Δύο κακοί δημοτικοί αστυνομικοί του Δήμου Αθηναίων

του Δημήτρη Καλαντζή.

Υπάρχουν δύο είδη κακών αστυνομικών: οι επίορκοι / διεφθαρμένοι και εκείνοι που δεν έχουν την παραμικρή ιδέα για το τι είναι οι νόμοι, τι εξυπηρετούν και πως εφαρμόζονται.

Για την πρώτη κατηγορία των κακών αστυνομικών δεν χρειάζεται να γραφτεί τίποτα περισσότερο από το ότι πρέπει να πάνε στη φυλακή. Στα βαθειά της φυλακής γιατί πρόδωσαν ένα σημαντικό καθήκον που τους εμπιστεύτηκε η κοινωνία.

Για τη δεύτερη κατηγορία όμως, μπορούν να γραφτούν έρευνες, αναλύσεις και διατριβές ατελείωτες. Ειδικότερα δε για τους κακούς δημοτικούς αστυνομικούς, που δεν πήραν τη θέση τους από κάποια αξιοκρατική διαδικασία (διαγωνισμό ή εξετάσεις), ούτε τους παρείχε κάποιος σοβαρή εκπαίδευση, η κατάσταση γίνεται απίστευτα συγκεχυμένη – ως ψάρεμα, όχι σε θολά, αλλά σε βαλτώδη νερά.

ΤΟ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ

Ανήκω σε εκείνη την κατηγορία των Αθηναίων που έχουν ψυχαναγκασμό με το νόμιμο παρκάρισμα. Μου είναι αδύνατον να κλείσω διάβαση, να διπλοπαρκάρω, να παρκάρω στραβά, να εμποδίσω την κίνηση οποιουδήποτε συμπολίτη μου, είτε είναι πεζός είτε εποχούμενος. Λίγο – πολύ έτσι κάνουμε οι περισσότεροι που ζούμε στο κέντρο της Αθήνας γιατί είμαστε «καμένοι» από τους «απέξω» που βλέπουν την πόλη μας σαν ένα μεγάλο παρκινγκ για να κάνουν τη «δουλίτσα» τους, με αλάρμ ή όχι, και… γαία πυρί μιχθήτω.    

Οι κανόνες όμως είναι για να σπάνε σε μία έκτακτη ανάγκη. Και ιδιαίτερα σε μία κατάσταση προβλήματος υγείας. (Εάν οι κανόνες δεν ήταν για να σπάνε, θα είχαν φτιαχτεί για πολίτες – ρομπότ και όχι για πολίτες –  ανθρώπους.)

Απόψε το απόγευμα λοιπόν έσπασα τον κανόνα (μου) επειδή χρειαζόταν να μεταφέρω ένα από τα ζωντανά με τα οποία μοιράζομαι τη ζωή μου, στον γιατρό. Υπέφερε.

Το έγκλημα μου; Πήρα το αυτοκίνητο μου από το παρκινγκ (το οποίο νοικιάζω με τον μήνα για να είμαι νόμιμος) και το στάθμευσα στην είσοδο της πολυκατοικίας μου, μισό στο πεζοδρόμιο και μισό στον δρόμο με προσοχή, ώστε ούτε να κλείσω τελείως το πεζοδρόμιο για τους πεζούς, ούτε να εμποδίζω την κίνηση στον δρόμο που μένω, ο οποίος είναι δυόμισι λωρίδων φάρδους. Σκοπός μου ήταν να μην ταλαιπωρηθεί το ζωντανό μου στη μεταφορά, καθώς η απόσταση από το παρκινγκ μέχρι το σπίτι μου είναι σημαντική. Ήθελα να το κατεβάσω από το σπίτι και να το βάλω κατευθείαν στο αυτοκίνητο για να πάμε στον γιατρό. Επαναλαμβάνω: χωρίς να παρεμποδίζω την κίνηση ΟΥΔΕΝΟΣ.

Δεν μου πήρε ούτε ενάμιση λεπτό αυτή η δουλειά. Κι όμως, βγαίνοντας από την πόρτα της πολυκατοικίας μου, είδα δύο περιχαρείς δημοτικούς αστυνομικούς να τοποθετούν κλήση στο παρπρίζ του αυτοκινήτου μου (δεν υπάρχει άλλη εξήγηση για την ταχύτητά τους, από το να με είδαν να σταθμεύω και να παραμόνευαν να απομακρυνθώ για να κόψουν την κλήση τους).

  • Τι κάνετε εκεί;
  • Σου κόβουμε κλήση!

Τους εξηγώ πως έχει η κατάσταση – βλέπουν άλλωστε ότι κρατάω κλουβί με ένα ζώο που σπαράζει στο κλάμα.

  • Δεν ξέρουμε τι λες, αλλά έχεις παρκάρει στο πεζοδρόμιο.
  • Έχω παρκάρει στο πεζοδρόμιο γιατί είναι μία κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Το βλέπετε. Το ακούτε. Έχω ένα ζώο που υποφέρει και το πηγαίνω στον γιατρό.
  • Έχεις παρκάρει παράνομα.
  • Έχω παρκάρει παράνομα γιατί ένα ζωντανό υποφέρει.
  • Να κάνεις ένσταση.
  • Γιατί να κάνω ένσταση, αφού είσαστε εδώ, μπροστά μου, με βλέπετε να κρατάω το κλουβί με το ζώο. Το ακούτε να υποφέρει.
  • Τώρα, τη γράψαμε την κλήση. Δεν γίνεται τίποτα. Να κάνεις ένσταση.
  • Σε καιρό πανδημίας, που δεν μπορούν οι πολίτες να κινηθούν ελεύθερα, με βάζετε στην ταλαιπωρία να κάνω ένσταση για μία κλήση που κανείς άνθρωπος, με στοιχειώδη ανθρωπιά, δεν θα έκοβε σε κάποιον άλλον άνθρωπο, υπό αυτές τις συνθήκες;
  • Εμείς πάντως είμαστε καλυμμένοι. Είδαμε το αυτοκίνητό σου να είναι παράνομα σταθμευμένο.
  • Και τώρα βλέπετε για ποιόν λόγο είναι παράνομα σταθμευμένο…
  • Να κάνεις ένσταση και θα σου τη σβήσουν.
  • Και την ταλαιπωρία που με υποβάλετε ποιος θα τη σβήσει;
  • Πολλά λες.
  • Λέω πολλά γιατί μου είναι παράλογο να είμαι εδώ, μπροστά σας, να στέκομαι με ένα ζώο που υποφέρει και να μου λέτε ότι θα πρέπει να κάνω ένσταση για την κλήση σας.
  • Έτσι είναι τα πράγματα, σ αρέσουν δεν σ αρέσουν…
  • Και πως θα αποδείξω στην ένσταση ότι πάρκαρα παράνομα για να μεταφέρω ένα άρρωστο ζώο;  
  • Αυτό είναι δική σου δουλειά…
  • Μα τι λέτε; Είναι παράλογο! Είστε εδώ! Βλέπετε τον λόγο που πάρκαρα παράνομα. Και με καλείτε  να αποδείξω σε δεύτερο χρόνο – πως; να καλέσω μάρτυρες; – ότι μεταφέρω ένα άρρωστο ζώο. Εσείς δεν εμπιστεύεστε τα μάτια σας;
  • Άντε, πολλά είπαμε. Κάνε ό,τι θες.

Αναλογιζόμενος το επεισόδιο εκ των υστέρων, νομίζω ότι το πιο ανησυχητικό -για εμένα- ήταν ότι αυτοί οι δύο δημοτικοί αστυνομικοί δεν αναλογίστηκαν ούτε στιγμή ότι μπορεί να είναι άδικοι, ότι ενδεχομένως να βάζουν έναν δημότη, που βλέπουν ότι δεν τους κοροϊδεύει – κρατά ένα ζώο, το βλέπουν! – σε μία περιττή και ανούσια ταλαιπωρία.

Δεν υπήρχε ίχνος ενσυναίσθησης στο μυαλό και τη ψυχή τους. Ήταν σα δύο μηχανάκια, εντεταλμένα να κόβουν κλήσεις. Όχι στην υπηρεσία των δημοτών ή των αναγκών της πόλης (που είναι οι ανάγκες των ανθρώπων της) αλλά μίας τιμωρητικής «αποστολής» επιβολής του γράμματος του νόμου.

Αυτοί, κατά τη γνώμη μου, είναι κακοί δημοτικοί αστυνομικοί. Και περιττοί. Θα μπορούσαν να αντικατασταθούν αύριο κιόλας με κάμερες ή drones που θα επιβάλλουν πρόστιμα χωρίς τη μεσολάβηση καμίας διανοητικής διαδικασίας.

Τους φοβάμαι αυτούς τους αστυνομικούς.

Δεν μπορούν να συλλάβουν την έννοια και τη χρησιμότητα των νόμων. Και σίγουρα δεν μπορούν να καταλάβουν τους ανθρώπους.

Υ.Γ Θα ξαναπαρκάρω το ίδιο «παράνομα», όταν υποφέρει άνθρωπος ή οποιοδήποτε ζωντανό, και με αυτή μου την «παρανομία» προσφέρω, έστω ελάχιστα, στο μαλάκωμα του πόνου. Το ίδιο θα ήθελα να κάνουν όλοι… Κόντρα σε τέτοιους αστυνομικούς.      

UPDATE 9/01/2021:

Ο αντιδήμαρχος, υπεύθυνος για τη Δημοτική Αστυνομία του Δήμου Αθηναίων, κύριος Βασίλης Κορομάντζος, επικοινώνησε με μήνυμα, προσφερόμενος να εξετάσει την καταγγελία, τον ευχαρίστησα επίσης με μήνυμα, σημειώνοντας ότι έχω επιλέξει να ακολουθήσω τη διαθέσιμη σε όλους τους δημότες οδό της ένστασης/καταγγελίας.

Δημήτρης Καλαντζής

The following two tabs change content below.

Δημήτρης Καλαντζής

Γεννήθηκε, μεγάλωσε και ζει στο κέντρο της Αθήνας. Σπούδασε δημοσιογραφία στο «Εργαστήρι» και Ελληνικό Πολιτισμό στο ΕΑΠ. Έχει δουλέψει σε εφημερίδες, ραδιοφωνικούς & τηλεοπτικούς σταθμούς και τώρα διερευνά τους κώδικες του διαδικτύου. Αγαπά τις ανθρώπινες ιστορίες και τις γάτες.

Comments

comments

Related Posts

Recent Posts