Έγκλημα και Καλοκαίρι: οι συνθήκες της ζέστης, των διακοπών και του τουρισμού

της Αγγελικής Καρδαρά.

Εγκλήματα που έχουν διαπραχθεί με μεγάλη βιαιότητα κατά τους θερινούς μήνες και έχουν  απασχολήσει τα ΜΜΕ στη χώρα μας όσο και σε διεθνές επίπεδο, έχουν οδηγήσει τους μελετητές ανά τον κόσμο στη διερεύνηση του καίριου ερωτήματος σχετικά με το εάν η μεταβολή των καιρικών συνθηκών και ειδικότερα η αύξηση της θερμοκρασίας ασκεί τη δική της, αρνητική επίδραση στην εγκληματικότητα, τόσο ως προς το είδος των διαπραττόμενων εγκλημάτων, όσο και ως προς την ένταση διάπραξης και συχνότητάς τους.

Είναι αξιοσημείωτο ότι ο «θερμικός νόμος της εγκληματικότητας», που μας είχε απασχολήσει στο παρελθόν σε σχετικό άρθρο στο pm “Έγκλημα & Καλοκαίρι: Ο θερμικός νόμος της εγκληματικότητας” είναι πολύ παλαιός,  καθώς διατυπώθηκε από τον Βέλγο στατιστικολόγο Adolphe Quetelet, κατά τη γέννηση της σύγχρονης κοινωνικής επιστήμης στη δεκαετία του 1800. Σύμφωνα με τον συγκεκριμένο νόμο, τα εγκλήματα κατά του προσώπου είναι πιο συνηθισμένα σε θερμότερα κλίματα και εποχές, ενώ τα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας είναι πιο συνηθισμένα σε ψυχρότερα κλίματα και εποχές.

Όπως αναλυτικά είχαμε  παρουσιάσει στο προαναφερθέν άρθρο, κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα πολλοί εγκληματολόγοι, από τον Cesare Lombroso και τον Enrico Ferri μέχρι τον Gustav Aschaffenburg, υπήρξαν υπέρμαχοι του θερμικού νόμου. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ορισμένοι ερευνητές απέδωσαν στην υπερβολική ζέστη την αύξηση της ευερεθιστότητας και τα χαμηλά επίπεδα κοινωνικής αναστολής, με αποτέλεσμα την αδυναμία ελέγχου των παρορμήσεων. Όλοι αυτοί οι παράγοντες, υποστήριξαν, οδηγούν σε υψηλότερα ποσοστά ανθρωποκτονιών στις θερμότερες, νότιες περιοχές των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτή η άποψη ωστόσο οδήγησε τελικά και σε έναν ρατσιστικό κλιματικό ντετερμινισμό, σύμφωνα με τον οποίο οι έγχρωμοι, με καταγωγή από τις θερμές περιοχές της Αφρικής, εμφάνιζαν μία κληρονομική τάση προς την επιθετικότητα και μειωμένο έλεγχο των παρορμήσεών τους εξαιτίας του θερμού κλίματος, με συνέπεια τα υψηλότερα ποσοστά εγκληματικότητας μεταξύ των Αφροαμερικανών.

Άλλοι μελετητές όμως, όπως είχαμε τονίσει στο άρθρο, απέρριψαν αυτόν το βιολογικό ντετερμινισμό σημειώνοντας ότι κατά τον συσχετισμό μεταξύ κλιματικών συνθηκών και εγκλήματος, στον οποίο προβαίνουν οι ειδικοί, διαμεσολαβεί ο πολιτισμός και η μεταβαλλόμενη φύση των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων. Ο κοινωνιολόγος, Emile Durkheim εξέτασε προσεκτικά τα δεδομένα σχετικά με το έγκλημα και τις αυτοκτονίες (οι οποίες επίσης, υποστηρίχθηκε, ότι αυξάνονται κατά τους θερινούς μήνες) και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα περιστατικά επιθετικότητας, τα εγκλήματα κατά της ζωής και οι αυτοκτονίες, που κατά τους μελετητές αυξάνονται σε συγκεκριμένα κλίματα και συγκεκριμένες εποχές του χρόνου, δεν συμβαίνουν κατ’ ανάγκην εξαιτίας των κλιματικών συνθηκών.

Παράλληλα ο Durkheim έδειξε ότι διαφορετικές υποκουλτούρες σε κάθε πληθυσμό εμφανίζουν διαφορετικά επίπεδα επιθετικότητας στις ίδιες κλιματικές συνθήκες. Υποστήριξε, δηλαδή, ότι δεν είναι το κλίμα, αλλά η πολιτισμική και κοινωνική δραστηριότητα των ανθρώπων που ζουν σε αυτό το κλίμα η οποία ενισχύει ή, αντίθετα, αποτρέπει την επιθετικότητα. Αυτή ακριβώς η παράμετρος είναι πολύ σημαντική και δεν πρέπει να παραβλεφθεί.

Τέλος, οι περισσότερες σύγχρονες θεωρίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι κλιματικές συνθήκες επηρεάζουν το έγκλημα και το φαινόμενο της εγκληματικότητας στηρίζονται είτε σε ένα μοντέλο που υποστηρίζει ότι ο καιρός αυξάνει το επίπεδο του άγχους, ωθώντας το άτομο σε παράβαση του νόμου ή στο μοντέλο βάσει του οποίου ο καιρός διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην αλλαγή των συνηθισμένων μας δραστηριοτήτων -στη ρουτίνα μας- επηρεάζοντας ταυτόχρονα και την αλληλεπίδρασή μας με τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας, γεγονός που αυξάνει την πιθανότητα διάπραξης εγκληματικών ενεργειών. Αυτές οι θεωρίες βασίζονται σε δεδομένα εγκλημάτων και καιρικών συνθηκών και ελέγχονται συνεχώς από ερευνητές που συλλέγουν όλο και πιο λεπτομερή και εκτεταμένα δεδομένα για να διερευνήσουν το υπό εξέταση ζήτημα, με αποτέλεσμα οι αντίστοιχες έρευνες να δίνουν ευρήματα που φαίνεται να είναι συνεπή.

Αναμφίβολα,  πέρα από τον παράγοντα “θερμοκρασία”, δεν μπορούμε να μη λάβουμε υπ’ όψιν μας και να μην εξετάσουμε ενδελεχώς τις διαφορετικές συνθήκες που επικρατούν τους θερινούς μήνες σε σχέση με τους υπόλοιπους, πιο ψυχρούς μήνες του χρόνου, οι οποίες σύμφωνα και με τις μελέτες αλλάζουν τη ρουτίνα μας και επηρεάζουν σημαντικά την αλληλεπίδρασή μας με τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας, με κυριότερες τη χαλαρή διάθεση που επικρατεί σε περίοδο διακοπών, η οποία μπορεί να οδηγήσει και σε μειωμένη προσοχή και μη λήψη επαρκών μέτρων ασφαλείας, αλλά και τις περισσότερες ευκαιρίες για εξόδους, κοινωνικές συναναστροφές, νέες επαφές και γνωριμίες με επισκέπτες άλλων χωρών, πιο αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ κ.λπ. 

Με το πολύ ενδιαφέρον αυτό θέμα σχετικά με το έγκλημα κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού και ειδικότερα κατά των τουριστών ασχολήθηκε η εφημερίδα «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ» (δημοσιεύθηκε στο φύλλο της Κυριακής 26/7/2020).

Εξαιρετικό το κείμενο της δημοσιογράφου Βιολέτας Φωτιάδη και πολύ ολοκληρωμένη η προσέγγιση του Αντιπρόεδρου του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος, Δικηγόρου και Διδάσκοντος «Δίκαιο Τουρισμού» στο ΕΑΠ, Δρος Φωτίου Σπυρόπουλου, στην εν λόγω συνέντευξη που παραχώρησε στην εφημερίδα «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ», ο οποίος ανέδειξε καίριες πτυχές του θέματος. 

«Ο ‘θερμικός νόμος της εγκληματικότητας’ όπως διατυπώθηκε από τον Adolphe Quetelet υποστηρίζει ότι τα εγκλήματα κατά του προσώπου, τα εγκλήματα βίας περισσότερο, είναι πιο συνηθισμένα σε θερμότερα κλίματα και εποχές, ενώ τα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας είναι πιο συνηθισμένα σε ψυχρότερα κλίματα και εποχές. Αυτό το αξίωμα απορρίπτεται από πολλούς μελετητές ως βιολογικός κλιματικός ντετερμινισμός, καθώς δεν λαμβάνονται υπ’ όψιν παράγοντες όπως π.χ. οι κοινωνικές αλληλεπιδράσεις και η μεταβαλλόμενη φύση τους. Δεν μπορούν δηλαδή μόνο το κλίμα, η θερμοκρασία ή η γεωγραφία να αποτελέσουν ικανές συνθήκες προκειμένου να οδηγηθούμε στο συμπέρασμα ότι υπάρχει αιτιώδης σύνδεση με συγκεκριμένα εγκλήματα», εξηγεί στη «ΜτΚ» ο δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, ποινικολόγος, εγκληματολόγος και αντιπρόεδρος του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος Φώτης Σπυρόπουλος και αναπτύσσει στη συνέχεια το πολύ σοβαρό ζήτημα των εγκληματικών πράξεων που σχετίζονται με τον τουρισμό κατά τη διάρκεια των θερινών μηνών, με θύματα τουρίστες οι οποίοι μπορούν να αποτελέσουν “ευάλωτο στόχο εγκληματικών συμπεριφορών” (στη συνέντευξη εξηγείται ακριβώς το “γιατί”).

Επίσης, αναφορά γίνεται και στα εγκλήματα με δράστες τουρίστες, καθώς όπως υπογραμμίζει ο κ. Σπυρόπουλος «υπάρχουν είδη τουρισμού που συνδέονται με τις εγκληματικές πράξεις όπως π.χ. ο σεξοτουρισμός (ιδίως σε ό,τι αφορά ερωτικές συνευρέσεις με ανήλικους), ο ναρκωτουρισμός, οι βανδαλισμοί (φθορές ξένης ιδιοκτησίας) ένεκα της κατανάλωσης αλκοόλ κ.λπ.».

Ενδιαφέρον ωστόσο παρουσιάζει, όπως υπογραμμίζει ο κ. Σπυρόπουλος, το ότι «και σε αυτού του τύπου την εγκληματική δραστηριότητα με θύματα τουρίστες ισχύει η λεγόμενη «θεωρία του παγόβουνου», δηλαδή είναι σε μεγάλο βαθμό αφανής και δεν υπάρχει ο πραγματικός αριθμός για το πόσοι τουρίστες είναι θύματα εγκλημάτων το καλοκαίρι», εξηγώντας στη συνέντευξή του τους λόγους που δεν καταγγέλλονται από τους τουρίστες όλες οι εγκληματικές ενέργειες.

Να τονίσω εδώ ότι η χαρακτηριζόμενη “σκοτεινή εγκληματικότητα” αποτελεί μία πολύ σοβαρή διάσταση σε ό,τι αφορά το εγκληματικό φαινόμενο, καταδεικνύοντας την ανάγκη να εστιάζουμε την προσοχή μας, πέρα από τους αριθμούς, στην αποτελεσματική  προστασία των ατόμων που δύναται να αποτελέσουν τους “ευάλωτους στόχους” εγκληματικών ενεργειών στη διάρκεια των θερινών μηνών, όπως για παράδειγμα τουρίστες, ανήλικοι, νεαρές γυναίκες κ.λπ.  Η ενίσχυση της πρόληψης και της προστασίας, κατά την κρίση μου, σχετίζεται άμεσα με την ολοκληρωμένη ενημέρωση του πληθυσμού αλλά και με τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων από την πλευρά της οργανωμένης Πολιτείας.

Αξιοσημείωτες, τέλος, είναι οι επισημάνσεις του Δρος για τον τρόπο με τον οποίο το lockdown επέδρασε στην εγκληματικότητα και στο πώς η άρση του lockdown δύναται να οδήγησε σε μία αύξηση σχεδιασμένων εγκληματικών πράξεων, όπως αυτές που απασχόλησαν εκτενώς τα ΜΜΕ τους τελευταίους μήνες (θα αναφερθώ εδώ στην “υπόθεση βιτριόλι” που ήταν η συνταρακτική και αποτρόπαια υπόθεση, η οποία μας προβλημάτισε και συνεχίζει να μας απασχολεί ερευνητικά, μετά την άρση του lockdown).

Όπως τονίζει ο κ. Σπυρόπουλος «Σίγουρα η καραντίνα έχει επηρεάσει και ψυχολογικά όλους μας αλλά σε κάθε περίπτωση η σχέση της με την εγκληματικότητα πρέπει να καταγραφεί ερευνητικά προκειμένου να μπορούμε να έχουμε επιστημονικά συμπεράσματα».

Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το θέμα στο παρακάτω link: Αποτρόπαια εγκλήματα και… ματωμένα καλοκαίρια.

Συμπερασματικά, πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση τόσο στην προστασία των τουριστών που επισκέπτονται κάθε χώρα ώστε να μην αποτελούν θύματα εγκληματιών αλλά και σε  είδη τουρισμού που συνδέονται με ειδεχθείς εγκληματικές πράξεις.

Ιδιαίτερη έμφαση θα δώσω στο έγκλημα του βιασμού που επίσης αποτελεί ένα “σκοτεινό έγκλημα” και θα τονίσω την ανάγκη ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης του ευρύτερου κοινού. Στο σημείο αυτό αναμφίβολα κρίνω σημαντικό τον ρόλο των ΜΜΕ, καθώς πρόκειται για ένα πολύ σοβαρό ζήτημα στο οποίο είναι αναγκαίο να δοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα. Θα είχε ενδιαφέρον να γίνουν δημοσιογραφικές έρευνες για το θέμα αλλά και συζητήσεις με ειδικούς, όπως και συνεντεύξεις με θύματα εγκληματικών ενεργειών που θέλουν να μιλήσουν, καθώς ένα μήνυμα της σύγχρονης εποχής είναι “δίνουμε τον λόγο στα θύματα/ στα άτομα που επέζησαν της εγκληματικής πράξης”. 

Τέλος, ως προς το κλίμα και τις μεταβολές της θερμοκρασίας, με βρίσκει απολύτως σύμφωνη η επισήμανση του κυρίου Σπυρόπουλου ότι «δεν μπορούν μόνο το κλίμα, η θερμοκρασία ή η γεωγραφία να αποτελέσουν ικανές συνθήκες προκειμένου να οδηγηθούμε στο συμπέρασμα ότι υπάρχει αιτιώδης σύνδεση με συγκεκριμένα εγκλήματα» και να εστιάσουμε περισσότερο σε άλλες συνθήκες που μπορούν να οδηγήσουν στο έγκλημα τη διάρκεια των θερινών μηνών, ώστε να ενισχυθεί η προστασία τουριστών και ντόπιων από συγκεκριμένες μορφές εγκληματικότητας που καταγράφονται την περίοδο αυτό, εκ των οποίων σίγουρα ένας αριθμός εγκληματικών πράξεων δεν καταγγέλλονται ποτέ, γεγονός που σημαίνει ότι οι συγκεκριμένες πράξεις παραμένουν ατιμώρητες. Να μην ξεχνάμε όμως ότι η καταγγελία αυτών των εγκληματικών πράξεων θα μπορούσε να οδηγήσει στην πρόληψη και προστασία συνανθρώπων μας. Γι’ αυτό είναι σημαντικό να συνεχίσουμε τη διερεύνηση των εγκλημάτων που λαμβάνουν χώρα στη διάρκεια διακοπών, κατά τους θερινούς μήνες, ώστε να έχουμε μία πλήρη εικόνα για το πού συμβαίνουν, ποιο είναι το εγκληματικό προφίλ των δραστών, ποιοι οι πιο “ευάλωτοι στόχοι”, το είδος και η συχνότητα των διαπραττόμενων εγκλημάτων.

Διαδικτυακός τόπος άντλησης στοιχείων:

Διαβάστε ακόμα:

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Παν/μίου Αθηνών – Φιλόλογος. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός και είναι Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Παράλληλα, οργανώνει σεμιναριακά μαθήματα και δίνει διαλέξεις στο αντικείμενο της εξειδίκευσής της «Έγκλημα και Media». Συνεργάστηκε με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει τη συγγραφή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων: «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» & «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ», με Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας κ.Γιάννη Πανούση. Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αντικείμενο «Εγκληματολογία & ΜΜΕ». Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα, την αρθρογραφία και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts