«Αλτρουιστική» παιδοκτονία & ο ρόλος της κοινωνικής μέριμνας και της ευαισθητοποίησης του κοινού

της Αγγελικής Καρδαρά.

Η έναρξη κάθε νέας χρονιάς δεν είναι λαμπερή και πλημμυρισμένη με στιγμές ευτυχίας για όλες τις οικογένειες και για όλα τα άτομα. Αντίθετα, οι γιορτινές ημέρες δύναται να αποκαλύψουν τα σκοτάδια της ψυχής και να οδηγήσουν σε μεγαλύτερα συναισθηματικά αδιέξοδα. Ειδεχθή εγκλήματα κατά της ζωής και υποθέσεις αυτοχειριών μας έχουν, δυστυχώς, απασχολήσει εκτενώς και στην ελληνική πραγματικότητα τα τελευταία έτη με την έναρξη της νέας χρονιάς.

Μια υπόθεση με πολύ ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, που απασχόλησε τα ελληνικά και διεθνή ΜΜΕ από τις πρώτες ημέρες του 2018, αφορούσε την υπόθεση νεαρού ζευγαριού που βρέθηκε νεκρό σε βίλα που νοίκιαζε σε ελληνικό νησί. Ο θάνατός του ζευγαριού προσδιορίστηκε το βράδυ του Σαββάτου 30 Δεκεμβρίου, προπαραμονή της Πρωτοχρονιάς του 2018. Τα ελληνικά ΜΜΕ έκαναν εξαρχής λόγο για «θρίλερ» και απέδωσαν τον θάνατο σε σατανιστική τελετή. Σημαντικό βέβαια ήταν το πόρισμα της ιατροδικαστικής έκθεσης, σύμφωνα με το οποίο αποκλείστηκε το ενδεχόμενο εγκλήματος, καθώς δεν είχαν προκύψει σχετικά ευρήματα, ενώ πιο πιθανή εκδοχή θεωρήθηκε ο αυτοτραυματισμός που κατέληξε στον θάνατο της 23χρονης και στη συνέχεια στην αυτοκτονία του 30χρονου. Βλ. σχετικά τη διερεύνηση της υπόθεσης στο postmodern.gr εδώ.

Έναν χρόνο μετά -και συγκεκριμένα ανήμερα της Πρωτοχρονιάς του 2019- η πρώτη υπόθεση που μας απασχόλησε ερευνητικά ήταν η ειδεχθής ανθρωποκτονία 29χρονης γυναίκας στο νησί της Κέρκυρας, για την οποία παραπέμφθηκε σε δική, τον Νοέμβριο του 2019, ο 52χρονος πατέρας της.  Βλ. σχετικά το θέμα μας «Ματωμένη Πρωτοχρονιά»: Σκιαγράφηση του ψυχο-εγκληματικού προφίλ πατέρων που διαπράττουν ανθρωποκτονία των τέκνων τους στη στήλη «Έγκλημα και Media» στο pm.

Η έναρξη και της νέας χρονιάς (2020)  “σημαδεύτηκε” από ένα έγκλημα και μία αυτοχειρία που προκάλεσαν βαθιά θλίψη αλλά και έντονο προβληματισμό στην ελληνική κοινωνία,  οδηγώντας μας στη διαπίστωση ότι εξαιτίας της έντονης συναισθηματικής φόρτισης των γιορτινών ημέρων σε συνδυασμό ασφαλώς και με άλλους, καίριους και κρίσιμους παράγοντες, εγκλήματα κατά της ζωής, καθώς επίσης υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας, μπορεί να μας απασχολήσουν και γι’ αυτό είναι σκόπιμο να είμαστε όλοι μας περισσότερο ευαισθητοποιημένοι, δεδομένου ότι σε οικογένειες εκτεθειμένες σε κίνδυνο, σε οικογένειες δυσλειτουργικές,  ή οικογένειες που αντιμετωπίζουν σοβαρότατα προβλήματα (υγείας, οικονομικά κ.λπ.) μπορεί στη διάρκεια των γιορτινών ημερών ή αμέσως μετά να υπάρξει μεγαλύτερη συναισθηματική και ψυχολογική επιβάρυνση. Συνεπώς, όσοι γνωρίζουμε ή έχουμε βάσιμες υποψίες ότι μία οικογένεια αντιμετωπίζει ζητήματα που καθιστούν την καθημερινότητά της εξαιρετικά δύσκολη, ας είμαστε ευαισθητοποιημένοι και βέβαια σε ένα πιο γενικό πλαίσιο όλοι, ως ενεργά μέλη της κοινωνίας, ας είμαστε περισσότερο αφυπνισμένοι.

Όπως ενημερωνόμαστε από το αστυνομικό ρεπορτάζ,  την Πέμπτη  2-1-2020, σε περιοχή των Αθηνών “32χρονη μητέρα ανέβηκε με την κόρη της στην ταράτσα τριώροφου οικήματος και αφού πέταξε την πεντάχρονη κόρη της στο κενό, έπεσε και η ίδια, με αποτέλεσμα να βρουν και οι δύο τραγικό θάνατο”. Η μητέρα,  εκπαιδευτικός,  σε διάσταση με τον σύζυγο της μεγάλωνε το 5χρονο κοριτσάκι της το οποίο αντιμετώπιζε,  σύμφωνα πάλι με το αστυνομικό ρεπορτάζ πολύ βαριάς μορφής αυτισμού.  

Η χαρακτηριζόμενη «αλτρουιστική» παιδοκτονία, εν προκειμένω ανθρωποκτονία ανήλικου τέκνου,  καταγεγραμμένη από τη διεθνή έρευνα, συχνά συνδέεται με μια λανθάνουσα καταθλιπτική ασθένεια, ενώ κύριο χαρακτηριστικό της είναι η επιθυμία της γυναίκας να σκοτώσει το παιδί προκειμένου να το ανακουφίσει από πραγματικό ή εικονικό πόνο. Γυναίκες που προβαίνουν σε τέτοιου είδους εγκλήματα συχνά αυτοκτονούν ή αποπειρώνται να αυτοκτονήσουν μετά την πράξη τους. Από κοινωνιολογική σκοπιά, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, όπως είναι η φτώχια, η ανεργία και ο αποκλεισμός, δύναται να επιδράσουν δυσμενώς στην ψυχοσύνθεση μιας γυναίκας που είναι ταυτόχρονα και μητέρα και να οδηγήσουν ακόμα και στο έγκλημα. 

Δυστυχώς αυτή είναι μία πολύ σκληρή πραγματικότητα που απασχολεί όμως τις κοινωνίες διεθνώς.  Καταλαβαίνουμε, άλλωστε, ότι σε μία οικογένεια όπου το παιδί αντιμετωπίζει σοβαρότατα ζητήματα υγείας, δύναται να διαταραχθούν οι ισορροπίες των μελών της οικογένειας και εκεί ακριβώς χρειάζεται πολύ μεγάλη στήριξη, σε ψυχολογικό και ταυτόχρονα πρακτικό επίπεδο, ώστε οι γονείς ή (ακόμα πιο δύσκολη περίπτωση) η μητέρα εάν έχει μείνει μόνη της, να αντιμετωπίσουν την κατάσταση. Βλ. και το σχετικό μας θέμα στο pm υπό τον τίτλο Δυσλειτουργικές οικογένειες/dysfunctional families και μελέτη περίπτωσης (ενδοοικογενειακή βία).

Ενδεικτικά αναφέρω μία υπόθεση που μας έχει απασχολήσει στο παρελθόν ερευνητικά, η οποία καταδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης αλλά και τη συνεχή επαγρύπνηση που απαιτείται τόσο από το άμεσο οικογενειακό περιβάλλον όσο και από το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο, ώστε να αποφευχθεί ο εκτροχιασμός της κατάστασης που δύναται να οδηγήσει ακόμα και στην αφαίρεση της ανθρώπινης ζωής. Πρόκειται για την υπόθεση της 53χρονης Αγγλίδας μητέρας που συγκλόνισε τη διεθνή κοινή γνώμη όταν σκότωσε τα δύο σωματικά και διανοητικά ανάπηρα παιδιά της. Η υπόθεση απασχόλησε και τα ελληνικά μίντια το έτος 2001.Το αξιοσημείωτο της υπόθεσης είναι ότι η συγκεκριμένη γυναίκα προέβη στη δολοφονία των παιδιών της μετά από 23 ολόκληρα χρόνια συνεχούς φροντίδας προς τα παιδιά και αυταπάρνησης. Όπως η ίδια δήλωσε μετά το τέλος της δικαστικής διαδικασίας που την καταδίκασε σε τρία χρόνια περιορισμό: «Τη νύχτα της 20ής Οκτωβρίου του 1999 είχα φτάσει σε σημείο κατάρρευσης. Πίστευα όλα αυτά τα χρόνια ότι ήμουν δυνατή, αλλά πια είχα καταρρεύσει. Ανακάτεψα στο φαγητό των μωρών μεγάλη ποσότητα υπνωτικών και τα τάισα. Στη συνέχεια καθώς είχαν αποκοιμηθεί τα έπνιξα με ένα μαξιλάρι».

Ανάλογες υποθέσεις συγκλονίζουν την κοινή γνώμη,  αλλά βασιζόμενη και στην παραπάνω δήλωση της μητέρας δράστιδος, καθίσταται εμφανές ότι η διαχείριση τόσο σοβαρών ζητημάτων στο πλαίσιο μίας οικογένειας είναι πολύ δύσκολη και μπορεί να οδηγήσει σε έντονες ψυχικές διακυμάνσεις. Συνεπώς, σε αυτές τις περιπτώσεις απαιτείται μεγαλύτερη κοινωνική μέριμνα, καθώς και ουσιαστική στήριξη από το άμεσο και ευρύτερο συγγενικό περιβάλλον αλλά και από την τοπική κοινωνία, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι απαιτήσεις της καθημερινότητας σε ψυχολογικό,  οικονομικό και γενικότερα πρακτικό επίπεδο.  

Πιστεύω ότι ειδικά σε αυτές τις περιπτώσεις τα λόγια είναι περιττά και τα σημεία στα οποία πρέπει να επιμείνουμε είναι τα εξής: ενημέρωση του κοινού, διεκδίκηση για μεγαλύτερη κοινωνική μέριμνα, ευαισθητοποίηση αλλά και εκπαίδευση της τοπικής κοινωνίας ώστε να παρέχει την απαιτούμενη βοήθεια σε οικογένειες που έχουν ανάγκη. 

Συνοψίζοντας,  το έγκλημα είναι αναπόσπαστα συνυφασμένο με τις ανθρώπινες κοινωνίες και δυστυχώς δεν μπορεί να εξαλειφθεί. Ωστόσο, είναι αναγκαίο να ενισχυθεί η πρόληψη και η κοινωνική μέριμνα, προκειμένου να προληφθούν ακραίες καταστάσεις, ακόμα και εγκληματικές ενέργειες. Εξαιρετικά σημαντικό, οικογένειες αλλά και μεμονωμένα άτομα που έχουν τόσο αυξημένες ανάγκες στην καθημερινότητά τους, να γνωρίζουν πού μπορούν να απευθυνθούν ώστε να λάβουν την κατάλληλη καθοδήγηση, υποστήριξη και βοήθεια. Εξίσου αναγκαία η ευαισθητοποίηση του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου και σε αυτό το σημείο η συμβολή των ΜΜΕ είναι καθοριστικής σημασίας, προκειμένου να δοθεί έμφαση στην ενημέρωση για τόσο κρίσιμης σημασίας ζητήματα, υψηλού εγκληματολογικού και ταυτόχρονα κοινωνικού ενδιαφέροντος.

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Παν/μίου Αθηνών – Φιλόλογος. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός και είναι Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Παράλληλα, οργανώνει σεμιναριακά μαθήματα και δίνει διαλέξεις στο αντικείμενο της εξειδίκευσής της «Έγκλημα και Media». Συνεργάστηκε με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει τη συγγραφή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων: «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» & «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ», με Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας κ.Γιάννη Πανούση. Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αντικείμενο «Εγκληματολογία & ΜΜΕ». Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα, την αρθρογραφία και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts