Υπόθεση Saeed Hanaei: Όταν οι κατ’ εξακολούθηση ανθρωποκτόνοι λειτουργούν με στερεότυπα

από την Αγγελική Καρδαρά.

«Most of those who look down on people who sell their bodies look up to some of those who sell their souls.»

Mokokoma Mokhonoana, Συγγραφέας

Γράφει η Ελληκαίτη Κουρτάκη, Προπτυχιακή Φοιτήτρια Νομικής Δ.Π.Θ., Μέλος του Crime & Media Lab του Κέντρου Μελέτης τους Εγκλήματος

Σε συνέχεια της έρευνας αναφορικά με την εργασία στο σεξ, η οποία πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο των ερευνών και μελετών του Crime & Media Lab του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (Crime & Μedia Lab – KE.M.E.) με Επιστημονικά Υπεύθυνη την Αγγελική Καρδαρά Δρα Τμήματος ΕΜΜΕ ΕΚΠΑ, Φιλόλογο, Συγγραφέα-Εισηγήτρια και Εκπαιδεύτρια Ε-Learning ΕΚΠΑ, η παρούσα μελέτη περίπτωσης (case study) στοχεύει στην ανάδειξη και στην κατανόηση της βίας με την οποία έρχονται αντιμέτωπες οι εργαζόμενες στον υπό εξέταση τομέα. Το Ιρανικό «παράδειγμα» του Saeed Hanaei, επονομαζόμενου και ως The Spider Killer, απηχεί-ως έναν βαθμό-την αδυναμία της κοινωνίας να προστατέψει τις δραστηριοποιούμενες στον χώρο του σεξ, ενώ, παράλληλα, «φωτίζει» το στίγμα, την μεσαιωνική αντιμετώπιση των σεξεργαζομένων, την-σε ορισμένες περιπτώσεις-«εκκωφαντική» αδιαφορία των Αρχών αλλά και τον τρόπο με τον οποίο τα ΜΜΕ διαπλάθουν και συνάμα αντιπροσωπεύουν την κοινή γνώμη.

Το πρώτο μέρος της μελέτης με θέμα «Εργασία στο σεξ: Το στίγμα, η απεικόνιση στα ΜΜΕ, η περιθωριοποίηση και η βία» βρίσκεται διαθέσιμο εδώ:

Εργασία Στο Σεξ: Το Στίγμα, Η Απεικόνιση Στα ΜΜΕ, Η Περιθωριοποίηση Και Η Βία – Crime & Media Lab

κατ’ εξακολούθηση ανθρωποκτόνοι-postmodern.gr

Ο Saeed Hanaei, γνωστός και ως The Spider Killer, αποτελεί ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα πολυανθρωποκτόνων ή, άλλως, κατ’ εξακολούθηση ανθρωποκτόνων με στόχο τις εργαζόμενες στο σεξ. Κατά την περίοδο της εγκληματικής του δράσης, ο Ιρανός Serial Killer δολοφόνησε 16 εργαζόμενες στο σεξ -κάποιες εκ των οποίων είχαν και ιστορικό χρήσης ναρκωτικών- ηλικίας 18-50 ετών στην πόλη Mashhad, την «ιερότερη» πόλη του Ιράν. Ο τρόπος δράσης του ήταν απλός: πλησίαζε τις γυναίκες με τη μηχανή ή το αυτοκίνητό του, τις οδηγούσε σπίτι του τις ώρες που η οικογένειά του απουσίαζε και αφού στραγγάλιζε τα θύματά του με τις μαντήλες τους άφηνε τα άψυχα σώματα στους δρόμους. Μετά τον τρίτο φόνο, μάλιστα, αφού πέταξε στον δρόμο το άψυχο σώμα της γυναίκας που είχε δολοφονήσει,  περίμενε την αστυνομία να φτάσει, την οποία και βοήθησε να μεταφέρει το σώμα στο ασθενοφόρο. Στις ανθρωποκτονίες δόθηκε ο τίτλος «Spider Killings» από τον Ιρανικό Τύπο εξαιτίας της «παγίδευσης» των εργαζομένων στο σεξ στο σπίτι του, μια διαδικασία που προσιδιάζει στον τρόπο με τον οποίο η αράχνη παιδεύει τις μύγες στον ιστό της.

Τα θύματά του ήταν:

  1. Afsaneh Karimpour, 30 ετών
  2. Layla
  3. Fariba Rahimpur, 35 ετών
  4. Massoumeh
  5. Sarah Rahmani, 27 ετών
  6. Azam Abdi, 45 ετών
  7. Sakineh Kayhanzadeh, 50 ετών
  8. Khadijeh Full Qasri
  9. Marzieh Saadatyan, 35 ετών
  10. Maryam, 35 ετών
  11. Touba, 35 ετών
  12. Azra Hajizadeh, 31 ετών
  13. Maryam Beygi, 28 ετών
  14. Leila, 20 ετών
  15. Mahboube Allah, 18 ετών
  16. Zahra Dadkhosravi, 33 ετών

Η δράση του διήρκησε μέχρι τις 27 Ιουλίου 2001. Μετά τη σύλληψή του, κατά την απολογία του, ο 39χρονος τότε Saeed  ισχυρίστηκε ότι οι ενέργειές του ήταν σύμφωνες με τα ιερά κείμενα και τα διδάγματα περί πρόληψης της κακίας και προώθησης της αρετής, ενώ παραδέχθηκε ότι οδηγούσε τις εργαζόμενες στο σεξ γυναίκες στο σπίτι του με το πρόσχημα του σεξ. Παρότι οι Αρχές δεν έδωσαν πληροφορίες αναφορικά με το τι ακριβώς τους οδήγησε στη σύλληψή του, δήλωσαν εντούτοις ότι προσέλαβαν κάποιες εργαζόμενες στο σεξ με σκοπό να τον παγιδέψουν, ενώ ιδιαιτέρως σημαντική φαίνεται να ήταν και η μαρτυρία μιας γυναίκας, η οποία κατάφερε να αποδράσει αφού τον γρονθοκόπησε στο στομάχι[1]. Η ίδια, σύμφωνα με πληροφορίες, ανέφερε το συμβάν στην αστυνομία μερικές μέρες αργότερα εξαιτίας του φόβου της για την αντίδραση των Αρχών[2].

Εκτός από τις ανθρωποκτονίες, ο Saeed κρίθηκε ένοχος για κλοπή και πλαστογραφία εγγράφων, τα οποία τον βοηθούσαν να παρουσιάζεται ως μέλος της αστυνομίας ηθικής (Morality Police), η οποία εργάζεται για την προώθηση της αρετής και την πρόληψη της κακίας. Ο ίδιος ανέφερε στο δικαστήριο ότι είχε χρησιμοποιήσει τα έγγραφα για να «παρενοχλήσει» ανθρώπους, οι οποίοι πίστευε ότι εμπλέκονταν σε αποκλίνουσες- παραβατικές πράξεις (ζευγάρια τα οποία δεν ήταν παντρεμένα και κυκλοφορούσαν δημόσια ή γυναίκες που δεν «καλύπτονταν» σωστά).

Ο Saeed Hanaei απαγχονίστηκε τα ξημερώματα της 8ης Απριλίου 2002 στη φυλακή του Mashhad (Mashhad Prison)[3].

Το ντοκιμαντέρ του Maziar Bahari «And Along Came a Spider» (Va Ankaboot Amad, 2002)

Ο σκηνοθέτης Maziar Bahari, κατόπιν ειδικής δικαστικής άδειας, πραγματοποίησε μια σειρά συνεντεύξεων με τη βοήθεια της δημοσιογράφου Roya Karimi την περίοδο που ο Hanaei ανέμενε τη δίκη του του στη φυλακή Vakil Abad του Mashhad. Ο Hanaei, ψύχραιμος και απαθής, αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο παρέσυρε τις γυναίκες στο διαμέρισμά του αργά το απόγευμα, όταν η σύζυγός του έλειπε, παριστάνοντας τον πελάτη, πριν τις στραγγαλίσει. Ο πρώην εθελοντής στον πόλεμο μεταξύ Ιράν-Ιράκ (1980) τόνισε ότι δεν είναι δολοφόνος αλλά «ακτιβιστής κατά των γυναικών του δρόμου» (anti-street-woman activist) που έφερε εις πέρας το θέλημα του Θεού περιορίζοντας την ηθική διαφθορά στο Ιράν, ενώ αναφορικά με την έξη των θυμάτων του για ναρκωτικά είπε χαρακτηριστικά: «Δεκατέσσερα από τα 16 θύματα ήταν πρεζόνια και δύο από τα τρία είχαν ναρκωτικά πάνω τους. Πουλούσαν ναρκωτικά και τα κορμιά τους» (‘Fourteen of 16 [victims] were junkies and two or three of them had drugs on them. They were selling drugs and their bodies΄).

Ο Hanaei αποφάσισε να προβεί στη δολοφονία εργαζομένων στο σεξ λίγο μετά τον αρραβώνα του. Αυτή του την απόφαση πυροδότησε ένας οδηγός ταξί, ο οποίος εσφαλμένα θεώρησε πως η σύζυγός του ήταν εργαζόμενη στο σεξ, γεγονός που στιγμάτισε αλλά και πρόσβαλε τον ίδιο. Παρότι ομολόγησεότι η εκδίκηση ήταν το κίνητρο για τις πράξεις του, υποστήριξε ότι οι δολοφονίες ήταν σύμφωνες με το Ισλαμικό δόγμα, ενώ δήλωσε ότι σχεδίαζε να δολοφονήσει άλλες 80 γυναίκες, αν δεν είχε προλάβει να συλληφθεί.

Εξίσου απαθής και άκρως προσβλητική για τα θύματα και τις οικογένειές τους ήταν και η στάση του 14χρονου γιού του,  ο οποίος, μάλιστα, προέβη στην ακόλουθη δήλωση: «Να ενημερώσω τους ανθρώπους που παρακολουθούν αυτή την ταινία ότι εάν οι αρχές ασχοληθούν με αυτές τις γυναίκες, τότε τέλεια. Αλλιώς θα υπάρξουν πολλοί ακόμα Saeed Hanaeis στον κόσμο» (‘Let me tell the people who are watching this film, that if officials deal with these women, then great. If not, there will be more Saeed Hanaeis in this world’). Ο γιος του εξέφρασε τον θαυμασμό του για τον πατέρα του, αποκαλώντας τον «ήρωα», ενώ υποστήριξε ότι θα ήθελε να ακολουθήσει τον δρόμο που χάραξε ο Saeed. Εξίσου απάνθρωπη, βέβαια, ήταν και η δήλωση της συζύγου του, η οποία είπε: «Όταν μία γυναίκα ανεβαίνει σε μία μηχανή με έναν άντρα τον οποίο δεν γνωρίζει καθόλου, τότε η τιμωρία για αυτήν τη γυναίκα δεν μπορεί να είναι τίποτα λιγότερο από τον θάνατο» (‘When a woman rides on a motorbike with a man she doesnt know at all, the punishment for this woman is nothing less than death’).

Το υλικό του ντοκιμαντέρ διανθίζει η συνέντευξη της 18χρονης Mahasti, η οποία, παρότι δεν συνδέεται με κάποιον τρόπο με τον Hanaei, προσφέρει τη δική της οπτική για την εργασία στο σεξ, ούσα η ίδια εργαζόμενη στον εν λόγω τομέα. Παντρεμένη από την ηλικία των 10 ετών, η Mahasti εξαναγκάστηκε να εργαστεί στον χώρο του σεξ ύστερα από πιέσεις του συζύγου της, ώστε να μπορέσει, με τα κέρδη της, να στηρίζει την εξάρτησή του για ηρωίνη. Η μαρτυρία της συνοψίζει τις εμπειρίες και τη ζωή των περισσότερων εργαζομένων στο σεξ γυναικών, τις οποίες πρωτίστως η κοινωνία οδήγησε σε κατάσταση εξαθλίωσης, ατίμωσης, φτώχειας και εκμετάλλευσης.

Ο ανώτατος σκοπός και ο όρος «waste of blood»

Κατά την απολογία του δεν φάνηκε κανένα ίχνος μεταμέλεια. Προερχόμενος από μια άκρως θρησκευτική οικογένεια με συντηρητικές απόψεις αναφορικά με τον ρόλο της γυναίκας, τόνισε πώς γι’ αυτόν το να σκοτώνει γυναίκες ήταν σαν να πατάει κατσαρίδες. Επεσήμανε επανειλημμένα ότι ο ανώτατος σκοπός της δράσης του ήταν να καθαρίσει τους δρόμους και, μάλιστα, ότι ήταν πεπεισμένος πως ο Θεός επικροτούσε το έργο του. ‘I realised God looked favourably on me. That he had taken notice of my work’. Ανάμεσα στις βαρυσήμαντες δηλώσεις του ήταν και η ακόλουθη: ‘[I] killed the women for the sake of God, and for the protection of my religion because they were prostitutes and were corrupting other people. I wouldn’t have been bothered even if I had killed 150 women because I wanted to clean the holy city of Mashhad from corrupt women and prostitutes. After every single murder, I went back to the scene of the crime and helped the police to remove the body’.

Σύμφωνα με τον ισλαμικό ποινικό κώδικα του Ιράν, ορισμένες αμαρτίες οι οποίες τιμωρούνται με θανατική ποινή καθιστούν τον αμαρτωλό «σπατάλη αίματος» (waste of blood).  Δεν υπάρχουν σαφείς ορισμοί αναφορικά με αυτού του είδους τις αμαρτίες στον νόμο, γι’ αυτό και η πρόσδοση του παραπάνω χαρακτηρισμού εναπόκειται στην κρίση των θρησκευτικών μελετητών. Κατά τη διάρκεια της δίκης του, στην διαδικασία επ’ ακροατηρίω, ο Hanaei επέμενε ότι οι γυναίκες που δολοφόνησε ήταν «waste of blood», γι’ αυτό και τους άξιζε ο θάνατος, καθώς και ότι  ήταν θρησκευτικό του καθήκον να καθαρίσει την κοινωνία από διεφθαρμένα στοιχεία. Ωστόσο, ο δικαστής Hojatolislam Mansoori αναγνώρισε ότι η (αμφιλεγόμενη) έννοια «waste of blood» αποτελεί πράγματι έγκυρο υπόβαθρο για τη δολοφονία κάποιου, όμως τόνισε ότι ο Hanaei δεν είχε καθαρή κρίση, καθώς η εν λόγω έννοια έχει νομική βαρύτητα μόνο όταν ερμηνεύεται με «αξιόπιστα» επιχειρήματα.

Η υπαγωγή του Saeed Hanaei στην «αρμόζουσα» (υπό)κατηγορία πολυανθρωποκτόνου

Ο Saeed Hanaei φαίνεται ότι αποτελεί ένα εκ των πιο χαρακτηριστικών παραδειγμάτων «Mission Oriented Serial Killer». Οι Mission Oriented Serial Killers, επονομαζόμενοι και ως «Ιεραπόστολοι», είναι μια από τις 4 υποκατηγορίες κατ’ εξακολούθηση ανθρωποκτόνων. Εστιάζουν στη βελτίωση του κόσμου σύμφωνα με τα δικά τους ιδανικά και τις προσωπικές τους εμπειρίες-βιώματα βάζοντας στο στόχαστρο μια συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπων. Οι Ιεραπόστολοι δολοφονούν επειδή πιστεύουν ότι σκοπός της ύπαρξής τους είναι να «καθαρίσουν»/εξαγνίσουν τον κόσμο στηριζόμενοι στην κοσμοθεωρία και στις πεποιθήσεις-αντιλήψεις τους απέναντι στα πράγματα. Αυτό τους καλλιεργεί ένα αίσθημα ευθύνης, το οποίο μεταφράζεται σε επιθυμία εξάλειψης του κόσμου από «αμαρτωλούς – αρρώστους» υπό το πρόσχημα της προσφοράς κοινωνικού έργου. Κατά την αιτιολόγηση των εγκλημάτων τους, δικαιολογούν τους φόνους τους ως μια προσπάθεια να απαλλάξουν τον κόσμο από μια ανεπιθύμητη ομάδα ανθρώπων, όπως οι εργαζόμενες στο σεξ, οι άστεγοι, οι τοξικοεξαρτημένοι, ακόμα και άτομα με τα οποία διαφέρουν ως προς τη φυλή, την εθνικότητα, τη θρησκεία ή τον σεξουαλικό προσανατολισμό. Στην περίπτωση του Saeed Hanaei το μίσος για τις εργαζόμενες στο σεξ στεγάζεται μέσα στο γοητευτικό κέλυφος μιας ήρεμης, σχεδόν προσγειωμένης, φιγούρας. Μπορεί να μην είναι τόσο χειριστικός όσο ο διαβόητος Ted Bundy, αλλά ο Hanaei οργάνωνε προσεκτικά τον χρόνο του, επέλεγε και δολοφονούσε με ηρεμία τα θύματά του καλλιεργώντας σταδιακά την εικόνα ενός ευσεβούς λαϊκού ήρωα, ενός απεσταλμένου του Θεού με έργο την καταπολέμηση της διαφθοράς και την εξάλειψη της πορνείας.

Κατά κύριο λόγο αυτού του τύπου οι ανθρωποκτόνοι είναι σταθεροί στον χώρο εργασίας τους και επί μακρόν κάτοικοι της γεωγραφικής περιοχής στην οποία διαπράττουν τα εγκλήματά τους. Η αποστολή, την οποία πρέπει να φέρουν εις πέρας, αποτελεί αυτοσκοπό τους, με αποτέλεσμα να σχεδιάζουν τους φόνους με μεγάλη ακρίβεια και να σκοτώνουν τα θύματά τους γρήγορα αλλά σχολαστικά-τελετουργικά. Αυτό τους το χαρακτηριστικό τους εντάσσει και στην περαιτέρω κατηγορία των Organized Serial Killers[4], ενώ αξιοσημείωτό είναι ότι παράλληλα μπορούν να ζήσουν μια, κατά τα λοιπά, κανονική ζωή. Ωστόσο, επειδή κατά βάση είναι αποστασιοποιημένοι από τα θύματά τους, επιλέγουν γρήγορους τρόπους και μέσα προκειμένου να φέρουν εις πέρας την αποστολή τους, χρησιμοποιώντας συνήθως όπλα αντί για μαχαίρια ή τα ίδια τους τα χέρια. Αυτό είναι και το στοιχείο το οποίο έρχεται σε αντίθεση με τη δράση του Hanaei ο οποίος στραγγάλιζε τα θύματά του, μέθοδος που υποδηλώνει την άμεση επαφή δράστη και θύματος, ενώ, επιπροσθέτως, απαιτείται χρόνος προκειμένου να επέλθει το «επιθυμητό αποτέλεσμα».

Ένα άλλο χαρακτηριστικό-κλασικό παράδειγμα αυτού του είδους ανθρωποκτόνου είναι ο Joseph P. Franklin[5], ο οποίος αιτιολόγησε τις δολοφονίες του λέγοντας: «Όταν εμπλέκεται η φυλή, είναι μια αμαρτία απέναντι στον Θεό και στη φύση. Αισθάνομαι ότι είναι χρέος μου ως υπηρέτης του Θεού να προστατεύω τις λευκές γυναίκες από το να πληγωθούν ή να ατιμωθούν» (‘Race mixing is a sin against God and nature…I feel it is my duty as a servant of God to protect white womanhood from injury or degradation’).

Τα στερεότυπα, η λανθάνουσα γλώσσα και το βαθύτερο πρόβλημα

Μετά την καταδίκη του, ο Saeed προέβη σε δηλώσεις. Ο Ιρανός «Nelson Mandela» υποστήριξε ότι δεν τον ενδιέφερε η ποινή που του επιβλήθηκε, αλλά, αντιθέτως, ήταν χαρούμενος που κατάφερε να διαδώσει τις ιδέες και τις πεποιθήσεις του αναφορικά με το σωστό και το λάθος στην μουσουλμανική κοινωνία. Δυστυχώς για εκείνον δεν πρόλαβε να ζήσει, ώστε να παρακολουθήσει, σαν περήφανος πατέρας, στο ντοκιμαντέρ τις δηλώσεις του γιου του, ο οποίος υποστήριξε: «Εάν είναι πρόθυμοι να σκοτώσουν τον πατέρα μου και όχι να καθαρίσουν την κοινωνία, τότε εγώ ή κάποιος άλλος πρέπει να αναλάβει δράση» (‘If they’re willing to kill my father and not clean up society, then me or someone else needs to act’). Σημαντικό ρόλο στην υπόθεση διαδραματίζει, εκτός από τη φύση της εργασίας των γυναικών, ο εθισμός αρκετών εξ αυτών στα ναρκωτικά. Παρόμοιος ήταν και ο εθισμός που προσπάθησε, ανεπιτυχώς, να αντιμετωπίσει ο Saeed. Προς το τέλος της εγκληματικής του δράσης ήταν αδύνατον να κοιμηθεί το βράδυ, αν δεν είχε σκοτώσει έστω και 1 γυναίκα κατά τη διάρκεια της ημέρας. Σύμφωνα με δήλωση του ίδιου: «Προς το τέλος, δεν μπορούσα να κοιμηθώ εάν δεν είχα σκοτώσει μια απ’ αυτές κατά τη διάρκεια της ημέρας, καθώς είχα εθιστεί στις δολοφονίες τους» (‘Toward the end, I could not sleep at night if I had not killed one of them that day, as though I had become addicted to killing them’).

Ο Hanaei, όμως, δεν είναι το μόνο πρόβλημα. Ένα τμήμα του βαθύτερου προβλήματος εντοπίζεται στη διαλεύκανση των εγκλημάτων. Η καθυστερούμενη εξιχνίαση των ανθρωποκτονιών, όπως είναι φυσικό, προκάλεσε έντονη φρενίτιδα στους συνωμοσιολόγους. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν και κάποιοι Ιρανοί πολίτες, οι οποίοι υπέθεσαν ότι η αστυνομία, η οποία τελούσε υπό τον έλεγχο σκληροπυρηνικών θρησκευτικών, ήταν σκόπιμα «χαλαρή» κατά τη διάρκεια της ανεύρεσης του δράστη, καθόσον τα θύματά του ήταν χρήστες ναρκωτικών και εργαζόμενες στο σεξ. Μάλιστα, ο ίδιος ο Saeed γνώριζε ότι η εργασία στο σεξ είχε ποινικοποιηθεί και άρα ήταν παράνομη, με αποτέλεσμα οι γυναίκες να μην μπορούσαν να αναζητήσουν προστασία από τις Αρχές. Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο η γυναίκα που κατάφερε να αποδράσει από τα «δίχτυα της αράχνης» κατήγγειλε την απόπειρα ανθρωποκτονίας της κάποιες μέρες αργότερα. Ένα «λογικό» έρεισμα της παρούσας «θεωρίας συνωμοσίας» στην αστυνομική πρακτική κατά τη διαλεύκανση εγκλημάτων τελούμενων κατά των εργαζομένων στο σεξ είναι εμφανές. Η προκατάληψη των αστυνομικών- και όχι μόνο- αρχών απέναντι στην εργασία στο σεξ έχει επί σωρεία ετών καλλιεργήσει το φαινόμενο της αδράνειας, με αποτέλεσμα  να καθυστερούν επίτηδες ή/και να αδιαφορούν κατά την έρευνα της εξαφάνισης ή, χειρότερα, της δολοφονίας μιας γυναίκας, η οποία αποδεικνύεται στη συνέχεια ότι είναι εργαζόμενη στο σεξ.

Κομμάτι, όμως, του βαθύτερου προβλήματος εντοπίζεται και στη λανθασμένη ορολογία. Ανάμεσα στους τίτλους των άρθρων που αναφέρονται στην εν λόγω υπόθεση, ένας εξ αυτών φαίνεται να «κάνει τη διαφορά». Το Irish Examiner στις 17 Απριλίου 2002 αποφάσισε να καλύψει την εκτέλεση του Saeed Hanaei «ανεβάζοντας» ένα άρθρο με τον ακόλουθο τίτλο: «Prostitute killer hanged in Iran»[6]. Μπορεί, όμως, ο τίτλος ενός άρθρου να επιτείνει την ήδη ριζωμένη στην «ψυχή» της κοινωνίας μεσαιωνική αντιμετώπιση της εργασίας στο σεξ;

Ο όρος «sex worker» αναφέρεται σε ενήλικα άτομα, τα οποία λαμβάνουν -κατά βάση- χρήματα με σκοπό να παράσχουν συναινετικές ερωτικές υπηρεσίες περιστασιακά ή συστηματικά. Η αξία του όρου εντοπίζεται ακριβώς στη χρήση της λέξεως «work»  με την έννοια ότι αναγνωρίζει την παρεχόμενη στο σεξ εργασία ως μορφή εργασίας. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά από την Carol Leigh, επονομαζόμενη και ως the Scarlet Harlot  σε μια ομιλία της φεμινιστικής αντι-πορνογραφικής ακτιβιστικής ομάδας «Women Against Violence in Pornography» στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Έκτοτε πληθώρα ομάδων για τα δικαιώματα των εργαζομένων στο σεξ έσπευσαν να αντικαταστήσουν τον όρο «prostitute» με τον όρο «sex worker».

Από την άλλη πλευρά, ο όρος «prostitute» ταυτίζεται με το στίγμα που ταλανίζει τους εργαζομένους στο σεξ, καθώς απηχεί εξτρεμιστικές αντιλήψεις και πεποιθήσεις για τους δραστηριοποιούμενους στον παρόντα τομέα, οι οποίοι είθισται να αντιμετωπίζονται ως «διεφθαρμένοι, βρόμικοι και άρρωστοι». Ωστόσο, πριν από την καθιέρωση του όρου «prostitute» και τη σύνδεσή του με το άτομο που «πουλάει» ερωτικές υπηρεσίες, χρησιμοποιούνταν οι παραπλήσιοι όροι «whore», «harlot», «strumpet», «lewd / common woman». Παρότι οι τελευταίοι δεν συνδέονται άμεσα με το εν λόγω επάγγελμα, όλοι χρησιμοποιούνταν αλλά και συνεχίζουν περιστασιακά να χρησιμοποιούνται με σκοπό την υποβάθμιση της γυναικείας σεξουαλικότητας και την έμμεση κατακραυγή της εργαζομένης[7].

Πώς, λοιπόν, μας επηρεάζει ο τίτλος μιας είδησης; Ο τίτλος είναι το πρώτο στοιχείο με το οποίο έρχεται σε «επαφή» ο αναγνώστης, πριν περάσει στην ανάγνωση του κυρίως «σώματος» του κειμένου. Ένας τίτλος, όμως, ο οποίος φέρει στο περιεχόμενό του έναν από τους πλέον προσβλητικούς όρους, έναν όρο τον οποίο η ίδια η κοινωνία έχει συνδέσει με τη διαφθορά και την παρανομία, είναι αδιαμφισβήτητο ότι θα επηρεάσει αρνητικά και θα προκαταβάλει την κοινή γνώμη αναφορικά με τα θύματα του τελεσθέντος εγκλήματος. Καθώς πολλοί άνθρωποι έχουν συνδέσει την εργασία στο σεξ με κάτι μεμπτό και κατακριτέο, δεν είναι, δυστυχώς, περίεργο που ο εν λόγω πολυανθρωποκτός βρήκε υποστηρικτές, καθώς η φύση της εργασίας των εν λόγω γυναικών ήταν και η αιτία που πυροδότησε τα πολυάριθμα «debates» που έλαβαν χώρα στο Ιράν, με πολλούς να τάσσονται υπέρ του Hanaei, υποστηρίζοντας ότι φέρει εις πέρας το έργο του Θεού.

Καθίσταται, λοιπόν, πασιφανές ότι μέρος του προβλήματος εντοπίζεται και στην ίδια την κοινωνία και ιδίως στις πεποιθήσεις πολλών εκ των υποστηρικτών του, οι οποίοι «βροντοφώναζαν» ότι θα έπρεπε να συνεχίσει την «δράση» του, καθώς δεν έπραττε τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από το να «καθαρίζει τους δρόμους». Ωστόσο, οι υποστηρικτές του τον «εγκατέλειψαν» όταν εκ των υστέρων κατέστη σαφές ότι συνευρέθηκε με τα θύματά του. Εννοείται ότι, παρότι δέχθηκε με ευχαρίστηση τις κατηγορίες περί δολοφονιών, αυτή την άκρως «βαριά» και «εξευτελιστική» κατηγορία έσπευσε να την αρνηθεί, πριν τελικά ομολογήσει ότι πράγματι συνευρέθηκε με πολλά από τα θύματά του, υποστηρίζοντας ότι οι αστυνομικοί προσπαθούν να τον δυσφημίσουν.

Μια νότα υποκρισίας στο παρόν σημείο είναι εμφανής. Ο Hanaei θεωρούσε τις εργαζόμενες στο σεξ ως ηθικά διεφθαρμένες, «σπατάλη αίματος» (‘waste of blood’), όπως επανειλημμένως τόνισε, αλλά παρόλα αυτά προέβη σε ερωτικές πράξεις, όπως, άλλωστε, «αξίζει» σε κάθε εργαζόμενη στο σεξ. Σύμφωνα με τη δική του λογική, δεν πειράζει αν τις χρησιμοποιήσεις για τον σκοπό που προορίζονται αρκεί μετά να τις σκοτώσεις (!) Αυτό, βέβαια, δεν εμπόδισε κάποιους από τους εναπομείναντες υποστηρικτές του στη Μέση Ανατολή, οι οποίοι επαινούσαν τις δράσεις του σαν να πρόκειται για κάποιου είδους ισλαμικό ηρωισμό. Μάλιστα κάποιοι δημοσιογράφοι ζήτησαν να γλιτώσει την θανατική ποινή, καθώς, όπως επεσήμαναν, «δεν έχυσε το αίμα αθώων».

Αυτή η «στάση» μέρους των δημοσιογράφων πρέπει να μας προβληματίσει. Τα ΜΜΕ προβάλλουν την είδηση, είναι υπεύθυνα για την ενημέρωση του κοινού, ενώ, ταυτόχρονα, αντιπροσωπεύουν και αναπαράγουν τον «παλμό» του. Ας μην παραγνωρίζουμε και την «διδακτική» πτυχή των Μέσων, καθώς για μέρος του πληθυσμό αποτελούν τη μόνη, ίσως, πηγή πληροφόρησης και ενημέρωσης, ενώ, παράλληλα, υπέχουν και αυξημένη ευθύνη ως  φορείς διάπλασης του ήθους. Εν προκειμένω, στην υπό εξέταση υπόθεση, δεν γίνεται λόγος για ένα αναχρονιστικό νομοθετικό πλαίσιο αλλά για πλήρη απουσία αναγνώρισης της εργασίας στο σεξ ως μορφή εργασίας. Πέραν τούτου, η ποινικοποίησή της αναπόφευκτα οδηγεί τα εργαζόμενα άτομα σε καθεστώς παρανομίας, εκτεθειμένα σε άκρως επισφαλείς εργασιακές συνθήκες, οι οποίες υποκρύπτουν τον διαρκή κίνδυνο άσκησης σωματικής (κυρίως) βίας σε βάρος τους[8]. Και μολονότι στη δική μας εγχώρια τάξη μιλάμε συχνά για «κανιβαλισμό» του δικαίου από τα ΜΜΕ, τα οποία προσλαμβάνουν ρόλο δικαστή και συντηρούν παρα-δικαιικές αντιλήψεις «καλλιεργώντας» και πολλαπλασιάζοντας φενακισμένες συνειδήσεις (αυτές της κοινής γνώμης) που αναπαράγουν τον επίσημο εικονικό παρα-νομικό λόγο προ-καταδικάζοντας τους κατηγορουμένους και τους υπόπτους στην δική τους (τηλε)δίκη ή/και διασύρουν δημόσια τους δράστες σε σημείο που υπερβαίνει τη βαρύτητα της επιβαλλόμενης σε αυτούς ποινής, στην περίπτωση του Saeed Hanaei βλέπουμε ότι τάχθηκαν υπέρ του πολυανθρωποκτόνου λόγω (κυρίως) της φύσης της εργασίας των θυμάτων. Τα ΜΜΕ δεν αντιπροσωπεύουν μόνο την κοινή γνώμη αλλά, όπως προαναφέρθηκε, τη διαπλάθουν. Οι κοινωνιολόγοι, μάλιστα, συνηθίζουν να χρησιμοποιούν τον όρο «mediated culture», ο οποίος υποδηλώνει τον ρόλο των Media ως καθρεπτών και δημιουργών της κουλτούρας και κατ’ επέκταση της κοινής γνώμης[9]. Συνεπώς, καθώς μιλάμε για μια κοινωνία που είχε ποινικοποιήσει την εργασία στο σεξ και που σημαντικό (αν όχι τεράστιο) μέρος του πληθυσμού εξυμνούσε τα «κατορθώματα» του Hanaei, θα ήταν μάλλον ουτοπικό να πιστεύαμε ότι τα ΜΜΕ ως εκπρόσωποι αλλά και «δάσκαλοι» της κοινής γνώμης θα έμεναν αμέτοχα και δεν θα στοιχίζονταν (όσοι απ’ αυτούς το έκαναν) υπέρ του εν λόγω δολοφόνου, καθώς, όπως είπε και ο Πλάτωνας (Συμπόσιον), «όμοιος ομοίω αεί πελάζει» (!) (Βέβαια στην υπό εξέταση περίπτωση, πέρα από την άρρηκτη σχέση ΜΜΕ-κοινής γνώμης, το δόγμα και η θρησκεία διαδραμάτισαν τον δικό τους «πρωταγωνιστικό» ρόλο κατά την «προ των εδράνων» δίκη του Hanaei. Εδώ, ίσως, «ταιριάζει» η αρχαία παροιμία που αναφέρει ο Όμηρος στην Οδύσσεια «αεί τον όμοιον άγει θεός ως τον όμοιον».)

Αναλύοντας περαιτέρω το «κομμάτι» του κοινού, πολλοί είναι αυτοί που πιστεύουν ότι οι εργαζόμενες στο σεξ αξίζουν τα όσα παθαίνουν, καθώς θεωρούν (αφελώς) ότι εφόσον γνωρίζουν τους ελάχιστους (κατ’ αυτούς) κινδύνους που το εν λόγω επάγγελμα υποκρύπτει εν τέλει το επέλεξαν, με αποτέλεσμα να γίνονται με δική τους «θέληση» θύματα, άποψη η οποία στοιχίζεται και με την ως άνω άξια κατακραυγής δήλωση της συζύγου του Hanaei. Η κοινωνία και οι ίδιοι οι άνθρωποι διαμόρφωσαν κατ’ αυτόν τον τρόπο τα «πιστεύω» τους για την εργασία στο σεξ, με αποτέλεσμα να θεωρούν ότι οι «φυσιολογικές» γυναίκες δεν δύνανται να αποτελέσουν θύματα αντίστοιχων βίαιων εγκλημάτων ή στόχος μελλοντικών κατ’ εξακολούθηση ανθρωποκτόνων, ειδικά της αυτής κατηγορίας, καθώς ο σύννομος τρόπος ζωής τους λειτουργεί ως «ασπίδα» ικανή να τις προστατεύσει από το έγκλημα. Επομένως, ο τρόπος προβολής της είδησης επιδρά καταλυτικά στη διαιώνιση αυτών των πεποιθήσεων, γιατί η αναφορά και η επισήμανση του όρου «prostitute» συμβάλλει -έστω και έμμεσα- στην καλλιέργεια ενός αισθήματος ασφαλείας και στη δημιουργία ψευδαισθήσεων αποστασιοποίησης ιδίως για τις «ηθικές» γυναίκες.

Θα πρέπει, όμως, σε αυτό το σημείο να τονισθεί ξανά και η υποκριτική στάση του ίδιου του πολυανθρωποκτόνου, ο οποίος, αν και θρησκευόμενος ζηλωτής, σεβόμενος τα «πιστεύω» του τόσο κατά την εγκληματική του πορεία όσο και μετά τη σύλληψή του, πράγμα που φαίνεται από τις δηλώσεις που έκανε κατά την εκδίκαση της υποθέσεώς του αλλά και μετά την επιβολή της ποινής, εντούτοις προέβη επανειλημμένως σε συνεύρεση με τα θύματά του. Το ίδιο βέβαια υποκριτική είναι και η στάση μέρους εκ των επικριτών της εργασίας στο σεξ, οι οποίοι, μάλιστα, εμμένουν σχεδόν εμμονικά στην κατ’ επανάληψη χρήση του όρου «πόρνη/ prostitute». Οι διαρκείς «εκρήξεις» και οι εκδηλώσεις μίσους απέναντι στην εργασία στο σεξ δεν αποτρέπουν πολλούς από το να αναζητούν την εύκολη και γρήγορη ερωτική επαφή στον κόσμο των εργαζομένων. Αυτή η «βρομιά» που συνοδεύει την εργαζόμενη στο σεξ φαίνεται, τελικά, πως είναι άκρως επιλεκτική, ικανή να στηριχθεί μόνο ως επιχείρημα κατά της εργασίας στο σεξ σε έναν δημόσιο διάλογο, ενώ σε μετέπειτα σημείο, σε κάποια ιδιωτική στιγμή, ο ίδιος ο επικριτής θα αναζητήσει την επόμενη εργαζόμενη στο σεξ για να ικανοποιήσει τις ερωτικές ή/και, στη συνέχεια, εγκληματικές «ορέξεις» του.

ΠΗΓΕΣ:

1. Saeed Hanaei, διαθέσιμο στο: murderpedia.org/male.H/h/hanaei-saeed.htm

2. Joseph Paul Franklin, διαθέσιμο στο: www.murderpedia.org/male.F/f/franklin-joseph.htm

3. Prostitute killer hanged in Iran, διαθέσιμο στο: www.irishexaminer.com/world/arid-30046770.html

4. Sex workers or prostitutes? Why words matter, διαθέσιμο στο: inews.co.uk/opinion/columnists/sex-workers-prostitutes-words-matter-95447

5. What is Mediated Culture?, διαθέσιμο στο: r4dn.com/what-is-mediated-culture/

6. The four types of Serial Killers, διαθέσιμο στο: thisinterestsme.com/types-serial-killers/

7. Αποδομώντας 3+1 μύθους για τους serial killers. (Μέρος Α΄), διαθέσιμο στο: www.crimetimes.gr/%ce%b1%cf%80%ce%bf%ce%b4%ce%bf%ce%bc%cf%8e%ce%bd%cf%84%ce%b1%cf%82-31-%ce%bc%cf%8d%ce%b8%ce%bf%cf%85%cf%82-%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%bf%cf%85%cf%82-serial-killers-%ce%bc%ce%ad%cf%81%ce%bf%cf%82/


[1] Η γυναίκα μέχρι και σήμερα παραμένει ανώνυμη.

[2] Τα αίτια του φόβου της αναλύονται παρακάτω.

[3] Αναλυτικές πληροφορίες για τον Saeed Hanaei: murderpedia.org/male.H/h/hanaei-saeed.htm

[4] Για περαιτέρω πληροφορίες: https://www.postmodern.gr/o-topos-toy-egklimatos-oi-organomenoi/

[5]Ο Joseph Paul Franklin ήταν ρατσιστής, νεοναζί, πρώην μέλος των ΚΚΚ και κατ’ εξακολούθηση ανθρωποκτόνος, ο οποίος έδρασε από τα τέλη του 1970 έως τις αρχές της δεκαετίας του ’80. Καταδικάστηκε για πληθώρα ανθρωποκτονιών σε θανατική ποινή και 6 φορές ισόβια κάθειρξη. Στόχευε έγχρωμους και Εβραίους (άντρες και γυναίκες) καθώς πίστευε ότι οι διαφυλετικές σχέσεις είναι αμαρτία, ενώ, επιπροσθέτως, θεωρούσε ότι το ποινικοδικαιικό σύστημα ήταν άνευ λόγου επιεικές απέναντί στους. Τα περισσότερα εκ των θυμάτων του ήταν ζευγάρια αποτελούμενα από έγχρωμους άντρες και λευκές γυναίκες. Εκτελέστηκε με θανατηφόρο ένεση στις 20 Νοεμβρίου 2013. Για περισσότερες πληροφορίες: www.murderpedia.org/male.F/f/franklin-joseph.htm

[6]Διαθέσιμο εδώ: www.irishexaminer.com/world/arid-30046770.html

[7] Περαιτέρω πληροφορίες αναφορικά με τη διάκριση των όρων: inews.co.uk/opinion/columnists/sex-workers-prostitutes-words-matter-95447

[8] Το αντίθετο, ως ένα βαθμό, συμβαίνει στην Ελλάδα. Η εργασία στο σεξ είναι μεν νόμιμη, ωστόσο η ακανθώδης νομοθεσία οδηγεί, σε αρκετές περιπτώσεις, τις γυναίκες να εργαστούν σε συνθήκες παρανομίας, ενώ δεν υπάρχει και μέριμνα αναφορικά με την υγεία των εργαζομένων πλην των υποχρεωτικών (και στιγματιστικών) εξετάσεων για ΣΜΝ (Σεξουαλικώς Μεταδιδόμενα Νοσήματα). Αναλυτικές πληροφορίες μπορείτε να βρείτε Νόμο υπ’ αριθ. 2734/1999, ο οποίος φέρει τον τίτλο «Εκδιδόμενα με αμοιβή πρόσωπα και άλλες διατάξεις» (!) Το ΦΕΚ του Ν. 2734/1999 διατίθεται εδώ: www.e-nomothesia.gr/kat-ethon/n-2734-1999.html

[9] Για περαιτέρω πληροφορίες: r4dn.com/what-is-mediated-culture/

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Εισηγήτρια-Συγγραφέας και Εκπαιδεύτρια στο Πρόγραμμα Συμπληρωματικής εξ Αποστάσεως Εκπαίδευσης (E-Learning) του Κέντρου Επιμόρφωσης και Δια Βίου Μάθησης (Κ.Ε.ΔΙ.ΒΙ.Μ.) του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Επικοινωνίας & ΜΜΕ του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Φιλόλογος (με εξειδίκευση στη μεσαιωνική και νεοελληνική φιλολογία) και Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Το θέμα της διδακτορικής διατριβής της, με Επιβλέποντα τον Καθηγητή Γιάννη Πανούση, αφορά τον ιδιαίτερο γλωσσικό κώδικα επικοινωνίας του έγκλειστου πληθυσμού. Από τον Φεβρουάριο του 2020 ανέλαβε και Επιστημονικά Υπεύθυνη του Crime & Media Lab του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος που αποτελεί Ομάδα Εργασίας για το Έγκλημα και την Απεικόνισή του στα ΜΜΕ. Έχει επάρκεια και άδεια διδασκαλίας τριών ξένων γλωσσών (αγγλικών, γαλλικών, ισπανικών). Εργάζεται στον συναρπαστικό χώρο της εκπαίδευσης, δίνει διαλέξεις και οργανώνει μαθήματα σεμιναριακού τύπου στο αντικείμενο εξειδίκευσής της «Έγκλημα & Media». Επίσης, είναι Επιστημονικά Υπεύθυνη ερευνών εγκληματολογικού, κοινωνικού και μιντιακού ενδιαφέροντος, αρθρογραφεί και συγγράφει. Έχει συγγράψει τα βιβλία: Τρομοκρατία και ΜΜΕ (εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα), Όταν η ψυχή μιλάει (εκδόσεις Υδρόγειος), Φυλακή και Γλώσσα (εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα), Εγχειρίδιο Εγκληματολογίας για τον Αστυνομικό και Δικαστικό Συντάκτη (εκδόσεις Παπαζήση), Σκιαγράφηση του ψυχολογικού προφίλ των εγκληματιών που απασχόλησαν τα ελληνικά ΜΜΕ (1993-2018): Criminal Profiling and Media (εκδόσεις Παπαζήση). Οι «Νέοι Παγιδευμένοι στα Παιχνίδια της Βίας: Εγκλήματα με Δράστες και Θύματα Νέους» είναι το έκτο βιβλίο της και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαζήση.

Comments

comments

Related Posts

    Comments are closed.

    Recent Posts