίσιο προστασίας του δικαιώματος εκπαίδευσης των κρατουμένων και τις εξελίξεις της σωφρονιστικής πολιτικής στον ελληνικό χώρο, θα ήταν παράλειψη να μην εξεταστεί η θεματική μας και μέσα από προσωπικές μαρτυρίες επαγγελματιών του χώρου. Πρόκειται για τους ανθρώπους της πρώτης γραμμής που ασχολούνται πρακτικά με την εκπαίδευση των κρατουμένων και αφιερώνουν κόπο και χρόνο ώστε όλο και περισσότεροι κρατούμενοι να καταφέρουν να απολαύσουν τα αγαθό της εκπαίδευσης με όσο το δυνατόν ποιοτικότερες συνθήκες.

      Στο πλαίσιο αυτό απευθυνθήκαμε στις διευθύνσεις και στο προσωπικό διαφόρων εκπαιδευτικών μονάδων στις ελληνικές φυλακές και ζητήσαμε τη συμμετοχή όσων εκπαιδευτικών επιθυμούσαν μέσω της συμπλήρωσης ενός ερωτηματολογίου 7 ανοιχτών ερωτήσεων που αφορούν το υπό εξέταση θέμα. Στο κάλεσμά μας ανταποκρίθηκαν οι εξής εκπαιδευτικοί: Αναστάσιος Λασπάς-Διευθυντής ΣΔΕ Νιγρίτας, Αγγελική Γραβάλου-Εκπαιδευτικός σε ΣΔΕ φυλακών, Ηρώ Γώγου- Φιλόλογος & Εκπαιδεύτρια Ενηλίκων, Μαριάννα Δουλγερίδου-Διευθύντρια Δ.Ι.Ε.Κ. αγροτικών φυλακών Κασσάνδρας, Ευαγγελία Τίγκα-Αναπληρώτρια Διευθύντρια 1ου Σ.Δ.Ε. Δομοκού, Νίκος Αρμένης-σύμβουλος συντονιστής εκπαίδευσης στο κατάστημα κράτησης γυναικών στον Ελεώνα Θήβας και Ιωάννης Φόβος-Διευθυντής εκπαιδευτικών μονάδων στο Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων Βόλου.

      Το σύνολο των απαντήσεων που λάβαμε παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και εντοπίζεται ευρύτητα θεμάτων και προτάσεων. Βασιζόμενοι σε ποιοτική ανάλυση του περιεχομένου των απαντήσεών τους, γίνεται παρουσίαση και σχολιασμός των βασικότερων θέσεων και προτάσεών τους:

«Βάσει της εμπειρίας σας, ποιο είναι το βασικότερο κίνητρο για να επιλέξει ένας/μία κρατούμενος/η να έρθει στο σχολείο;»

      Μεταξύ των απαντήσεων αυτής της ερώτησης εμφανίζονται «η αξιοποίηση του «νεκρού» χρόνου μέσω της επικοινωνίας είτε με άλλους συγκρατούμενους που βρίσκονται σε διαφορετικές πτέρυγες, είτε με τους εκπαιδευτές που τους δημιουργούν μία αίσθηση επαφής με τον έξω κόσμο, η εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας από αλλοδαπούς, η ολοκλήρωση της βασικής εκπαίδευσης για συνέχιση των σπουδών μέσα ή έξω από τη φυλακή και η αλλαγή περιβάλλοντος.». Ωστόσο, κοινός παρονομαστής όλων των απαντήσεων, που αναδεικνύεται ως το βασικότερο κίνητρο, είναι τα ευεργετικά ημερομίσθια που οδηγούν στη μείωση της ποινής, καθώς μία ημέρα φοίτησης στο σχολείο αντιστοιχεί σε 2 ημέρες έκτισης ποινής.

      Αν και θα μπορούσε να λειτουργήσει αποθαρρυντικά το γεγονός αυτό, οι εκπαιδευτικοί όχι απλώς κατανοούν και αποδέχονται τη φύση αυτού του κινήτρου, αλλά το αντιπαρέρχονται και προσπαθούν να αξιοποιήσουν την ευκαιρία που τους δίνεται να έρθουν σε επαφή με τους κρατούμενους, που πλέον γίνονται μαθητές τους, και να προσπαθήσουν να τους μυήσουν στον κόσμο της μάθησης. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται από τον κ. Αρμένη «από τα μέσα κιόλας της πρώτης σχολικής χρονιάς εμπεδώνεται από τον/την κρατούμενο/η η αξία του Σχολείου στο επίπεδο της ανάπτυξης της προσωπικότητας, της αυτοεκτίμησης και της δυνατότητας επανεκκίνησης μίας νέας σταδιοδρομίας ζωής. Μένει σε μας τους δασκάλους αυτή τη μεταστροφή στην αξιακή ιεράρχηση του Σχολείου να την μετατρέψουμε σε προσωπική δυναμική για μία καινούργια αρχή.». Στο πλαίσιο αυτό σταδιακά τα κίνητρα των μαθητών φαίνεται να αναθεωρούνται και όπως αναφέρει η κα Γραβάλου «κατά τη διάρκεια της φοίτησής τους ο σκοπός τους αλλάζει και όλοι αναφέρουν ότι βασικό κίνητρο τους είναι να ξεφεύγουν από τα στενά όρια του θαλάμου τους. Αναφέρουν ότι το σχολείο τους δίνει μία αίσθηση ελευθερίας. Επίσης τονίζουν και το γεγονός ότι έρχονται, μέσω των εκπαιδευτικών αλλά και των μαθημάτων, σε επαφή με τον έξω κόσμο.».

      Τέλος, ο σημαίνων  ρόλος του σχολείου στη ζωή του κρατούμενου αναδεικνύεται και από την απάντηση της κας Δουλγερίδου, η οποία αναφέρει τα εξής: «Σαφώς, ένα βασικό κίνητρο είναι η ωφέλεια από τη μείωση της ποινής. Στο Αγροτικό Κατάστημα Κράτησης Κασσάνδρας (Α.Κ.Κ.Κ.) οι περισσότεροι κρατούμενοι, εσωτερικοί και εξωτερικοί (ή λογοτιμήτες) εργάζονται έως το μεσημέρι, εξαιτίας αυτού, η ποινή τους μειώνεται (η μία εργάσιμη μέρα ισοδυναμεί με δύο ή και τρεις μέρες ποινής) ανάλογα με την εργασία τους. Έτσι, η μείωση της ποινής λόγω σπουδών, στην περίπτωση του Δ.Ι.Ε.Κ Κασσάνδρας, πρακτικά δεν αποτελεί κίνητρο για τους κρατούμενους σπουδαστές. Έρχονται στο Δ.Ι.Ε.Κ. ακριβώς μετά την εργασία και τη σίτισή τους στις 14.30 μ.μ., κουρασμένοι και επιλέγουν να παρακολουθούν τα μαθήματα, για να περάσουν ωφέλιμο χρόνο προκειμένου να δημιουργήσουν προϋποθέσεις για το επαγγελματικό τους μέλλον μετά την αποφυλάκιση. Αλλά όχι μόνο γι’ αυτό, έρχονται περιποιημένοι και καθαροί για να βιώσουν μία «αίσθηση κανονικότητας», για να επικοινωνήσουν με τον «έξω κόσμο» μέσω των εκπαιδευτών, για να «αναπνεύσουν ελευθερία», όπως χαρακτηριστικά είπε κάποιος σπουδαστής.».

      Σε τελευταία ανάλυση, όποιο και εάν είναι το κίνητρο που ωθεί έναν κρατούμενο να περάσει το κατώφλι του σχολείου, αυτό που είναι σημαντικότερο είναι να παραμείνει στους κόλπους της εκπαίδευσης και να συνειδητοποιήσει τα ευεργετικά αποτελέσματα που μπορεί να αποκομίσει μέσα από την ενασχόλησή του με τα γράμματα και τους αριθμούς.

«Σε τι βαθμό θεωρείτε ότι μπορεί να επηρεάσει η φοίτηση του κρατούμενου στο σχολείο τη μελλοντική πορεία του; Παρατηρείτε αλλαγές στους κρατούμενους μετά την ένταξή τους στο σχολείο;»

      Όπως ήταν αναμενόμενο, οι απαντήσεις των εκπαιδευτικών σε αυτή την ερώτηση εστιάζουν στα ευεργετικά οφέλη της εκπαίδευσης που μπορούν να οδηγήσουν σε ουσιαστικές αλλαγές στον χαρακτήρα και στην πορεία της ζωής των μαθητών-κρατουμένων.

      Σύμφωνα, λοιπόν, με τους εκπαιδευτικούς η φοίτηση στο σχολείο αποτελεί για τους κρατούμενους μία «χαραμάδα ελευθερίας», τους βοηθά να ενισχύσουν τις γνώσεις τους και να αποκτήσουν τυπικά προσόντα για τη μελλοντική επαγγελματική τους πορεία, να βελτιώσουν την ψυχολογία τους, να αισθανθούν την αποδοχή και να αποκτήσουν μεγαλύτερη άνεση επικοινωνίας. Μέσα στην τάξη οι μαθητές «αισθάνονται ότι διαφοροποιούνται σε σχέση με τους άλλους κρατούμενους ανήκοντας σε μία ξεχωριστή ομάδα η οποία λειτουργεί και λίγο σαν «οικογένειά» τους», βελτιώνουν την αυτό-εικόνα τους και ενισχύεται η αυτοπεποίθησή τους. «Προφανώς η εκπαιδευτική διαδικασία επηρεάζει θυμίζοντας τους στοιχεία του χαρακτήρα που έχουν ξεχασμένα ή τους δίνει όσα στερήθηκαν στην ελεύθερη ζωή, π.χ. αλληλεγγύη, σεβασμός, νέα μάθηση, ανταλλαγή απόψεων, γνώσεων κλπ.» μας λέει ο κ. Λασπάς, ενώ η κα Γώγου αναφέρει ότιμέσα στο σχολικό περιβάλλον «οι περισσότεροι κρατούμενοι «ηρεμούν» και «ανακαλύπτουν» ή «θυμούνται» θετικές πτυχές του εαυτού τους.».

      Ο κ. Φόβος αναφέρεται στους τρόπους με τους οποίους η εκπαίδευση μπορεί να βοηθήσει στην αντιμετώπιση ζητημάτων «ιδρυματοποίησης» των κρατουμένων, όπως για παράδειγμα μέσω της προώθησης θετικών προτύπων-role models (εκπαιδευτικοί, εκπρόσωποι εκπαιδευτικών και άλλων φορέων), ευκαιριών δημιουργικής απασχόλησης και βελτιωμένων κοινωνικών αξιών. Επιπλέον, αναφέρει ότι η εκπαίδευση «είναι ένα από τα μέσα προώθησης της κοινωνικοποίησης και απόκτησης δεξιοτήτων που μπορεί να βοηθήσουν τους κρατουμένους να χτίσουν ένα καλύτερο μέλλον για τον εαυτό τους μετά την αποφυλάκισή τους Περιορίζει τις αρνητικές επιπτώσεις που προκαλεί η στέρηση της ελευθερίας, όπως η αφαίρεση της προσωπικότητας, η ιδρυματοποίηση και η αποκοινωνικοποίηση. Με πολλούς τρόπους παρέχει κάποιο είδος κανονικότητας μέσα στην «ανώμαλη» κατάσταση της φυλάκισης, εστιάζοντας στις δυνατότητες των κρατουμένων και ενθαρρύνοντας τη συμμετοχή τους σε σημαντικές και συνεχείς δραστηριότητες. Η εκπαίδευση είναι επομένως μία βασική πτυχή του ρόλου αποκατάστασης των κρατουμένων και δεν είναι απλώς ένα μέσο για να κρατήσει τον κρατούμενο απασχολημένο, αλλά έχει την δυνατότητα να συμβάλλει και στην επανένταξή του στην κοινωνία.».

      Ωστόσο, κάποιοι από τους ερωτώμενους εκπαιδευτικούς μας θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις, η πλήρωση των οποίων είναι απαραίτητη για να οδηγηθεί η εκπαιδευτική διαδικασία σε ουσιαστικά αποτελέσματα και να επέλθουν πράγματι θετικές αλλαγές στη μελλοντική πορεία των μαθητών. Ο κ. Αρμένης επισημαίνει ότι «τα σχολεία των φυλακών καλούνται να επανασχεδιάσουν έναν πιθανώς «στρεβλό αξιακό κώδικα» που διέπει τη στάση ζωής πολλών από τους μαθητές τους», υπογραμμίζοντας την ανάγκη να αφιερώνεται «περισσότερος χρόνος προετοιμασίας σε αυτήν τη βάση της αναπροσαρμογής αξιών ώστε κατόπιν η κατάκτηση των όποιων δεξιοτήτων να εδράζεται σε ένα υγιές πρώτο επίπεδο.». Από την άλλη, η κα Τίγκα επισημαίνει ότι η φοίτηση για να αποδώσει καρπούς και να επηρεάσει τη μελλοντική πορεία του μαθητή-κρατούμενου πρέπει να ειδωθεί ως μία διαδικασία αμφίδρομη μεταξύ εκπαιδευτών και εκπαιδευόμενων. Το βάρος της επιτυχίας μοιράζεται τόσο στην προσωπική ευθύνη και προσπάθεια του μαθητή, όσο και στην τρόπο αντιμετώπισης των εκπαιδευόμενων από τον εκπαιδευτή. Επιπλέον, υποστηρίζει ότι «οι αλλαγές που μπορεί να παρατηρήσουμε στους κρατούμενους μετά την ένταξή τους στο σχολείο δεν είναι εύκολα μετρήσιμες ούτε πάντοτε βάσιμες. Ως εκπαιδευτές, θέλουμε να πιστεύουμε πως τους ωφελούμε, πως τους κάνουμε «καλύτερους» ανθρώπους. Ωστόσο, η πραγματικότητα που βιώνουν ως κρατούμενοι είναι – τουλάχιστον στο Δομοκό – τόσο σκληρή, που το σχολείο αποτελεί ένα μικρό διάλειμμα. Το παραμικρό γεγονός επηρεάζει δραματικά την ψυχολογία και τη συμπεριφορά τους, ώστε είναι επισφαλές να θεωρούμε ότι το σχολείο μπορεί να επιδράσει τόσο καταλυτικά, ώστε να τους δώσει ένα στήριγμα ή μία ελπίδα για την πορεία τους ως κρατούμενοι. Επιπλέον, προκειμένου να επιβιώσουν – κυριολεκτικά – στο πλαίσιο των κανόνων, γραπτών και άγραφων, του Καταστήματος Κράτησης, είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι η σκέψη αυτών των ανθρώπων είναι πολυεπίπεδη. Οπότε, η εικόνα που εμφανίζουν στο σχολείο είναι μία από τις καλύτερες εκδοχές του εαυτού τους, γιατί, συνήθως, αισθάνονται ασφάλεια και είναι σπάνιο το αίσθημα αυτό μέσα στο κατάστημα κράτησης.».

      Τέλος, η κα Γραβάλου, μεταξύ άλλων, υπογραμμίζει την απουσία ερευνών για να διαπιστωθεί ο βαθμός κοινωνικής επανένταξης αλλά και υποτροπής των αποφυλακισθέντων πρώην μαθητών-κρατουμένων, υποστηρίζοντας ότι μία τέτοια έρευνα δεν μπορεί να εκπονηθεί από την εκπαιδευτική μονάδα της φυλακής εξαιτίας αντικειμενικών κωλυμάτων, όπως είναι η έλλειψη ενημέρωσης του σχολείου περί αποφυλακισμού πρώην μαθητών του μετά την ολοκλήρωση της φοίτησής τους, η μη διαθεσιμότητα στοιχείων επικοινωνίας μαζί τους, ή η αναχώρησή τους προς τη χώρα καταγωγής τους μετά την αποφυλάκισή τους. Επιπλέον, επισημαίνει την απουσία εκπαιδευτικών μονάδων διαφορετικών βαθμίδων μέσα στις φυλακές, που αναπόφευκτα στερεί από τους κρατούμενους τη δυνατότητα συνέχισης των σπουδών τους και εξέλιξής τους. Ειδικότερα, αναφέρει ότι «Υπάρχουν κάποιοι μαθητές που συνεχίζουν την εκπαίδευση τους στο λύκειο. Τους δίδονται τα βιβλία και διαβάζουν μόνοι τους στους θαλάμους. Στο τέλος της χρονιάς δίνουν εξετάσεις. Δεν πηγαίνουν σε κάποια οργανωμένη δομή ώστε να ξεφύγουν από τις καθημερινές συναναστροφές τους και να αλλάζει η φιλοσοφία τους.».

      Το ότι η εκπαίδευση μπορεί να επιφέρει ευεργετικά μόνο οφέλη στη ζωή ενός ανθρώπου είναι αδιαμφισβήτητο. Ωστόσο, όταν η εκπαιδευτική διαδικασία μεταφέρεται στο περιβάλλον της φυλακής, όπως αποκαλύπτεται από τις μαρτυρίες των εκπαιδευτικών, ανακύπτουν δυσκολίες και περιορισμοί για τους εκπαιδευτικούς και για τους μαθητές-κρατούμενους, που ξεπερνούν την προσωπική σφαίρα ευθύνης τους. Όσο δύσκολο και εάν είναι, καθίσταται απαραίτητο να γίνονται οι κατάλληλες προσαρμογές ώστε ο μαθητής-κρατούμενος να καταφέρει να αξιοποιήσει όσα αποκομίζει από τη διαδικασία της μάθησης και να αλλάξει ριζικά τη ζωή του.

«Υπάρχει στήριξη από την πολιτεία ή άλλους φορείς;»

      Στη συγκεκριμένη ερώτηση σχεδόν όλοι οι ερωτώμενοι αποκρίθηκαν ότι υπάρχει, τουλάχιστον σε θεωρητικό επίπεδο, στήριξη έως ένα βαθμό από τα αρμόδια κρατικά όργανα, ωστόσο διατύπωσαν ελλείψεις και αδυναμίες που αποδυναμώνουν αυτή τη στήριξη. Επιπλέον, δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση από τους περισσότερους στον σημαντικό ρόλο της κοινωνίας των πολιτών, κυρίως μέσω της δράσης ΜΚΟ και ιδιωτικών πρωτοβουλιών.

      Πολλές είναι οι αναφορές στις ελλείψεις και τα κενά στη λειτουργία των εκπαιδευτικών μονάδων που έχουν ιδρυθεί στα καταστήματα κράτησης. Ο κ. Λασπάς επεσήμανε ότι υπήρξε μία προσπάθεια ενίσχυσης της εκπαίδευσης των κρατουμένων τόσο σε νομοθετικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο με την ίδρυση νέων σχολείων και τη στήριξη του θεσμού των Θερινών σχολείων. Ωστόσο, υποστηρίζει ότι έπρεπε και μπορούσαν να ληφθούν περισσότερα μέτρα, όπως για παράδειγμα ίδρυση, πέραν των Σχολείων Δεύτερης Ευκαιρίας, και εκπαιδευτικών μονάδων όλων των επιπέδων (δημοτικό, γυμνάσιο, λύκειο, ΙΕΚ). Η κα Γραβάλου αναφέρει ότι τα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας είναι η πιο καλά οργανωμένη εκπαιδευτική δομή, ωστόσο απαριθμεί μία σειρά προβλημάτων της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Μεταξύ αυτών είναι η ανεπαρκής και καθυστερημένη πρόσληψη μόνιμων και ωρομίσθιων καθηγητών, η απουσία μέριμνας για διοργάνωση σεμιναρίων κατάρτισης των πρωτοεμπλεκόμενων στην εκπαιδευτική διαδικασία της φυλακής καθηγητών, η έλλειψη κατάλληλου χώρου και υλικοτεχνικής υποδομής για να μπορούν να διαβάζουν οι μαθητές. Και ο κ. Φόβος επιβεβαιώνει ότι «η στήριξη σε στελέχωση από έμπειρο και επιμορφωμένο προσωπικό δεν υπάρχει. Οι σχολικές αυτές δομές είναι οι τελευταίες που στελεχώνονται και φυσικά όχι με προσωπικό που έχει την κατάλληλη επιμόρφωση ή εμπειρία.».

      Η αναφορά στην έλλειψη κατάλληλης εκπαίδευσης και κατάρτισης του εκπαιδευτικού προσωπικού που απασχολείται σε εκπαιδευτικές μονάδες μέσα σε καταστήματα κράτησης είναι καίριας σημασίας. Την πηγή αυτού του προβλήματος, τουλάχιστον όσον αφορά τα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας, εντοπίζει η κα Γραβάλου στο μη διαχωρισμό των προκηρύξεων για τις θέσεις των μόνιμων και ωρομισθίων καθηγητών για τα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας που λειτουργούν στην κοινωνία και σε αυτά που λειτουργούν μέσα στη φυλακή. Ως εκ τούτου «καθηγητές με μεγάλη εμπειρία στα σχολεία των φυλακών που ενδιαφέρονται να εργαστούν σ’ αυτά μένουν εκτός και προσλαμβάνονται καθηγητές χωρίς εμπειρία, επειδή έχουν δύο πτυχία ή διδακτορικό ή άλλα προσόντα τα οποία είναι ξένα προς τα προσόντα που χρειάζεται πραγματικά ένα σχολείο στην φυλακή.». Η κα Γραβάλου συνεχίζει τονίζοντας ότι «η εμπειρία στα σχολεία των φυλακών είναι πολύ μεγάλη υπόθεση, για να μπορέσει ο καθηγητής να σταθεί αξιοπρεπώς στην τάξη. Η εκπαίδευση κρατουμένων είναι αρκετά δύσκολη υπόθεση, γιατί ο καθηγητής θα πρέπει να προσέχει την κάθε του λέξη. Υπάρχουν τεχνικές διδασκαλίας που δεν μπορούν να εφαρμοστούν εύκολα στα συγκεκριμένα σχολεία όπως εφαρμόζονται στα συμβατικά σχολεία. Για παράδειγμα η τεχνική «παίξιμο ρόλων» είναι δύσκολο να εφαρμοστεί σε ένα σχολείο φυλακής, γιατί μπορεί να προκαλέσει μεγάλες αντιδράσεις. Ακόμη ο καθηγητής θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικός στις πληροφορίες που δίνει για προσωπικά του δεδομένα, γιατί μπορεί να βρεθεί προ εκπλήξεων.».

      Οι επίσημοι φορείς που στηρίζουν την όλη διαδικασία, είναι σύμφωνα με τις απαντήσεις των εκπαιδευτικών, το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, το Τμήμα Εκπαίδευσης και Κατάρτισης σε Καταστήματα Κράτησης (Τ.Ε.Κ.Κ.Κ.) της Γενικής Γραμματείας Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης και Δια Βίου Μάθησης στο οποίο ανήκουν οι εκπαιδευτικές μονάδες των καταστημάτων κράτησης, το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και η ίδια η διοίκηση των φυλακών. Σύμφωνα με την κα Τίγκα «τυπικά, υπάρχει στήριξη από τους επίσημους φορείς. Ωστόσο, στην πρακτική εφαρμογή των νομοθεσιών που ισχύουν πάντα υπάρχει μεγάλη απόκλιση και τελικά η λειτουργία του σχολείου επαφίεται στην εμπλοκή και τη βούληση των ανθρώπων που είναι σε συγκεκριμένες θέσεις προκειμένου να διασφαλιστούν οι απολύτως βασικές προϋποθέσεις». Παράλληλα, ο κ. Αρμένης συμπληρώνει ότι «η στήριξη υπάρχει ως ένα βαθμό, υπολείπεται ωστόσο σε χρηματοδότηση, υποδομές (όπως και στα έξω Σχολεία) αλλά κυρίως για εμάς εδώ στις φυλακές σε επίπεδο οργάνωσης και συντονισμού. Επιπλέον οι όποιες εξαγγελίες των ηγεσιών σχετικά με την εκπαίδευση των κρατουμένων, πολλές φορές παρατηρούμε να συναντούν δυσκολίες και εμπόδια από την υφιστάμενη διοίκηση της φυλακής που φαίνεται σε πολλές περιπτώσεις να λειτουργεί ημιαυτόνομα εμποδίζοντας έτσι, ηθελημένα ή άθελα, το Σχολείο να ξεδιπλώσει εντός φυλακής τη δυναμική του και το θεσμικό του οπλοστάσιο.»

      Τέλος, σύμφωνα με τους ερωτώμενους εκπαιδευτικούς, συμπλήρωμα των επίσημων φορέων στην προώθηση και προστασία του δικαιώματος των κρατουμένων στην εκπαίδευση αποτελούν κοινωνικοί φορείς και οργανισμοί που εντάσσονται στο πλαίσιο της κοινωνίας των πολιτών. Δημοτικές αρχές, η Εκκλησία, εθελοντές, ΜΚΟ αναπτύσσουν συνεργασίες με τις εκπαιδευτικές μονάδες των φυλακών επιδιώκοντας τη στήριξη τους είτε οικονομικά είτε σε επίπεδο συμβουλευτικό και πρακτικό. Μεταξύ διαφόρων αναφέρονται στη Λάρισα η ΔΙΕΞΟΔΟΣ[1], οργάνωση που διοργανώνει προγράμματα εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας σε αλλοδαπούς μαθητές, ώστε να είναι προετοιμασμένοι να ενταχθούν κατόπιν στο Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας, το Δίκτυο «Γεώργιος Ζουγανέλης. Για τον Πολιτισμό και την Εκπαίδευση στις Φυλακές»[2] και η ΑΡΣΙΣ Κοινωνική Οργάνωση Υποστήριξης Νέων[3]. Ωστόσο η βοήθεια αυτή δεν είναι πάντα αυτονόητη, καθώς όπως υποστηρίζει ο κ. Λάσπας για να τύχουν στήριξη της εκπαιδευτικής διαδικασίας μέσα στις φυλακές «χρειάζεται η κινητοποίηση η δική μας, δηλαδή να τους θυμίζουμε συνεχώς ότι υπάρχουμε», ενώ «η μεγαλύτερη βοήθεια προέρχεται από τους ιδιώτες και κυρίως από τους ευαισθητοποιημένους με θέματα ευάλωτων κοινωνικών ομάδων όπου εθελοντικά προσφέρουν τις υπηρεσίες τους π.χ. εθελοντές εκπαιδευτικοί.».

● «Η εκπαίδευση στα σχολεία των καταστημάτων κράτησης συνδέεται σε επίπεδο πρακτικό με την επανένταξη των κρατουμένων; Τι θα μπορούσε, κατά την κρίση σας, να γίνει περισσότερο ως προς τη σύνδεση με την ελεύθερη κοινωνία;»

      Η γενική εικόνα των απαντήσεων των εκπαιδευτικών οδηγεί στο συμπέρασμα πως οι τελευταίοι εντοπίζουν αυτήν τη σύνδεση κυρίως σε θεωρητικό επίπεδο και επισημαίνουν την ανάγκη να εφαρμοστεί και στην πράξη το προβλεπόμενο από τον νόμο θεσμικό πλαίσιο. Ενδεικτική είναι η απάντηση του κ. Αρμένη ότι «η πρόσβαση των κρατουμένων σε όλες τις εκπαιδευτικές δομές στις οποίες έχουν πρόσβαση και οι ελεύθεροι μαθητές τουλάχιστον ως θεσμικό πλαίσιο με το άρθρο 31 του 4521/18 αποτελεί ένα πρώτο σημαντικό βήμα. Μένει η απρόσκοπτη εφαρμογή του για όλους τους κρατούμενους. Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι, καθώς επί συνόλου περίπου 12.000 κρατουμένων στις φυλακές μόλις 1300 εμπλέκονται στην εκπαιδευτική διαδικασία.».

      Ως θετικό στοιχείο που προωθεί τη σύνδεση των μαθητών-πρώην κρατουμένων με την ελεύθερη κοινωνία αναφέρεται από την κα Τίγκα το γεγονός ότι « ο τίτλος σπουδών που λαμβάνει ένας εκπαιδευόμενος ολοκληρώνοντας τη φοίτησή του είναι ισότιμος με αυτόν του γενικού Γυμνασίου και δεν αναγράφεται ότι η φοίτηση έγινε σε ΣΔΕ ΚΚ. Έχει, επομένως, το τυπικό προσόν της ολοκληρωμένης υποχρεωτικής εκπαίδευσης είτε για να συνεχίσει σε λυκειακή δομή είτε για να εργαστεί. Επιπλέον, στην περίπτωση που ένας εκπαιδευόμενος αποφυλακιστεί ενώ δεν έχει ολοκληρώσει τη φοίτησή του, έχει δικαίωμα να συνεχίσει σε ΣΔΕ γενικού πληθυσμού. Από την άποψη αυτή, επομένως, μπορούμε να πούμε ότι το σχολείο του ΚΚ προσφέρει μία μορφή διαπίστευσης σε σχέση με το ποιόν του εκπαιδευόμενου και τη δική του πρόθεση για επανένταξη.». Στην πρακτική δυνατότητα συνέχισης της φοίτησης σε σχολικές μονάδες του γενικού πληθυσμού αναφέρεται και ο κ. Φόβος, ο οποίος παρατηρεί ότι οι πρώην κρατούμενοι-μαθητές, μετά την αποφυλάκισή τους, απομακρύνονται από τον δρόμο της εκπαίδευσης, όχι τόσο λόγω «της απροθυμίας τους ή της θέσπισης διαφορετικών προτεραιοτήτων από τους μαθητές αλλά λόγω του στιγματισμού που αυτοί φέρουν ως πρώην κρατούμενοι.». Μάλιστα, όπως μας αναφέρει, για τους αποφυλακισμένους που συνεχίζουν την εκπαίδευσή τους είναι πιο εύκολο να διαχειριστούν αυτό τον κοινωνικό στιγματισμό στο πλαίσιο ενός ΣΔΕ γενικού πληθυσμού ή ενός νυχτερινού σχολείου, παρά σε ένα τυπικό ημερήσιο σχολείο.

      Ωστόσο, οι περισσότεροι ερωτώμενοι εστίασαν την προσοχή τους σε προτάσεις που αφορούσαν τον εμπλουτισμό της παρεχόμενης εκπαίδευσης μέσω της ίδρυσης επαγγελματικών σχολών, την ενίσχυση του εκπαιδευτικού ή άλλων ειδικοτήτων προσωπικού, ενώ η κυριότερη επισήμανσή τους ήταν η ανάγκη ουσιαστικής σύνδεσης των κρατουμένων και αποφυλακισθέντων με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας, κάτι που μπορεί να γίνει μέσω λειτουργίας σχετικών φορέων και γραφείων διασύνδεσης.

      Πιο συγκεκριμένα, ο κ. Λασπάς στην ερώτηση περί σύνδεσης σε πρακτικό επίπεδο της εκπαίδευσης στις φυλακές με την επανένταξη των μαθητών κρατουμένων απάντησε ότι «συνδέεται σε κάθε περίπτωση σε θεωρητικό επίπεδο». Στη συνέχεια όμως διερωτάται αν «μπορεί να υπάρξει επανένταξη όταν δεν έχουμε οργανώσει την εκπαίδευση δομικά σε συνέχεια;» και συνεχίζει υποστηρίζοντας πως κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατό παρά μόνο «αν η επίσημη πολιτεία αποφασίσει να δημιουργήσει συνεχείς εκπαιδευτικές δομές (Δημοτικό, ΣΔΕ, Λύκεια, ΙΕΚ.)». Προτείνει, μάλιστα, την ίδρυση τεχνικών σχολών τύπου ΟΑΕΔ, μέσω των οποίων οι εκπαιδευόμενοι κρατούμενοι, με την εξειδίκευση που θα λαμβάνουν, θα μπορούν να καλύψουν τεχνικές ανάγκες των φυλακών (π.χ. υδραυλικά, ηλεκτρολογικά, μηχανολογικά) αλλά και να εξασφαλίζουν κάποιο εισόδημα παρέχοντας τις υπηρεσίες τους έμμισθα σε ιδιώτες (π.χ. συνεργεία αυτοκινήτων, ηλεκτρολόγων-μηχανικών).

      Την ίδια άποψη φαίνεται να υιοθετεί και η κα Γραβάλου, η οποία υποστηρίζει ότι στα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας, οι κρατούμενοι λαμβάνουν γενικές μόνο γνώσεις, χωρίς να τους παρέχεται κάποια εξειδίκευση που θα τους βοηθήσει μελλοντικά να ενταχθούν στην αγορά εργασίας. Ως εκ τούτου καταλήγει στο ότι «η δημιουργία επαγγελματικών σχολών στις φυλακές είναι πλέον αναγκαία για την επανένταξη των κρατουμένων», δίνοντας την ευκαιρία σε «κάθε κρατούμενο, που το επιθυμεί, να μπορεί μετά το γυμνάσιο να παρακολουθεί ένα επάγγελμα, ώστε με την αποφυλάκιση του να έχει μία εξειδίκευση και να μπορεί να ενταχθεί στην αγορά εργασίας». Επιπλέον, επισημαίνει τον κίνδυνο που αντιμετωπίζουν οι κρατούμενοι που εκτίουν μακροχρόνιες ποινές να αποκλειστούν από το επάγγελμα που ασκούσαν πριν τον εγκλεισμό «όχι μόνο γιατί τα εργαστήρια τους έχουν αχρηστευτεί από το πέρασμα του χρόνου, αλλά και γιατί έχουν αλλάξει τα εργασιακά δεδομένα…λόγω της εισαγωγής της νέας τεχνολογίας.». Τέλος, υπογραμμίζει τον σημαντικό ρόλο του κράτους στην επαγγελματική αποκατάσταση πρώην κρατουμένων, είτε με το να τους βρίσκει το ίδιο θέσεις εργασίας, είτε με το να δημιουργεί κίνητρα σε εργοδότες να τους προσλαμβάνουν, είτε τέλος με το να δίνει κίνητρα στους αποφυλακισθέντες να δημιουργούν δικές τους μικρές επιχειρήσεις που θα επιτρέψουν το βιοπορισμό τους. Αυτή η επαυξημένη ευθύνη του κράτους να μεριμνά για την επαγγελματική αποκατάσταση πρώην κρατουμένων δικαιολογείται και από την επισήμανση του κ. Φόβου ότι ο κοινωνικός στιγματισμός και ο σημαντικός περιορισμός της μόρφωσης που δύναται να λάβει ένας κρατούμενος μέσα στη φυλακή «δρα καταλυτικά στην αδυναμία εύρεσης εργασίας κατά την πρώιμη ενήλικη ζωή, λόγω της «αρνητικής» στάσης του κοινωνικού περίγυρου». Το κράτος πρέπει να καταφέρει να υπερκεράσει την καχυποψία που συνοδεύει τη στάση του κοινωνικού συνόλου απέναντι στους πρώην κρατούμενους και τους δώσει την ευκαιρία να ενταχθούν και πάλι στο σύνολο.

      Για την κα Δουλγερίδου και την κα Τίγκα σημαντική κρίνεται η οργανική στελέχωση κάθε καταστήματος κράτησης με μόνιμο εξειδικευμένο διεπιστημονικό προσωπικό, όπως ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς, κοινωνιολόγους, ιατρούς, δικηγόρους, εκπαιδευτικούς, συμβούλους επαγγελματικού προσανατολισμού, οι οποίοι θα προετοιμάζουν κατάλληλα για ένα ικανό διάστημα κάθε έναν κρατούμενου που πρόκειται να αποφυλακιστεί. Μάλιστα, η κα Τίγκα προτείνει «να δημιουργηθούν δομές εντός των ΚΚ που να λειτουργούν, όπως τα τμήματα υποδοχής αλλοδαπών μαθητών.», καθώς όπως πολύ εύλογα διερωτάται «Πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος να είναι σε θέση να πάρει τον έλεγχο της ζωής του στα χέρια του, έχοντας εκτίσει είτε μικρή είτε μεγάλη ποινή, χωρίς να κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή να επιλέξει συνειδητά να παρανομήσει μόνο και μόνο για να επιστρέψει στο μαθημένο «ασφαλές» περιβάλλον του ΚΚ;».

      Επιπλέον, προτείνεται από την κα Δουλγερίδου η λειτουργία ενός Γραφείου Διασύνδεσης με την αγορά εργασίας για την εξασφάλιση θέσεων εργασίας πριν από την αποφυλάκιση των κρατουμένων, καθώς και την ύπαρξη ενός θεσμικού πλαισίου σε συνδυασμό με τη λειτουργία ενός ειδικού φορέα για την απασχόληση πρώην κρατουμένων ή αποφυλακισμένων που να φροντίζει για την επιβίωσή τους και τον περιορισμό των πιθανοτήτων υποτροπής τους. Στο σημείο αυτό, ένας φορέας που αξίζει να αναφερθεί, καθώς ανταποκρίνεται στα ανωτέρω κριτήρια της κας. Δουλγερίδου, είναι η ΕΠΑΝΟΔΟΣ, ένα Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που εποπτεύεται από το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και αποτελεί τον πρώτο και μοναδικό επίσημο φορέα μετασωφρονιστικής μέριμνας στον ελληνικό χώρο. Σκοπός την ΕΠΑΝΟΔΟΥ είναι η «επαγγελματική συμπαράσταση και η προετοιμασία και προώθηση της εν γένει κοινωνικής επανένταξης των κρατουμένων και αποφυλακιζομένων.».[4]

      Τέλος, ο κ. Φόβος υπογραμμίζει το πόσο σημαντικό είναι να γίνει σωστή επιλογή δράσεων και προγραμμάτων εκπαίδευσης και επαγγελματικής κατάρτισης για τους μαθητές κρατούμενους, καθώς αυτά όπως υποστηρίζει «μπορούν να συμβάλλουν θετικά στην απόκτηση εμπειριών, αφού τους δίνεται η ευκαιρία να εμπλακούν σε ένα πλαίσιο ενεργητικής μάθησης, που διεγείρει το ενδιαφέρον τους, τους δίνει κίνητρα για αναθεώρηση των απόψεών τους σε πολλά θέματα, διευρύνει τους ορίζοντές τους σε κοινωνικά ζητήματα, καθώς και ενθαρρύνει τη συμμετοχή τους σε άλλες δραστηριότητες μάθησης και δεξιοτήτων.». Ως επακόλουθο, κάθε κρατούμενος, πέρα από τον εμπλουτισμό των γνώσεών του, ενισχύει τις κοινωνικές δεξιότητές του και εφοδιάζεται με ισχυρά βοηθήματα για τη μελλοντική κοινωνική και επαγγελματική επανένταξή του.

«Ποιες προκλήσεις και εμπόδια θεωρείτε ότι υπάρχουν σήμερα στη διαδικασία της εκπαίδευσης των κρατουμένων και τί θα ζητούσατε από τους αρμόδιους να αλλάξουν άμεσα;»

      Πλούσιο και εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι το υλικό που συλλέχθηκε από αυτή την ερώτηση. Ο κ. Λασπάς ως κυριότερη πρόκληση αναφέρει την ανάγκη να εξασφαλιστεί η επανένταξη του κρατούμενου και να μη στοχεύουμε στην κράτησή του. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει «μόνο σε αυτή την περίπτωση θα έχουμε αποτέλεσμα. Όσο θεωρούμε ότι η φυλάκιση λύνει το πρόβλημα της παραβατικότητας, τότε δεν έχει νόημα. Κλασική περίπτωση είναι ότι ένα μεγάλο ποσοστό ανήλικων κρατουμένων ρέπει σε όλη την υπόλοιπη ζωή του στην παραβατικότητα αφού σωφρονισμός χωρίς επανένταξη δεν μπορεί να επιτευχθεί.». Παρόμοια, στην ανάγκη προώθησης της επανένταξης των μαθητών-κρατουμένων εστιάζει την προσοχή του και ο κ. Φόβος, ο οποίος υποστηρίζει ότι τα εκπαιδευτικά και επαγγελματικά προγράμματα των φυλακών πρέπει να δομηθούν με γνώμονα την επανένταξη των κρατουμένων. Αυτό επιτυγχάνεται όταν τα προγράμματα αυτά προσαρμόζονται στις ιδιαίτερες ανάγκες των κρατουμένων, παρέχοντάς τους δεξιότητες, ικανότητες και πιστοποιήσεις που θα τους βοηθήσουν μελλοντικά να αποκατασταθούν επαγγελματικά βάσει των σύγχρονων απαιτήσεων της αγοράς εργασίας. Αναφέρει, επιπλέον, ότι «τα άτομα χρειάζονται επίσης υποστήριξη και προγραμματισμό κατά τη διάρκεια της διαδικασίας επανεισόδου στην κοινότητα, για να τους βοηθήσουν να μετατρέψουν την εκπαίδευση στη φυλακή σε πραγματική επιτυχία.», ενώ επισημαίνει ότι πρέπει να σχεδιαστούν μοντέλα παροχής εκπαίδευσης και στο στάδιο της επανεισόδου του αποφυλακισμένου στην ελεύθερη κοινωνία.

      Για την κα Τίγκα «ίσως, η μεγαλύτερη πρόκληση των εκπαιδευτών ενός ΣΔΕ ΚΚ είναι να (απο)δείξουν στους κρατούμενους ότι όποιο και να είναι το αρχικό τους κίνητρο που τους ώθησε να εγγραφούν στο σχολείο (τα οποία είναι απολύτως θεμιτά και σεβαστά), η διαδικασία της μάθησης και η κατάκτηση της γνώσης θα παραμένει το ισχυρότερο όπλο στα χέρια τους.». Επιπροσθέτως, αναφέρεται στην ανάγκη συγκερασμού των διαφορών που αναπόφευκτα υπάρχουν μέσα στην τάξη μεταξύ των κρατουμένων όσον αφορά τη γλώσσα, τη θρησκεία, την εθνότητα, την ηλικία, τη χώρα καταγωγής, αλλά και την πρότερη σχολική (ή μη) εμπειρία τους και όπως υπογραμμίζει «η δημιουργία ενός κλίματος ανεκτικότητας, αυτοσεβασμού και αλληλοσεβασμού και προσήλωσης στο στόχο αποτελούν καθημερινά στοιχήματα γιατί σε ένα σχολείο ΚΚ δεν υπάρχουν σταθερές, μόνο μεταβλητές. Στο ίδιο πλαίσιο, και προκειμένου το παζλ που ονομάζεται σχολείο σε ΚΚ να λυθεί, θα πρέπει οι εκπαιδευτές να διδάξουν στους εκπαιδευόμενους τι σημαίνει να είσαι μαθητής σχολείου, τι υποχρεώσεις αλλά και τι δικαιώματα απορρέουν από την ιδιότητα αυτή.».

      Η απάντηση της κας Δουλγερίδου στη συγκεκριμένη ερώτηση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς παραθέτει μία σειρά συγκεκριμένων προβλημάτων και εμποδίων που εντοπίζει στη λειτουργία του Δ.Ι.Ε.Κ. των φυλακών Κασσάνδρας ως Διευθύντριά του. Συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων αναφέρει ότι πολλοί από τους κρατούμενους δεν μπορούν να εγγραφούν στο Δ.Ι.Ε.Κ. καθώς δεν διαθέτουν απολυτήριο επιπέδου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης («Στους 270-300 κατά μέσο όρο κρατούμενους του Α.Κ.Κ.Κ., ένα ποσοστό 10% μόνο διαθέτει»), ενώ υπάρχει και μεγάλη σπουδαστική διαρροή λόγω αποφυλακίσεων, μεταγωγών ή επανεγκλεισμού μαθητών-κρατουμένων λόγω πειθαρχικής ποινής («Για παράδειγμα, ξεκινά το έτος κατάρτισης με 40 αιτήσεις εγγραφής, με όλες τις δυσκολίες ανεύρεσης απολυτηρίων των κρατούμενων, εγγράφονται 20 και στο τέλος του έτους απομένουν 10 σπουδαστές.»). Επίσης, αναφέρεται και στην ιδιαιτερότητα του Αγροτικού Καταστήματος Κράτησης Κασσάνδρας που περιλαμβάνει και τρία Παραρτήματα τα οποία βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση από το Κεντρικό Κατάστημα του όπου βρίσκεται το σχολείο ( «Παράρτημα Ποιμνιοστασίου 5 χλμ. ,Ξενοφώντος 5 χλμ., Καρακάλου 8 χλμ.»), γεγονός που αποκλείει από τη σχολική φοίτηση όσους βρίσκονται στα Παραρτήματα ελλείψει δυνατότητας μετακίνησης τους.Η κα Δουλγερίδου θίγει επίσης και την κατάσταση που προκλήθηκε από την κρίση του COVID 19 που οδήγησε σε αναστολή λειτουργίας της σχολικής δομής. Αναφέρει ότι λόγω της απαγόρευσης της πρόσβασης των κρατουμένων στο διαδίκτυο, η σύγχρονη τηλεκπαίδευση δεν είναι εφικτή για τους μαθητές κρατούμενους και μας περιγράφει τον τρόπο που η διεύθυνση του Δ.Ι.Ε.Κ. προσπάθησε να διατηρήσει έστω και υποτυπωδώς ζωντανή την εκπαιδευτική διαδικασία. Ειδικότερα, όπως μας λέει «Οι εκπαιδευτικοί στέλνουν ηλεκτρονικά το υλικό, η Διεύθυνση του ΔΙΕΚ τα εκτυπώνει και τα προωθεί στους συνολικά 22 σπουδαστές με τη διαμεσολάβηση του συντονιστή εκπαίδευσης του Α.Κ.Κ.Κ. Μετά την ολοκλήρωση της διανομής του εκπαιδευτικού υλικού, η διευθύντρια μεταφέρει τυχόν αντιδράσεις, απορίες ή ερωτήματα των σπουδαστών στους εκπαιδευτικούς Η διαδικασία αυτή αποτελεί πάντα μία λύση ανάγκης, σεβόμενοι το ζωηρό ενδιαφέρον των εκπαιδευομένων, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα τη μη πλήρη επίτευξη των μαθησιακών στόχων. Η συνέχιση της εκπαιδευτικής διαδικασίας με αυτόν τον τρόπο δεν είναι αρκετή για να στηρίξει την εκπαίδευση στο Α.Κ.Κ.Κ. έχει όμως και κάποια θετικά σημεία, καθώς προσφέρει τα κίνητρα για να μη διακοπεί τελείως η φοίτηση, να μην αισθάνονται οι σπουδαστές μόνοι και αποκλεισμένοι, να κρατούν ζωντανή την ελπίδα τους στις ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες αυτής της πανδημίας. Η κατάσταση της κρίσης λόγω της πανδημίας αποτελεί μία σοβαρή πρόκληση κι έναν λόγο για εξεύρεση λύσεων με θεσμοθέτηση τρόπων διδασκαλίας σε καθημερινές ή σε ανάλογες έκτακτες καταστάσεις, μέσω ασφαλούς πρόσβασης σε ειδικές ηλεκτρονικές πλατφόρμες.».

      Στην αναγκαιότητα χρήσης ηλεκτρονικών μέσων και των νέων τεχνολογιών αναφέρεται και ο κ. Φόβος, που υπογραμμίζει το γεγονός ότι σήμερα πολλά σωφρονιστικά καταστήματα απορρίπτουν την πρόσβαση των κρατουμένων μαθητών ή ακόμα και μελών του προσωπικού στις νέες τεχνολογίες, λόγω των κινδύνων που εγκυμονούν οι τελευταίες. Ωστόσο, υποστηρίζει ότι οι νέες τεχνολογίες μπορούν να αξιοποιηθούν θετικά κατά τη μαθησιακή διαδικασία αρκεί να υπάρξει ένας προσεκτικός σχεδιασμός και κατάλληλες ρυθμίσεις για την πρόσβαση και χρήση τους μέσα από τις φυλακές. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει «παρόλο που οι ανησυχίες για την ασφάλεια είναι βάσιμες, υπάρχει αρκετά ευρεία συμφωνία ότι η τεχνολογία πρέπει να επιτρέπεται σε σωφρονιστικά ιδρύματα σε κάποια μορφή, δεδομένου του σημαντικού ρόλου που διαδραματίζουν οι υπολογιστές, το Διαδίκτυο και άλλες τεχνολογίες επικοινωνιών στη ζωή «έξω από τα τείχη».»

      Η κα Τίγκα αναφέρει και εκείνη ως εμπόδιο της εκπαιδευτικής διαδικασίας τη σπουδαστική διαρροή που προκύπτει από τις μεταγωγές και «έχει ως αποτέλεσμα να διαταράσσεται η ισορροπία των τάξεων/σχολείων (και αποστολής και υποδοχής) και σίγουρα επηρεάζει τους υπόλοιπους εκπαιδευόμενους, γιατί τους προκαλεί αίσθημα ανασφάλειας και ενεργοποιεί αμυντικούς μηχανισμούς.». Επιπλέον, ένα από τα κύρια εμπόδια που μας παρουσιάζει αφορούν τους λόγους απόσπασης ή πρόσληψης ενός εκπαιδευτικού, υπογραμμίζοντας ότι το σχολικό περιβάλλον των φυλακών «αποτελεί ένα ιδιάζον και ιδιαιτέρως απαιτητικό πλαίσιο, στο οποίο δεν υπάρχουν περιθώρια για συμπεριφορές ή πειραματισμούς που δεν ξέρουμε τι αντίκτυπο μπορεί να έχουν στην ψυχοσύνθεση των εκπαιδευομένων. Εάν ο καθένας που αποφασίζει να ενταχθεί σε ένα τέτοιο σχολείο επιτελεί το επαγγελματικό του καθήκον, είμαστε ένα βήμα πιο κοντά στο να λειτουργήσει το σχολείο όπως πρέπει, τουλάχιστον σε μία βάση εκκίνησης.».

      Η ελλιπής και έγκαιρη στελέχωση με έμπειρο και εξειδικευμένο προσωπικό υπογραμμίζεται ως βασικό εμπόδιο της εκπαιδευτικής διαδικασίας από τους περισσότερους ερωτώμενους. Σύμφωνα με την κα Τίγκα «οι εκπαιδευτές δεν είναι απαραίτητα καταρτισμένοι και προετοιμασμένοι για το πώς πρέπει να αντιμετωπίσουν μία τάξη με κρατούμενους, οι οποίοι έχουν μάθει να χειραγωγούν τους ανθρώπους που δεν τους γνωρίζουν προκειμένου να επιβιώσουν», ενώ ο κ. Φόβος αναφέρει ότι «δυστυχώς το σωφρονιστικό και εκπαιδευτικό μας σύστημα δεν απαιτούν από το διδακτικό προσωπικό τους να είναι επίσημα εκπαιδευμένο και πιστοποιημένο» και υποστηρίζει ότι «ο εκπαιδευτικός πριν τοποθετηθεί σε σχολείο Κ.Κ., θα πρέπει να συμμετάσχει σε ένα εργαστήριο εντατικής μάθησης για να αποκτήσει τις γνώσεις, τις δεξιότητες και τις ικανότητες που απαιτούνται για να γίνει αποτελεσματικός. Η επιμόρφωση θα πρέπει να του παρέχει πλήρη κατανόηση του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης και θα τον προετοιμάσει για τις προκλήσεις της εργασίας σε ένα σωφρονιστικό περιβάλλον.»Επίσης, επισημαίνει την ανάγκη υλικοτεχνικής στήριξης και παροχής εκπαιδευτικών εργαλείων και ανεξάρτητου χώρου για τη διεξαγωγή των μαθημάτων.

      Η κα Τίγκα συνεχίζει με την κατάθεση προτάσεων που αξίζουν να μνημονευθούν αυτούσιες. Υποστηρίζει, λοιπόν, ότι «αυτό που οι αρμόδιοι θα έπρεπε να κάνουν άμεσα είναι σε κανένα ΚΚ της χώρας να μην καταστρατηγούνται τα αυτονόητα (που, δυστυχώς, στην πράξη δεν θεωρούνται αυτονόητα) βασικά ανθρώπινα δικαιώματα: προσωπική υγιεινή, καθαριότητα, σωστή διατροφή, ένδυση, ζεστό νερό, θέρμανση, ιατρική φροντίδα και ισότιμη πρόσβαση στην εκπαίδευση. Επίσης, θα έπρεπε να τηρούν τις ισχύουσες νομοθεσίες … Ακόμα, κάθε ΚΚ θα έπρεπε να λειτουργεί μόνο με οργανικές θέσεις καταρτισμένων ψυχολόγων, κοινωνικών λειτουργών, κοινωνιολόγων και ιατρών, σε αναλογία με τον πληθυσμό του ΚΚ. Επιπλέον, είναι απολύτως αναγκαίο οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι, που περνούν έως και 12 ώρες ημερησίως μαζί με τους κρατούμενους, να επιμορφώνονται υποχρεωτικά σε ξένες γλώσσες, ανάλογα με τις χώρες προέλευσης των κρατουμένων. Ίσως, τελικά, πολλοί από τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους να έχουν μεγαλύτερη ανάγκη να φοιτήσουν στο σχολείο κι από τους ίδιους τους κρατούμενους. Είναι λυπηρό αλλά οι κρατούμενοι εκπαιδευόμενοι αναγνωρίζουν πολύ γρήγορα τον ρόλο και την αξία του σχολείου σε σχέση με ορισμένους υπαλλήλους που έχουν «τελειώσει» ένα σχολείο.».

      Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στην εκπαίδευση που απευθύνεται στους αλλοδαπούς. Η κα Γώγου προτείνει τη διεξαγωγή προγραμμάτων συστηματικής ελληνομάθειας για τη συγκεκριμένη κατηγορία μαθητών, που αποτελούν μεγάλο κομμάτι του σωφρονιστικού πληθυσμού που εντάσσεται στην εκπαιδευτική διαδικασία, ενώ η κα Τίγκα υπογραμμίζει την ανάγκη να τηρούνται οι ισχύουσες νομοθεσίες που προβλέπουν τη λειτουργία τμημάτων ελληνομάθειας για αλλοδαπούς κρατούμενους οι οποίοι θέλουν να συμμετέχουν σε απολυτήριες εξετάσεις δημοτικού, ώστε να έχουν δικαίωμα να εγγραφούν στο Σ.Δ.Ε.. Επιπροσθέτως, η κα Δουλγερίδου ζητά «η εκπαίδευση να είναι προσβάσιμη και διαθέσιμη για όλους τους κρατούμενους, Έλληνες και αλλοδαπούς, κάθε μορφωτικού επιπέδου, χωρίς αποκλεισμούς.». Γι’ αυτό τον σκοπό προτείνει τη διενέργεια σοβαρών και ενδελεχών ερευνών, οι οποίες θα λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε καταστήματος κράτησης και θα οδηγούν στη δημιουργία ενδεδειγμένων και απαραίτητων, πλήρως εξοπλισμένων, εκπαιδευτικών δομών.

      Έμφαση δίνεται και στην ανάγκη κινητοποίησης και δημιουργίας συνεργασιών μεταξύ των φορέων που εμπλέκονται στη διαδικασία εκπαίδευσης και επανένταξης των κρατουμένων. Χαρακτηριστικά, ο κ. Λασπάς αναφέρει ότι «με ευχολόγια δυστυχώς δεν αλλάζει κάτι, παρά μόνο με πράξεις» και προτείνει την ενεργή κινητοποίηση φορέων που ασχολούνται επιστημονικά με  θέματα επανένταξης, καθώς και την υιοθέτηση καλών πρακτικών από το εξωτερικό. Αντίστοιχα, και ο κ. Φόβος υποστηρίζει ότι είναι πολύ σημαντικό να ενισχυθούν τα προγράμματα σωφρονιστικής και συμβατικής εκπαίδευσης και να δημιουργηθούν ισχυροί δεσμοί μεταξύ των καταστημάτων κράτησης και της κοινότητας, κάτι που θα γίνει μέσω συνεργασιών μεταξύ σωφρονιστικών αρμοδίων, παρόχων υπηρεσίων στην κοινότητα, εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και εργοδοτών. Υπογραμμίζει ότι αυτές «οι συνεργασίες είναι ιδιαίτερα πολύτιμες για την παροχή πολυτροπικών προγραμμάτων που καλύπτουν τις πολλαπλές αλληλένδετες ανάγκες του ατόμου, από την απασχόληση και την εκπαίδευση έως τη σωματική και ψυχική υγεία, τη θεραπεία κατάχρησης ουσιών, τη σταθερή στέγαση και την επανασύνδεση της οικογένειας.».

      Τέλος, ο κ. Αρμένης συνοψίζοντας και παραθέτοντας σε λίγες γραμμές τις σκέψεις του μας απαντά ότι «Το Σχολείο ως θεσμός αποτελεί τη ναυαρχίδα της σωφρονιστικής πολιτικής. Δεν βλέπω κάτι άλλο πλην του ΚΕΘΕΑ ( που αποτελεί κι αυτό πυλώνα στην αντιμετώπιση του προβλήματος των χρηστών κρατουμένων) να προτάσσεται ως εργαλείο όλα αυτά τα χρόνια της παρουσίας μου στις φυλακές. Το Σχολείο διαθέτει και τη γνώση και την τεχνική αλλά και όλο το θεσμικό οπλοστάσιο του Υπουργείου Παιδείας. Ας το αφήσουμε λοιπόν να κάνει τη δουλειά του απευθυνόμενο σε κάθε φυλακή, σε κάθε κελί θα έλεγα εγώ. Η παραμετροποίηση των όρων ασφαλείας αποτελεί το λειτούργημα των ιθυνόντων της κάθε φυλακής και κατ’ επέκταση του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη. Σε καμία περίπτωση όμως δεν επιτρέπεται η εργαλειοποίηση της ασφάλειας σε βάρος της εκπαιδευτικής διαδικασίας

«Μία περίπτωση μαθητή που να σας έχει μείνει έντονα χαραγμένη μέσα σας και θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας;»

«Βαρυποινίτης, με χαμηλό γραμματικό επίπεδο και συμπεριφορά άγρια, μεταμορφώθηκε πραγματικά αφού δεν είχε σχέση με εκπαιδευτική διαδικασία. Εκδήλωσε στην πορεία ιδιαίτερα στοιχεία ενδιαφέροντος για μάθηση, συμμετείχε σε θεατρική παράσταση με ιδιαίτερο ζήλο (δεν ήξερε τι θα πει θέατρο) και συνεχίζει ως κατ’ ιδίαν διδαχθείς στο Λύκειο

Αναστάσιος Λασπάς

«Στα δώδεκα χρόνια εμπειρίας σ’ ένα Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας στη φυλακή είναι πολλές οι περιπτώσεις που μένουν χαραγμένες στη μνήμη ενός καθηγητή. Είναι περιπτώσεις μαθητών που δείχνουν μεγάλο ζήλο για μάθηση, περιπτώσεις όπου μαθητές έχουν πάρα πολλές γνώσεις και θα ήταν καλύτερα να ήταν στην κοινωνία και να προσφέρουν στο κοινωνικό σύνολο, περιπτώσεις μαθητών που είναι αρχικά εντελώς αδιάφοροι και κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης δείχνουν πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, περιπτώσεις μαθητών που με το πέρας του σχολείου θέλουν να συνεχίσουν και σε ανώτερες σπουδές, περιπτώσεις που με το πέρας του σχολείου στεναχωριούνται γιατί αποφοιτούν και δεν έχουν πλέον το πλεονέκτημα της διαφυγής από τον θάλαμο τους, περιπτώσεις που στα εικαστικά δημιουργούν καλλιτεχνήματα και πολλές άλλες.

Εάν πρέπει να αναφερθώ σε μία περίπτωση που είναι βαθιά χαραγμένη στη μνήμη μου, είναι ενός μαθητή ο οποίος ήταν ισοβίτης και είχε διαπράξει τόσο πολλά αδικήματα που θα χρειάζονταν σελίδες για την καταγραφή τους, μου έδειξε φοβερό ενδιαφέρον και σεβασμό κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μου. Όλοι οι μαθητές, όταν έμαθαν ότι ήμουν έγκυος, μου φερθήκαν με φοβερό σεβασμό που τον ίδιο σεβασμό δεν τον δέχτηκα στην κοινωνία από τους ανθρώπους που υποτίθεται ότι δεν έχουν παραβατήσει. Το συγκεκριμένο άτομο, που προανέφερα, καθημερινά μου έφερνε από το κυλικείο της φυλακής να φάω είτε σάντουιτς, είτε γλυκό, είτε οτιδήποτε άλλο μπορούσε να βρει. Σε καμιά περίπτωση δεν μου έφερνε καφέ, αλλά ούτε και με επέτρεπε να παραγγείλω εγώ. Η άποψη του ήταν ότι έχω μέσα μου μία νέα ψυχή που χρειάζεται φαγητό για να αναπτυχθεί και ο καφές ή το αναψυκτικό θα του κάνει κακό. Δεν με άφηνε να βγάζω φωτοτυπίες. Όταν έβλεπε ότι κατευθυνόμουν στο φωτοτυπικό μηχάνημα, έτρεχε και μου έφραζε την είσοδο. Μου έλεγε «εγώ θα βγάλω τις φωτοτυπίες, εσύ ούτε που θα πλησιάζεις το μηχάνημα. Η ακτινοβολία του θα επηρεάσει αρνητικά το μωρό». Εάν πήγαινα να πάρω καρέκλα για να καθίσω, έτρεχε πρώτος για να μου φέρει καρέκλα. Πολλές φορές δε, προσφέρονταν πολύ μαθητές να μου φέρουν κάθισμα και δεν ήξερα τίνος το χατίρι να ικανοποιήσω. Δεν μου επιτρεπόταν ποτέ να σκύψω για να πάρω το στιλό που μου έπεσε, ή οτιδήποτε άλλο και ήταν ο πρώτος που θα έτρεχε για να μου τον δώσει. Κανείς μαθητής δεν κάπνιζε μπροστά μου. Όταν έβγαινα στο προαύλιο του σχολείου και πήγαινα κοντά σε κάποιο μαθητή που κάπνιζε, αμέσως έσβηνε το τσιγάρο και ας το είχε μόλις ανάψει. Η περίοδος εκείνη της εγκυμοσύνης μου έχει μείνει πραγματικά χαραγμένη στην μνήμη μου, γιατί τόση προσοχή και τόσο σεβασμό δεν αντιμετώπισα στους ανθρώπους έξω στην κοινωνία. Ανέφερα σε έναν μαθητή την εντύπωση που μου έκανε η συμπεριφορά τους και εκείνος μου απάντησε ότι, όσο είσαι εγκυμονούσα, θα είσαι για εμάς μία «ιέρεια», γιατί θα φέρεις μία νέα ζωή στον κόσμο.»

Αγγελική Γραβάλου

«Θα ήθελα να μοιραστώ, όχι την περίπτωση ενός ατόμου, αλλά την εξής γενικότερη εμπειρία: όταν μαθητές (τυπική εκπαίδευση) ή εκπαιδευόμενοι (ΣΔΕ) «παραδέχονται» τους διδάσκοντες (τις στάσεις, την ποσότητα και ποιότητα του έργου τους, τη σοβαρότητα/τον επαγγελματισμό τους κ.λπ.) και επιθυμούν να αξιοποιήσουν το σχολείο –πέραν των ημερομισθίων και της μείωσης της ποινής- για να μάθουν ή να βελτιωθούν, ενίοτε πετυχαίνουν μικρά αλλά απτά «θαύματα».»

Ηρώ Γώγου

«Επειδή είναι πολλές οι περιπτώσεις, θα σας πω την τελευταία:

Ο [..] ισοβίτης, ολοκλήρωσε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης σε φυλακές, (Γυμνάσιο-Λύκειο-Τ.Ε.Ι.). Παιδί μόνο κι εγκαταλειμμένο, τριγυρνούσε στους δρόμους, διωγμένο από παντού, από τα 10 του χρόνια, εγκλημάτησε στα 17 του. Όταν ήρθε με μεταγωγή στο Α.Κ.Κ.Κ. υπολείπονταν ακόμη 5 χρόνια ποινής. Με την ίδρυση του Δ.Ι.Ε.Κ. άδραξε αμέσως την ευκαιρία και φοίτησε στην πρώτη και μόνη ειδικότητα που υπήρχε τότε: ΤΕΧΝΙΚΟΣ ΜΗΧΑΝΟΤΡΟΝΙΚΗΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ, αποφοίτησε από αυτήν και πήρε ΒΕΚ (Βεβαίωση Επαγγελματικής Κατάρτισης). Αμέσως γράφτηκε στην ειδικότητα ΤΕΧΝΙΚΟΣ ΓΑΛΑΚΤΟΚΟΜΊΑΣ-ΤΥΡΟΚΟΜΟΣ αποφοίτησε από αυτήν και όταν ήρθε η αποφυλάκισή του παρακολουθούσε επιτυχημένα το Γ΄ εξάμηνο της τρίτης ειδικότητας: ΤΕΧΝΙΚΟΣ ΜΗΧΑΝΙΚΟΣ ΘΕΡΜΙΚΩΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΜΗΧΑΝΙΚΟΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΥ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΟΥ ΑΕΡΙΟΥ. Ενώ περίμενε έξω από την πύλη το ταξί για να τον πάρει προς την ελευθερία του, είδε ότι έφευγα με το αυτοκίνητο. Με σταμάτησε και μου είπε «κα Μαριάννα θα μου στείλετε βεβαίωση φοίτησης για να συνεχίσω την ειδικότητα σε Δ.Ι.Ε.Κ. έξω;».. Αυτός, όχι μόνο κάνει πράξη τη δια βίου μάθηση σκέφτηκα, του έγινε δεύτερη φύση! Αλλά έχει και πολλά προσόντα… «Θα τα καταφέρεις του είπα…Πού θα μείνεις;». «Στην αδερφή μου δυο τρείς μέρες, μετά βλέπουμε..» απάντησε.

Φυσικά του ευχήθηκα. «Καλή κοινωνία παλληκάρι».. τον αποχαιρέτησα και τον καθησύχασα ότι θα είμαστε σε επαφή: «..Να προσέχεις. Να αποφεύγεις τις κακοτοπιές.. να αγαπάς τον εαυτό σου.. Θα μου λείψεις. Όλα μου τα χρόνια στη φυλακή τα περάσαμε μαζί, το τηλέφωνο του σχολείου το ξέρεις!!..» του είπα και μόλις βγήκα από τη φυλακή, κι είδα τη σκιά του να απομακρύνεται πίσω μου ξέσπασα σε κλάματα.»

Μαριάννα Δουλγερίδου

«Ο μαθητής για τον οποίο θα ήθελα να σας μιλήσω είναι ο […]. Στα 24 του χρόνια είναι ήδη 8 χρόνια έγκλειστος με βαριά ποινή ακόμα. Πολύ έξυπνος και προικισμένος άνθρωπος, αλλά από μικρός έμαθε να διοχετεύει τα ταλέντα του σε παραβατικές συμπεριφορές και ανεξέλεγκτες συναναστροφές. Τα καλά στοιχεία του χαρακτήρα του, προφανώς διδάγματα και της οικογένειάς του, φαίνονταν όταν ορισμένες φορές ξεπέρασε τα όρια, ακόμα και στο προστατευτικό πλαίσιο του σχολείου, και το μετάνιωσε ζητώντας ειλικρινή συγγνώμη. Ήταν τόσο προφανές για μένα ότι είχα να κάνω όχι με έναν ενήλικο 24 ετών, αλλά με έναν έφηβο στα 14-15 του (σαν να τον έβλεπα λίγο πριν συλληφθεί) που φωνάζει για βοήθεια, για γονεϊκές φιγούρες δίπλα του και αναζητά με απελπισία κάποια στήριξη και έναν στόχο. Ελπίζω και εύχομαι η ζωή του να μη γίνει πιο δύσκολη. Έχει πάρει μεταγωγή σε άλλο ΚΚ εδώ και καιρό.»

Ευαγγελία Τίγκα

«Περιπτώσεις τέτοιες υπάρχουν πολλές και αποτελούν το δικό μας «καύσιμο» στη μεγάλη διαδρομή μας. Κορυφαία θεωρώ ωστόσο περίπτωση μαθητή που εναγωνίως αιτούνταν την αναβολή (!!!) του εφετείου του, προκειμένου να ολοκληρώσει τον Κύκλο Σπουδών του ώστε να αποφοιτήσει και να λάβει το απολυτήριό του. Σήμερα 15 χρόνια μετά είναι ένας εξαίρετος οικογενειάρχης και δραστήριος ελεύθερος επαγγελματίας […].»

Νίκος Αρμένης

«Τον [..] τον γνωρίσαμε κάπου τον Οκτώβρη πριν από μία 7ετία περίπου. Διστακτικός, σκεπτικός και στεναχωρημένος. Από την πρώτη στιγμή συμμετείχε στις δραστηριότητες του σχολείου. Κατάφερε να εγγραφεί και παρακολουθούσε ανελλιπώς τα μαθήματα. Μάλιστα ξεκίνησε να γράφει και τις σκέψεις του για διάφορα θέματα με την ενθάρρυνση της φιλολόγου. Και απεδείχθη ότι ήταν πολυγραφότατος. Σε συζητήσεις μαζί του υποστήριζε ότι το μολύβι και το χαρτί ήταν οι καλύτεροί του φίλοι και το «φάρμακό» του μέσα στη φυλακή. Σε όλες τις σχολικές δραστηριότητες έβαζε τη σφραγίδα του με κείμενα και ποιήματα. Τελείωσε το Γυμνάσιο και εξακολουθούσε να έρχεται και την επόμενη χρονιά με μία προθυμία φοβερή. Την τελευταία μέρα πριν φύγει για τον Αυλώνα για να συνεχίσει στο Λύκειο ζήσαμε μία πολύ συγκινητική στιγμή. Μπαίνει στο γραφείο και αφού μας αναφέρει τη μεταγωγή του λέει χαρακτηριστικά: “κανείς δεν θα το πιστέψει όπου κι αν το πω, αλλά εγώ ένιωσα ότι με αγαπάτε. Μπήκα στη φυλακή και περίμενα τα χειρότερα, αλλά εσείς μου δείξατε τόση αγάπη που δεν υπάρχει. Σας ευχαριστώ.” Άφησε μία μεγάλη παρακαταθήκη σε ποιήματα και κείμενα τα οποία απαγγέλλονται σε γιορτές και χρησιμοποιούνται ως παράλληλα κείμενα στη λογοτεχνία. Από ό,τι μάθαμε προετοιμάζεται για να δώσει πανελλαδικές και να δώσει στον εαυτό του μία ευκαιρία

Ιωάννης Φόβος

«Ποιο είναι το δικό σας μήνυμα προς την κοινωνία;»

 «Η κοινωνία δεν μπορεί να αντιληφθεί ότι εκεί υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι χρήζουν βοήθειας, έτσι ώστε να επανενταχθούν κι αυτό θα αποβεί και σε όφελος εντέλει της ίδιας. Η εκκλησία είναι ο μόνος ίσως θεσμικός φορέας που συγχωρεί αλλά πέραν της θρησκευτικής στήριξης και ελεημοσύνης δεν προχωρά στο κομμάτι επανένταξη. Μόνο μέσα από το σχολειό και την εσκεμμένη εμπλοκή των τοπικών παραγόντων, τη διάχυση των δράσεων των εκπαιδευόμενων, θα εξασφαλίσουμε τόσο την ευαισθητοποίηση φορέων και την κινητοποίηση της Πολιτείας σε θέματα επανένταξης. Ο δρόμος είναι μακρύς και στρωμένος με αγκάθια…»

Αναστάσιος Λασπάς

«Ως μήνυμα στην κοινωνία θα μπορούσα να αναφέρω ότι όλοι οι άνθρωποι έχουμε ανάγκη για μία δεύτερη ευκαιρία. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν παραβατήσει, έχουν πληρώσει με τη στέρηση της ελευθερίας τους για το αδίκημα τους και θέλουν να επανενταχθούν. Ας τους βοηθήσουμε να βρουν ξανά τον δρόμο τους.»

 Αγγελική Γραβάλου

«Η εκπαίδευση στις φυλακές είναι επιβεβλημένη ως απολύτως απαραίτητη

Ηρώ Γώγου

«Ο ανθρωπιστικός και δημοκρατικός χαρακτήρας μίας κοινωνίας εν πολλοίς κρίνεται και από τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρεται στους κρατούμενους της. Η εκπαίδευση στις φυλακές μπορεί να ανοίξει παράθυρα στην ελευθερία της σκέψης και της έκφρασης, καθιστά τον χρόνο κράτησης δημιουργικό, ενώ ταυτόχρονα ανοίγει δρόμους για την αλλαγή στάσης ζωής και το μέλλον των κρατούμενων συμπολιτών μας. Οραματίζομαι μία κοινωνία που να συγχωρεί, να αγαπά, να ανέχεται και όχι να εκδικείται.»

Μαριάννα Δουλγερίδου

«Ouvrir une école, cest fermer une prison”, δηλαδή το να ανοίγει ένα σχολείο, σημαίνει ότι κλείνει μία φυλακή, είχε πει ο Victor Hugo. Κι αφού η φυλακή υπάρχει και κλείνει μέσα της ένα σχολείο, ας το διαφυλάξουμε όσο μπορούμε γιατί είναι πολύτιμο, σαν το κοχύλι που μέσα του κρύβει ένα μαργαριτάρι

Ευαγγελία Τίγκα

«Η αλήθεια είναι πως η συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας είναι δίπλα μας στον δύσκολο αγώνα μας. Αναλαμβάνουμε πλήρως τη δέσμευση ως δάσκαλοι στις φυλακές να ισχυροποιήσουμε το αποτύπωμα του Σχολείου στην καθημερινότητα όλων των κρατουμένων. Ο δρόμος είναι μακρύς, αλλά είμαστε ακόμα εδώ για να τον περπατήσουμε, όσα παπούτσια κι αν χαλάσουμε…..»

Νίκος Αρμένης

«Ο διάλογος μεταξύ των μελών του προσωπικού, μεταξύ του προσωπικού και των κρατουμένων, και μεταξύ των ίδιων των κρατουμένων όταν υπάρχει και βελτιώνεται, δημιουργείται μία κοινότητα στην οποία οι κρατούμενοι και το προσωπικό μπορούν να συνυπάρξουν και να συνεργαστούν σε σημαντικά ζητήματα. Αξίζει να επενδύσουμε χρόνο και ενέργεια για να δημιουργήσουμε μία τέτοια κοινότητα όπου όλοι, εκτός από ελάχιστους, ενδεχομένως, που δεν μπορούν να προσεγγιστούν, είναι εφικτό να ευημερήσουν και ένα μέσο για να επιτευχθεί αυτό είναι η εκπαίδευση με την ευρεία έννοιά της.

Η έλλειψη ή η δυσκολία κάλυψης αναγκών και απόκτησης υπηρεσιών όπως: το υψηλό επίπεδο ανάγκης για κοινωνικές υπηρεσίες και η απαραίτητη βοήθεια για κάποιο χρόνο μετά την αποφυλάκιση, όπως στέγαση, επαγγελματική κατάρτιση, εκπαίδευση, ιατρική περίθαλψη και γενική οικονομική υποστήριξη, μπορούν να καταστήσουν πολύ δύσκολη την επανείσοδό τους στην κοινωνία (Visher , 2007). Οι συνέπειες λόγω της περιορισμένης πρόσβασης σε πόρους και υπηρεσίες επηρεάζουν όχι μόνο τον πρώην κρατούμενο και την οικογένειά του, αλλά μπορούν επίσης να επηρεάσουν την κοινωνία, γι’ αυτό θα πρέπει να αλλάξουμε νοοτροπία και να τους αντιμετωπίζουμε ως «ισότιμα» μέλη της κοινότητα, γεγονός που έχει επιτευχθεί σε μεγάλο βαθμό στις σκανδιναβικές χώρες

Ιωάννης Φόβος

Γενικά συμπεράσματα

      Είναι αδιαμφισβήτητος ο πλούτος των πληροφοριών και προτάσεων που αντλούνται από αυτές τις προσωπικές μαρτυρίες των εκπαιδευτικών για την ιδιαίτερα απαιτητική και γεμάτη προκλήσεις διαδικασία της εκπαίδευσης των κρατουμένων μέσα στα καταστήματα κράτησης. Οι άνθρωποι αυτοί είναι οι πλέον αρμόδιοι να εστιάσουν στα θετικά σημεία του συστήματος και να εντοπίσουν εκείνες τις αστοχίες, ελλείψεις και αδυναμίες της σωφρονιστικής πολιτικής που δυσχεραίνουν το έργο τους, ενώ πολλές φορές μέσα από τον λόγο τους αντανακλάται η φωνή των ίδιων των μαθητών-κρατουμένων που προσπαθούν να επικοινωνήσουν με τον έξω κόσμο. Γι’ αυτούς τους λόγους, το προσωπικό των εκπαιδευτικών μονάδων μέσα στις φυλακές θα πρέπει να αποτελεί έναν από τους πολυτιμότερους συμβούλους για τους αρμόδιους φορείς αντεγκληματικής πολιτικής στην προσπάθεια τους για εξεύρεση και εφαρμογή αποτελεσματικών μέτρων και λύσεων στα υπάρχοντα προβλήματα. Ίσως τότε να καταφέρουμε να κάνουμε μερικά βήματα προς μία κοινωνία περισσότερο δίκαιη, ελεύθερη και φωτεινή.

Μπορείτε να διαβάσετε όλα τα Μέρη της παρούσας μελέτης, καθώς και τις υπόλοιπες δημοσιευμένες μελέτης της επιστημονικής ομάδας του Crime & Media Lab στη σελίδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος: Crime & Μedia Lab Archives – KE.M.E. (e-keme.gr).

Βλ.και σχετικά θέματά μας στο postmodern.gr:

Εκπαίδευση στις Φυλακές: Κανονιστικό Πλαίσιο Προστασίας και Kαλές Πρακτικές – Postmodern

Τα σχολεία των φυλακών – Συνέντευξη με τον Νίκο Αρμένη – Postmodern


[1]Περισσότερες πληροφορίες βλ. στον επίσημο ιστότοπό της: https://www.dieksodos.com/

[2]Περισσότερες πληροφορίες βλ. στον επίσημο ιστότοπό του:

 http://diktiogeorgioszouganelis.blogspot.com/?fbclid=IwAR1BF-yHkJ3FvYsa7ztZtRipucQXP2v2e800iD1ThaoqsYBja5vVLdxSxkw

[3]Περισσότερες πληροφορίες βλ. στον επίσημο ιστότοπό της: https://arsis.gr/

[4] Για περισσότερες πληροφορίες για την ΕΠΑΝΟΔΟ βλ. τον επίσημο ιστότοπό της: https://www.epanodos.org.gr/

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Εισηγήτρια-Συγγραφέας και Εκπαιδεύτρια στο Πρόγραμμα Συμπληρωματικής εξ Αποστάσεως Εκπαίδευσης (E-Learning) του Κέντρου Επιμόρφωσης και Δια Βίου Μάθησης (Κ.Ε.ΔΙ.ΒΙ.Μ.) του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Επικοινωνίας & ΜΜΕ του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Φιλόλογος (με εξειδίκευση στη μεσαιωνική και νεοελληνική φιλολογία) και Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Το θέμα της διδακτορικής διατριβής της, με Επιβλέποντα τον Καθηγητή Γιάννη Πανούση, αφορά τον ιδιαίτερο γλωσσικό κώδικα επικοινωνίας του έγκλειστου πληθυσμού. Από τον Φεβρουάριο του 2020 ανέλαβε και Επιστημονικά Υπεύθυνη του Crime & Media Lab του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος που αποτελεί Ομάδα Εργασίας για το Έγκλημα και την Απεικόνισή του στα ΜΜΕ. Έχει επάρκεια και άδεια διδασκαλίας τριών ξένων γλωσσών (αγγλικών, γαλλικών, ισπανικών). Εργάζεται στον συναρπαστικό χώρο της εκπαίδευσης, δίνει διαλέξεις και οργανώνει μαθήματα σεμιναριακού τύπου στο αντικείμενο εξειδίκευσής της «Έγκλημα & Media». Επίσης, είναι Επιστημονικά Υπεύθυνη ερευνών εγκληματολογικού, κοινωνικού και μιντιακού ενδιαφέροντος, αρθρογραφεί και συγγράφει. Έχει συγγράψει τα βιβλία: Τρομοκρατία και ΜΜΕ (εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα), Όταν η ψυχή μιλάει (εκδόσεις Υδρόγειος), Φυλακή και Γλώσσα (εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα), Εγχειρίδιο Εγκληματολογίας για τον Αστυνομικό και Δικαστικό Συντάκτη (εκδόσεις Παπαζήση), Σκιαγράφηση του ψυχολογικού προφίλ των εγκληματιών που απασχόλησαν τα ελληνικά ΜΜΕ (1993-2018): Criminal Profiling and Media (εκδόσεις Παπαζήση). Οι «Νέοι Παγιδευμένοι στα Παιχνίδια της Βίας: Εγκλήματα με Δράστες και Θύματα Νέους» είναι το έκτο βιβλίο της και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαζήση.

Comments

comments

Related Posts

    Comments are closed.

    Recent Posts