Αυτοκτονίες παιδιών και έφηβων: χαρακτηριστικά αυτοκτονικής συμπεριφοράς και τρόποι αποτροπής των αυτοχειριών

της Αγγελικής Καρδαρά.

Η αυτοχειρία συνιστά ένα πολύ σοβαρό ζήτημα, πολυσύνθετο και δύσκολο στην προσέγγισή του. Οι μιντιακές αναφορές πρέπει επίσης να είναι προσεκτικές και ολοκληρωμένες, δεδομένου ότι πρόκειται για ένα πολύ ευαίσθητο ζήτημα που δυστυχώς εξακολουθεί για ένα μέρος της κοινωνίας μας να αποτελεί “θέμα ταμπού”. Σε καμία περίπτωση όμως δεν πρέπει να στιγματίζεται το άτομο ή η οικογένειά του, γιατί η αυτοχειρία συνιστά ένα φαινόμενο που λαμβάνει σημαντικές διαστάσεις, σε ψυχικό, ψυχολογικό, βιολογικό και κοινωνικό επίπεδο, όπως αναλυτικά θα εξετάσουμε ακολούθως.  Άλλωστε είναι αδιανόητο να στιγματίζεται ένα άτομο που χρειάζεται βοήθεια και στήριξη, ώστε να μη φτάσει στην ακραία πράξη απόγνωσης και απελπισίας που συνιστά η αφαίρεση της ίδιας του της ζωής. Το γεγονός ότι η αυτοκτονία μπορεί, σε κάποιες τουλάχιστον περιπτώσεις, να αποτραπεί είναι ένα ελπιδοφόρο μήνυμα και σε αυτό θα ήθελα να δώσουμε βαρύτητα με το παρόν άρθρο. 

Η ενημέρωση (συζητήσεις στα ΜΜΕ με ειδικούς επί του θέματος επιστήμονες, αύξηση των εκστρατειών για την πρόληψη και αποτροπή των αυτοκτονιών, ενημερώσεις στα σχολεία, σεμινάρια σε εκπαιδευτικούς και γονείς) και η ευαισθητοποίηση είναι αναγκαίες, γιατί μπορεί σαφώς ένα άτομο με ισχυρή αυτοκτονική πρόθεση να οδηγηθεί τελικά στην πράξη του, ωστόσο υπάρχουν άτομα που με την κατάλληλη και έγκαιρη παρέμβαση δεν θα οδηγηθούν στην αυτοκτονία και αυτό είναι ένα καίριο σημείο το οποίο πρέπει να κρατήσουμε στο μυαλό μας. Επίσης, υπάρχουν άτομα που, ακόμα κι αν προχωρούν σε απόπειρα αυτοχειρίας, δεν έχουν στην πραγματικότητα την πρόθεση να πεθάνουν αλλά ίσως νιώθουν σε κάποια φάση της ζωής τους ότι έχουν βρεθεί σε ένα οριακό σημείο, σε ένα αδιέξοδο, συνεπώς με την έγκαιρη βοήθεια μπορούν να αποτραπούν από την πράξη. Μάλιστα είναι αξιοσημείωτο ότι ενώ ο αυτοκτονικός ιδεασμός (οι σχετικές με την αυτοκτονία σκέψεις)  μπορεί να είναι σχετικά συχνός, το άτομο δεν θα οδηγηθεί αναγκαστικά στην απόπειρα ή και στην πραγματοποίηση της ιδέας του να αυτοκτονήσει.  Αυτό το στοιχείο είναι εξαιρετικά σημαντικό ως προς την αποτροπή.  

Ας εξετάσουμε όμως πιο αναλυτικά τους σχετικούς με την αυτοκτονία όρους και στη συνέχεια τα επιστημονικά δεδομένα σε διεθνές επίπεδο για το φαινόμενο της αυτοχειρίας, όπως καταγράφονται στη σχετική με το θέμα αρθρογραφία.  

Ο όρος “αυτοκτονικότητα” (suicidality) χαρακτηρίζεται από μία ευρεία φασματική διάσταση. Ειδικότερα, προσδιορίζεται από ένα φάσμα ιδεών και συμπεριφορών που αρχίζει με τον αυτοκτονικό ιδεασμό, προχωρά στον σχεδιασμό της απόπειρας, στη συνέχεια στην απόπειρα αυτοκτονίας, καταλήγοντας στην αυτοκτονία. Το αξιοσημείωτο και θετικό στοιχείο είναι ότι η παραπάνω φασματική διάσταση, ως προς τη συχνότητα της, παρουσιάζει προοδευτικά φθίνουσα πορεία. Αυτό σημαίνει, όπως εξαρχής τονίστηκε, ότι ενώ ο ιδεασμός αυτοκτονίας είναι σχετικά συχνός, η απόπειρα αυτοκτονίας είναι σπανιότερη και η διάπραξη της αυτοκτονίας είναι ακόμα σπανιότερη κατάσταση. 

Επίσης, η «φασματική» διάσταση της αυτοκτονικότητας δεν είναι απαραίτητο να λειτουργεί ως συνεχές. Υπό αυτή την έννοια, ένα άτομο μπορεί να οδηγηθεί στην αυτοκτονία χωρίς να έχει προηγηθεί κάποια απόπειρα ή ένα άτομο μπορεί να έχει πραγματοποιήσει απόπειρες, χωρίς εντούτοις να καταλήξει αυτοκτονώντας. Ωστόσο, πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι οι προηγούμενες απόπειρες, ιδιαίτερα όσες λαμβάνουν έναν πολύ βίαιο χαρακτήρα και καταλήγουν σε σοβαρούς τραυματισμούς, αποτελούν σημαντικότατο παράγοντα κινδύνου για προσεχή αυτοκτονία και κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου τόσο στους ειδικούς επιστήμονες όσο και στις οικογένειες. Συνεπώς,  εάν ένα άτομο αποπειραθεί να δώσει τέλος στη ζωή του,  είναι αναγκαίο να παρακολουθείται από έναν ειδικό και να έχει την ουσιαστική στήριξη των δικών του ανθρώπων.  

Ακολούθως παρουσιάζονται οι ορισμοί όπως προτείνονται στο Columbia Classification Algorithm of Suicide Assessment (C-CASA) :

Αυτοκτονικότητα (suicidality): η «φασματική» διάσταση που περιλαμβάνει όλες τις ιδέες και πράξεις της αυτοκαταστροφικότητας.

Αυτοκτονία (suicide): αυτοπροκαλούμενος θάνατος εκ προθέσεως.

Απόπειρα αυτοκτονίας (suicide attempt): αυτοπροκαλούμενη σωματική βλάβη χωρίς θανατηφόρο έκβαση, συνοδευόμενη από ενδείξεις αυτοκτονικής πρόθεσης.

Αυτοπροκαλούμενη βλάβη (deliberate self-harm): προμελετημένη αυτοπροκαλούμενη επώδυνη αυτοκαταστροφική ή τραυματική ενέργεια, χωρίς πρόθεση για θανατηφόρο έκβαση.

Εκτρωτική απόπειρα αυτοκτονίας (aborted suicide attempt): δυνητικά αυτοκαταστροφική συμπεριφορά με ενδείξεις αυτοκτονικής πρόθεσης που όμως σταμάτησε πριν να προκληθεί σωματική βλάβη.

Αυτοκτονικές προπαρασκευαστικές ενέργειες (suicide preparatory acts): ενέργειες προετοιμασίας για αυτοκαταστροφική πράξη.

Αυτοκτονικός ιδεασμός (suicidal ideation): σκέψεις σχετικές με αυτοκτονία που όμως ποικίλλουν όσον αφορά στον σχεδιασμό της αυτοκαταστροφικής πράξης ή και τον βαθμό της αυτοκτονικής πρόθεσης.

Αυτοκτονική πρόθεση (suicidal intent): υποκειμενική προσδοκία και επιθυμία για μια αυτοκαταστροφική πράξη προκειμένου να καταλήξει σε θάνατο.

Θνησιμότητα της αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς (lethality of suicidal behaviour): αντικειμενικός κίνδυνος για τη ζωή του ατόμου που σχετίζεται με μια αυτοκαταστροφική πράξη ή μέθοδο και που δεν συμπίπτει απαραίτητα με την προσδοκία του για την επικινδυνότητα της πράξης. 

Πρέπει να σημειωθεί όμως ότι έχει ασκηθεί κριτική στις παραπάνω κατηγοριοποιήσεις της αυτοκαταστροφική συμπεριφοράς κυρίως σχετικά με τη χρησιμοποίηση του όρου «αυτοκτονική πρόθεση» (suicidal intention) που δεν μπορεί εύκολα να εκτιμηθεί ποιοτικά, ούτε να μετρηθεί ποσοτικά. Γι’ αυτόν τον λόγο άλλωστε, έχει χαρακτηριστεί από ερευνητές ως ασαφής. Η αυτοκτονική πρόθεση, συχνά δεν είναι αντίστοιχη της σωματικής έκβασης της πράξης. Δηλαδή, υποστηρίζεται, ότι όλοι οι επιζήσαντες μίας απόπειρας δεν επιθυμούσαν να ζήσουν όπως και ότι όλοι οι αυτόχειρες δεν είχαν πραγματική πρόθεση να πεθάνουν. Έτσι, ο O’Carroll et al (1996) προτείνει μια πιο απλή κατηγοριοποίηση με τρεις οντότητες: (α) θανατηφόρος αυτοκτονική συμπεριφορά, (β) μη-θανατηφόρος αυτοκτονική συμπεριφορά με σωματική βλάβη και (γ) μη θανατηφόρος αυτοκτονική συμπεριφορά χωρίς σωματική βλάβη. [1]

Το πρώτο σημείο που πρέπει να τονίσουμε  είναι ότι η αυτοκτονία διαπράττεται συχνότερα από μεγαλύτερα σε ηλικία άτομα. Εξακολουθεί όμως να αποτελεί μία από τις κύριες αιτίες θανάτου στα τέλη της παιδικής ηλικίας και στη διάρκεια της εφηβείας, σε παγκόσμιο επίπεδο. Ειδικότερα η αυτοκτονία, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, είναι η τρίτη κύρια αιτία θανάτου σε άτομα ηλικίας 15-19 ετών.

Το γεγονός αυτό είναι αναμφίβολα πολύ σοβαρό, καθώς οδηγεί στην απώλεια πολλών ζωών νεαρών ατόμων και ταυτόχρονα έχει πολύ αρνητικές κοινωνικοικονομικές επιπτώσεις για κάθε χώρα. Από την οπτική της δημόσιας ψυχικής υγείας, η αυτοκτονία μεταξύ των νέων αποτελεί ένα καίριο ζήτημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί μέσω αποτελεσματικών μέτρων πρόληψης. 

Σύμφωνα με τον ΠΟΥ, σε όλο τον κόσμο, υπολογίζεται ότι περίπου 800.000 άνθρωποι πεθαίνουν λόγω αυτοκτονίας κάθε χρόνο, δηλαδή ένα άτομο κάθε 40 δευτερόλεπτα. Η αυτοκτονία είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο και μπορεί να εμφανιστεί σε όλη τη διάρκεια ζωής ενός ατόμου. Επιπροσθέτως,  υπάρχουν ενδείξεις ότι για κάθε ενήλικο άτομο που πέθανε από αυτοκτονία μπορεί να υπήρχαν περισσότεροι από 20 άλλοι άνθρωποι που αποπειράθηκαν να αυτοκτονήσουν.

Αποτελεσματικές και επιστημονικά τεκμηριωμένες παρεμβάσεις μπορούν να εφαρμοστούν σε επίπεδο πληθυσμού, υποπληθυσμού αλλά και σε επίπεδο ατόμου για την πρόληψη αυτοκτονιών και αποπειρών αυτοκτονίας. Πιο συγκεκριμένα, βάσει καταγεγραμμένων στοιχείων, το ποσοστό θνησιμότητας αυτοκτονίας το 2015 ήταν 10,7 ανά 100.000, που σημαίνει περίπου ένας θάνατος κάθε 20 δευτερόλεπτα. Η αυτοκτονία αντιπροσωπεύει το 1,4% όλων των θανάτων και είναι η 15η κύρια αιτία θανάτου παγκοσμίως.

Σε σχέση με το φύλο, πολλοί περισσότεροι άντρες από γυναίκες πεθαίνουν από αυτοκτονία. Η αναλογία μεταξύ ανδρών και γυναικών κυμαίνεται μεταξύ 4 προς 1 (Ευρώπη και Αμερική) και 1,5 προς 1 (περιοχή Ανατολικής Μεσογείου και Δυτικού Ειρηνικού).

Ωστόσο, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι ο ακριβής αριθμός των θανάτων από αυτοχειρία δεν είναι γνωστός, καθώς υπάρχει το ενδεχόμενο θάνατοι από αυτοχειρία να αποδοθούν σε φυσικά ή αλλά αίτια, για μία σειρά λόγων,  όπως ότι δεν είναι πάντα εύκολα να εξακριβωθεί εάν ο θάνατος ήταν αποτέλεσμα αυτοχειρίας, επίσης ο φόβος στιγματισμού δύναται να οδηγήσει στη συγκάλυψη της αυτοκτονίας και σε προσπάθεια απόδοσής της σε άλλα αίτια κ.λπ.

Όσον αφορά τις απόπειρες ανθρωποκτονίας είναι πολύ συχνότερες και εκτιμάται ότι είναι περίπου 10-20 φορές συχνότερες από την αυτοκτονία. Ο εκτιμώμενος παγκόσμιος ετήσιος επιπολασμός των αυτοαναφερόμενων προσπαθειών αυτοκτονίας είναι περίπου 3 ανά 1.000 ενήλικες. Περίπου το 2,5% του πληθυσμού έχει επιχειρήσει τουλάχιστον μία απόπειρα αυτοκτονίας κατά τη διάρκεια της ζωής του.

Τα ποσοστά αυτοκτονιών ποικίλλουν σημαντικά μεταξύ των χωρών. Περίπου το 80% όλων των αυτοκτονιών συμβαίνουν σε χώρες με χαμηλό και μεσαίο εισόδημα.

Τα ποσοστά θνησιμότητας αυτοκτονιών κυμαίνονται από 15,6 ανά 100.000 κατοίκους στη Νοτιοανατολική Ασία έως 5,6 ανά 100.000 στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Η Ευρώπη έχει ένα μέσο ποσοστό θνησιμότητας αυτοκτονίας 14,1 ανά 100.000, πολύ πάνω από τον παγκόσμιο μέσο όρο των 10,7 ανά 100.000. Υπάρχει μεγάλη διακύμανση μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών, από περίπου 3,3 ανά 100.000 στο Αζερμπαϊτζάν έως δεκαπλάσιο του αριθμού αυτού, 32,7 ανά 100.000, στη Λιθουανία. Σε γενικές γραμμές, οι χώρες της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης έχουν το υψηλότερο ποσοστό θνησιμότητας από αυτοκτονίες, οι χώρες της Δυτικής και της Βόρειας Ευρώπης βρίσκονται γύρω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και οι χώρες της Μεσογείου έχουν τα χαμηλότερα ποσοστά.

Από την άλλη πλευρά δεν υπάρχουν επίσημα στοιχεία για τις μη θανατηφόρες αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές. Σύμφωνα με τον ΠΟΥ,  μόνο το 25% των ανθρώπων που αποπειρώνται να αυτοκτονήσουν αναζητούν ιατρική βοήθεια μετά την απόπειρα, με αποτέλεσμα αφενός οι περισσότερες απόπειρες να μην καταγράφονται, αφετέρου εκείνοι που τις πραγματοποίησαν να μη λαμβάνουν τη βοήθεια που έχουν ανάγκη. Αυτό το στοιχείο είναι εξαιρετικά σημαντικό και πρέπει να το τονίσουμε,  διότι εάν εάν άτομο, μετά την απόπειρα, δεν λάβει την κατάλληλη επιστημονική βοήθεια και δεν υποστηριχτεί ουσιαστικά από τους οικείους του,  βρίσκεται σε κίνδυνο. Εάν μάλιστα λάβουμε υπ’ όψιν μας το επιστημονικό δεδομένο ότι οι απόπειρες αυτοκτονίας,  ιδίως οι πολύ σοβαρές και βίαιες,  είναι ένα δυνατό “καμπανάκι κινδύνου” για μελλοντική απόπειρα, αντιλαμβανόμαστε το πόσο σοβαρό είναι το ζήτημα της μη παροχής βοήθειας στο άτομο που ήδη έχει αποπειραθεί να δώσει τέλος στη ζωή του.

Όσον αφορά την Ελλάδα, ο δείκτης αυτοκτονιών είναι από τους χαμηλότερους στην Ευρώπη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το πρόβλημα δεν μας αφορά ή ότι δεν είναι σοβαρό. Το αντίθετο. Υπολογίζεται ότι 300 με 400 αυτοκτονίες καταγράφονται κάθε χρόνο στη χώρα μας. Σύμφωνα με στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδας, το έτος 2007, 328 άνθρωποι πέθαναν αυτοκτονώντας, από τους οποίους οι 268 ήταν άντρες. Ο αριθμός των αυτοκτονιών ήταν 2 με 3 φορές μεγαλύτερος από τον αριθμό των ανθρωποκτονιών που πραγματοποιήθηκαν στη χώρα μας. Βλ. επίσης Στατιστικά στοιχεία για τη χώρα μας τα τελευταία έτη: http://suicide-help.gr/statistika/

Όσον αφορά το προφίλ των αυτοχείρων στην Ελλάδα, όπως επισημαίνει το Παρατηρητήριο Αυτοκτονιών του Κέντρου Ημέρας για την Πρόληψη της Αυτοκτονίας  της ΜΚΟ «Κλίμακα» κατά τα έτη 2017, 2018 και μέχρι τις 31/8/2019 και καταγράφεται στον Τύπο:

  • Ο αριθμός των αυτοκτονιών παρουσιάζει μία σταθερή αυξητική τάση.
  • Η πλειοψηφία των αυτοχείρων ήταν άνδρες.
  • Άτομα ηλικίας 60-64 και 80 ετών και άνω σημειώνουν τα μεγαλύτερα ποσοστά αυτοκτονιών και ακολουθούν τα άτομα παραγωγικής ηλικίας που ανήκουν στις ηλικιακές ομάδες των 45 – 49 και 50 – 59.
  • Οι περιφέρειες με το υψηλότερο ποσοστό θνησιμότητας από αυτοκτονία είναι η Κρήτη,  η Θεσσαλία και η Αττική.
  • Η πιο συχνή μέθοδος αυτοκτονίας κατά την τελευταία τριετία παραμένει ο απαγχονισμός.
  • Η  χρονική περίοδος κατά την οποία σημειώθηκαν τα υψηλότερα ποσοστά αυτοκτονιών είναι κατά τους ανοιξιάτικους και καλοκαιρινούς μήνες. (Μάρτιος έως Αύγουστος).

Ως προς το ηλικιακό φάσμα,  πρέπει να σημειωθεί ότι η αυτοκτονία είναι ένα φαινόμενο που δυστυχώς αφορά όλες τις ηλικιακές ομάδες του πληθυσμού, αλλά παγκοσμίως, τα ποσοστά αυξάνονται με την αύξηση της ηλικίας. Σε όλες σχεδόν τις περιοχές του κόσμου, τα υψηλότερα ποσοστά εντοπίζονται μεταξύ των ηλικιωμένων ατόμων άνω των 80 ετών (60,1 ανά 100.000 άνδρες και 27,8 ανά 100.000 γυναίκες), 70–79 ετών (42,2 και 18,7 αντίστοιχα) και 60–69 ετών (28,2 και 12.4 αντίστοιχα). Αυτό σημαίνει ότι αξίζει να δοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα και στις ανάγκες των ατόμων της τρίτης ηλικίας που φτάνουν σε αυτό το ακραίο σημείο να αφαιρέσουν τη ζωή τους. Αναγκαίο να υπάρξει μεγαλύτερη κοινωνική ευαισθησία από όλα τα ενεργά μέλη της κοινωνίας για την τρίτη ηλικία και βέβαια κοινωνική μέριμνα που θα διασφαλίζει μία αξιοπρεπή διαβίωση.

Στα νεότερα άτομα, αυτά τα στοιχεία είναι πολύ χαμηλότερα: 15,3 και 11,2 ανά 100.000 άνδρες και γυναίκες ηλικίας μεταξύ 15–29 ετών και 0,9 και 1,0 ανά 100.000 για την ηλικιακή κατηγορία 5–14 ετών. Στην Ευρώπη παρατηρείται η ίδια τάση, με τα ποσοστά να μειώνονται από 53,2 και 14,0 ανά 100.000 άνδρες και γυναίκες ηλικίας 80+ σε 19,9 και 4,2 αντίστοιχα ανά 100.000 για την ηλικιακή κατηγορία 15–29 ετών και 1,0 και 0,4 για την ηλικιακή κατηγορία 5–14 έτη.

Ένα σημαντικό επίσης επιστημονικό δεδομένο είναι ότι η αυτοκτονία δεν συμβαίνει μόνο σε χώρες με υψηλό εισόδημα, αλλά είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο σε όλες τις περιοχές του κόσμου. Στην πραγματικότητα, πάνω από το 79% των παγκόσμιων αυτοκτονιών σημειώθηκαν σε χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος το έτος 2016.

H αυτοκτονία είναι ένα σοβαρό πρόβλημα δημόσιας υγείας. Ωστόσο, οι αυτοκτονίες μπορούν να αποφευχθούν με έγκαιρες παρεμβάσεις και συχνά χαμηλού κόστους. Για να είναι αποτελεσματικές οι εθνικές αντιδράσεις, απαιτείται μία ολοκληρωμένη πολυτομεακή στρατηγική πρόληψης αυτοκτονιών.

Αυτό που επισημαίνεται στη σχετική με το θέμα αρθρογραφία είναι ότι, αν και δεν υπάρχει αποτελεσματικός αλγόριθμος για την πρόβλεψη αυτοκτονίας στην κλινική πρακτική, η βελτιωμένη αναγνώριση και κατανόηση κλινικών, ψυχολογικών, κοινωνιολογικών και βιολογικών παραγόντων, μπορούν να διευκολύνουν την ανίχνευση ατόμων υψηλού κινδύνου και να βοηθήσουν στην επιλογή της θεραπείας. Υποστηρίζεται ότι οι ψυχοθεραπευτικές, φαρμακολογικές ή νευροδιαμορφωτικές θεραπείες ψυχικών διαταραχών μπορούν να αποτρέψουν την αυτοκτονία. Επιπλέον, η τακτική παρακολούθηση των αποπειρών αυτοκτονίας από υπηρεσίες ψυχικής υγείας είναι το κλειδί για την αποτροπή. Ασφαλώς, ο σχεδιασμός από την οργανωμένη Πολιτεία πρέπει να είναι προσεκτικός και πάντα με προτεραιότητα στα δικαιώματα του ατόμου.

Παρά τα χαμηλότερα ποσοστά αυτοκτονίας μεταξύ των νεότερων ηλικιακών ομάδων, η αυτοκτονία είναι η δεύτερη κύρια αιτία θανάτου μεταξύ των ηλικιών 15-29 ετών παγκοσμίως. Επίσης στην Ευρώπη, όπου τα ποσοστά αυτοκτονίας των νέων τείνουν να μειώνονται, η αυτοκτονία κατατάσσεται ως η δεύτερη συχνότερη αιτία θανάτου στην ηλικιακή ομάδα 10-19 ετών. Είναι ακόμα η πιο συχνή αιτία θανάτου για γυναίκες ηλικίας 15-19 ετών (6,15 ανά 100.000). Οι θάνατοι από αυτοκτονίες αντιστοιχούν περίπου στο ένα πέμπτο όλων των θανάτων μεταξύ των ευρωπαίων μεγαλύτερων εφήβων και νέων ενηλίκων μαζί (15-29 ετών), που αντιπροσωπεύουν περίπου 24.000 θανάτους κάθε χρόνο. 

Στη σχετική με το θέμα βιβλιογραφία οι αυτοκτονίες παιδιών και νέων αφορούν κατά κύριο λόγο παιδιά σχολικής ηλικίας (7-12 ετών) και έφηβους (13–20 ετών). Πιο συγκεκριμένα (και αυτό θα έλεγα ότι πρέπει να είναι ένα σημαντικό μήνυμα και από τα ΜΜΕ) είναι αναγκαίο να δίνεται μεγάλη προσοχή από γονείς,  εκπαιδευτικούς αλλά και από τον οργανωμένη Πολιτεία με συγκεκριμένα μέτρα πρόληψης, στην περίοδο της εφηβείας, καθώς αυτή  χαρακτηρίζεται από καθοριστικές για τη ζωή του έφηβου αλλαγές, από έντονη κινητικότητα, μεταβάσεις από τη μία κατάσταση στην άλλη, σε διάφορους μάλιστα  τομείς ταυτόχρονα. Οι νέοι καλούνται να λάβουν αποφάσεις σχετικά με νευραλγικούς τομείς της ζωής τους, καθοριστικούς σε πολλές περιπτώσεις για την πορεία ζωής τους και για το μέλλον τους, όπως επίσης να αντιμετωπίσουν νέες προκλήσεις όσον αφορά την οικοδόμηση της ταυτότητάς τους, την ανάπτυξη αυτοεκτίμησης, την απόκτηση αυξανόμενης ανεξαρτησίας και ευθύνης, τη δημιουργία νέων διαπροσωπικών σχέσεων. Σε πολλές επίσης περιπτώσεις νιώθουν ότι έρχονται αντιμέτωποι με τις υψηλές προσδοκίες, πολύ υψηλότερες από αυτές που μπορούν να αντέξουν, από σημαντικά πρόσωπα του περιβάλλοντός τους, γονείς, άλλους συγγενείς, εκπαιδευτικούς κ.λπ. Παράλληλα υπόκεινται σε συνεχείς σωματικές και ψυχολογικές αλλαγές. Όλα αυτά τα στοιχεία πρέπει να αξιολογούνται, με υπευθυνότητα, από γονείς και εκπαιδευτικούς προκειμένου να μην ασκούν υπέρμετρες πιέσεις στα παιδιά και να αφουγκράζονται τις ανάγκες τους, ώστε να συζητήσουν μαζί τους με τρόπο εποικοδομητικό, προσφέροντάς τους την κατάλληλη καθοδήγηση και υποστήριξη που κάθε έφηβος χρειάζεται. Ακόμα κι ο έφηβος που δεν την ζητά λεκτικά, με τον δικό του τρόπο (ακόμα και με τη σιωπή του, την απόσυρση ή/και αποστασιοποίηση από πρόσωπα και καταστάσεις) εκφράζει την ανάγκη του για επικοινωνία.

Συνοπτικά, η εφηβεία είναι αναμφίβολα μία κρίσιμη για τη ζωή κάθε ατόμου περίοδο και απαιτείται μία αυξημένη προσοχή και ταυτόχρονα κοινωνική ευαισθησία προκειμένου η κάθε έφηβη και ο κάθε έφηβος να αισθάνονται ασφαλείς στο σπίτι, στο σχολείο, στη γειτονιά,  στην τοπική κοινωνία. Να γνωρίζουν ότι μπορούν να επικοινωνήσουν και να ζητήσουν βοήθεια για κάθε πρόβλημα που θα αντιμετωπίσουν, το οποίο στο δικό τους μυαλό λόγω ηλικίας και εξαιτίας όλων των κομβικών αλλαγών που υφίστανται στην περίοδο της εφηβείας  μπορεί να φαντάζει ανυπέρβλητο και να τους οδηγήσει σε ακραίες σκέψεις ή/ και πράξεις.  Γι’ αυτό κρίνω σκόπιμο να επιμένουμε στο εξής, ξεκινώντας από το εκπαιδευτικό μας σύστημα και τον θετικό ρόλο που μπορεί να ασκήσει στις ψυχές των νέων: προτεραιότητα κάθε εκπαιδευτικού συστήματος πρέπει να είναι η διασφάλιση της ψυχικής υγείας του μαθητικού πληθυσμού και οι έγκαιρες παρεμβάσεις σε παιδιά που χρειάζονται βοήθεια και με τρόπο άμεσο ή έμμεσο “κραυγάζουν” για βοήθεια. Το να μην “ακούνε”, να μην αφουγκράζονται αυτές τις “κραυγές” οι ενήλικοι (γονείς εκπαιδευτικοί,  αρμόδιοι χάραξης εκπαιδευτικής πολιτικής και πολιτικών προστασίας της ανηλικότητας) μπορεί να αποβεί μοιραίο για έναν νέο/ μία νέα που νιώθει ότι έχει βρεθεί σε ένα αδιέξοδο και χρειάζεται επειγόντως βοήθεια και στήριξη.  

Ένα μεγάλο κεφάλαιο αφορά ασφαλώς τους παράγοντες κινδύνου/risk factors για ένα παιδί και έφηβο που συνοψίζονται από τους ειδικούς στους ακόλουθους:

Ψυχικές διαταραχές: Οι περισσότερες μελέτες συμφωνούν ότι η αυτοκτονία συνδέεται στενά με ψυχικές διαταραχές. Περίπου το 90% των ανθρώπων που αυτοκτονούν είχαν νοσήσει από τουλάχιστον μία ψυχική διαταραχή. Οι ψυχικές διαταραχές θεωρείται ότι συμβάλλουν μεταξύ 47 και 74% στον κίνδυνο αυτοκτονίας. Η συναισθηματική διαταραχή είναι η διαταραχή που απαντάται συχνότερα σε αυτό το πλαίσιο. Η κατάθλιψη εντοπίστηκε στο 50-65% των περιπτώσεων αυτοκτονίας, συχνότερα μεταξύ των γυναικών σε σχέση με τους άνδρες. Η κατάχρηση ουσιών, και πιο συγκεκριμένα η κατάχρηση αλκοόλ, συνδέεται επίσης στενά με τον κίνδυνο αυτοκτονίας, ειδικά σε μεγαλύτερους εφήβους και άνδρες. Μεταξύ 30-40% των ανθρώπων που πέθαναν από αυτοκτονία είχαν διαταραχές προσωπικότητας, όπως οριακή ή αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας. Η αυτοκτονία είναι συχνά η αιτία θανάτου σε νέους με διατροφικές διαταραχές, ιδίως νευρική ανορεξία, καθώς και σε άτομα με σχιζοφρένεια, αν και η σχιζοφρένεια ευθύνεται για πολύ λίγες από όλες τις αυτοκτονίες των νέων. Τέλος, εντοπίστηκαν συσχετισμοί μεταξύ αυτοκτονιών και διαταραχών άγχους, αλλά είναι δύσκολο να εκτιμηθεί η επίδραση των διαταραχών της διάθεσης και της κατάχρησης ουσιών που συχνά εμφανίζονται επίσης σε αυτές τις περιπτώσεις. Γενικά Θεωρείται ότι η συν-νοσηρότητα των ψυχικών διαταραχών αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο αυτοκτονίας. Η δέ ύπαρξη ψυχικής διαταραχής σε συνδυασμό με την κατάχρηση ουσιών αυξάνει ακόμα περισσότερο τον κίνδυνο.

Προηγούμενες απόπειρες αυτοκτονίας: Πολλές μελέτες εντοπίζουν μία ισχυρή σχέση μεταξύ προηγούμενων προσπαθειών αυτοκτονίας ή ιστορικού αυτοτραυματισμού και αυτοκτονίας. Περίπου το 25-33% όλων των περιπτώσεων αυτοκτονίας προηγήθηκαν μίας προηγούμενης απόπειρας αυτοκτονίας, ένα φαινόμενο που είναι πιο διαδεδομένο στα αγόρια από τα κορίτσια. Η έρευνα έχει δείξει ότι τα αγόρια με προηγούμενη απόπειρα αυτοκτονίας έχουν 30 φορές αύξηση του κινδύνου αυτοκτονίας σε σύγκριση με τα αγόρια που δεν έχουν επιχειρήσει αυτοκτονία. Τα κορίτσια με προηγούμενες απόπειρες αυτοκτονίας έχουν τριπλάσια αύξηση στον κίνδυνο αυτοκτονίας. Σε μελέτες διαπιστώθηκε ότι 1-6% των ανθρώπων που επιχειρούν αυτοκτονία πεθαίνουν από αυτοκτονία τον πρώτο χρόνο.

Χαρακτηριστικά προσωπικότητας: Η αυτοκτονία σχετίζεται με παρορμητικότητα. Αν και ο σχεδιασμός αυτοκτονίας μπορεί να διαρκέσει εβδομάδες, μήνες ή και χρόνια, η μοιραία μετάβαση από τον αυτοκτονικό ιδεασμό και τις απόπειρες αυτοκτονίας στη διάπραξη της αυτοκτονίας συμβαίνει συχνά ξαφνικά, απροσδόκητα και παρορμητικά, ειδικά μεταξύ των εφήβων. Οι δυσκολίες στη διαχείριση των έντονων, συχνά αντικρουόμενων συναισθημάτων και διακυμάνσεων της διάθεσης του εφήβου είναι ένας άλλος παράγοντας κινδύνου για αυτοκτονία των νέων και πιθανώς εν μέρει αυτή η δυσκολία διαχείρισης συναισθημάτων  οφείλεται και σε βιο-νευρολογικούς παράγοντες. Επίσης, βάσει μελετών  διαπιστώθηκε ότι νέοι που αυτοκτόνησαν είχαν λιγότερες δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων από τους συνομηλίκους τους. Η συμπεριφορά τους χαρακτηριζόταν από μία μάλλον παθητική στάση, περιμένοντας κάποιον άλλον να λύσει τα προβλήματά τους από τα πιο απλά μέχρι τα πιο περίπλοκα και σύνθετα πρόβληματά τους. Αυτή η αδυναμία επίλυσης προβλημάτων συνδέεται και με μία “άκαμπτη διαδικασία σκέψης” που συναντάται συχνά σε αυτούς τους νέους. Με αυτόν τον τρόπο σκέψης, που ονομάζεται επίσης «σκέψη διχοτομίας», οι άνθρωποι βιώνουν γεγονότα και εκφράζουν τις εμπειρίες τους ως εντελώς «μαύρες» ή «άσπρες», δηλαδή εντελώς καλές ή εντελώς κακές, με λίγο χώρο για απόχρωση και διαβάθμιση. Αυτό εξηγεί επίσης την αυτο-εικόνα τους. Αυτή η ανικανότητα στην επίλυση προβλημάτων και στη ρύθμιση της διάθεσης συχνά προκαλεί ανασφάλεια, χαμηλή αυτο-αποτελεσματικότητα και αυτοεκτίμηση, αλλά μπορεί επίσης να οδηγήσει σε θυμό και επιθετική συμπεριφορά, συναισθηματική κρίση και κρίση αυτοκτονίας, ειδικά σε συνδυασμό με τελειομανείς προσωπικότητες.

Οικογενειακοί παράγοντες: Μία από τις σημαντικότερες πηγές υποστήριξης για την αντιμετώπιση των πολλών προκλήσεων με τις οποίες έρχονται αντιμέτωποι παιδιά και έφηβοι είναι το οικογενειακό πλαίσιο στο οποίο οι νέοι ζουν ή έχουν μεγαλώσει. Αρκετοί παράγοντες κινδύνου σχετικά με την οικογενειακή δομή και διαδικασίες έχουν συνδεθεί με συμπεριφορά αυτοκτονίας σε πολλές μελέτες. Ειδικότερα, εκτιμάται ότι στο 50% των περιπτώσεων αυτοκτονίας των νέων, εμπλέκονται οικογενειακοί παράγοντες. Ένας σημαντικός παράγοντας είναι το ιστορικό ψυχικών διαταραχών μεταξύ των ίδιων των μελών της οικογένειας, ιδιαίτερα της κατάθλιψης και της κατάχρησης ουσιών. Δεν είναι σαφές εάν αυτές οι διαταραχές επηρεάζουν άμεσα την αυτοκτονική συμπεριφορά του παιδιού, ή μάλλον το κάνουν έμμεσα, μέσω ψυχικών διαταραχών που προκαλούνται στο παιδί ως αποτέλεσμα αυτού του οικογενειακού πλαισίου. Οι ερευνητές βρήκαν επίσης μία αυξημένη παρουσία αυτοκτονικής συμπεριφοράς μεταξύ των μελών της οικογένειας των νέων που έχουν αυτοκτονήσει. Έχει γίνει πολλή συζήτηση σχετικά με τους μηχανισμούς πίσω από αυτό το εύρημα. Μπορεί σίγουρα να υπάρχει ένα είδος μίμησης συμπεριφοράς στο παιδί, αλλά οι μελέτες σε παιδιά που έχουν υιοθετηθεί αναφέρουν μεγαλύτερη συνάφεια αυτοκτονικής συμπεριφοράς με βιολογικούς συγγενείς σε σχέση με όσους έχουν υιοθετήσει, στοιχείο που οδηγεί περισσότερο σε μία γενετική εξήγηση. Το τελευταίο είναι επίσης σύμφωνο με το γεγονός ότι μερικές φορές η αυτοκτονική συμπεριφορά των γονέων συνέβη στο παρελθόν, χωρίς να το γνωρίζει το παιδί. Πιθανώς η γενετική και η μίμηση διαδραματίζουν και οι δύο ον δικό τους ρόλο. Η κακή επικοινωνία στην οικογένεια εντοπίζεται επίσης σε πολλές περιπτώσεις αυτοκτονίας, όχι μόνο με το παιδί ή για τα προβλήματα του παιδιού, αλλά γενικά μεταξύ των μελών της οικογένειας. Οι άμεσες συγκρούσεις με τους γονείς έχουν μεγάλο αντίκτυπο, αλλά και η απουσία επικοινωνίας και η παραμέληση των αναγκών επικοινωνίας. Επιπλέον, η βία στο σπίτι φαίνεται συχνά να καταγράφεται σε υποθέσεις αυτοχειρίας. Το διαζύγιο των γονέων, που σίγουρα προβληματίζει εντόνως πολλούς γονείς ειδικά στη σύγχρονη εποχή όπου καταγράφεται αύξηση του αριθμου των διαζυγίων,  συνδέεται μόνον ασθενώς με την αυτοκτονία των εμπλεκόμενων παιδιών και αυτή η σχέση πιθανώς συνδέεται με τις κοινωνικοοικονομικές συνέπειες της διαβίωσης σε μια μονογονεϊκή οικογένεια. Αυτό είναι ένα σημαντικό στοιχείο που μας δείχνει ότι οι διαζευγμένοι γονείς δεν πρέπει να νιώθουν ενοχές από τη στιγμή που έχουν μία καλή και ουσιαστική επικοινωνία με τα παιδιά τους, παραμερίζοντας τα προσωπικά προβλήματά τους και τις όποιες διαφωνίες τους και θέτοντας πάνω από τον δικό τους εγωισμό το καλό των παιδιών. 

Συγκεκριμένα καθοριστικά γεγονότα στη ζωή ενός παιδιού και έφηβου: συγκεκριμένα συνταρακτικά γεγονότα που θεωρούνται καθοριστικά για τη ζωή του έφηβου μπορούν να παίξουν τον δικό τους αρνητικό ρόλο, όπως η διάλυση σχέσεων, ο θάνατος φίλων και η απόρριψη από συνομηλίκους, μπορούν να έχουν μεγάλο αντίκτυπο στην ψυχή τους και εντοπίζονται στο ένα πέμπτο των περιπτώσεων αυτοκτονίας των νέων. Σχολικά προβλήματα και ακαδημαϊκό στρες εντοπίζονται στο 14% των περιπτώσεων αυτοκτονίας. Οι νέοι που εγκαταλείπουν τις σχολικές τους σπουδές και δεν εργάζονται θεωρείται, επίσης,  ότι διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο αυτοκτονίας. Γι’ αυτό, όπως τονίζω σε πολλά άρθρα μου,  είναι αναγκαίο το σχολείο να γίνει μία μεγάλη “αγκαλιά” για όλα τα παιδιά, ώστε να το κρατήσει στους κόλπους του, για ένα παιδί που θα εγκαταλείψει πρώιμα τις σχολικές του σπουδές και ειδικά εάν δεν έχει την υποστήριξη του οικογενειακού του περιβάλλοντος μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπο με πολλούς και σοβαρούς κινδύνους. Σε σχέση με τους μαθητές, η αυτοκτονία μπορεί να λάβει χώρα μετά από μία περίοδο απουσίας από το σχολείο, ειδικά για νέους ηλικίας κάτω των 15 ετών. Οι οξείες συγκρούσεις με τους γονείς  προηγούνται του 40% των περιπτώσεων αυτοκτονίας. Άλλα συγκεκριμένα στρεσογόνα γεγονότα που σχετίζονται με την αυτοκτονία είναι ο εκφοβισμός, ο εκφοβισμός στον κυβερνοχώρο, η ψυχική και σωματική / σεξουαλική κακοποίηση και πειθαρχικό πρόβλημα, π.χ. με την αστυνομία, το οποίο απαντάται πιο συχνά σε περιπτώσεις αυτοκτονίας με διαταραχές κατάχρησης ουσιών.

Μίμηση: Η μίμηση που μπορεί να οδηγήσει και στις χαρακτηριζόμενες συστάδες ή συμπλέγματα (clusters) αυτοκτονιών, δηλαδή πολλαπλές αυτοκτονίες που λαμβάνουν χώρα εντός συγκεκριμένου χρονικού πλαισίου και ενίοτε εντός συγκεκριμένου γεωγραφικού χώρου. Τα συμπλέγματα αυτοκτονιών που εμφανίζονται σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα και άσχετα από τον γεωγραφικό εντοπισμό  μπορούν,  για παράδειγμα, να εκκινούν από την προβολή αυτοκτονιών διάσημων προσώπων στα ΜΜΕ.  Στη δεύτερη περίπτωση όπου οι συστάδες  χαρακτηρίζονται από χρονική και γεωγραφική εγγύτητα  μπορεί να αφορούν πολλαπλές αυτοκτονίες εντός ιδρυμάτων, νοσηλευτικών, σωφρονιστικών κ.λπ. εντός συγκριμένων κοινοτήτων, υποομάδων ή γεωγραφικών περιοχών.

Διαθεσιμότητα μέσων/πρόσβαση στα μέσα διάπραξης της αυτοχειρίας: Πολύ σημαντική διάσταση του θέματος, στην οποία οφείλουμε να επιμένουμε και στα ΜΜΕ, αφορά το γεγονός ότι οι άνθρωποι που σκέφτονται την αυτοκτονία είναι συνήθως αμφίσημοι για αυτήν την απόφαση. Η μετάβαση από  αυτοκτονικό ιδεασμό στην πράξη της αυτοκτονίας συμβαίνει, όπως είδαμε και προηγουμένως,  συχνά παρορμητικά ως αντίδραση σε οξείες ψυχοκοινωνικές πιέσεις, ειδικά μεταξύ των νέων. Συνεπώς, σε αυτές τις περιπτώσεις η διαθεσιμότητα μέσων, το να έχει δηλαδή το παιδί και ο έφηβος εύκολη πρόσβαση μέσα στο ίδιο του το σπίτι σε ένα όπλο για παράδειγμα, μπορεί να είναι ζωτικής σημασίας για αυτήν τη μετάβαση (από τη σκέψη στην πράξη) εκείνη τη στιγμή και για τη συγκεκριμένη φορτισμένη κατάσταση που βιώνει και μάλιστα η επιλεγμένη μέθοδος μπορεί να καθορίσει τη θνησιμότητα των αυτοχείρων. Γι’ αυτό είναι σκόπιμο να υπάρχει μία σχετική πρόβλεψη από τις οικογένειες για τα μέσα στα οποία τα παιδιά τους έχουν πρόσβαση όταν βρίσκονται μόνα στο σπίτι, ιδίως εάν έχουν εκφράσει αυτοκτονικές σκέψεις ή έχουν στο παρελθόν κάνει απόπειρα αυτοχειρίας.

Η αυτοκτονική συμπεριφορά σε παιδιά, έφηβους και νέους, παρουσιάζει ορισμένα «χαρακτηριστικά γνωρίσματα» που θα ήταν σκόπιμο να καταγράψουμε. Πρώτον, αυτοκτονίες και απόπειρες αυτοκτονιών σημειώνονται σε όλα τα κοινωνικο-οικονομικά στρώματα. Δεύτερον, όσον αφορά το φύλο, αν και υπερτερούν αριθμητικά τα κορίτσια στις απόπειρες αυτοκτονίας, το ποσοστό των αυτοκτονιών είναι μεγαλύτερο στα αγόρια.

Ειδικότερα, οι αυτοκτονίες έχουν μεγαλύτερη συχνότητα στα αγόρια και στους άνδρες μεταξύ 15 και 24 ετών. Τρίτον, κατά τη διάρκεια της εφηβείας παρατηρούνται πολύ συχνά τα χαρακτηριζόμενα «αυτοκτονικά ισοδύναμα», δηλαδή μορφές συμπεριφοράς που θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή και σωματική ακεραιότητα του εφήβου χωρίς όμως να υπάρχει συνειδητή επιθυμία θανάτου. Ενδεικτικό παράδειγμα είναι η επικίνδυνη οδήγηση μηχανής, η οδήγηση χωρίς δίπλωμα ή υπό την επήρεια αλκοόλ ή/και ουσιών, η κατάχρηση αλκοόλ ή/και ουσιών κ.λπ.

Είναι σημαντικό επίσης να υπογραμμισθεί ότι γεγονότα που συνοδεύονται από έντονο στρες δύναται σε ορισμένες περιπτώσεις να λειτουργήσουν ως επιβαρυντικοί παράγοντες. Τέτοιου είδους γεγονότα μπορεί να είναι:


Ο θάνατος αγαπημένου προσώπου.
• Το οξύτατα οικογενειακά προβλήματα.
• Η μετανάστευση.
• Η σχολική «αποτυχία» ή για να είμαστε ακόμα πιο ακριβείς το αίσθημα αποτυχίας στο σχολείο που συχνά διακατέχει τον έφηβο και εδώ επιμένω ότι ο ρόλος του σχολείου και του εκπαιδευτικού είναι καθοριστικός στο να νιώσει κάθε παιδί ότι έχει τον δικό του χώρο στο σχολείο, ότι δεν είναι περιθωριοποιημένο, όπως επίσης να νιώσει κάθε παιδί δημιουργικό και παραγωγικό. Άλλωστε το κάθε άτομο είναι μοναδικό και το εκπαιδευτικό μας σύστημα οφείλει να αναδείξει τη μοναδικότητα και την αξία κάθε μαθήτριας και κάθε μαθητή ανεξαιρέτως.
• Η αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος, ιδίως εάν γίνεται απότομα, βίαια, χωρίς να έχει προηγηθεί συζήτηση και προετοιμασία με το παιδί.
• Η διακοπή ενός ερωτικού δεσμού.
• Το αίσθημα αποτυχίας στις διαπροσωπικές σχέσεις.
• Τα τραυματικά βιώματα της παιδικής ηλικίας, όπως η κακοποίηση.
• Η πρόσφατη αυτοκτονία κάποιου φίλου ή συγγενικού προσώπου ή ακόμα και η επέτειος αυτοκτονίας ατόμου του στενού περιβάλλοντος κ.λπ.

Ασφαλώς, κάθε παιδί και κάθε έφηβος αντιδρά διαφορετικά ακόμα και στις ίδιες συνθήκες και κάθε υπόθεση λαμβάνει τα δικά της ειδικά χαρακτηριστικά, αλλά είναι σκόπιμο να αξιολογούνται από γονείς, εκπαιδευτικούς, ανθρώπους που βρίσκονται κοντά στο παιδί, στρεσογόνες για την ανηλικότητα καταστάσεις, ιδίως εάν το ίδιο το άτομο εκδηλώνει τη δυσφορία του και εκφράζει μία δυσκολία στην αντιμετώπιση της κατάστασης που βιώνει και στη διαχείριση των συναισθημάτων που αυτή η κατάσταση του/της προκαλεί, ώστε χωρίς να χαθεί πολύτιμος χρόνος να λάβει το παιδί την απαιτούμενη βοήθεια.

Η πιο σημαντική, κατά την κρίση μου παράμετρος, είναι ότι η αυτοκτονία μπορεί να προβλεφθεί!

Εκτιμάται ότι περίπου 80% των νέων που αυτοκτόνησαν είχαν εξομολογηθεί σε κάποιο άτομο του περιβάλλοντος την πρόθεσή τους. Ασφαλώς, δεν είναι πάντοτε εύκολο να προβλεφθεί η αυτοκτονία, όπως αναλυτικά παρουσιάσαμε, αλλά από τη στιγμή που υπάρχουν περιθώρια έγκαιρης παρέμβασης πρέπει να αξιοποιούνται, ειδικά στο πλαίσιο της σύγχρονης εποχής και κοινωνίας, όπου η δυνατότητα ενημέρωσης ευρύτερων τμημάτων πληθυσμού και κατ’ επέκταση αφύπνισης και ευαισθητοποίησης είναι μεγάλη.

«Μύθοι» σχετικά με την αυτοκτονία

Δυστυχώς, οι μύθοι σχετικά με τις αυτοκτονίες είναι πολλοί. Θα ήταν επίσης σκόπιμο, ολοκληρώνοντας το παρόν άρθρο, να καταγράψουμε κάποιους από αυτούς, αποσκοπώντας στην ενεργοποίηση γονέων, εκπαιδευτικών και ατόμων που έχουν μία σχέση εμπιστοσύνης με το παιδί:

• Τα άτομα που εκφράζουν την πρόθεσή τους να αυτοκτονήσουν επιθυμούν απλώς να προσελκύσουν την προσοχή και δεν πρόκειται να πραγματοποιήσουν τα λεγόμενά τους. Η πραγματικότητα είναι ότι ένα υψηλό ποσοστό ατόμων που αυτοκτονούν, όπως αναλυτικά είδαμε, είχαν προειδοποιήσει λεκτικά για την πρόθεσή τους, την οποία τελικά υλοποίησαν.

• Η αυτοκτονία διαπράττεται χωρίς καμία προειδοποίηση. Αν και μιλήσαμε για την παρορμητικότητα με την οποία μπορεί να συνδέεται το πέρασμα στην πράξη (αυτή η κρίσιμη στιγμή μετάβασης από τη σκέψη στην πράξη), η πραγματικότητα είναι ότι το άτομο που πρόκειται να αυτοκτονήσει δύναται να δώσει πολλές ενδείξεις των προθέσεών του.

• Είναι ανέφικτη η αποτροπή της αυτοκτονίας, γιατί τα άτομα με τάσεις αυτοκτονίας είναι αποφασισμένα να πεθάνουν. Η πραγματικότητα είναι ότι τα συναισθήματά τους είναι ανάμικτα. Μιλήσαμε ήδη για την αμφίσημη κατάσταση στην οποία βρίσκονται.  Με έγκαιρη θεραπευτική παρέμβαση τα συναισθήματα αυτοκτονίας μπορούν να αντιμετωπιστούν και η αυτοκτονία να αποτραπεί.

• Τα άτομα που αυτοκτονούν ή επιχειρούν να αυτοκτονήσουν πάσχουν κατ’ ανάγκην από κάποιο σοβαρό ψυχιατρικό νόσημα. Η πραγματικότητα είναι ότι αυτοκτονίες μπορεί να διαπραχθούν και από άτομα που βρίσκονται σε ένα σοβαρό αδιέξοδο της ζωής τους και βιώνουν αισθήματα απόγνωσης και απελπισίας.

Συνοψίζοντας, η γνώση για τους παράγοντες κινδύνου και για τα χαρακτηριστικά της αυτοκτονικής συμπεριφοράς είναι πολύ σημαντική, γιατί μπορεί να οδηγήσει στην ευαισθητοποίηση, αφύπνιση και αποτροπή. Στο σημείο αυτό θα τονίσω τον καθοριστικό ρόλο των εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αλλά και των πανεπιστημιακών που μπορούν μέσα από την επικοινωνία τους με έφηβους και νέους να αντιληφθούν έγκαιρα τα σημάδια και να στηρίξουν το άτομο που έχει αυτοκτονικό ιδεασμό. Σημαντικό όμως να έχουν περάσει οι εκπαιδευτικοί όλων των βαθμίδων από αντίστοιχη εκπαίδευση ώστε να μπορούν  να αναγνωρίσουν τα σημάδια και να κατευθύνουν το άτομο σωστά, προκειμένου να λάβει την απαιτούμενη βοήθεια από τους ειδικούς, γιατί ας μην ξεχνάμε ότι οι εκπαιδευτικοί ή ακόμα και φίλοι του ατόμου που θα αναγνωρίσουν τα σημάδια ενδέχεται να έρθουν αντιμέτωποι με την αρνητική στάση της οικογένειας να αποδεχτεί το πρόβλημα από τον φόβο στιγματισμού του παιδιού τους ή από γενικότερη άρνηση του προβλήματος. Ωστόσο, η παρέμβαση σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να είναι άμεση προκειμένου να αποτραπεί η πράξη.

Πρόκειται, όπως διαπιστώνεται, για ένα πολυσύνθετο ζήτημα που απαιτεί κοινωνική ευαισθησία, ενημέρωση και ενίσχυση της πρόληψης. Το πρώτο βήμα είναι όμως ο αποστιγματισμός, ώστε το άτομο που αντιμετωπίζει ένα σοβαρό πρόβλημα,  βρίσκεται (ή νιώθει ότι βρίσκεται) σε  μία αδιέξοδη κατάσταση ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο μπορεί να θέλει να δώσει τέλος στη ζωή του, να μην αισθάνεται ότι είναι κοινωνικά περιθωριοποιημένο και να μην υφίσταται την  αδιαφορία από το άμεσο ή/και ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον.

Διαδικτυακοί τόποι άντλησης στοιχείων:

https://www.in.gr/2019/09/10/greece/aytoktonies-stin-ellada-ti-deixnoun-oi-statistikes/

https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC6218408/

https://www.who.int/bulletin/volumes/94/5/15-163295/en/

https://www.google.com/url?sa=t&source=web&rct=j&url=https://www.klimaka.org.gr/wp-content/uploads/2017/05/%25CE%25BF%25CE%25B4%25CE%25B7%25CE%25B3%25CF%258C%25CF%2582-%25CE%25B3%25CE%25B9%25CE%25B1-%25CF%2584%25CE%25B7%25CE%25BD-%25CF%2580%25CF%2581%25CF%258C%25CE%25BB%25CE%25B7%25CF%2588%25CE%25B7-%25CE%25B1%25CF%2585%25CF%2584%25CE%25BF%25CE%25BA%25CF%2584%25CE%25BF%25CE%25BD%25CE%25AF%25CE%25B1%25CF%2582-%25CF%2580%25CE%25B1%25CE%25B9%25CE%25B4%25CE%25B9%25CF%258E%25CE%25BD%25CE%25B5%25CF%2586%25CE%25AE%25CE%25B2%25CF%2589%25CE%25BD.pdf&ved=2ahUKEwin2drggILrAhVSyqQKHVXgBUwQFjAGegQICRAB&usg=AOvVaw0hxnuFagnAaUYxckErK3Ku

https://www.who.int/mental_health/prevention/suicide/suicideprevent/en/


[1] Κονταξάκης, Β. Λύκουρας, Λ. Χαβάκη -Κονταξάκη, Μ. Χριστοδούλου,  Χ. Επ. έκδ. (2013). Αυτοκαταστροφική Συμπεριφορά. ΒΗΤΑ Ιατρικές Εκδόσεις, Αθήνα, σσ. 3–7.  Μπορείτε να διαβάσετε ένα απόσπασμα του βιβλίου, από όπου αντλούνται τα στοιχεία,  και διαδικτυακά. 

Φωτογραφία ανάρτησης: The Hamster Factor @flickr.

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Παν/μίου Αθηνών – Φιλόλογος. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός και είναι Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Παράλληλα, οργανώνει σεμιναριακά μαθήματα και δίνει διαλέξεις στο αντικείμενο της εξειδίκευσής της «Έγκλημα και Media». Συνεργάστηκε με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει τη συγγραφή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων: «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» & «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ», με Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας κ.Γιάννη Πανούση. Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αντικείμενο «Εγκληματολογία & ΜΜΕ». Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα, την αρθρογραφία και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts