Διαταραχές λόγου και ομιλίας σε παιδιά και έφηβους

της Αγγελικής Καρδαρά.

Ο κ. Σταμάτης Κόρδας, λογοθεραπευτής και μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Πανελληνίου Συλλόγου Λογοπεδικών (Π.Σ.Λ.) μας εισάγει σε ένα πολύ σοβαρό ζήτημα που απασχολεί πολλές οικογένειες και αφορά τις διαταραχές λόγου και ομιλίας σε παιδιά και έφηβους. Στη συνέντευξη που μου παραχώρησε για το pm προσδιορίζει τις αιτίες αλλά και τις επιπτώσεις των εν λόγω διαταραχών στην καθημερινότητα και στην ψυχοσύνθεση των παιδιών και των εφήβων, καθώς και τη χρονική περίοδο εμφάνισης τους. Παράλληλα, αναδεικνύει ένα φαινόμενο που προβληματίζει εντόνως την επιστημονική κοινότητα και αποτελεί αντικείμενο εξέτασης και διερεύνησης. Πρόκειται για το φαινόμενο της «υπερδιάγνωσης» που αναμφίβολα πρέπει να αντιμετωπιστεί.

Με τον κ. Κόρδα συζητήσαμε, επίσης, αναλυτικά για τον ρόλο της εκπαιδευτικής κοινότητας και των γονιών στην αντιμετώπιση των δυσλειτουργιών λόγου και ομιλίας, ενώ η αναφορά του σε μία μελέτη περίπτωσης/case study καταδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο που διαδραματίζουν οικογένεια και σχολείο στην ουσιαστική στήριξη του ανήλικο και ταυτόχρονα τις δυσμενέστατες επιπτώσεις της απουσίας υποστηρικτικού -οικογενειακού και σχολικού- περιβάλλοντος.

Τέλος, δεν θα μπορούσα να μην αναφερθώ σε μία εξαιρετικά σημαντική επισήμανση που έκανε ο κ. Κόρδας στη διάρκεια της συζήτησής μας, σύμφωνα με την οποία, αρκετοί γονείς εστιάζουν σε τόσο μεγάλο βαθμό στα αρνητικά σημεία και στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα παιδιά τους, ώστε όταν ερωτηθούν για τα θετικά στοιχεία των παιδιών, δεν γνωρίζουν καν ποια είναι αυτά και πώς μπορούν να τα βοηθήσουν να τα αξιοποιήσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Αυτή θεωρώ ότι είναι μία μεγάλη «παγίδα» για γονείς και εκπαιδευτικούς, να αδυνατούν δηλαδή να δουν σε ένα παιδί τα θετικά στοιχεία που σίγουρα έχει και να επικεντρώνονται μόνο στα αρνητικά του σημεία, οδηγώντας σταδιακά το παιδί στο να υιοθετήσει έναν «αρνητικό» ρόλο και να έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση. Είναι όμως όχι απλώς σκόπιμο αλλά θα μου επιτρέψετε να πω αναγκαίο, γονείς και εκπαιδευτικοί να πιστέψουν σε κάθε παιδί και του δώσουν την ώθηση να αξιοποιήσει τις δυνατότητες του. Καλλιεργώντας ένα θετικό κλίμα, ενίσχυσης και ενθάρρυνσης, θα μπορέσει ο έφηβος και μετέπειτα ενήλικος να προοδεύσει σε έναν τομέα που πραγματικά αγαπά και έχει τις απαιτούμενες δεξιότητες. Άλλωστε, ας μην ξεχνάμε ότι κάθε άτομο έχει αρνητικά και θετικά σημεία, επομένως δίνοντας έμφαση και δουλεύοντας περισσότερο τα θετικά, μπορεί να προχωρήσει με περισσότερη δύναμη και αυτοπεποίθηση.

