Απεικονίζοντας το εγκληματικό προφίλ των εμπρηστών

της Αγγελικής Καρδαρά.

Στο παρόν άρθρο παρατίθενται ορισμένα  στοιχεία για την απεικόνιση του εγκληματικού προφίλ των εμπρηστών που έχουν παρουσιαστεί και αναλυθεί στο βιβλίο μου “Σκιαγράφηση του ψυχολογικού προφίλ εγκληματιών που απασχόλησαν τα ελληνικά ΜΜΕ (1993-2018)”, εκδόσεις Παπαζήση (2019). Σκέψεις εισαγωγικές: Καθηγητή Γιάννη Πανούση, Προλογικό Σημείωμα: Καθηγητή Χρήστου Τσουραμάνη.

Κατηγοριοποιήσεις του εγκλήματος από το FBI: Το Εθνικό Κέντρο Ανάλυσης Βίαιου Εγκλήματος έχει προβεί στον προσδιορισμό έξι τύπων εμπρησμού με βάση το κίνητρο[1]:

  • Βανδαλισμός
  • Έξαψη ύστερα από την κατανάλωση αλκοόλ ή/ και ουσιών
  • Εκδίκηση
  • Ανθρωποκτονία που καλύπτεται μέσω του εμπρησμού
  • Αποκόμιση κέρδους
  • Εξτρεμιστική ενέργεια

Οι τυπολογίες των εμπρηστών στις οποίες προβαίνει το FBI στηρίζονται, όπως και στις υποθέσεις ανθρωποκτονιών και βιασμών, στην οργανωμένη και ανοργάνωτη εγκληματική δράση. Ειδικότερα, ο εμπρηστής που ανήκει στην πρώτη τυπολογία, έχει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

Συνήθως χρησιμοποιεί επεξεργασμένες εμπρηστικές ουσίες. Φροντίζει ώστε να μην αφήσει αποτυπώματα και άλλα ενοχοποιητικά στοιχεία, αναγνωριστικά της ταυτότητάς του. Είναι πολύ προσεκτικός και υιοθετεί μία μεθοδική προσέγγιση για να επιτύχει τον στόχο του. Έχει νοημοσύνη πάνω από τον μέσο όρο. Χαρακτηρίζεται ως «μη κοινωνικός». Αντιπαθεί τους ανθρώπους.

Όσον αφορά τη δεύτερη τυπολογία του εμπρηστή που δρα ανοργάνωτα, τα κύρια χαρακτηριστικά συνοψίζονται στα εξής σημεία:

  • Χρησιμοποιεί σπίρτα, τσιγάρα ή άλλα εύφλεκτα υλικά, όπως βενζίνη και υγρό αναπτήρα και γενικότερα υλικά που κρατά στο χέρι του για να ανάψει φωτιά.
  • Αφήνει περισσότερα ίχνη πίσω του σε σχέση με τον πρώτο τύπο, όπως αποτυπώματα, δακτυλικά αποτυπώματα κ.λπ.
  • Η εξωτερική του εμφάνιση και τα προσωπικά του αντικείμενα βρίσκονται σε μία χαοτική κατάσταση.
  • Χαρακτηρίζεται ως «ακοινώνητος» ή αλλιώς «κοινωνικά ανεπαρκής».

Ιδιαίτερο ερευνητικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι απόψεις που διατυπώνονται από τον Richard N.Koscis στη μελέτη του με τίτλο Arson:Exploring Motives and Possible Solutions,[2] στην οποία προσδιορίζονται έξι πιθανά κίνητρα για εμπρησμό. Συγκεκριμένα:

  • Κέρδος
  • Εχθρότητα
  • Βανδαλισμός
  • Απόκρυψη εγκλήματος
  • Πολιτικοί στόχοι
  • Ψυχοπαθολογικοί παράγοντες

Να σημειωθεί ότι η σκιαγράφηση των προφίλ βασίζεται συχνά σε υλικό που αντλείται στο πλαίσιο ερευνών από υποθέσεις συλληφθέντων παραβατών. Όπως υποστηρίζει βέβαια ο  Koscis, πρέπει να γίνει εξ αρχής κατανοητό ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά μπορεί σπάνια να εξηγηθεί επαρκώς με κατηγορηματικούς όρους. Κάθε ταξινόμηση των παραβατών περιορίζεται από τους συχνά πολλαπλούς και ετερογενείς παράγοντες που συνήθως λειτουργούν σε οποιαδήποτε περίσταση.

Εν τούτοις, ο Koscis υπογραμμίζει ότι ένα σύστημα ταξινόμησης μπορεί να χρησιμεύσει ως ένας χρήσιμος οδηγός για το φάσμα των πιθανών παραγόντων και εξηγεί ότι βάσει αυτής της λογικής προχώρησε στην παρουσίαση και ανάλυση των έξι κινήτρων, τα οποία στηρίζονται σε μελέτες εμπρησμών που έχουν κυρίως διεξαχθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Αυστραλία.

Ξεκινώντας με το πρώτο κατά Kocsis κίνητρο -αυτό του κέρδους- ο δράστης αποκομίζει κάποιο κέρδος ή επωφελείται από την πρόκληση της πυρκαγιάς. Τα οφέλη ενός εμπρησμού με σκοπό το κέρδος κατηγοριοποιούνται περαιτέρω σε άμεσο και έμμεσο κέρδος.

Ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα του κινήτρου άμεσου κέρδους είναι ότι ο δράστης είναι επίσης «ψευδο-θύμα»/pseudo-victim, παρουσιάζεται δηλαδή σαν να είναι και ο ίδιος θύμα συγκαλύπτοντας την επιθυμία του να καταστρέψει την περιουσία. Ένα παράδειγμα εμπρησμού με κίνητρο άμεσου κέρδους αφορά την περίπτωση όπου ένας ιδιοκτήτης καίει την επιχείρηση του που αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά ζητήματα για να εισπράξει την ασφάλεια. Τα οφέλη που προκύπτουν από ένα κίνητρο άμεσου κέρδους δεν συνεπάγονται απαραιτήτως μόνο δόλιες ασφαλιστικές αξιώσεις, αλλά ενδέχεται να ισοδυναμούν με την ελπίδα μεταφοράς σε καλύτερη στέγαση, που επίσης αποτελεί παράδειγμα κινήτρων άμεσου κέρδους.

Με έμμεσο κίνητρο κέρδους πάλι επιτυγχάνεται κάποιο όφελος μέσω της καταστροφής της περιουσίας, αλλά ο δράστης δεν έχει τυπικά κανένα συμφέρον στην κατεστραμμένη ιδιοκτησία, όπως εξηγεί ο Kocsis. Μία απεικόνιση αυτού του σεναρίου βρίσκουμε στην περίπτωση δύο ανταγωνιστικών μεταξύ τους επιχειρήσεων. Ο ιδιοκτήτης μίας επιχείρησης μπορεί να αποφασίσει να καταστρέψει μία ανταγωνιστική επιχείρηση και μέσω της καταστροφής της να επιτύχει ένα όφελος υπό τη μορφή μειωμένου ανταγωνισμού. Τα κίνητρα έμμεσου κέρδους όμως δεν περιορίζονται αναγκαστικά σε υποθέσεις που περιλαμβάνουν αντιπαλότητα.

Ενδεικτικά παραδείγματα που παρατίθενται από τον Kocsis: ένας αγρότης που καίει γειτονικούς θάμνους για να καταστρέψει την πανίδα, ένας πυροσβέστης σε βάρδια που προκαλεί μόνος του τη φωτιά ακριβώς γιατί πληρώνεται μόνο όταν ανταποκρίνεται σε πυρκαγιά, ή ακόμα ένας επιστάτης που βάζει φωτιά σε ένα σημείο κατά την εργασία για να πληρωθεί υπερωρία προκειμένου να καθαρίσει το μέρος όπου ξέσπασε η φωτιά και τις ζημιές που προκλήθηκαν.

Ως προς το δεύτερο κίνητρο -της εχθρότητας- ο  Kocsis διασαφηνίζει ότι εγκλήματα που διαπράττονται λόγω αισθημάτων μίσους ή εκδίκησης δεν είναι μοναδικά ή εγγενή σε εμπρησμούς. Ωστόσο, αυτά τα συναισθήματα συχνά βρίσκουν έκφραση στην πρόκληση πυρκαγιάς. Παραδείγματα πυρκαγιών που προκαλούνται με βάση αυτό το κίνητρο είναι πολυάριθμα σύμφωνα με τον  Kocsis και μπορεί να περιλαμβάνουν διαμάχες μεταξύ γειτόνων, πρώην φίλων ακόμα και συντρόφων/συζύγων. Το συγκεκριμένο κίνητρο συχνά αποδίδεται ως «εκδίκηση», όπως είδαμε και προηγουμένως.

Ωστόσο κατά τον Kocsis, αυτός ο όρος είναι κάπως ασαφής, καθώς δεν περιγράφει επαρκώς όλους τους ψυχολογικούς παράγοντες που ενδεχομένως λειτουργούν και οδηγούν στον εμπρησμό. Ο όρος «εκδίκηση» υποδηλώνει μία αντιπαλότητα στη σχέση μεταξύ θύματος και δράστη, συνεπώς σε αυτές τις υποθέσεις υφίσταται κάποια σχέση μεταξύ δράστη-θύματος που διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο.

Εν τούτοις, καταγράφονται περιπτώσεις όπου ο εμπρησμός προκαλείται από αισθήματα θυμού ή οργής τα οποία δεν αφορούν αναγκαστικά μία σχέση εκδικητικότητας μεταξύ του δράστη και του πραγματικού στόχου. Άλλωστε, ένα θεμελιώδες δόγμα της ανθρώπινης ψυχολογίας που μπορεί να ερμηνεύσει αυτήν τη σημαντική παράμετρο είναι η έννοια της μετατόπισης/μετάθεσης όπου τα συναισθήματα όπως ο θυμός, βρίσκουν έκφραση σε άσχετα με τον αρχικό στόχο αντικείμενα. Συναισθήματα ή παρορμήσεις, δηλαδή, μεταφέρονται από το αρχικό αντικείμενο (πρόσωπο αντικείμενο ή κατάσταση) σε ένα υποκατάστατο.

Για να καταστεί κατανοητό το παραπάνω, ο Kocsis μας δίνει ένα ενδεικτικό παράδειγμα μετατόπισης: ύστερα από μία διαφωνία υπαλλήλου με τον επιβλέποντά του, ο υπάλληλος μπορεί να αποφύγει να επιτεθεί απευθείας στον επιβλέποντα για να αποφευχθούν τυχόν επιπτώσεις σε βάρος του, αλλά μπορεί να προκαλέσει πυρκαγιά στον δημόσιο χώρο (όπως η κοντινή βλάστηση) για να εκτονώσει την οργή του. Κατά συνέπεια, εδώ ο όρος «εχθρότητα» υιοθετείται με ευρύτερη έννοια για να συμπεριλάβει το ευρύ φάσμα των ψυχολογικών μηχανισμών που συνδέονται με αυτή την κινητήρια δύναμη που οδηγεί στο έγκλημα.

Το τρίτο κίνητρο είναι ο βανδαλισμός, ο οποίος αποτελεί την κακόβουλη καταστροφή ιδιοκτησίας. Κατ’ αναλογία με το κίνητρο της εχθρότητας, δεν αποτελεί εγγενές στοιχείο του εμπρησμού, κατά τον Kocsis. Όπως μάλιστα εξηγεί ο Kocsis πρόκειται για σύνηθες φαινόμενο της παραβατικότητας ανηλίκων που μερικές φορές εκδηλώνεται στη συμπεριφορά τους.  Παραθέτει την ενδεικτική περίπτωση κατά την οποία μία ομάδα νεαρών ατόμων αντί να φτιάχνει γκράφιτι προσπαθεί να τα κάψει από τη στάση ενός λεωφορείου. Οι πυρκαγιές που προκαλούνται με το κίνητρο του βανδαλισμού είναι πιθανώς οι πιο δύσκολες να ερμηνευτούν, δεδομένης της φαινομενικά άσκοπης φύσης τους. Σε αντίθεση με άλλα κίνητρα, δεν υπάρχει συνήθως συνεπής λόγος για τον οποίο οι πυρκαγιές αυτές ξεκινούν πέρα από μια προφανή αδιαφορία των δραστών για τα δικαιώματα των άλλων, πιθανή πίεση από ομάδες ομηλίκων (peer pressure groups), επιθυμία των νέων να ζήσουν στα όρια, πλήξη ή συνδυασμό όλων αυτών των παραγόντων, όπως εμφατικά σημειώνει ο Kocsis.

Όπως υποδηλώνει ο ίδιος ο όρος, το τέταρτο κίνητρο -της απόκρυψης του εγκλήματος- αποσκοπεί στην απόκρυψη ή, πιο συγκεκριμένα, την καταστροφή αποδεικτικών στοιχείων που σχετίζονται με τη διάπραξη άλλου εγκλήματος. Αυτό το κίνητρο εκλαμβάνεται ως μοναδικό, γιατί σε αυτές τις περιπτώσεις ο εμπρησμός είναι το δευτερεύον αποτέλεσμα και όχι ο πρωταρχικός σκοπός. Ένα παράδειγμα θα μπορούσε να είναι η καταστροφή ενός κλεμμένου οχήματος από έναν κλέφτη για να καταστρέψει τα δακτυλικά αποτυπώματα και τα αποδεικτικά στοιχεία του DNA. Στην περίπτωση αυτή ο πρωταρχικός στόχος του δράστη είναι κλοπή, όχι εμπρησμός. Η ανάγκη διάπραξης εμπρησμών είναι μόνον ένας τρόπος με τον οποίο ο δράστης ελπίζει να κρύψει ή να καταστρέψει αποδεικτικά στοιχεία του αρχικού του εγκλήματος.

Ο εμπρησμός που προκαλείται για πολιτικούς λόγους αποτελεί ένα ακόμα παράδειγμα κατά το οποίο η πυρκαγιά χρησιμοποιείται για να εκφράσει κάποιο άλλο συναίσθημα. Στο πλαίσιο αυτό, η πυρκαγιά χρησιμοποιείται για την έκφραση ακραίων και βίαιων διαμαρτυριών. Υπάρχουν πολυάριθμα παραδείγματα εμπρησμού που υποκινούνται από πολιτικούς στόχους και, όπως παρατίθενται στην παραπάνω μελέτη, μπορούν να περιλαμβάνουν: τρομοκρατικές ενέργειες,  πολιτικές διαταραχές λόγω κοινωνικών ή/και ή φυλετικών εντάσεων κ.λπ.  Ένα ενδεικτικό παράδειγμα η πυρκαγιά μίας κλινικής, όπου πραγματοποιούνται αμβλώσεις, από θρησκευτικούς εξτρεμιστές.

Τέλος, το έκτο κίνητρο κατά Koscis αφορά τους πιθανούς ψυχοπαθολογικούς παράγοντες. Όπως αναφέρει ο Koscis, υπάρχουν πολλοί λόγοι για να εξηγηθούν τα πιθανά κίνητρα πίσω από εμπρησμό, κανένα από τα οποία δεν σχετίζεται αναγκαστικά με την ψυχική διαταραχή. Εν συνεχεία, τονίζει ότι είναι αρκετά δύσκολο να προσδιοριστεί η πραγματική συχνότητα της ψυχικής διαταραχής σε άτομα που διαπράττουν εμπρησμό. Παραθέτει μάλιστα μελέτες που καταλήγουν σε διαφορετικές μεταξύ τους διαπιστώσεις: από τη μία πλευρά έχουμε μελέτες σύμφωνα με τις οποίες η  συχνότητα είναι μικρότερη από το 10% (Υπουργείο Δικαιοσύνης των Ηνωμένων Πολιτειών του 1982), σε αντίθεση με άλλες που ισχυρίζονται ότι υπερβαίνει το 60%.

Σύμφωνα με τον Koscis, συνεπώς, η απλή παρουσία ψυχικής διαταραχής σε ένα άτομο δεν ισοδυναμεί αυτόματα με το γεγονός ότι είναι η αιτία της συμπεριφοράς που οδηγεί στον εμπρησμό. Για παράδειγμα, μία οικονομικά αποτυχημένη επιχείρηση που καίγεται από έναν ιδιοκτήτη ο οποίος έχει διαλείπον ιστορικό σχιζοφρένειας θα μπορούσε να συνδέεται στενότερα με κακή απόδοση της επιχείρησης και όχι με την ψυχική διαταραχή και, συνεπώς, με κίνητρο κέρδους. Οι εμπειρικές εξετάσεις των εμπρηστών που έχουν καταγραφεί σε ψυχιατρικά νοσοκομεία έχουν γενικά διαπιστώσει ότι οι συχνότερες διαγνώσεις είναι: η σχιζοφρένεια, οι διαταραχές της προσωπικότητας, οι διάφορες μορφές ψυχικής μειονεξίας, η κατάχρηση ουσιών και οι διαταραχές της διάθεσης.

Συνοψίζοντας, η σκιαγράφηση του εγκληματικού προφίλ των εμπρηστών αποκαλύπτει σημαντικά στοιχεία για το κίνητρο ή τα κίνητρα εγκληματικής δράσης τους και παρουσιάζει, αναμφίβολα, ερευνητικό ενδιαφέρον.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Blackburn, R.  (1993). The Psychology of Criminal Conduct. Liverpool: John Wiley & Sons.

Douglas, J. E., Burgess, Α. W., Burgess, A. G. & Ressler, R. K.  (2013). Crime Classification Manual: The standard system for investigating and classifying violent crimes. 3η έκδ. New Jersey: John Willey & Sons Inc.

Kocsis, R.N., Irwin, H.J. (1997). «An analysis of spatial patterns in serial rape, arson and burglary: The utility of the circle theory of environmental range for psychological profiling». Psychiatry, Psychology and Law. τ. 4.

Kocsis, R.N. (2006). Criminal Profiling: Principles and Practice. Totowa, NJ: Humana Press.

[1] Τα στοιχεία αντλούνται από την παρουσίαση της Sarah Miller, HPC Registered Forensic Psychologist ACPO Behavioural Investigative Advisor, με τίτλο Arson: Understanding the psychological functions of fire-setting που μπορείτε να βρείτε διαδικτυακά εδώ.
Η διαδικτυακή πηγή ανακτήθηκε στις 15-2-2017.

[2] Μπορείτε να διαβάσετε όλη τη μελέτη του Richard N. Kocsis με τίτλο Arson: Exploring Motives and Possible Solutions που δημοσιεύτηκε τον Αύγουστο του 2002 από το Ινστιτούτο Εγκληματολογίας της Αυστραλίας/Australian Institute of Criminology στο t r e n d s & i s s u e s in crime and criminal justice. No 236 και μπορείτε να βρείτε και διαδικτυακά εδώ.
Η διαδικτυακή πηγή ανακτήθηκε στις 15-2-2017. Βλ. επίσης το 9ο Κεφάλαιο Kocsis, R.N. (2006). Criminal Profiling: Principles and Practice. Totowa, NJ: Humana Press, σσ.153-173.

Φωτογραφία ανάρτησης: ΤS@flickr.

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Παν/μίου Αθηνών – Φιλόλογος. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός και είναι Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Παράλληλα, οργανώνει σεμιναριακά μαθήματα και δίνει διαλέξεις στο αντικείμενο της εξειδίκευσής της «Έγκλημα και Media». Συνεργάστηκε με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει τη συγγραφή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων: «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» & «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ», με Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας κ.Γιάννη Πανούση. Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αντικείμενο «Εγκληματολογία & ΜΜΕ». Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα, την αρθρογραφία και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts