Μετα-μεταναστευτική λογοτεχνία: Αποχαιρέτα την τη Στουτγάρδη, Αστυάνακτα από την Αγλαΐα Μπλιούμη  

Αναγνώσεις από τη Μαρία Μαντή.

Με τον όρο «μετα-μετανάστευση» ορίζουμε το στάδιο της ενσωμάτωσης των μεταναστών στις χώρες υποδοχής και την ανάπτυξη πολιτισμικά υβριδικών ταυτοτήτων στη δεύτερη, τρίτη κλπ. γενιά μεταναστών. Βιβλίο μετα-μεταναστευτικής λογοτεχνίας  θα πρέπει να θεωρήσουμε και το μυθιστόρημα της Αγλαΐας Μπλιούμη «Αποχαιρέτα την τη Στουτγάρδη, Αστυάνακτα», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος. Πρόκειται για ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα που αποτελείται από 37 αλληλοσυνδεόμενες ιστορίες. Μέσα από τη σκηνοθετημένα αφελή ματιά ενός παιδιού δεύτερης γενιάς μεταναστών, ξετυλίγεται τόσο η ιστορία της ενσωμάτωσης μιας ελληνικής οικογένειας στη Γερμανία από την αρχή της δεκαετίας του 1960 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1980 όσο και η παλιννόστηση στην Ελλάδα κατά τη δεκαετία του 1980. Επιπρόσθετα ξετυλίγονται αναδρομικά όλα τα μεγάλα στάδια της ελληνικής ιστορίας υπό το πρίσμα της προσφυγιάς και της μετανάστευσης: η Μικρασιατική Καταστροφή, το παιδομάζωμα κατά τον Εμφύλιο, η αντίσταση των Ελλήνων γκασταρμπάιτερ στη Γερμανία κατά την εποχή της χούντας, η παλιννόστηση στην Ελλάδα ως η άλλη πλευρά του νομίσματος της μετανάστευσης. Μέσα από τη διαδρομή αυτή εγείρονται ζητήματα συλλογικής ταυτότητας: τι είναι η ελληνικότητα, ποιες οι μεταμορφώσεις της σε ένα σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον και πώς καταφέρνει η λογοτεχνία να αναπαραστήσει υβριδικές ταυτότητες χωρίς να καταφεύγει σε στερεότυπα και πολιτισμικά στεγανά; Τα τελευταία ερωτήματα απαντώνται στο έργο μέσω κειμενικών κατασκευών που αναφέρονται σε μεταμοντέρνες θεωρίες.

ΜΕΤΑΔΟΜΙΣΜΟΣ

Το μυθιστόρημα θέτει ζητήματα μεταδομισμού, π.χ. στο ακόλουθο απόσπασμα:

«Στην ευθεία, το μεγάλο κόκκινο φουσκωτό γουρούνι της κόκκινης τράπεζας, της Sparkasseˑ είναι ακόμη εκεί. Ο Παντελής έχει πει ότι «Sparkasse» είναι μια από τις πρώτες λέξεις που είπε η Αγλαΐα. Ίσως γι’ αυτό να συμπεριφέρεται και η ίδια σαν γουρούνι. Ίσως γι’ αυτό να γνωρίζει συχνά πυκνά γουρούνια. Αυτό δεν είναι ένα μεγάλο κόκκινο φουσκωτό γουρούνι. Όλοι όμως ξεχωρίζουν το χοιρινό κρέας. Το χρήμα δεν έχει χρώμα» (σελ. 264).

Η πρωταγωνίστρια επιστρέφει ως ενήλικας στη Γερμανία των παιδικών της χρόνων, η σκηνοθετημένη αφελής ματιά του παιδιού έχει δώσει τη θέση της στην εσωτερική εστίαση υπό την οπτική του ενήλικα και έτσι, το φουσκωτό γουρούνι έξω από την τράπεζα σημαίνει για εκείνη κάτι διαφορετικό, συμβολίζει όλη της την διαπολιτισμική παιδική ηλικία.

ΑΠΟΔΟΜΗΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΛΗΨΗ

Θέτει, επίσης, η Μπλιούμη, ζητήματα αποδόμησης και θεωρίας της πρόσληψης, όταν χρησιμοποιεί τα «Ίχνη» του Derrida για να υπονομεύσει την έννοια της ταυτότητας. «Ταυτότητα είναι τα ίχνη που άφησες στην άμμο του χρόνου.». Η σύνδεση της έννοιας της ταυτότητας με ένα τόσο ασταθές υλικό όπως τα ίχνη στην άμμο, υποσκάπτει κάθε έννοια ιεραρχίας ή διπολισμού, π.χ. «εμείς και οι άλλοι», ή «το ξένο ενάντια στο οικείο». Επίσης, άλλο βασικό στοιχείο του κειμένου αποτελεί και η κατά Bahktin ετερογλωσσία, δηλαδή ηανοιχτή ή υπολανθάνουσα διαλογικότητα μεταξύ της ελληνικής και της γερμανικής γλώσσας, που αποτυπώνει εύληπτα τη χρήση των γλωσσών από μία δίγλωσση συγγραφέα, μεταφέροντας διαπολιτισμικά μηνύματα τόσο σε επίπεδο περιεχομένου όσο και γλώσσας.

ΜΕΤΑΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑ

Στο κομμάτι του περιεχομένου εξάλλου, η Μπλιούμη χαράσσει αποφασιστικά το όριο προς την αυτοβιογραφική γραφή. Στο τελευταίο κεφάλαιο με τον τίτλο «Υβριδικά κύμβαλα» αποκαλύπτει ευθέως τη χρήση της έννοιας της κατά Χέρτα Μύλλερ αυτομυθοπλασίας: «Ως Έλληνες είμαστε αυτάρεσκοι και αυτάρκεις, γι’ αυτό έχουμε αυτογνωσία, αυτοπεποίθηση, αυτομυθοπλασία […]» (σελ. 325). Σε αυτό το τελευταίο, κομβικό κεφάλαιο που μοιάζει περισσότερο με λογοτεχνικό δοκίμιο, υπάρχει έντονο το στοιχείο της μεταμυθοπλασίας, εφόσον αναλύει, σε έναν όμως έντονα λυρικό τόνο, τις συγγραφικές της ορίζουσες. Πέρα από το στοιχείο της αυτομυθοπλασίας, δίνονται στοιχεία για την πολιτισμική μετάφραση «Η μετάφραση είναι πάντα καινούργια και βγάζει καινούργιο δέρμα. Γδύνει και δίνει. Ανάμεσα στο σημαίνον και στο σημαινόμενο η μετάφραση του «εγώ» βγάζει φτερά και χάνει τα πούπουλά της» (σελ. 326) και βεβαίως για ζητήματα πολιτισμού, διαπολιτισμικότητας, υβριδικότητας «Εγώ κι εσύ είμαστε υβρίδια, το ξέρεις;» είπε αναστενάζοντας η Σέβγκι, που ο πατέρας της δούλευε επί είκοσι χρόνια σε γερμανικά ανθρακωρυχεία, πριν επιστρέψουν ξανά στα Άδανα».

ΔΙΑΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ

Τέλος, τα στοιχεία διακειμενικότητας του μυθιστορήματος είναι έντοναήδη από τον τίτλο του βιβλίου, ενώ στο εσωτερικό του υπάρχουν διάσπαρτα αποσπάσματα ποιημάτων του Καβάφη, χρωματίζοντας την έννοια της μετανάστευσης και του απόδημου ελληνισμού με καβαφικούς όρους. Πρόκειται για μια επιτυχημένη πολυφωνική σύνθεση καθώς τα αποσπάσματα έχουν θεματολογική συνάφεια με το κείμενο που προηγείται. Στην ουσία  ο Καβάφης λειτουργεί ως μια άλλη φωνή που σχολιάζει, κριτικάρει και ανοίγει για τον αναγνώστη περαιτέρω ορίζοντες ερμηνείας. Εμφανείς διακειμενικές αναφορές υπάρχουν πέρα από την Herta Müller, και στους Walter Benjamin, Yoko Tawada, Robert Walser, ενώ υπολανθάνουσα διακειμενικότητα θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε στον ίδιο τον «Αστυάνακτα», ως διακείμενο στο ομότιτλο ποίημα του Σεφέρη.

Στην παρούσα κριτική αναφέραμε μόνο κάποια στοιχεία που άπτονται θεωριών της λογοτεχνίας. Βεβαίως θα μπορούσαν να γίνουν και πολλοί άλλοι σχολιασμοί σε επίπεδο περιεχομένου, π.χ. η σκιαγράφηση των ελληνογερμανικών σχέσεων, οι αναπαράσταση των πολιτισμικών διεπαφών, η ελληνική ταυτότητα σε γερμανικό πλαίσιο, η κριτική  στα εκπαιδευτικά συστήματα σε Γερμανία και Ελλάδα κ.ά. Το σίγουρο όμως είναι ότι το μυθιστόρημα της Μπλιούμη εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο της μεταναστευτικής λογοτεχνίας, όπως μας την κληροδότησαν ο Δημήτρης Χατζής, ο Αντώνης Σουρούνης, ο Θοδωρής Καλλιφατίδης κ.ά., που ως κείμενο όμως δίγλωσσου συγγραφέα δεύτερης γενιάς μεταναστών κάνει ένα αποφασιστικό και περαιτέρω στερεό βήμα προς μία ευρωπαϊκή μετα-μεταναστευτική λογοτεχνία.

Η ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΑΓΛΑΪΑ ΜΠΛΙΟΥΜΗ

Η Αγλαΐα Μπλιούμη γεννήθηκε το 1972 στη Στουτγάρδη της Γερμανίας από Έλληνες γονείς μετανάστες. Είναι απόφοιτος του τμήματος Γερμανικής Φιλολογίας του ΑΠΘ, Διδάκτορας στο τμήμα Γερμανικής Φιλολογίας του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του Βερολίνου και υπηρετεί ως Αναπληρώτρια Καθηγήτρια στο τμήμα Γερμανικής Φιλολογίας του ΕΚΠΑ. Έχει διδάξει στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο «Δημιουργική γραφή» και «Μεθοδολογία έρευνας», και στο ΑΠΘ «Σημειωτική της μεταναστευτικής λογοτεχνίας». Έχει δημοσιεύσει μονογραφίες, επιμέλειες και μελέτες για τη γερμανική λογοτεχνία. Έκανε τη λογοτεχνική της εμφάνιση με το γερμανόφωνο διήγημα «Το ξένο μέσα μου» στην ανθολογία Αποκλίσεις και μεταβάσεις, 1997. Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί σε διάφορες γερμανόφωνες και δίγλωσσες (γερμανικά/ελληνικά) ανθολογίες. Το Αποχαιρέτα την τη Στουτγάρδη, Αστυάνακτα (Κέδρος 2022) αποτελεί το πρώτο της λογοτεχνικό εγχείρημα στα ελληνικά.

The following two tabs change content below.
Η Μαρία Μαντή λατρεύει το storytelling από τότε που θυμάται τον εαυτό της. Γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε Ιστορία-Αρχαιολογία και Ιστορία της Tέχνης και έπειτα Γερμανική Γλώσσα και Λογοτεχνία στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Είναι υποψήφια διδάκτορας στο τμήμα Γερμανικής Φιλολογίας – όπου μελετά την σεναριακή προσαρμογή λογοτεχνικών έργων και τις αφηγηματικές τεχνικές στη λογοτεχνία και στη σεναριογραφία. Τα τελευταία δέκα χρόνια γράφει σενάρια για την τηλεόραση και τον κινηματογράφο, ενώ δημοσιεύει άρθρα σχετικά με τη θεωρία του σεναρίου. Επίσης ασχολείται με τη μετάφραση λογοτεχνικών και θεατρικών έργων από τα γερμανικά και τα αγγλικά. Εδώ και δύο χρόνια παρουσιάζει τα βιβλία που αγαπάει σε ηλεκτρονικούς ιστότοπους. Αυτόν τον καιρό συγγράφει το πρώτο της βιβλίο σχετικά με τη θεωρία του σεναρίου.

Comments

comments

Related Posts

Recent Posts