
του Δημήτρη Καλαντζή.
Δύο πέτρες χτυπούν η μία πάνω στην άλλη. Ένας ήχος στοιχειώδης. Δεν χρειάζεται ηλεκτρισμό, δίκτυο, αρχείο, cloud. Δεν χρειάζεται καν γλώσσα.
Μπορούν δύο πέτρες να θυμούνται; Ή να μας κάνουν να θυμηθούμε;
Το σκεφτόμουν, παρακολουθώντας τον «Κοινό Λόγο» της Έλλης Παπαδημητρίου, στη νέα σκηνική του προσέγγιση από τη Λουίζα Κωστούλα (Violet Louise) στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Μια παράσταση-performance που δεν επιστρέφει απλώς σε ένα κείμενο. Επιστρέφει στη μνήμη μιας άλλης παράστασης, σχεδόν τριάντα χρόνια πριν, και μέσα από αυτήν σε μνήμες πολύ παλαιότερες.
Σαν να ανοίγεις διαδοχικά κουτιά και μέσα σε κάθε κουτί να βρίσκεις ένα ακόμη.
Το 1997, πριν ακόμη η παλιά ζυθαποθήκη του ΦΙΞ γίνει το Θέατρο του Νέου Κόσμου, ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος παρουσίασε εκεί τον «Κοινό Λόγο». Ήταν η πρώτη παραγωγή του θεάτρου. Η Σούλα Αθανασιάδου, η Ανθή Ανδρεοπούλου, η Όλγα Δαμάνη, η Μαρία Κατσανδρή και η Τζίνη Παπαδοπούλου έδωσαν φωνή στις γυναίκες που είχε ακούσει και καταγράψει η Έλλη Παπαδημητρίου.
Γυναίκες που δεν ήταν τα πρόσωπα της Ιστορίας αλλά αυτές πάνω στις οποίες πέρασε η Ιστορία.
Η Μικρασιατική Καταστροφή. Η προσφυγιά. Η Κατοχή. Τα Δεκεμβριανά. Ο Εμφύλιος.
Δεν τα αφηγούνται ως κεφάλαια σχολικού βιβλίου. Τα αφηγούνται επειδή συνέβησαν στο σπίτι τους, στον άντρα τους, στο παιδί τους, στον γείτονα, στο σώμα τους. Κι έτσι η μεγάλη Ιστορία επιστρέφει στην αρχική της μονάδα μέτρησης: έναν άνθρωπο που θυμάται.
Σήμερα, τριάντα χρόνια μετά την πρώτη εκείνη παράσταση και στο πλαίσιο των 30 χρόνων του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, η Violet Louise δεν επιχειρεί να την αναπαραστήσει. Παίρνει τα ίχνη της και τα βάζει να συνομιλήσουν.
Το κείμενο της Παπαδημητρίου. Το βιντεοσκοπημένο υλικό του 1997. Φωνές. Ήχοι φυσικοί και συνθετικοί. Τραγούδια. Κάμερες. Αντικείμενα. Ζωντανή επεξεργασία εικόνας και ήχου. Αναλογικό και ψηφιακό. Το παλιό μέσο μέσα στο καινούργιο.
Και κάπου εκεί η παράσταση παύει, για μένα τουλάχιστον, να αφορά αποκλειστικά όσα συνέβησαν τον 20ό αιώνα.
Αρχίζει να αφορά τι θα μείνει στον 21ο.
Πόσο ζει μια μνήμη;
Ακούω – ή καλύτερα άκουγα – με τις ώρες πρωτογενείς αφηγήσεις ανθρώπων από την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Όχι τόσο για να μάθω τι συνέβη — υπάρχουν βιβλία, ιστορικές μελέτες, αρχεία. Με συναρπάζει κάτι άλλο: ο τρόπος με τον οποίο ένας άνθρωπος θυμάται κάτι που του είχε συμβεί πριν από εβδομήντα ή ογδόντα χρόνια.
Η παύση. Μια λεπτομέρεια που κανονικά δεν θα είχε καμία θέση στην «επίσημη» Ιστορία. Ένα δωμάτιο. Ένα ρούχο. Κάτι που έφαγαν. Μια φράση που είπε κάποιος πριν φύγει. Ένας ήχος.
Και το πιο σπουδαίο: σε αυτές τις αφηγήσεις μπορείς να κάνεις ερωτήσεις. Να κάνεις το άτομο να ξετρυπώσει κάποιο κομματάκι στη μνήμη του που δεν το θυμόταν, ένα συναίσθημα που ένοιωσε.
Ανησυχώ για αυτές τις φωνές που χάνονται.
Δεν αξίζει κάθε παλαιό πράγμα να διασωθεί ούτε ο κόσμος που πέρασε ήταν καλύτερος. Δεν ήταν. Η νοσταλγία εξάλλου είναι κι αυτή ένας πολύ αποτελεσματικός μηχανισμός παραποίησης της μνήμης.
Ανησυχώ περισσότερο για την ταχύτητα.
Για το Χ που βάζει η νέα γενιά στον «παλαιό κόσμο» για να φτιάξει τον δικό της. Πάντοτε έμπαινε ένα Χ μόνο που τώρα το Χ είναι καθολικό και μπαίνει γρηγορότερα.
Η τεχνητή νοημοσύνη επιταχύνει δραματικά τον τρόπο που παράγουμε εικόνες, ήχους, κείμενα, αρχεία — τελικά τον τρόπο με τον οποίο κατασκευάζουμε αναπαραστάσεις του κόσμου. Και μαζί γεννιέται μια παράξενη αντίφαση: ποτέ δεν είχαμε τη δυνατότητα να αποθηκεύσουμε τόσα πολλά και ποτέ ίσως δεν ήταν τόσο αβέβαιο τι από όλα αυτά θα εξακολουθεί να σημαίνει κάτι.
Έχουμε δισεκατομμύρια φωτογραφίες. Αλλά θα έχουμε μνήμες;

Το σεμέν
Ένα σεμέν της γιαγιάς μπορεί να είναι γελοίο αντικείμενο για κάποιον που γεννήθηκε το 2010.Μπορεί και όχι.
Μπορεί να κουβαλάει ένα σαλόνι που δεν υπάρχει πια. Ένα σπίτι που γκρεμίστηκε. Μια γυναίκα που πέθανε πριν από σαράντα χρόνια. Τον τρόπο που καθόταν. Τις Κυριακές. Ένα τραπέζι. Τη μυρωδιά ενός φαγητού.
Και μετά;
Το παίρνει η κόρη ή ο γιός. Μετά τα εγγόνια. Μετά τα δισέγγονα. Κάπου στη διαδρομή η ιστορία αποσυνδέεται από το αντικείμενο. Το σεμέν μένει σε ένα συρτάρι χωρίς κανείς να θυμάται ποια χέρια το έφτιαξαν. Και κάποια στιγμή πετιέται.
Ένα ασήμαντο αντικείμενο εξαφανίζεται. Μαζί του εξαφανίζεται κι ένα μικροσκοπικό κομμάτι μνήμης.
Έτσι λειτουργεί και ο «Κοινός Λόγος». Το σεμέν του είναι μια παράσταση του 1997. Και πίσω από εκείνη την παράσταση βρίσκονται οι καταγραφές της Έλλης Παπαδημητρίου. Και πίσω από τις καταγραφές βρίσκονται άνθρωποι. Και πίσω από τους ανθρώπους, γεγονότα.
Η μνήμη ως αλυσίδα.Κάθε κρίκος και διαφορετικό μέσο.
Και τι κάνουμε με τις χαρακιές;
Πρωταγωνιστεί το βιντεοσκοπημένο υλικό της παράστασης του 1997.
Μόνο που δεν εμφανίζεται ως παλιό.
Η Λουίζα Κωστούλα αρνείται να το παραδώσει ως ντοκουμέντο με τα σημάδια της τεχνολογίας που το κατέγραψε και του χρόνου που πέρασε από πάνω του. Η εικόνα έχει υποστεί έντονη ψηφιακή επεξεργασία. Τα πρόσωπα έχουν καθαρίσει, οι επιφάνειες έχουν λειανθεί, οι ηθοποιοί μοιάζουν κάποιες στιγμές σχεδόν αλαβάστρινες. Σαν πρόσωπα με φίλτρα του Instagram.
Και αυτό δημιουργεί ένα ακόμη ενδιαφέρον επίπεδο.
Όταν «καθαρίζουμε» τη μνήμη, τι ακριβώς «καθαρίζουμε»;
Σήμερα έχουμε τη δυνατότητα —και με την τεχνητή νοημοσύνη όλο και περισσότερο— να αφαιρούμε τον θόρυβο, τον κόκκο, τις γραμμές, τα ξεθωριασμένα χρώματα, τις ατέλειες μιας παλιάς καταγραφής. Να προσθέτουμε pixels εκεί όπου δεν υπήρχαν. Να συμπληρώνουμε πληροφορία. Να κάνουμε ένα πρόσωπο του 1997 να μοιάζει σαν να κινηματογραφήθηκε σήμερα.
Αλλά η παλιά τεχνολογία δεν ήταν απλώς το μέσο που κατέγραψε εκείνη την παράσταση.
Ένα VHS, ένα παλιό φιλμ, μια οικογενειακή φωτογραφία μάς λένε τι υπήρχε μπροστά από τον φακό και ο κόκκος, η χαμηλή ανάλυση, τα καμένα χρώματα, το τρέμουλο της εικόνας μάς λένε την εποχή που υπήρξε.
Αν τα αφαιρέσουμε όλα αυτά, σώζουμε καλύτερα το παρελθόν ή το φέρνουμε πιο κοντά στη σημερινή αισθητική για να μπορέσουμε να το «ανεχτούμε»;
Η μνήμη, έτσι κι αλλιώς, δεν είναι ντοκουμέντο. Δεν ανακαλεί ένα γεγονός αυτούσιο. Κόβει, συμπληρώνει, λειαίνει, υπερτονίζει. Κάποιες λεπτομέρειες εξαφανίζονται και κάποιες άλλες γίνονται καθαρότερες όσο περνούν τα χρόνια.
Μια εικόνα χωρίς κόκκο.
Χωρίς ρυτίδες.
Χωρίς τεχνικά λάθη.
Χωρίς χαρακιές.
Χωρίς, τελικά, την απόσταση που μας υπενθυμίζει ότι αυτό που κοιτάζουμε έχει περάσει.
Και τότε το ερώτημα δεν είναι πια μόνο πώς σώζεται η μνήμη.
Είναι και πόσο μπορούμε να την επεξεργαστούμε πριν αρχίσουμε να θυμόμαστε κάτι που δεν υπήρξε ποτέ ακριβώς έτσι.

«Βασιλικός θα γίνω στο παραθύρι σου»
Μπορούμε να ξαναπούμε σήμερα το «Βασιλικός θα γίνω στο παραθύρι σου» μπροστά σε ένα εξαιρετικής αισθητικής art video, μέσα σε μια σύγχρονη πολυμεσική performance.
Το τραγούδι παραμένει το ίδιο;
Προφανώς όχι.
Δεν χρειάζεται να τραγουδήσουμε όπως οι προγιαγιάδες μας για να μεταφέρουμε τη μνήμη τους. Δεν μπορούμε άλλωστε. Ούτε εκείνες τραγουδούσαν όπως οι δικές τους προγιαγιάδες.
Η μνήμη μεταλλάσσεται.
Κάθε γενιά παίρνει κάτι, χάνει κάτι, προσθέτει κάτι δικό της. Η Λουίζα Κωστούλα κάνει ακριβώς αυτό με το υλικό της Παπαδημητρίου και της παράστασης του 1997: δεν προσπαθεί να κρύψει τη χρονική απόσταση. Την κάνει μέρος της παράστασης.
Γι’ αυτό και τα σύγχρονα μέσα εδώ δεν λειτουργούν ως τεχνολογικό ντεκόρ. Η ζωντανή επεξεργασία της εικόνας και του ήχου, οι κάμερες, το αρχειακό βίντεο, τα αντικείμενα, το κάρβουνο, η φωνή και το τραγούδι γίνονται διαφορετικοί τρόποι αποθήκευσης και ανάκλησης.
Σαν διαφορετικές μνήμες που τρέχουν ταυτόχρονα.
Δύο πέτρες
Επιστρέφω στις πέτρες και τον ήχο της σύγκρουσής τους. Είναι μάλλον η εικόνα και ο ήχος που μου έμειναν περισσότερο από την παράσταση παρά τα πολλά και ωραία εικαστικά.
Δύο πέτρες που χτυπούν μεταξύ τους μπορούν να αποδειχθούν ισχυρότερες από μια σελίδα ιστορικού βιβλίου.
Αφήνουν χώρο στη μνήμη να μπει μέσα.
Ο ήχος μπορεί να γίνει πέτρα πάνω σε πέτρα, πόρτα που χτυπά, βήματα, εκτέλεση, φυγή, παιχνίδι, δουλειά, φόβος. Κάτι που άκουσε κάποτε κάποιος άλλος και, χωρίς να ξέρεις ακριβώς πώς, έφτασε μέχρι εσένα.
Αυτό είναι ίσως και το πιο παράξενο χαρακτηριστικό της συλλογικής μνήμης. Θυμόμαστε πράγματα που δεν ζήσαμε.
Η Μικρασιατική Καταστροφή δεν είναι δική μας ανάμνηση. Ούτε η Κατοχή. Ούτε ο Εμφύλιος.
Κι όμως βρίσκονταν μέσα στη γλώσσα μας, στις οικογενειακές ιστορίες, στις πολιτικές μας συγκρούσεις, στα τραγούδια, στα σπίτια, στα αντικείμενα, ακόμη και στις σιωπές ανθρώπων που κάποτε αρνήθηκαν να μιλήσουν γι’ αυτά.
Κοινά τραύματα χωρίς κοινές αναμνήσεις.
Και ίσως αυτός να είναι τελικά ο «κοινός λόγος».
Όχι μία κοινή εκδοχή της Ιστορίας. Αλλά η προσπάθεια να μη σπάσει εντελώς η αλυσίδα που συνδέει εκείνον που έζησε κάτι με εκείνον που γεννήθηκε όταν όλα είχαν τελειώσει.
Η παράσταση της Violet Louise δεν μου έδωσε απάντηση στο τι θα σωθεί.
Με έκανε όμως να αναρωτηθώ τι σημαίνει πλέον «σώζω».
Να αποθηκεύσω ένα αρχείο;
Να καθαρίσω μια παλιά εικόνα;
Να ψηφιοποιήσω μια φωνή;
Να κρατήσω το σεμέν;
Να ξαναπώ το τραγούδι;
Να χτυπήσω δύο πέτρες;
Ίσως η μνήμη να μη σώζεται ποτέ πραγματικά. Ίσως χρειάζεται κάθε τόσο κάποιος να την ενεργοποιεί ξανά. Να παίρνει τα υπολείμματά της και να τα βάζει μέσα στο δικό του παρόν.
Μέσα σε έναν ασύλληπτο όγκο εικόνων, τέλειων προσώπων και τέλειων ψηφιακών αρχείων, θα υπάρχει ακόμη κάπου ο ήχος από δύο πέτρες που χτυπούν μεταξύ τους;
ΚΟΙΝΟΣ ΛΟΓΟΣ
Κείμενο: Έλλη Παπαδημητρίου
Σκηνοθεσία: Λουίζα Κωστούλα (Violet Louise)
Ηχητική / μουσική σύνθεση, live performance ήχου & εικόνας, αφήγηση, τραγούδι, σχέδια με κάρβουνο: Λουίζα Κωστούλα (Violet Louise)
Παραγωγή οπτικού υλικού, σχεδιασμός συστήματος LED φωτισμού και συστήματος πολυμέσων, ψηφιακές επεξεργασίες: Βασίλης Κουντούρης (studio 19)
Ηχοληψία, mastering, ηχογραφήσεις, σχεδιασμός ήχου: Κώστας Μπώκος
Επεξεργασία αρχειακού υλικού, post-production: studio19
Επιμέλεια κίνησης, βοηθός σκηνοθέτη: Φωτεινή Μελετιάδου
Συνεργάτης στη δημιουργική έρευνα: Κωνσταντίνος Μπλάθρας
Τεχνικός σχεδιασμός: TTT (The Perfect Team)
Θέατρο του Νέου Κόσμου – 30 χρόνια
Φωτογραφίες Παράστασης: Πάτροκλος Σκαφίδας.
Δημήτρης Καλαντζής
Latest posts by Δημήτρης Καλαντζής (see all)
- Κοινός Λόγος στο θέατρο του Νέου Κόσμου: Τι θα θυμόμαστε όταν δεν θα υπάρχει κανείς να θυμάται; - September 27, 2026
- Alley Cats του Ricky Gervais: Οι γάτες παρατηρούν τους ανθρώπους. Μέχρι που αρχίζουν να τους μοιάζουν - August 11, 2026
- Το εν ζωή πένθος των φροντιστών: όταν χάνεις έναν άνθρωπο πριν ακόμη φύγει - July 10, 2026
