Διδασκαλία ξένων γλωσσών στο σύγχρονο ελληνικό σχολείο

της Αγγελικής Καρδαρά.

Το «ταξίδι» στην εκμάθηση ξένων γλωσσών μπορεί σήμερα να γίνει συναρπαστικό μέσω της εκπαίδευσης. Ο εκπαιδευτικός στο σύγχρονο σχολείο έχει περισσότερα μέσα σε σχέση με παρελθούσες εποχές για να κεντρίσει το ενδιαφέρον των μαθητών του και να τους εισάγει στην ξένη γλώσσα με τρόπο πολύ δημιουργικό και ταυτόχρονα αποτελεσματικό. Επομένως, είναι σημαντικό να αξιοποιήσει τα εκπαιδευτικά μέσα που κρίνει ότι θα συμβάλλουν θετικά στη μαθησιακή διαδικασία και ταυτόχρονα να ενημερώνεται για τις σύγχρονες διδακτικές μεθόδους.

Με διαδραστικότητα, ενίσχυση της αλληλεπίδρασης μεταξύ μαθητών και βέβαια με την εμβάθυνση στην ιστορία και στον πολιτισμό της χώρας, τη γλώσσα της οποίας διδάσκονται οι μαθητές, ο εκπαιδευτικός μπορεί πραγματικά να δουλέψει με έναν πολύ ολοκληρωμένο τρόπο στην τάξη δείχνοντας στα παιδιά ότι η ξένη γλώσσα δεν είναι μόνο γραμματική και λεξιλόγιο,  αλλά είναι πρωτίστως επικοινωνία, ιστορία και πολιτισμός. Κάθε γλώσσα κρύβει μέσα της έναν τεράστιο «πλούτο» και αυτό ακριβώς το στοιχείο πρέπει να αναδειχθεί στο πλαίσιο της διδασκαλίας της ξένης γλώσσας, ώστε τα παιδιά να κατανοήσουν την αξία κάθε γλώσσας όπως και το ότι η γλώσσα είναι φορέας σκέψεων, ιδεών, συναισθημάτων και ότι αποτελεί ένα φαινόμενο δυναμικό και συνεχώς εξελισσόμενο.  Άλλωστε το πρώτο και το πιο σημαντικό βήμα στην εκμάθηση της ξένης γλώσσας είναι να την αγαπήσει ο μαθητής προκειμένου να μπορέσει σταδιακά να την κατακτήσει. 

Ένα θετικό μάλιστα στοιχείο της πρώιμης εισόδου των ανηλίκων στον διαδικτυακό κόσμο είναι η μεγαλύτερη εξοικείωση τους με τις ξένες γλώσσες, κυρίως με την αγγλική, και η δυνατότητα επικοινωνίας με συνομηλίκους τους από το εξωτερικό. Επομένως,  τα συγκεκριμένα οφέλη της τεχνολογίας μπορούν αναμφίβολα να αξιοποιηθούν κατά τη διδασκαλία της αγγλικής γλώσσας, όπως και το γεγονός ότι οι μαθητές σήμερα έχουν περισσότερες ευκαιρίες να εξασκήσουν, πέρα από το σχολείο και το φροντιστήριο, την ξένη γλώσσα. 

Η Δρ Εφαρμοσμένης Γλωσσολογίας στη Διδακτική της Αγγλικής, Μαρία Σταθοπούλου,  μου παραχώρησε μία πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη με θέμα μας τη διδασκαλία των ξένων γλωσσών. Μεταξύ άλλων το ενδιαφέρον μας εστιάστηκε στη νέα ελληνική πραγματικότητα στα σχολεία και στις σύγχρονες διδακτικές μεθόδους στην εκμάθηση ξένων γλωσσών, στην  κατάλληλη ηλικία εκμάθησης της πρώτης ξένης γλώσσας και στον τρόπο επαφής του παιδιού με τη γλώσσα, καθώς και στα σημεία που πρέπει να προσέξει ο γονιός ο οποίος θέλει να βοηθήσει το παιδί στο σπίτι. 

Η Δρ Μαρία Σταθοπούλου, μέλος της Ομάδας Εμπειρογνωμόνων του Συμβουλίου της Ευρώπης για το Κοινό Ευρωπαϊκό Πλαίσιο για τις Γλώσσες, είναι μέλος ΣΕΠ του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου και διδάσκει στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο από το 2014. Από το 2007 είναι Επιστημονική Συνεργάτιδα του Κέντρου Έρευνας για τις Ξένες Γλώσσες (RCeL) του Τμήματος Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας, ΕΚΠΑ. Το 2016 δίδαξε στο Τμήμα Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών μαθήματα για την Πολυγλωσσία και την Αξιολόγηση Ξένων Γλωσσών ενώ από το 2017 υπηρετεί και την δημόσια εκπαίδευση. Έχει παρουσιάσει την ακαδημαϊκή της δουλειά σε διεθνή συνέδρια (ΗΒ, Ολλανδία, Κύπρος, Φινλανδία, Αυστρία, Ιταλία, Βέλγιο, Γαλλία, Ελλάδα, Κανάριοι Νήσοι, Γερμανία κ.ά.), ενώ εκδόθηκε το βιβλίο της “Cross-language Mediation in Foreign Language Teaching and Testing” από τον διεθνή οίκο Multilingual Matters το 2015. Το τελευταίο της βιβλίο “Technical English for Architects, Civil Engineers and Surveying Engineers: A Learner Centred Approach (2016)” αφορά την διδασκαλία της Αγγλικής Τεχνικής Ορολογίας και χρησιμοποιείται ως σύγγραμμα σε Πολυτεχνικές Σχολές της Ελλάδας.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Μαρία Σταθοπούλου,
Δρ Εφαρμοσμένης Γλωσσολογίας στη Διδακτική της Αγγλικής
  • Κυρία Σταθοπούλου, η πρόσφατη πολύ ενδιαφέρουσα έρευνά σας σε ελληνόγλωσσο τόμο φέρει τον τίτλο  “Απόψεις και Στάσεις Εκπαιδευτικών Ξένων Γλωσσών σε Τάξεις Προσφύγων: Μια Ευρωπαϊκή Μελέτη για τις Προκλήσεις Διδασκαλίας”. Μπορείτε να μας μιλήσετε για τη δημοσίευση της έρευνας,  τη μεθοδολογία που εφαρμόσατε και τα συμπεράσματα στα οποία καταλήξατε; 

Η νέα ελληνική πραγματικότητα, μετά την εισροή μεγάλου αριθμού προσφύγων στον ελληνικό χώρο, έχει επηρεάσει όχι μόνο τις κοινωνικές δομές της Ελλάδας αλλά και όλες τις εκφάνσεις της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Οι εκπαιδευτικοί καλούνται να αντιμετωπίσουν μια σειρά προβλημάτων στην τάξη, τα οποία φαίνεται να προκύπτουν από την ελλιπή επιμόρφωση, καθώς και από τα ελλιπή διδακτικά μέσα που μπορεί να διαθέτουν. Και αυτό ακριβώς ήταν το κίνητρο μου για να ασχοληθώ με το συγκεκριμένο θέμα. Το άρθρο στο οποίο αναφέρεστε έχει συμπεριληφθεί στα Πρακτικά του 4ου Συνεδρίου του Ινστιτούτου Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών, στο οποίο είχα τη χαρά να συμμετέχω και το οποίο πραγματοποιήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης το 2018. Η συγκεκριμένη έρευνα διερευνά τα προβλήματα, τις ανάγκες και τις απόψεις των εκπαιδευτικών οι οποίοι διδάσκουν ξένες γλώσσες σε πρόσφυγες στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη. Συμμετείχαν 120 περίπου εκπαιδευτικοί και διεξήχθη σε δύο φάσεις, ενώ οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να λάβουν μέρος σε συνεντεύξεις αλλά και να συμπληρώσουν ειδικά ερωτηματολόγια. Τα στοιχεία που συλλέχθηκαν (από εμένα και την κα Ντάση, εκπαιδευτικό Αγγλικής και πρώην φοιτήτρια μου στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο) οδήγησαν στη δημιουργία ενός πρακτικού οδηγού διδασκαλίας για την εκμάθηση ξένων γλωσσών ο οποίος μπορεί να φανεί χρήσιμος από τους εκπαιδευτικούς αφού περιλαμβάνει πρακτικές και συμβουλές βασισμένες σε ερευνητικά αποτελέσματα. Άλλες προεκτάσεις τις έρευνας συζητούνται σε ένα ακόμα άρθρο το οποίο έχει σταλεί προς κρίση σε επιστημονικό περιοδικό του εξωτερικού με τίτλο “Teaching languages to students from refugee & migrant backgrounds around Europe:  exploring difficulties and teachers’ beliefs”.

  • Θα μας ενημερώσετε για τις σύγχρονες τάσεις στη διδασκαλία ξένων γλωσσών σε διεθνές επίπεδο;

Η απάντησή μου θα μπορούσε να αποτελέσει το περιεχόμενο ενός ολόκληρου μεταπτυχιακού προγράμματος πάνω στην διδακτική ξένων γλωσσών, με την έννοια ότι υπάρχουν τόσα πολλά να πω, αλλά θα αρκεστώ σε 2-3 σημεία που ίσως ενδιαφέρουν τους αναγνώστες σας. Καταρχάς αυτό που έχει αλλάξει σε σχέση με το παρελθόν είναι στην ουσία η σύσταση των τάξεων από πλευράς μαθητικού δυναμικού. Όλο και περισσότερο μιλάμε για πολύγλωσσες τάξεις, ενώ μπαίνουν στην κουβέντα μας όροι όπως «πολυπολιτισμικό σχολείο», «σεβασμός στην πολυπολιτισμικότητα», «διαπολιτισμικότητα», «ανάπτυξη διαγλωσσικής επικoινωνιακής ικανότητας μαθητών», «πολυπολιτισμική συνειδητότητα» μεταξύ άλλων. Εφόσον αλλάζει η κοινωνία στην οποία ζούμε, αλλάζουν και οι τάξεις, συνεπώς και οι μέθοδοι διδασκαλίας. Οι εκπαιδευτικοί θα πρέπει επίσης να είναι έτοιμοι να αντιμετωπίσουν τις νέες αυτές συνθήκες ανταποκρινόμενοι στις προκλήσεις των διαφορετικών γλωσσών των μαθητών τους που μπορεί να συνυπάρχουν σε μια σχολική τάξη προωθώντας την έννοια της διαμεσολάβησης (της εναλλαγής μεταξύ γλωσσών). Πρέπει να είναι έτοιμοι να επιλέξουν ένα τρόπο διδασκαλίας προσανατολισμένο στην πολυγλωσσία, τον διάλογο, την αλληλενέργεια μεταξύ γλωσσών. Τα προγράμματα σπουδών για τις ξένες γλώσσες, καθώς και τα προγράμματα μαθημάτων (το τι διδάσκεται δηλαδή στα παιδιά μας σε όλες τις τάξεις), είναι απαραίτητο να βασίζονται στις ακόλουθες αρχές: α) του διαλόγου μεταξύ γλωσσών β)   της αλληλεπίδρασης πολιτισμών και γ) της εποικοδομητικής διάδρασης για τη γεφύρωση χασμάτων στην επικοινωνία. Η εισαγωγή της διαμεσολάβησης ως μια καινοτόμα δράση στις ξενόγλωσσες τάξεις αποτελεί  ένα από τα εργαλεία προς αυτή τη κατεύθυνση. Ο διαμεσολαβητής επιλέγει να μεταφέρει και να εξηγήσει από τη μία γλώσσα στην άλλη (π.χ. από Αλβανικά στα Ελληνικά ή από τα Ελληνικά στα Αγγλικά),  μόνον τα νοήματα που δεν είναι κατανοητά στον άλλον. Επίσης, παραφράζει σημεία του γραπτού ή προφορικού κειμένου με τρόπο που να καταλάβει το άτομο στο οποίο απευθύνεται. Οι μαθητές πρέπει να έχουν αναπτύξει δεξιότητες να διαμεσολαβούν εφόσον πολύ συχνά εκτίθενται παράλληλα σε πολλές γλώσσες. Ο δάσκαλος στην τάξη λοιπόν δεν θα πρέπει να αποκλείει γλώσσες αλλά να ενσωματώνει, να αξιοποιεί και να χρησιμοποιεί με εποικοδομητικό τρόπο. Μπορεί να δημιουργεί δραστηριότητες διαμεσολάβησης, ζητώντας από τους μαθητές τους να παράγουν κείμενο στη γλώσσα στόχο π.χ. Αγγλικά, αντλώντας πληροφορίες από ένα άλλο κείμενο γραμμένο στα Ελληνικά ή τα Ρουμανικά κ.λπ. Έτσι ο μαθητής συνειδητοποιεί ότι όλες οι γλώσσες είναι ισότιμες.  

  • Πώς μπορούν να αξιοποιηθούν στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα τα νέα διεθνή δεδομένα ως προς τη διδασκαλία των ξένων γλωσσών; 

Το πιο πρόσφατο νέο αναφορικά με τη διδασκαλία γλωσσών έρχεται από το Συμβούλιο της Ευρώπης. Συνειδητοποιώντας τις ραγδαίες μεταβολές που λαμβάνουν χώρα στον ευρωπαϊκό χώρο ως προς τη σύσταση των σύγχρονων κοινωνιών οι οποίες γίνονται κατά βάση πολυπολιτισμικές μόλις πρόσφατα δημοσιοποίησε για πρώτη φορά στην ιστοσελίδα του νέες κατηγορίες διαμεσολάβησης, διευρύνοντας τον ορισμό που είχε δώσει στο Κοινό Ευρωπαϊκό Πλαίσιο για τις Ξένες Γλώσσες το 2001. Στο συγκεκριμένο έργο το οποίο έλαβε χώρα από το 2013-2017 κλήθηκα και εγώ, μεταξύ άλλων ακαδημαϊκών, ως ειδική εμπειρογνώμονας να συμμετέχω στην ομάδα εργασίας για την επικαιροποιήση του Κοινού Ευρωπαϊκού Πλαισίου για τις Ξένες Γλώσσες, ενός πολύ σημαντικού κειμένου γλωσσικής πολιτικής σε όλη την Ευρώπη, το οποίο για πρώτη φορά έδωσε έμφαση στη διαγλωσσική διαμεσολάβηση προωθώντας έτσι ουσιαστικά την πολυγλωσσία. Στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα και συγκεκριμένα στα προγράμματα σπουδών για τις ξένες γλώσσες έχει γίνει σοβαρή δουλειά σε σχέση με τα προγράμματα σπουδών τα οποία λαμβάνουν υπόψη τις νέες συνθήκες των πολύγλωσσων τάξεων (βλ. ιστοσελίδα Κέντρου Ξένων Γλωσσών για τη Διδασκαλία και Αξιολόγηση Γλωσσομάθειας, RCeL του Πανεπιστημίου Αθηνών). Είναι όμως και στο χέρι του εκπαιδευτικού να ενημερώνεται συνεχώς για τα νέα δεδομένα στον χώρο και να προσαρμόζει τις μεθόδους του ανάλογα μη βασιζόμενος αποκλειστικά στο σχολικό εγχειρίδιο.

  • Ένα ζήτημα που απασχολεί εντόνως τους γονείς στη χώρα μας -και κρίνω πολύ σημαντικό να μας καταθέσετε την άποψή σας επί του θέματος- είναι η “κατάλληλη ηλικία” έναρξης της πρώτης και της δεύτερης ξένης γλώσσας.  

Εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, αλλά καλό είναι να έχουμε υπόψη μας τα παρακάτω. Νέα ερευνητικά δεδομένα καταδεικνύουν ότι οι μαθητές είναι καλό να ξεκινούν την πρώτη ξένη γλώσσα από την πρώιμη παιδική ηλικία (α’ ή β’ δημοτικού), γιατί έτσι μαθαίνουν καλύτερα και κοινωνικοποιούνται μέσω της γλώσσας. Η εκμάθηση ξένων γλωσσών σε πρώιμη παιδική ηλικία ευνοεί -μεταξύ άλλων- την καλλιέργεια γλωσσικών δεξιοτήτων, την καλλιέργεια αυτοπεποίθησης και θετικής στάσης των μαθητών απέναντι σε άλλες γλώσσες και πολιτισμούς. ΑΛΛΑ πρέπει να σημειώσω ότι η διδασκαλία σε αυτή την ευαίσθητη ηλικία πρέπει να γίνει με ορθό τρόπο που να συμβαδίζει στις ανάγκες των μικρών μαθητών και όχι με τον παραδοσιακό τρόπο εκμάθησης της γλώσσας (αποστήθιση λέξεων, αντιγραφή, ορθογραφία κ.λπ.). Συγκεκριμένα, τα παιδιά πολύ μικρής ηλικίας δεν μαθαίνουν «με το μυαλό», όπως οι έφηβοι και οι ενήλικοι που έχουν αναπτύξει πιο σύνθετες γνωσιακές διεργασίες. Μαθαίνουν μέσα από την πράξη και το παιχνίδι. Ο προφορικός λόγος για τα παιδιά αποτελεί «εργαλείο» για την επαφή τους με τη γλώσσα. Τη γλώσσα την ακούνε, την επαναλαμβάνουν, μιμούνται τονισμό, προφορά, εκφράσεις προσώπου, και αυτές πρέπει να είναι οι πλευρές που πρέπει να τονισθούν σε μια τάξη με μικρούς μαθητές. Οι γονείς καλό θα είναι να έχουν στον νου τους ότι τα παιδιά δεν χρειάζεται να πιέζονται από πολύ μικρή ηλικία στην ανάγνωση και τη γραφή, αφού αυτό δε συμβαδίζει με την γνωσιακή τους ανάπτυξη. Γι’ αυτό και τα βιβλία της Γ’ Δημοτικού είναι στο δημόσιο σχολείο εκείνα τα οποία στην ουσία εισάγουν για πρώτη φορά τη γραφή και την ανάγνωση. Για την Α’ και Β’ Δημοτικού υπάρχει υλικό για τον εκπαιδευτικό (βλ. υλικό Προγράμματος Αγγλικής σε Πρώιμη Παιδική Ηλικία –ΠΕΑΠ- του Πανεπιστημίου Αθηνών)  που επικεντρώνεται σε ιστορίες, κατασκευές, τραγούδια κ.λπ. που αν χρησιμοποιηθεί σωστά έχει εκπληκτικά αποτελέσματα.

  • Κυρία Σταθοπούλου,  με ποιους διδακτικούς τρόπους και με ποια διδακτικά μέσα πρέπει να γίνεται η εκμάθηση της ξένης γλώσσας στο σύγχρονο πολυπολιτισμικό σχολείο αλλά και στις τάξεις των φροντιστηρίων και ποια τα προσδοκώμενα εκπαιδευτικά αποτελέσματα;

Ιδιαίτερα, για πολύ μικρές ηλικίες, τα πολυτροπικά κείμενα (που συνδυάζουν ήχο, εικόνα κ.λπ.) παρουσιάζουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον, αφού διεγείρουν τη φαντασία τους και τους δημιουργούν κίνητρα για δράση (μίμηση, κίνηση, κ.λπ.) και μάθηση. Οι εκπαιδευτικοί μπορούν να αξιοποιήσουν ποιηματάκια με ομοιοκαταληξίες, τραγούδια, παιχνίδια, ιστορίες και παραμύθια, να κάνουν χρήση κατασκευών ή βίντεο με κινούμενα σχέδια και οτιδήποτε άλλο μπορεί να δημιουργήσει το πλαίσιο και την ανάγκη για να κατανοήσουν και να παράγουν λόγο χρησιμοποιώντας την ξένη γλώσσα. Επίσης, η μητρική γλώσσα είναι θετικό να χρησιμοποιείται ως μέσο για την εκμάθηση της ξένης και μέσα από τη σύγκριση των γλωσσών, να επιτυγχάνεται η γλωσσική μάθηση. Η ενσωμάτωση, δηλαδή, δραστηριοτήτων διαμεσολάβησης –για τις οποίες μίλησα προηγουμένως- σε μεγαλύτερες τάξεις σίγουρα θα έχει ενδιαφέρον αλλά και η χρήση των υπολογιστών που είναι πλέον αναπόσπαστο κομμάτι στις ζωές όλων μας. Η τάξη τελικά πρέπει να αποτελεί μικρογραφία της κοινωνίας στην οποία ζούμε.

  • Βασιζόμενη στην πολύχρονη ερευνητική και εκπαιδευτική σας εμπειρία, ποιοι είναι οι πρωταρχικοί στόχοι που είναι αναγκαίο να υλοποιήσει το σύγχρονο ελληνικό σχολείο ως προς την εκμάθηση ξένων γλωσσών;

Είναι σημαντικό το σύγχρονο σχολείο να αναγνωρίζει γέφυρες μεταξύ γλωσσών, να «νομιμοποιεί» τις μεταφορές στοιχείων από τη μία γλώσσα στην άλλη, συνεπώς να μη νομιμοποιεί το μονογλωσσικό μοντέλο διδακτικής. Οι μαθητές πρέπει να είναι σε θέση να λειτουργούν στα όρια μεταξύ γλωσσών, να εναλλάσσουν κώδικες στα ποικίλα επικοινωνιακά περιβάλλοντα χρησιμοποιώντας τις κατάλληλες στρατηγικές διάδρασης και διαμεσολάβησης. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η διαφορετικότητα αξιοποιείται και μετατρέπεται σε πόρο. Το σύγχρονο σχολείο πρέπει να αντιστέκεται στην πολιτική του αποκλεισμού των γλωσσών των μεταναστών και να προωθείται η διδασκαλία της μητρικής γλώσσας αλλόφωνων μαθητών. Επίσης, η εκμάθηση γλωσσών από μικρή ηλικία συμβάλλει στη συνειδητοποίηση των πολιτιστικών αξιών και επιδράσεων και στην υιοθέτηση ανοικτών στάσεων και ενδιαφέροντος προς τις άλλες γλώσσες και πολιτισμούς, αλλά αυτή να γίνεται με σωστό τρόπο, όπως ανέφερα πιο πριν.

  • Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της εκπαίδευσης στην Ελλάδα είναι η προσπάθεια κάλυψης μίας εκτεταμένη ύλης για την επίτευξη ακαδημαϊκών κυρίως στόχων και απόκτηση πιστοποιητικών όσον αφορά τις ξένες γλώσσες.  Σε αυτό το πλαίσιο εντατικής και σκληρής προετοιμασίας,  ποιες είναι οι δικές σας οδηγίες και κατευθυντήριες γραμμές στους εκπαιδευτικούς προκειμένου η διδασκαλία των ξένων γλωσσών να μη χάσει τη βαθύτερη ουσία της που είναι η εμβάθυνση στην ιστορία και στον πολιτισμό κάθε χώρας και να μην καταλήξει μονότονη και “αγγαρεία” για τις μαθήτριες και τους μαθητές;  

Έχω την αίσθηση ότι οι εκπαιδευτικοί γνωρίζουν και είναι εκπαιδευμένοι στο να διδάσκουν για τη γλώσσα και όχι για τις εξετάσεις. Αλλά δυστυχώς στη χώρα μας λόγω εσφαλμένης εν μέρει  αντίληψης ότι στο σχολείο δεν γίνεται δουλειά όσον αφορά τις ξένες γλώσσες αφού δε γίνεται προετοιμασία για την απόκτηση κάποιου πιστοποιητικού, οι γονείς επιδίδονται σε έναν αγώνα προς την κατάκτηση από μέρους των παιδιών τους όσο περισσότερων πιστοποιητικών. Έτσι και οι εκπαιδευτικοί προσαρμόζονται σε αυτές τις συνθήκες. Όμως ούσα και εγώ πολύγλωσση –εκτός του πτυχίου μου στην Αγγλική Φιλολογία και κατά τη διάρκεια των προπτυχιακών μου σπουδών έφτασα στο ανώτερο επίπεδο γλωσσομάθειας στα Γαλλικά και τα Ισπανικά- έχω να πω στους γονείς ότι δεν είναι υποχρεωτικό τα παιδιά τους να έχουν ήδη τα ανώτερα πιστοποιητικά από το Γυμνάσιο ή το Λύκειο. Τα πιστοποιητικά αυτά είναι χρήσιμα κυρίως για σπουδές στο εξωτερικό ή αργότερα για σπουδές κι όμως, όταν ένας νέος άνθρωπος που έχει κάποιο πιστοποιητικό από πολύ νωρίς  χρειαστεί το πιστοποιητικό του για σπουδές ίσως και να μην έχει την αξία που θα περίμενε. Τα διεθνή Πανεπιστήμια αναγκάζουν τους μελλοντικούς τους φοιτητές να ξαναδώσουν εξετάσεις για πιστοποίηση εντός διετίας, οπότε οι μαθητές αναγκάζονται να ξανακάνουν μαθήματα για να θυμηθούν τη γλώσσα. 

  • Οι γονείς, είτε έχουν πολύ καλή γνώση της ξένης γλώσσας,  είτε μόνο στοιχειώδεις γνώσεις,  έχουν την τάση να “διδάσκουν” (παράλληλα με τη διδασκαλία στο σχολείο και στο φροντιστήριο)  την ξένη γλώσσα στα παιδιά τους.  Πώς κρίνετε αυτή την τάση,  ποιες δύναται να είναι οι συνέπειες  στην επίδοση της μαθήτριας/του μαθητή και ποιες οι δικές σας κατευθυντήριες γραμμές στους γονείς ως προς τη μελέτη της ξένης γλώσσας στο σπίτι;  

Οι γονείς μπορούν να βοηθούν, να παίζουν με το παιδί εφόσον γνωρίζουν τη γλώσσα αλλά όχι να διδάσκουν. Καλό είναι να ενημερώνονται για το περιεχόμενο και τους στόχους των μαθημάτων ή προγραμμάτων διδασκαλίας. Να έρχονται σε επαφή με τον εκπαιδευτικό και να ρωτούν για την πρόοδο του παιδιού τους. Να υποστηρίζουν και να ενθαρρύνουν το παιδί καθώς μαθαίνει τη γλώσσα χωρίς να είναι αυτοσκοπός η εξέταση αλλά η εκμάθηση. Η επιβράβευση είναι σημαντική γιατί ενισχύονται τα κίνητρα του μαθητή. Οι γονείς είναι επίσης σημαντικό να βοηθούν το παιδί τους σε σχέση με αυτά που μαθαίνει και με τον τρόπο που τα μαθαίνει στο σχολείο χωρίς να αμφισβητούν  τον εκπαιδευτικό του παιδιού.

  • Η διδασκαλία της ξένης γλώσσας στο σύγχρονο ελληνικό σχολείο μπορεί να γίνει “όπλο” στην αντιμετώπιση του φαινομένου του σχολικού εκφοβισμού; Θα μας δώσετε συγκεκριμένα παραδείγματα;

Μέσα από τη διδασκαλία της ξένης γλώσσας οι μαθητές μπορούν να μάθουν να συνεργάζονται. Οι μαθητές μπορούν αν εξοικειωθούν με μια γλώσσα διαφορετική από τη δική τους και να ευαισθητοποιηθούν περισσότερο με τη μητρική τους γλώσσα, να αποκτήσουν θετική στάση απέναντι στην ξένη γλώσσα, να αναπτύξουν, συναισθηματικές, γνωστικές και κοινωνικές δεξιότητες και τέλος μέσα από δραστηριότητες να μάθουν να συνυπάρχουν, να συνεργάζονται και να λειτουργούν σε ομάδες. Και νομίζω πως αυτό μπορεί να αποτελέσει όπλο κατά του σχολικού εκφοβισμού.

  • Διεξάγετε αυτή την χρονική περίοδο κάποια νέα έρευνα για τη διδασκαλία των ξένων γλωσσών,  για την οποία μπορείτε να μας ενημερώσετε;  

Τα ερευνητικά μου ενδιαφέροντα επικεντρώνονται εδώ και πολλά χρόνια στον χώρο της πολυγλωσσίας και συγκεκριμένα της διαγλωσσικής διαμεσολάβησης, αφού έχει υπάρξει αντικείμενο του διδακτορικού μου αλλά και μετέπειτα του βιβλίου μου που εκδόθηκε στην Αγγλία το 2015. Αλλά και γιατί είναι ένας χώρος που συνεχώς εξελίσσεται και υπάρχει ανάγκη από έρευνα. Τελευταία επίσης ασχολούμαι και με τους τρόπους εκμάθησης τεχνικής ορολογίας στην Αγγλική σε φοιτητές της Τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και ειδικότερα Πολυτεχνικών Σχολών, μιας και διδάσκω τα τελευταία 5 χρόνια το αντίστοιχο μάθημα στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο με βάση και το τελευταίο μου σύγγραμμα “Technical English for Architects, Civil Engineers and Surveying Engineers: A Learner-Centred Approach”. 

  • Ολοκληρώνοντας την πολύ δημιουργική συζήτησή μας,  θα ήθελα να δώσετε το δικό σας μήνυμα, ως προς την εκμάθηση ξένων γλωσσών, στους γονείς και τους εκπαιδευτικούς, που έχουν ξεκινήσει τη νέα σχολική χρονιά, 2019-20.

Εύχομαι καλή και δημιουργική σχολική χρονιά σε όλους τους μαθητές, εκπαιδευτικούς και γονείς. Με υπομονή, αγώνα, μελέτη όλοι οι στόχοι, είτε πρόκειται για τη διδασκαλία γλωσσών είτε όχι, μπορούν να επιτευχθούν!  Ζούμε σε μια πολύγλωσση Ευρώπη και η εξωστρέφεια μαζί με τη συνεργασία είναι αυτή που θα δώσει στα παιδιά τα εργαλεία να λειτουργήσουν, να σπουδάσουν αργότερα, να εργαστούν, να αναπτύξουν σχέσεις αλληλεπίδρασης σε αυτό το περιβάλλον!

  • Κυρία Σταθοπούλου,  σας ευχαριστώ θερμά και σας εύχομαι μία πολύ δυναμική ερευνητική συνέχεια!

Και εγώ ευχαριστώ θερμά για την δυνατότητα που μου δώσατε να μιλήσω για θέματα ξενόγλωσσης εκπαίδευσης! Εύχομαι και σε εσάς καλή δύναμη σε ό,τι κάνετε!

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Παν/μίου Αθηνών – Φιλόλογος. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός και είναι Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Παράλληλα, οργανώνει σεμιναριακά μαθήματα και δίνει διαλέξεις στο αντικείμενο της εξειδίκευσής της «Έγκλημα και Media». Συνεργάστηκε με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει τη συγγραφή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων: «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» & «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ», με Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας κ.Γιάννη Πανούση. Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αντικείμενο «Εγκληματολογία & ΜΜΕ». Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα, την αρθρογραφία και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Recent Posts