Να σημειώσω, ολοκληρώνοντας, ότι η συνάντησή μας με τον κ. Κόρδα έλαβε χώρα στις 28-5-2-19 στο πλαίσιο της πολύ ενδιαφέρουσας εκπομπής της δικηγόρου-δημοσιογράφου, κ.Χρυσαυγής Ατσιδάκου-Τζόρβα, «όλα για τη μαμά», όπου πριν από το γύρισμά μας, συζητήσαμε τις παρακάτω θεματικές και έκρινα σκόπιμο να τις παρουσιάσουμε με τη συνέντευξή μας, ώστε να ενημερώσουμε τους γονείς αλλά και τους εκπαιδευτικούς για το πολύ σοβαρό αυτό θέμα.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

  • Κύριε Κόρδα, ποιες είναι οι κυριότερες διαταραχές λόγου και ομιλίας σε παιδιά και έφηβους;  

Το φάσμα των διαταραχών λόγου και ομιλίας είναι ιδιαίτερα ευρύ. Ο κάθε ειδικός εξειδικεύεται σε συγκεκριμένους τομείς, προκειμένου να είναι πιο αποτελεσματική η θεραπεία και σημαντικότερα τα οφέλη για το παιδί και την οικογένειά του.

Οι κυριότερες θα λέγαμε ότι είναι οι γλωσσικές διαταραχές, οι αρθρωτικές δυσκολίες, ο τραυλισμός, οι διαταραχές αυτιστικού φάσματος, καθώς και πολλές άλλες που οφείλονται σε παθήσεις του νευρικού συστήματος, σε σύνδρομα ή αποτελούν απόρροια κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων.

  • Ποια είναι τα αίτια και οι επιπτώσεις των εν λόγω διαταραχών στην καθημερινότητα και στην ψυχοσύνθεση των παιδιών και των εφήβων;  

Τα αίτια τις περισσότερες φορές είναι άγνωστα ή ασαφή και συχνά αποδίδονται σε κληρονομικούς ή περιβαλλοντικούς παράγοντες. Οι επιπτώσεις ποικίλλουν με βάση τη διαταραχή, καθώς και τη σοβαρότητα αυτής. Όταν επηρεάζεται η ικανότητα των παιδιών να μοιράζονται μέσω του λόγου τις ιδέες τους, τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους, τότε δημιουργούνται αρνητικά συναισθήματα όπως είναι η μελαγχολία και το άγχος. Επίσης, δεν είναι λίγες οι φορές που παρατηρείται επιθετική συμπεριφορά και θυμός στα παιδιά καθώς και χαμηλή αυτοεκτίμηση. Γενικότερα, θα λέγαμε ότι οι διαταραχές λόγου και ομιλίας επηρεάζουν αρνητικά τις διαπροσωπικές σχέσεις και την επικοινωνία των ατόμων.

  • Σε ποια χρονική περίοδο, βάσει της επιστημονικής σας εμπειρίας, εμφανίζονται οι παραπάνω διαταραχές και ποια, συνοπτικά, η θεραπευτική τους προσέγγιση;  

Όπως προαναφέρθηκε, το φάσμα των διαταραχών του λόγου είναι ιδιαίτερα μεγάλο. Αναλόγως λοιπόν με τη φύση των δυσκολιών αυτών καθώς και με τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων, καθορίζεται η χρονική στιγμή κατά την οποία θα πρέπει ένα παιδί να επισκεφτεί τον Λογοθεραπευτή. Για παράδειγμα στις γλωσσικές διαταραχές οι γονείς έχουν κάποιες ενδείξεις, που εκδηλώνονται με τη καθυστέρηση στην κατάκτηση της ομιλίας και γενικότερα των αναπτυξιακών οροσήμων που έχουν τεθεί. Σε άλλες περιπτώσεις, οι παιδίατροι ή οι νηπιαγωγοί είναι αυτοί που μπορούν να επισημάνουν από πολύ νωρίς πιθανές αποκλίσεις στον λόγο των παιδιών.

Παρ’ όλα αυτά το κάθε παιδί έχει τους δικούς του χρόνους ανάπτυξης και εξέλιξης. Είναι καλό όταν οι γονείς νιώθουν μία ανησυχία ή έχουν κάποιο προβληματισμό να απευθύνονται αμέσως σε έναν ειδικό, ακόμα κι αν αυτός ο προβληματισμός μπορεί να θεωρηθεί από κάποιους υπερβολικός. Ο ρόλος του ειδικού δεν είναι απαραίτητα να εντάξει ένα παιδί σε λογοθεραπευτικό πρόγραμμα, αλλά σε πολλές περιπτώσεις να καθησυχάσει τους γονείς, να επιβεβαιώσει ότι όλα εξελίσσονται καλά, να καθοδηγήσει και ίσως να παρακολουθήσει διακριτικά την πορεία ανάπτυξης του λόγου του. Συνήθως η πρώτη επίσκεψη ή επικοινωνία με τους γονείς γίνεται γύρω στο 3ο – 4ο έτος. Όπως προείπαμε όμως, η κάθε περίπτωση πρέπει να αντιμετωπίζεται ξεχωριστά και το πρόγραμμα να είναι εξατομικευμένο. Καμία περίπτωση δεν είναι ίδια με μία άλλη. Συνεπώς, σε πιο σοβαρές διαταραχές, όπως για παράδειγμα αυτές του αυτιστικού φάσματος, η παρέμβαση μπορεί να ξεκινήσει νωρίτερα, ενώ κάποιες άλλες όπως αυτές στην άρθρωση του λόγου μπορούν ίσως να αντιμετωπιστούν λίγο αργότερα.

  • Ένα πολύ σοβαρό θέμα που είναι σημαντικό να αναδείξουμε, κύριε  Κόρδα και μάλιστα μου μιλήσατε γι’ αυτό από την πρώτη μας συνάντηση στο studio του “όλα για τη μαμά”, είναι η υπερδιάγνωση.  Σε ποιες περιπτώσεις μιλάμε για υπερδιάγνωση και πώς μπορεί να περιοριστεί το φαινόμενο από την επιστημονική κοινότητα; 

Η υπερδιάγνωση θεωρώ ότι είναι ένα σημαντικό πρόβλημα που παρατηρείται στον χώρο μας. Αφορά στις υπερβολές που γίνονται σε διαγνωστικό επίπεδο και κατ’ επέκταση στη θεραπευτική αντιμετώπιση των παιδιών. Υπάρχουν λοιπόν περιπτώσεις παιδιών που κατακτούν τα στάδια του λόγου με μία μικρή καθυστέρηση και συχνά μπαίνουν σε θεραπευτικό πρόγραμμα δίχως αυτό να είναι απαραίτητο. Πρέπει να γίνει σαφές ότι μία μικρή απόκλιση δεν συνιστά πάντα δυσκολία, αλλά ότι ίσως κάποια παιδιά θέλουν απλώς  τον χρόνο τους.

  • Οι διαταραχές του λόγου και της ομιλίας οδηγούν παράλληλα και σε σοβαρές μαθησιακές δυσκολίες;  Σε αυτές τις περιπτώσεις ποια πρέπει να είναι η προσέγγιση του εκπαιδευτικού;  

Σε συνέχεια της προηγούμενης ερώτησης, θα έλεγα ότι ένα μεγάλο μέρος των παιδιών με μαθησιακές δυσκολίες είναι παιδιά με γλωσσικές δυσκολίες. Παιδιά με δυσκολία στη γλωσσική επεξεργασία, στην κατανόηση, οργάνωση και έκφραση του λόγου. Παιδιά που δυσκολεύονται να κατηγοριοποιήσουν τις πληροφορίες, να ορίσουν και να συσχετίσουν έννοιες. Παιδιά με δυσκολία στον περιγραφικό και αφηγηματικό λόγο. Ίσως πρόκειται για διαταραχές που σε κάποιες περιπτώσεις είναι «κρυμμένες», γιατί δεν εκδηλώνονται με μία δυσκολία στην άρθρωση που είναι πιο εμφανής και γίνεται πιο άμεσα αντιληπτή. Πρόκειται για προβλήματα στη βαθιά δομή του λόγου, σε σημασιολογικό πολλές φορές επίπεδο, που δεν είναι πάντα  εύκολο να τις ανιχνεύσει κάποιος. Στις περιπτώσεις που γίνεται εγκαίρως η διάγνωση και η παρέμβαση, η μαθησιακή εικόνα των παιδιών βελτιώνεται, κάτι που αντανακλάται και σε συναισθηματικό επίπεδο. Είναι απαραίτητο οι γονείς να ενημερώνονται και να συνεργάζονται αποτελεσματικά με τους εκπαιδευτικούς, ώστε να γίνουν κατανοητά πέρα από τα μαθησιακά και τα ψυχοσυναισθηματικά προβλήματα των παιδιών. Οι ειδικοί οφείλουν να «αγκαλιάζουν» το παιδί, να έχουν μία ζεστή σχέση μαζί του προσπαθώντας να βελτιώνουν την αυτοεικόνα του. Να διευκολύνουν την επικοινωνία και την έκφραση των σκέψεων και των συναισθημάτων. Να επαινούν και να αναδεικνύουν όλα όσα καταφέρνουν να κάνουν αυτά τα παιδιά και τέλος να δημιουργούν ιδανικές συνθήκες ώστε να γίνονται αποδεκτά από τους συμμαθητές τους χωρίς να στιγματίζονται.

  • Οι διαταραχές λόγου και ομιλίας, όπως και οι μαθησιακές δυσκολίες,  είναι πιθανόν να σχετίζονται, κύριε Κόρδα, με δυσλειτουργίες μέσα στην οικογένεια;  Σε αυτές τις περιπτώσεις ποια είναι η δική σας προσέγγιση; 

Θα έλεγα ότι οι επιδόσεις των παιδιών  και γενικότερα ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούν και φέρονται στα διάφορα πλαίσια καθρεφτίζει σε μεγάλο βαθμό τη ζωή μέσα στο σπίτι. Η οικογένεια είναι σύστημα ισορροπιών. Όταν αυτές οι ισορροπίες κλονίζονται για τον οποιαδήποτε λόγο, τα μέλη της δεν μπορούν να μείνουν ανεπηρέαστα. Είναι χρέος των ειδικών, χρησιμοποιώντας τα σωστά διαγνωστικά κριτήρια, να διαπιστώσουν εάν οι δυσκολίες είναι πρωτογενείς ή δευτερογενείς. Στη δεύτερη περίπτωση αντιμετωπίζονται ολιστικά οι ανάγκες του παιδιού σε συνεργασία με άλλες ειδικότητες. Παιδιά που έχουν χαμηλές επιδόσεις σε μαθησιακό επίπεδο είναι συχνά παιδιά που μεγαλώνουν σε κακοποιητικό περιβάλλον ή σε περιβάλλον που στερείται ερεθισμάτων (χαμηλό μορφωτικό και κοινωνικό επίπεδο γονιών), που βιώνουν σωματική ή λεκτική βία ή δύσκολες οικογενειακές καταστάσεις. Σε αυτές τις περιπτώσεις η δική μας προσέγγιση είναι να στηρίξουμε το παιδί και την οικογένεια σε ψυχοσυναισθηματικό επίπεδο και σε δεύτερο χρόνο να παρέμβουμε μαθησιακά- λογοθεραπευτικά. Σε διαφορετική περίπτωση η βοήθεια προς το παιδί θα είναι επιφανειακή και σίγουρα όχι το ίδιο αποτελεσματική.

Για το λόγο αυτό υπάρχουν διεπιστημονικές ομάδες που παρακολουθούν το κάθε παιδί εξατομικευμένα και συνεργάζονται έτσι ώστε η θεραπευτική παρέμβαση  να είναι όσο το δυνατόν πιο ολοκληρωμένη και στοχευμένη.

  • Θα μπορούσατε να μας αναφέρετε κάποια υπόθεση/case study που σας απασχόλησε εντόνως σε ερευνητικό επίπεδο σχετικά με τις δυσλειτουργίες στην οικογένεια ως βασικό αίτιο διαταραχών;

Σε περιπτώσεις εξαιρετικών ή ακραίων συνθηκών του περιβάλλοντος του παιδιού (π.χ. κακοποίηση ή απώλεια γονέα κ.λπ.), εκδηλώνονται διαταραχές ψυχοσυναισθηματικού τύπου ή ακόμη και λόγου (π.χ. τραυλισμός κ.λπ.). Σε περιπτώσεις δε, που υπάρχει και κάποιος κληρονομικός– παθολογικός παράγοντας ο οποίος ενισχύεται από το οικογενειακό περιβάλλον, οι επιπτώσεις μπορεί να είναι δύσκολο να αναστραφούν.

Μία υπόθεση που μας απασχόλησε ήταν αυτή ενός μαθητή δημοτικού που μεγάλωνε με τη μητέρα του, μιας κι ο πατέρας τους είχε εγκαταλείψει από πολύ νωρίς. Η οικονομική κατάσταση της μητέρας δεν ήταν καλή και η ίδια δεν είχε ουσιαστική βοήθεια, ενώ αντιμετώπιζε και σοβαρά προβλήματα υγείας. Το μορφωτικό επίπεδο της μητέρας ήταν χαμηλό και οι δυσκολίες του παιδιού σημαντικές. Είχε ανάγκη από λογοθεραπεία, εργοθεραπεία και ψυχολογική υποστήριξη. Ύστερα από συζήτηση με τη διεπιστημονική ομάδα του Κέντρου αποφασίσαμε να στηρίξουμε την οικογένεια αυτή παρέχοντας κάποιες θεραπείες.

Το παιδί προσερχόταν ευχάριστα, όμως οι ρυθμοί μάθησης και εξέλιξης του ήταν αργοί. Τα προβλήματα υγείας της μητέρας και οι συχνές απουσίες δεν βοηθούσαν στην πρόοδο του παιδιού, ενώ το πρόγραμμα διακόπηκε οριστικά μετά τον ξαφνικό θάνατο της μητέρας. Σε επικοινωνία που είχαμε με το σχολείο, δηλώσαμε τη διάθεσή μας να συνεχίσουμε το έργο μας και τη βοήθεια προς το παιδί, όμως δυστυχώς κάτι τέτοιο δεν κατέστη δυνατό. Είναι δεδομένο ότι περιπτώσεις σαν κι αυτή που προανέφερα υπάρχουν συχνά γύρω μας. Είναι σημαντικό λοιπόν να μπορούμε όλοι να λειτουργούμε ανθρώπινα, δείχνοντας κατανόηση, στηρίζοντας και βοηθώντας ο καθένας με τον τρόπο του, τους ανθρώπους όταν έχουν ανάγκη.

  • Η έλλειψη συνεργασίας από την οικογένεια αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα στη θεραπεία του παιδιού/εφήβου και πώς μπορεί ο ειδικός να αντιμετωπίσει την αρνητική ή αδιάφορη στάση των γονέων; 

Κατ’ αρχάς θα πρέπει να πούμε ότι η θεραπευτική σχέση είναι μία σχέση εμπιστοσύνης. Οι γονείς εμπιστεύονται στους θεραπευτές, ό,τι πολυτιμότερο έχουν, το παιδί τους.

Κάθε πρόγραμμα για να θεωρηθεί επιτυχημένο πρέπει να ξεκινά σαν «συμβόλαιο», σαν δέσμευση τόσο χρονική, όσο και –κυρίως συναισθηματική. Είναι απαραίτητο από τη μεριά του ειδικού να ακούσει το αίτημα των γονέων και να κάνει σαφή και κατανοητά τα επιστημονικά δεδομένα και τις πραγματικές ανάγκες του παιδιού. Πρέπει να υπάρχει αγάπη, συνεργασία και κοινή πορεία προς τον στόχο, που δεν είναι άλλος από την αποκατάσταση των δυσκολιών του παιδιού.

Ο ρόλος των θεραπευτών είναι να εντάξουν τους γονείς στη διαδικασία. Σε πολλές περιπτώσεις απαιτείται η συμβουλευτική ώστε να επαναπροσδιορίζονται οι στόχοι και οι προτεραιότητες και να καθίστανται οι γονείς όσο το  δυνατόν πιο ενεργοί. Είναι αποδεδειγμένο ότι η εμπλοκή των γονέων έχει ευεργετικά αποτελέσματα στη θεραπεία και στην επίτευξη των στόχων.

  • Στη συνάντησή μας κάνατε μία πολύ σοβαρή επισήμανση στη διάρκεια της κουβέντας μας,  σύμφωνα με την οποία πολλοί γονείς, όταν τους ρωτάτε ποια είναι τα θετικά στοιχεία των παιδιών τους, δυσκολεύονται να απαντήσουν δίνοντας έμφαση μόνο στα αρνητικά. Γιατί συμβαίνει αυτό και πώς γονείς και εκπαιδευτικοί μπορούμε να βοηθήσουμε τα παιδιά να αναδείξουν τα θετικά τους στοιχεία,  δεδομένου ότι κάθε άνθρωπος έχει τα ταλέντα και τις δεξιότητες του,  που δυστυχώς σε πολλές περιπτώσεις λόγω έλλειψης ερεθισμάτων και στήριξης από οικογένεια και σχολείο δεν αξιοποιούνται ποτέ.  

Πολλοί γονείς μέσα από τη θεραπευτική διαδικασία μαθαίνουν καλύτερα τους εαυτούς τους και τα παιδιά τους. Συνήθως όταν απευθύνονται σε κάποιον ειδικό είναι προβληματισμένοι και έχουν σε πρώτο πλάνο τις δυσκολίες των παιδιών τους. Αυτές είναι που τους «πιέζουν», αυτές θέλουν να διορθώσουν. Θα έλεγα ότι είναι σαν μία έμφυτη τάση. Έτσι λοιπόν μοιραία εστιάζουν σ’ αυτά που δεν πάνε καλά, σ’ αυτά που δεν λειτουργούν όπως πρέπει.

Αυτά τα προβλήματα είναι πηγή εντάσεων, τριβών και καυγάδων μέσα στην οικογένεια και δεν επιτρέπουν πολλές  φορές να γίνουν αντιληπτά τα πράγματα που καταφέρνουν τα παιδιά, τους στόχους που κατακτούν, τους τομείς στους οποίους εξελίσσονται. Θα έλεγα ότι πρέπει όλοι να μπορούμε ν ‘ αλλάξουμε, ακόμα κι εμείς οι γονείς. Να αναγνωρίζουμε τα λάθη μας και να διαφοροποιούμε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούμε, δίνοντας το καλό παράδειγμα στα παιδιά μας.

Οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί πρέπει να σκέφτονται τι μπορεί να κάνει ένα παιδί, τι το κάνει χαρούμενο. Είναι σημαντικό να παρέχουμε γνώσεις και μόρφωση, όμως είναι εξίσου σημαντικό να διακρίνουμε το «θέλω» και το «μπορώ» του παιδιού και να δίνουμε τον χώρο ώστε να δείξει τι μπορεί να κάνει.

Στηρίζοντας την οικογένεια και το παιδί, μπορούμε να κοιτάμε το μέλλον με μεγαλύτερη αισιοδοξία.

Είναι σημαντικό τέλος, να επιβραβεύουμε την προσπάθεια και όχι μόνο την επίτευξη του στόχου. Να ενθαρρύνουμε το παιδί να δοκιμάζει τα όριά του και όχι να το αποθαρρύνουμε και να κρίνουμε τις αποτυχίες που μπορεί να έχει. Να εστιάζουμε λοιπόν στα θετικά.

  • Στο πλαίσιο της σύγχρονης εποχής όπου ο θεσμός της οικογένειας υφίσταται κλυδωνισμούς, τι πρέπει να προσέξουμε περισσότερο και ποιος μπορεί να είναι ο ρόλος του σχολείου στην αντιμετώπιση των διαταραχών λόγου και ομιλίας;  

Θα τονίσω ότι αυτό που πρέπει να προσέξουμε είναι το ίδιο το παιδί. Ο ρόλος του σχολείου μπορεί να είναι καθοριστικός τόσο σε ό,τι αφορά στην έγκαιρη ανίχνευση πιθανών διαταραχών, όσο και στη στήριξη των παιδιών και των οικογενειών τους.

Είναι σημαντικό όλα τα σχολεία να πλαισιώνονται από ειδικούς (όχι μόνο λογοθεραπευτές αλλά και εργοθεραπευτές, ψυχολόγους κ.λπ.), οι οποίοι να μπορούν να αξιολογούν συνολικά την ανάπτυξη των παιδιών και είτε να έχουν συμβουλευτικό ρόλο προς τους γονείς και τους εκπαιδευτικούς, είτε να  προβαίνουν στην άμεση αντιμετώπιση- αποκατάσταση των δυσκολιών που μπορεί να εντοπίζουν. Επιπλέον, θεωρώ ότι είναι απαραίτητο και οι εκπαιδευτικοί να είναι σε θέση να διακρίνουν πιθανά ελλείμματα των παιδιών και να τα επικοινωνούν άμεσα με την οικογένεια. Σε περιπτώσεις παιδιών που βρίσκονται ήδη σε θεραπεία είναι αναγκαίο να τα υποστηρίζουν, να τα ενθαρρύνουν και να τα προστατεύουν καθώς και να βρίσκονται σε διαρκή επικοινωνία  με τους θεραπευτές εφόσον αυτό κρίνεται αναγκαίο. Κλείνοντας, θα δανειστώ τους παρακάτω στίχους: «Έχε στο νου σου το παιδί… γιατί αν γλυτώσει το παιδί υπάρχει ελπίδα».

Αφού ευχαριστήσω θερμά τον κ. Κόρδα για την πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη, θα ήθελα να ολοκληρώσω το σημερινό μας θέμα με τις καίριες επισημάνσεις του που καταδεικνύουν το πόσο σημαντικές είναι η έγκαιρη διάγνωση και παρέμβαση και παράλληλα η αγαστή συνεργασία γονέων και εκπαιδευτικών, με στόχο μεταξύ άλλων την ενίσχυση και ενθάρρυνση των παιδιών, προκειμένου να πιστέψουν στον εαυτό τους, στις δυνάμεις τους και να καταφέρουν να αναδείξουν τα θετικά στοιχεία της προσωπικότητάς τους, υλοποιώντας στόχους και πραγματοποιώντας όνειρα:  

«Στις περιπτώσεις που γίνεται εγκαίρως η διάγνωση και η παρέμβαση, η μαθησιακή εικόνα των παιδιών βελτιώνεται, κάτι που αντανακλάται και σε συναισθηματικό επίπεδο. Είναι απαραίτητο οι γονείς να ενημερώνονται και να συνεργάζονται αποτελεσματικά με τους εκπαιδευτικούς, ώστε να γίνουν κατανοητά πέρα από τα μαθησιακά και τα ψυχοσυναισθηματικά προβλήματα των παιδιών. Οι ειδικοί οφείλουν να «αγκαλιάζουν» το παιδί, να έχουν μία ζεστή σχέση μαζί του προσπαθώντας να βελτιώνουν την αυτοεικόνα του. Να διευκολύνουν την επικοινωνία και την έκφραση των σκέψεων και των συναισθημάτων. Να επαινούν και να αναδεικνύουν όλα όσα καταφέρνουν να κάνουν αυτά τα παιδιά και τέλος να δημιουργούν ιδανικές συνθήκες ώστε να γίνονται αποδεκτά από τους συμμαθητές τους χωρίς να στιγματίζονται».

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Παν/μίου Αθηνών – Φιλόλογος. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός και είναι Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Παράλληλα, οργανώνει σεμιναριακά μαθήματα και δίνει διαλέξεις στο αντικείμενο της εξειδίκευσής της «Έγκλημα και Media». Συνεργάστηκε με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει τη συγγραφή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων: «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» & «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ», με Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας κ.Γιάννη Πανούση. Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αντικείμενο «Εγκληματολογία & ΜΜΕ». Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα, την αρθρογραφία και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts