27χρονη γυναίκα, μητέρα ενός παιδιού, κατέληξε μετά από αλλεπάλληλα χτυπήματα του συζύγου της με σκεπάρνι

της Αγγελικής Καρδαρά.

Τους τελευταίους μήνες έχουν δει το φως της δημοσιότητας εγκλήματα κατά της ζωής που έχουν διαπραχθεί με ιδιαίτερη βιαιότητα. Μεταξύ αυτών των συγκλονιστικών υποθέσεων που απασχόλησαν εκτενώς τα ΜΜΕ, μια 27χρονη γυναίκα -μητέρα ενός τρίχρονου παιδιού- βρήκε σύμφωνα με τα ρεπορτάζ βίαιο θάνατο από τα χέρια του 34χρονου συζύγου της, ο οποίος φέρεται να την χτύπησε πολλές φορές με σκεπάρνι στο κεφάλι και τον αυχένα. Η γυναίκα έδωσε σκληρή μάχη για να κρατηθεί στη ζωή, αλλά δυστυχώς δεν τα κατάφερε. Οι γιατροί αντιμετώπισαν με επιτυχία τα βαρύτατα τραύματά της (από τη σφοδρότητα των χτυπημάτων, υπέστη κακώσεις, ενώ έχασε και κομμάτια από το κεφάλι της), ωστόσο μια λοίμωξη την οδήγησε εκ νέου στην εντατική, όπου άφησε την τελευταία της πνοή.

Διαβάζουμε για την υπόθεση στο αστυνομικό ρεπορτάζ (*): «Την τελευταία της πνοή, μετά από περίπου ένα μήνα νοσηλείας, άφησε η 27χρονη Λιάνα Λαζάρου, μητέρα ενός τρίχρονου κοριτσιού, η οποία είχε χτυπηθεί πολλές φορές στο κεφάλι με σκεπάρνι από τον σύζυγό της. Την 27χρονη, με καταγωγή από τον Άγιο Σπυρίδωνα Άρτας, είχε χτυπήσει ο σύζυγός της το βράδυ της Δευτέρας 12 Ιουνίου στο σπίτι τους στην Πέτρα Πρέβεζας. «Είχε προσπαθήσει να την πνίξει όταν του είπε να χωρίσουν», είχε πει ο πατέρας της 27χρονης. Ο ίδιος είχε προσπαθήσει να μιλήσει στον γαμπρό του για την συμπεριφορά του απέναντι στην κόρη του, χωρίς όμως να υπάρξει κάποιο αποτέλεσμα: «Την είχε απομονώσει την κόρη μου, την κρατούσε μέσα στο σπίτι. Τον είχα πιάσει και του είχα πει «γιατί της φέρεσαι έτσι και την χτυπάς;» και μου είχε πει «εσύ να μην ανακατεύεσαι. γυναίκα μου είναι!»…[..] Η αδερφή της κοπέλας είχε περιγράψει όλα όσα συνέβησαν το μοιραίο βράδυ, όπως της τα μετέφεραν. «Ήταν μαζί με μία φίλη της στο σπίτι και το παιδί. Όταν πήγε αυτός στο σπίτι ήταν σε έξαλλη κατάσταση. Η φίλη της πήρε το παιδί γιατί φοβήθηκε και έτρεξε να κρυφτεί. Αυτός έμεινε μόνος του με την αδερφή μου και έκανε ότι έκανε»…

Δυστυχώς, όπως πολλές φορές έχω τονίσει μέσα από την αρθρογραφία μου στο postmodern, η βίαια συμπεριφορά δύναται να οδηγήσει ακόμα και στο έγκλημα. Επομένως, η ανοχή της βίας σε οποιανδήποτε έκφανση και μορφή δεν πρέπει να γίνεται ανεκτή από οποιονδήποτε κι αν προέρχεται. Ακόμα και καλυμμένες μορφές βίας στο χώρο εργασίας, με χρήση λεκτικής ή ψυχολογικής βία, πρέπει οπωσδήποτε να αντιμετωπίζονται έγκαιρα, γιατί είναι πολύ σοβαρές. Μάλιστα, τέτοιου είδους περιστατικά είναι σκόπιμο να μας απασχολήσουν και δημοσιογραφικά, καθώς αρκετοί εργαζόμενοι ανέχονται βίαιες συμπεριφορές για να μη χάσουν τη δουλειά τους.

Όσον αφορά την ενδοοικογενειακή βία, αυτό που πρέπει να καταστεί απολύτως σαφές είναι ότι το μέλος της οικογένειας που ασκεί βία σε ένα ή περισσότερα μέλη δεν θα αλλάξει συμπεριφορά εάν δεν βοηθηθεί. Εάν μια γυναίκα υφίσταται σωματική ή/και ψυχολογική βία από το σύζυγό της πρέπει να κατανοήσει ότι το λάθος δεν είναι δικό της και ότι δεν είναι «δείγμα ενδιαφέροντος» η παθολογική ζήλια, η οποία οδηγεί σε βίαια ξεσπάσματα, ξυλοδαρμούς, απειλές κ.λπ. Είναι δείγμα νοσηρότητας του συζύγου της και αναμφισβήτητα χρήζει ειδικής αντιμετώπισης.

Έχω την εντύπωση ότι αρκετές γυναίκες που είναι θύματα βίας πιστεύουν ότι αν αλλάξουν οι ίδιες συμπεριφορά, εάν πάψουν να δίνουν «δικαιώματα», θα αλλάξει η συμπεριφορά του συζύγου/συντρόφου τους. Ειδικά, όταν έχουν παιδιά, θεωρούν ότι οφείλουν να κάνουν υπομονή και να ανέχονται τέτοιες ακρότητες. Αυτή είναι όμως μια τεράστια παγίδα, στην οποία πέφτουν τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας, συχνά με πολύ σοβαρές συνέπειες από τη στάση ανοχής και σιωπής που υιοθετούν. Αυτό, επομένως, θα ήθελα να είναι το μήνυμα του σημερινού μου άρθρου: Ότι δεν δίνουν τα θύματα «δικαιώματα», γιατί ένας άνθρωπος που εκφράζεται μέσω της βίας θα βρίσκει πάντα λόγους να ξεσπά. Εκτός αν η γυναίκα επιλέξει να μην αντιδρά καθόλου, να μη μιλάει, να μη βγαίνει από το σπίτι ούτε για να πετάξει τα σκουπίδια, να μη σκέπτεται καν….και πάλι όμως η βία είναι σαν ένα «τέρας» που πάντοτε θα ορμά και θα ξεσπά τη μανία του…

Είναι εξίσου αναγκαίο, κατά την άποψή μου, τα παραπάνω να γίνουν κατανοητά όχι μόνο από τα θύματα, αλλά και από τους οικείους -γονείς, αδέλφια, ακόμα και πολύ κοντινούς φίλους- που έχουν υποχρέωση να αντιδράσουν όταν βλέπουν ότι ένα δικό τους πρόσωπο υφίσταται βία. Να μην τους περάσει ποτέ από το μυαλό ότι ο βίαιος άνθρωπος θα αλλάξει συμπεριφορά χωρίς βοήθεια από τους ειδικούς, αλλά να κατανοήσουν ότι το αγαπημένο τους πρόσωπο κινδυνεύει όσο μένει δίπλα στον άνθρωπο που ασκεί βία.

Παράλληλα, θα ήθελα να αναδείξω το σημαντικό ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, δίνοντας το λόγο στα θύματα της βίας και βοηθώντας τα έμπρακτα να «σπάσουν τις σιωπές» και να προστατευθούν ουσιαστικά.

Θα σταθώ τέλος στα παιδιά που είναι επίσης τα μεγάλα θύματα της ενδοοικογενειακής βίας, είτε την υφίστανται τα ίδια, είτε η μητέρα τους. Ειδικά, όταν μια υπόθεση έχει τέτοια τραγική κατάληξη, τα παιδιά που μένουν πίσω έρχονται αντιμέτωπα με μια διπλή τραγωδία: την απώλεια της ίδιας τους της μάνας και την τραγική γνώση ότι η μάνα «έφυγε» από τα χέρια του πάτερα. Αυτό σίγουρα είναι ένα τεράστιο ψυχικό τραύμα.

Ταυτόχρονα τα προβλήματα καθημερινότητας που θα κληθούν να αντιμετωπίσουν παιδιά ορφανά από μητέρα και με τον πατέρα στη φυλακή, είναι πολλά. Εδώ λοιπόν θα τονίσω την ανάγκη κοινωνικής μέριμνας, ώστε τα παιδιά που έχουν βιώσει (ως αθώα θύματα) μια ανάλογη εγκληματική ενέργεια στο πλαίσιο της οικογένειάς τους, να μπορέσουν με τη βοήθεια της οργανωμένης Πολιτείας να ξεπεράσουν το τραύμα και να σταθούν στα πόδια τους και αργότερα, ως ενήλικοι. Να υπάρχει δηλαδή από τους φορείς αντεγκληματικής πολιτικής ειδική μέριμνα για τα παιδιά αυτά, η οποία θα διαρκέσει όσο χρονικό διάστημα την έχουν ανάγκη, ακόμα και στην ενήλικη ζωή τους εάν ασφαλώς χρειάζονται στήριξη.

Με θλίψη θα ολοκληρώσω το σημερινό μου άρθρο, τόσο εξαιτίας της τραγικότητας της υπόθεσης, όσο και εξαιτίας του γεγονότος ότι και άλλοι συνάνθρωποί μας ανέχονται τη βία και σιωπούν από φόβο. Από την άλλη, θα εκφράσω την ελπίδα ότι μέσα από τα μηνύματά μας και την προσπάθεια ενημέρωσης του κοινού μπορεί να βοηθήσουμε κάποιους συνανθρώπους μας που βρίσκονται σε κίνδυνο και δεν γνωρίζουν πώς να προστατευθούν και πώς να αντιδράσουν όταν είναι θύματα βίας ή όταν ένας δικός τους άνθρωπος υφίσταται βία.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

*  Τα στοιχεία αντλούνται από το ρεπορτάζ της εφημερίδας ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ με τίτλο Υπέστη και λοίμωξη στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ιωαννίνων Πρέβεζα: Πέθανε η 27χρονη που είχε χτυπηθεί με σκεπάρνι από τον σύζυγό της. Μπορείτε να διαβάσετε όλο το ρεπορτάζ εδώ.

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Παν/μίου Αθηνών – Φιλόλογος. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός και είναι Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Παράλληλα, οργανώνει σεμιναριακά μαθήματα και δίνει διαλέξεις στο αντικείμενο της εξειδίκευσής της «Έγκλημα και Media». Συνεργάστηκε με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει τη συγγραφή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων: «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» & «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ», με Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας κ.Γιάννη Πανούση. Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αντικείμενο «Εγκληματολογία & ΜΜΕ». Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα, την αρθρογραφία και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts