Έγκλημα και Ψυχοπαθολογία

της Αγγελικής Καρδαρά.

Ένα πολύ δύσκολο θέμα επιχειρούμε να προσεγγίσουμε σήμερα στο postmodern.gr που αφορά τη σχέση μεταξύ δύο πολυσύνθετων και πολυδιάστατων εννοιών, του «εγκλήματος» και της «ψυχοπαθολογίας». Ταυτόχρονα, επιχειρούμε να αναδείξουμε καίριες πτυχές σοβαρών ζητημάτων που απασχολούν τα ΜΜΕ και προβληματίζουν εντόνως τις σύγχρονες κοινωνίες.

Το πολυπαραγοντικό φαινόμενο της εγκληματογένεσης, η σχέση εγκλήματος-κοινωνίας, η ποινική προσέγγιση στο έγκλημα αλλά και η κοινωνική αντίδραση και ο ρόλος των ΜΜΕ στην απεικόνιση του εγκλήματος και του εγκληματικού φαινομένου, η έμμονη  παρενοχλητική παρακολούθηση/stalking  που μπορεί να λάβει χώρα ακόμα και στο πλαίσιο μίας οικογένειας, η παρενόχληση σε εργασιακούς χώρους και το φλέγον ζήτημα της κακοποίησης ανηλίκων, γυναικών, ηλικιωμένων, ατόμων με αναπηρίες, αποτελούν αντικείμενο διερεύνησής μας σε μία συνέντευξη με ιδιαίτερο ενδιαφέρον που μου παραχώρησε για το pm και τη στήλη «Έγκλημα και Μedia» μία νέα, έγκριτη επιστήμονας, η κ. Βασιλική Σγάντζου, Δικηγόρος Αθηνών, Μ.Δ.Ε Ποινικό Δίκαιο και Ποινική Δικονομία.  

Η συνέντευξη δίνει «τροφή» για σκέψη και προβληματισμό. Θα δώσω ιδιαίτερη έμφαση στους πολλούς και καταλυτικούς παράγοντες που δύναται να οδηγήσουν στο «πέρασμα στην εγκληματική πράξη», στον καθοριστικό ρόλο της εκπαίδευσης και στην ενίσχυση της πρόληψης, στην ψυχολογία των γυναικών θυμάτων που, σε πολλές περιπτώσεις, πασχίζουν να καταλάβουν γιατί αισθάνονται υπεύθυνες για την κακοποίησή τους -μία εξαιρετικά σημαντική παράμετρο που οφείλουμε να αναδείξουμε για να «γκρεμίσουμε» τον φόβο των θυμάτων βίας και να τονίσουμε ότι καμία γυναίκα δεν ευθύνεται για την κακοποιητική συμπεριφορά του συζύγου/συντρόφου της και ότι χρειάζεται επιστημονική βοήθεια για να αντιμετωπίσει ο δράστης τις βαθύτερες αιτίες των βίαιων ξεσπασμάτων του – αλλά και στις έμμονες παρενοχλητικές συμπεριφορές στον εργασιακό χώρο, στο πλαίσιο της οικογένειας, στον διαδικτυακό κόσμο κ.λπ. που δύναται να οδηγήσουν ακόμα και σε ειδεχθή εγκλήματα.

ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Η κ. Βασιλική Σγάντζου είναι Δικηγόρος Αθηνών. Γεννήθηκε στην Καλαμάτα Μεσσηνίας. Είναι απόφοιτη της Νομικής Σχολής του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Είναι κάτοχος  μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών της Νομικής Σχολής του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών του Τομέα Ποινικών Επιστημών με ειδίκευση «Ποινικό δίκαιο και Ποινική δικονομία» με  βαθμό «Άριστα». Είναι, επίσης, κάτοχος πιστοποιητικού εξειδίκευσης επιμόρφωσης «Introduction to criminology and forensic psychology» του Μητροπολιτικού Κολλεγίου Αθηνών. Είναι κάτοχος πιστοποιητικού εξειδίκευσης επιμόρφωσης «ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ – ΨΥΧΙΑΤΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ» του ΔΔΕΕΨΥ, διπλώματος «ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ» του ΔΔΕΕΨΥ και διπλώματος «ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΨΥΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ» του ΔΔΕΕΨΥ. Παρακολούθησε μαθήματα στο Πρόγραμμα e-learning του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών «ΙΑΤΡΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ» και «ΗΘΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ» αντίστοιχα.  Αρθρογραφεί νομικά άρθρα και παρακολουθεί σεμινάρια κυρίως σχετικά με το ποινικό δίκαιο. Έχει γνώση αγγλικής και γαλλικής γλώσσας.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

  • Κυρία Σγάντζου, θεωρώ πάντοτε πολύ εποικοδομητικές και ενδιαφέρουσες τις συζητήσεις με νέους ανθρώπους και επιστήμονες. Θα ήθελα επομένως μέσα από τη συνέντευξή μας στο pm να προσεγγίσουμε ορισμένα φλέγοντα ζητήματα εγκληματολογικού και κοινωνικού ενδιαφέροντος. Να ξεκινήσουμε με μία πολύ ενδιαφέρουσα θεματική, η οποία αποτελεί αντικείμενο διερεύνησής σας και αφορά τη σχέση μεταξύ εγκλήματος και ψυχοπαθολογίας. Ποια είναι τα κύρια σημεία που, κατά την άποψή σας, πρέπει να αναδειχθούν για τη σχέση αυτή;

Καλησπέρα σας κ. Καρδαρά και σας ευχαριστώ πολύ. Με τον όρο «ψυχοπαθολογία» δεν  αναφερόμαστε μόνο στις  ψυχικές διαταραχές, ήτοι στην περιγραφή της εκδήλωσης της παθολογικής συμπεριφοράς, αλλά και στην επιστημονική μελέτη των διαταραχών αυτών ως προς τις πιθανές αιτίες και τα συμπτώματα που εμφανίζουν.  Η ψυχική παθολογία , κατά την άποψή μου, είναι βασική αιτία εγκληματικής συμπεριφοράς. Η μελέτη της σχέσης αυτής, ήτοι ψυχοπαθολογίας και εγκληματικής συμπεριφοράς, δεν είναι πάντα εύκολη. Κι αυτό, επειδή πρέπει να καταστεί σαφές πως ψυχολογικοί και βιολογικοί παράγοντες αποτελούν πλευρές μόνο ενός ενιαίου πολύπλευρου προβλήματος, που πρέπει να κριθεί και αντιμετωπιστεί συνολικά, κατόπιν συνεργασίας δύο διαφορετικών κλάδων, αφενός της νομικής επιστήμης και αφετέρου της επιστήμης της Υγείας.

Η ψυχοπαθολογία, όμως, η οποία συνίσταται στην εκδήλωση ψυχικών διαταραχών, είναι ζήτημα ιατρικό, ενώ η ποινικοποίηση απορρεουσών εγκληματικών πράξεων είναι ζήτημα νομικό, έργο και αποστολή του δικαστή. Έτσι, δράστες που πάσχουν από κάποια ψυχική διαταραχή κατέχουν μία ιδιαίτερη θέση στη σημερινή εποχή, διότι βρίσκονται ανάμεσα σε δύο διαφορετικά επιστημονικά πεδία, αυτού του νόμου και αυτό της υγείας. Ως απόρροια αυτής της δυαδικότητας είναι ευνόητο ότι για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του εγκληματικού φαινομένου, τα δύο συστήματα θα πρέπει να συνεργαστούν και να αλληλοκατανοηθούν, έτσι ώστε να υπάρχει απρόσκοπτη διακίνηση των πληροφοριών, ένθεν κακείθεν, με τελικό σκοπό την ορθή επιστημονική πράξη. Κι αυτό είναι, κατά την κρίση μου, το κύριο αν όχι το μοναδικό σημείο που πρέπει να αναδειχθεί για τη σχέση μεταξύ της ψυχοπαθολογίας και του εγκλήματος: η σημασία της προαναφερόμενης συνεργασίας σε όσους έχουν ήδη εμπλακεί ή πρόκειται να εμπλακούν με τη μελέτη ή/και ποινικοποίηση του εγκλήματος. Η ανάγκη κατανόησης καθίσταται δέ σημαντικότερη για τον σύγχρονο νομικό σύστημα, αφού αυτό είναι αποκλειστικά υπεύθυνο για την αντιμετώπιση του εγκληματικού φαινομένου, πολλώ δε μάλλον από τη στιγμή που και στον ισχύοντα ποινικό κώδικα έχουν εμφιλοχωρήσει έννοιες με καθαρά ιατρικό περιεχόμενο.

Άλλωστε, η αξιολόγηση της ψυχοπαθολογίας απαιτεί μία κλινική αξιολόγηση και μία διαγνωστική αξιολόγηση με ψυχομετρικά εργαλεία. Η Ψυχιατρική είναι η επιστήμη εκείνη που ασχολείται με τη μελέτη των ψυχικών διαταραχών, την αιτιοπαθογένεια, τη διάγνωση, τη θεραπεία και την πρόληψή τους. Αποτελεί έναν κλάδο της Ιατρικής με κωδικοποιημένη κλινική πρακτική, ωστόσο μπορεί να τοποθετηθεί και στο σημείο διασταύρωσης μεταξύ φυσικών και ανθρωπιστικών επιστημών. Εντούτοις, η δυσπιστία τόσο της κοινωνίας όσο και της ίδιας της Ιατρικής απέναντι στην Ψυχιατρική είναι αυτή που δυσχεραίνει σήμερα τη σχέση μεταξύ ψυχοπαθολόγιας και εγκλήματος. Όμως, πρέπει να καταστεί σαφές πως, εάν αποκλεισθεί ο κλάδος από τη μελέτη του εγκληματικού φαινομένου, «ρισκάρουμε να καταλήξουμε εν τέλει σε ουσιαστικά αυθαίρετες δικαστικές κρίσεις, χωρίς καμία επιστημονική βαρύτητα»

Η απόδειξη ψυχικών διαταραχών, ψυχωσικών συμπεριφορών, διαταραχών της συνείδησης των πνευματικών λειτουργιών και τραυμάτων, η επιθετικότητα είναι ένα εγχείρημα δύσκολο. Ας αναλογισθούμε πόσο δυσκολότερο μπορεί να καταστεί όταν σήμερα, τη σύγχρονη εποχή, αρνούμαστε την κατάφαση σχέσης ανάμεσα στην ψυχοπαθολόγια και το έγκλημα, εκτοπίζοντας από το κέντρο βάρους την επιστήμη της Ψυχιατρικής και των ψυχομετρικών εργαλείων που προσφέρει για τη διάγνωση ποικίλων διαταραχών (ICD-10, DSM-V), παρακωλύοντας συνάμα την ανάπτυξη και εγκατάσταση κλάδων, όπως αυτού της Δικαστικής Ψυχιατρικής, που αν μη τι άλλο είναι αναγκαίοι για την κατανόηση του εγκληματικού φαινομένου τη σημερινή εποχή.

  • Πολύ σημαντική όμως και η σχέση μεταξύ εγκλήματος-κοινωνίας. Στις σύγχρονες κοινωνίες που αλλάζουν και υφίστανται μάλιστα ισχυρούς κλυδωνισμούς σε πρωταρχικές δομές τους, ποια είναι τα σημεία στα οποία ως νομικός πιστεύετε ότι πρέπει να δώσουμε έμφαση και να ενημερώσουμε το κοινό;

Επίκαιρη ερώτηση για να απαντήσει κανείς σήμερα, όπου με την τροποποίηση του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αναδείχθηκαν ενδιαφέροντα ζητήματα που ασφαλώς επηρεάζουν και τη σχέση μεταξύ εγκλήματος και κοινωνίας. Αναφέρομαι στον εκσυγχρονισμό του ποινικού συστήματος. O προϊσχύων Ποινικός Κώδικας, όπως επισημαίνεται και στην Αιτιολογική Έκθεση στο σχέδιο νόμου «Κύρωση του Ποινικού Κώδικα» υπήρξε προϊόν µακράς και παραγωγικής επεξεργασίας. Ήταν έκδηλο πως υπήρξε ανάγκη ενός ριζικού εκσυγχρονισμού του ποινικού συστήματος.

Παρά τις όποιες αρνητικές πτυχές επισήμανε η δικαστηριακή πρακτική, δεν γίνεται να μην αναγνωρισθούν οι καινοτομίες που επήλθαν. Κατά πρώτο λόγο, έλαβε χώρα η κατάργηση των πταισμάτων ως εγκλημάτων και η  αντιμετώπισή τους ως διοικητικών παραβάσεων αποφεύγοντας αφενός  την άσκοπη ταλαιπωρία των πολιτών και των δικαστικών υπηρεσιών και αφετέρου την επιβολή «δυαδικών κυρώσεων». Επιπροσθέτως, επήλθε ο εξορθολογισµός και εκσυγχρονισμός του συστήματος ποινικών κυρώσεων, η «ανακαίνιση» διατάξεων του Ειδικού Μέρους που µε την πάροδο του χρόνου έχουν χάσει τη σημασία και τη ρυθμιστική τους εμβέλεια. Την ίδια στιγμή, αναμορφώνεται το σύστημα των ποινών αναφορικά με την παραβατικότητα των ανηλίκων, αφού μειώνεται η εις βάρος τους υπερβολική αυστηρότητα. Τέλος, σημαντικές αλλαγές επέρχονται στο 19ο Κεφάλαιο του Ποινικού Κώδικα όπου εντάσσονται τα εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και της ανηλικότητας με σημαντικότερη την αντικατάσταση όρων που δυσχέραιναν την πλήρωση της ειδικής υπόστασης των εγκλημάτων.

Από την άλλη πλευρά, αναφορικά με τον κώδικα ποινικής δικονομίας, αρχικά αναβαθμίζεται ο ρόλος της παροχής κοινωφελούς εργασίας και αποτελεί πλέον αυτοτελή ποινή, αντί της καταστολής και του εγκλεισμού, συμβάλλοντας στην αποσυμφόρηση των φυλακών και στην κοινωνική ένταξη των παραβατών, ενώ επίσης εισάγονται νέες διαδικασίες εκδίκασης των υποθέσεων, δηλαδή η  εφαρμογή του θεσμού αποχής από την ποινική δίωξη, η εισαγωγή της συνοπτικής διαδικασίας της ποινικής διαταγής σε μια σειρά πλημμελημάτων, ο επανακαθορισμός και η διεύρυνση του θεσμού της ποινικής συνδιαλλαγής και η εισαγωγή του θεσμού της ποινικής διαπραγμάτευσης.

Οι παραπάνω αλλαγές, και στις οποίες πρέπει να εστιάσουμε, αποτελούν φλέγον ζήτημα της σύγχρονης εποχής κι ασφαλώς παίζουν ρόλο στον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία αντιμετωπίζει το έγκλημα, τη στιγμή που φαίνεται να εμφιλοχωρούν στο σύγχρονο ποινικό δίκαιο θεσμοί «αποκαταστατικής δικαιοσύνης». 

  • Η εγκληματογένεση είναι σαφώς ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο και κάθε υπόθεση που παρουσιάζουμε στα ΜΜΕ έχει τα δικά της ειδικά χαρακτηριστικά. Στο πλαίσιο της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας ποιοι είναι οι πιο κρίσιμοιπαράγοντες, κατά την επιστημονική σας ασφαλώς άποψη, που συμβάλλουν στην εγκληματογένεση; 

Πρωταρχικά, κρίσιμος όρος για την οριοθέτηση αυτής της προβληματικής, είναι αυτός του «εγκλήματος». Εντούτοις, το ερώτημα για το τι (;) είναι έγκλημα δεν μπορεί να απαντηθεί με ακρίβεια, διότι κανείς δεν μπορεί να απαντήσει με τον ίδιο τρόπο. Μπορούμε εξαρχής ευθύς να παραπέμψουμε στον ελληνικό Ποινικό Κώδικα, ο οποίος τυποποιεί την έννοια του εγκλήματος στο άρθρο 14 αυτού. Εντούτοις, από μία σύντομη επισκόπηση του Ποινικού Κώδικα, καταλαβαίνουμε πως δεν περιγράφονται τα αίτια της εκάστοτε εγκληματικής συμπεριφοράς, αλλά μόνον η ποινική αντιμετώπιση των δραστών αυτών.

Απεναντίας, η επιστήμη της εγκληματολογίας είναι αυτή που μελετά το εγκληματικό φαινόμενο αυτό καθεαυτό τόσο ως ατομικό και κοινωνικό φαινόμενο, όσο και την κοινωνική αντίδραση αυτού. Η επιστημονική μελέτη του εγκληματικού φαινομένου αποτελεί αντικείμενο του κλάδου της εγκληματολογίας, η οποία ερευνά την προέλευση, τις παραμέτρους και τη φύση του εγκλήματος, αλλά και τις επιπτώσεις του μέσα στην κοινωνία.

Κλείνοντας την παραπάνω παρένθεση και επανερχόμενοι στο ερώτημα που τίθεται εν προκειμένω, κατά την προσωπική μου άποψη η εγκληματογένεση δεν είναι μονοδιάστατη, αλλά μπορεί να εξαρτηθεί από πολλούς παράγοντες. Κατά πρώτο λόγο, μολονότι υπάρχει μία δυσπιστία ως προς αυτό, οι βιολογικοί παράγοντες αποτελούν αιτία εγκληματογένεσης. Πιο συγκεκριμένα, η κληρονομικότητα της εγκληματικής συμπεριφοράς. Ενδεικτικά να αναφέρω πως στις σύγχρονες βιολογικές έρευνες, επιστήμονες έχουν προσπαθήσει να αποδείξουν πως κληρονομικοί παράγοντες είναι υπεύθυνοι για την εμφάνιση μίας  επιθετικής συμπεριφοράς και της επιρρέπειας σε βίαια εγκλήματα. Ακόμη, υποστηρίζεται πως η αντικοινωνική συμπεριφορά δημιουργείται από βιοχημικές συνθήκες κατά την κύηση της µμητέρας επηρεάζοντας χημικές και βιολογικές λειτουργίες του εμβρύου. Έτσι, λοιπόν, ανθυγιεινές συνήθειες της µμητέρας, όπως το κάπνισα ή η κατανάλωση αλκοόλ, συνδέονται µε τις συµπεριφορικές δυσλειτουργίες του παιδιού, αφού έχει παρατηρηθεί ότι εμποδίζουν την ομαλή ανάπτυξη των εγκεφαλικών κυττάρων, δυσχεραίνοντας τη διαδικασία εκμάθησης της συμπεριφοράς.

Από την άλλη πλευρά, δεν πρέπει να παρορά κανείς τους ψυχολογικούς παράγοντες.  Σύμφωνα με τα πορίσματα της εξελικτικής ψυχολογίας, τραυματικές εμπειρίες κατά την παιδική ηλικία μπορούν να οδηγήσουν σε επιθετική συμπεριφορά κατά την ενήλικη ζωή και κατ’ επέκταση σε εκδήλωση άδικης πράξης. Επιπροσθέτως, ψυχικές / ψυχιατρικές διαταραχές ή ψυχώσεις αποτελούν παράγοντα εγκληματογένεσης. Η ίδια η φύση της ψυχιατρικής νόσου καθίσταται υπεύθυνη για την πρόκληση αξιόποινης συμπεριφοράς. Η σχιζοφρένεια, οι διαταραχές προσωπικότητας  επιταχύνουν το πέρασμα στην εγκληματική συμπεριφορά.

Τέλος, δεν παύουν να αποτελούν αιτίες εγκληματογένεσης διάφοροι κοινωνικοί παράγοντες, στους οποίους μόνο συνοπτικά μπορώ να αναφερθώ, όπως είναι η επαφή με περιστατικά βίας, η επίδραση των ΜΜΕ, η οικονομική κρίση, η ανεργία, η επίδραση της χρήσης ψυχοδραστικών ουσιών που προκαλούν ιστοπαθολογικές αλλοιώσεις του εγκεφάλου και έτσι αδυναμία συνείδησης του άδικου χαρακτήρα της πράξης.

  • Μία ακόμα πολύ σημαντική θεματική που θα ήθελα να αναπτύξουμε αφορά την πρόληψη του εγκλήματος στην ελληνική κοινωνία, σήμερα. Ποια βήματα πρέπει να γίνουν και σε ποια επίπεδα;

Η πρόληψη του εγκλήματος στην ελληνική κοινωνία αποτελεί αδιαμφισβήτητα μέσο αντεγκληματικής πολιτικής. Εντούτοις, σημειώνονται περιπτώσεις που η πρόληψη της εγκληματικότητας καθίσταται ανέφικτη. Η αδυναμία της πρόληψης του εγκλήματος στηρίζεται κατά κύριο λόγο, κατά την κρίση μου, σε αδυναμία κατανόησης της ποικιλομορφίας έκφανσης της παραβατικής συμπεριφοράς και των κατασταλτικών μηχανισμών. Ή κατ’ ακριβολογίαν στην ανεπάρκεια αυτών. Ο πολίτης οφείλει να κατανοήσει πως τη στιγμή που υπάρχει κινητήρια δύναμη για την ώθηση στην εγκληματική πράξη, υπάρχουν και στον αντίποδα παράγοντες που δύνανται να τον χαλιναγωγήσουν από την τέλεση αυτής. Η πρόληψη είναι το παν για τον περιορισμό της εγκληματογένεσης. Το πρόβλημα έγκειται στην αδυναμία κατανόησης και στους υπάρχοντες θεσμούς.

Εντούτοις, για να είναι επωφελής η πρόληψη της εγκληματικότητας καθίσταται αναγκαία η συμμετοχή του κοινού. Η οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από τη χρηστή πληροφόρηση, που πρέπει να λαμβάνει χώρα σε διάφορα επίπεδα της κοινωνικής ζωής, ξεκινώντας πρωτίστως από το οικογενειακό περιβάλλον και  από τη σχολική ζωή. Η μεταβολή και η διαμόρφωση των προτύπων ως προς την πρόληψη της εγκληματικότητας δεν απαιτεί μόνο νομικές ρυθμίσεις, αλλά την ευαισθητοποίηση του κοινού και την κατάρτιση κατάλληλων προγραμμάτων με την αποστολή σαφούς μηνύματος ότι δεν υπάρχει δικαίωμα στην παραβίαση των εννόμων αγαθών του ατόμου.

  • Media και έγκλημα». Πιστεύετε, κ. Σγάντζου, ότι θα μπορούσε ο τρόπος απεικόνισης μορφών εγκληματικότητας να ωθήσει σε «αντιγραφή» εγκλημάτων; Σε ποιες περιπτώσεις και υπό την επίδραση ποιων άλλων παραγόντων; 

Στο πλήθος των ειδήσεων που αφορούν την ανθρώπινη δραστηριότητα υπάρχει μία που ανέκαθεν προκαλούσε το ενδιαφέρον σε όλες τις κοινωνίες :  Το έγκλημα. Οι ειδήσεις που αφορούν το έγκλημα και την εγκληματικότητα ξεχωρίζουν και αποτελούν προτεραιότητα πληροφοριών. Η σχέση που συνδέει τα ΜΜΕ με το έγκλημα αποτελούσε και αποτελεί ακόμη και σήμερα αντικείμενο διερεύνησης και ανάλυσης τόσο για τους θεωρητικούς της εγκληματολογίας όσο και των ίδιων των μέσων ενημέρωσης.

Σε αρκετές περιπτώσεις τα ΜΜΕ προωθούν μέσω της ειδησιογραφίας, συμπεριφορές παράβασης του νόμου φθάνοντας στο σημείο να προβάλλουν  τις τεχνικές που υιοθετούν οι δράστες στη διάπραξη του εγκλήματος  Έτσι, καθίστανται πηγή  γνώσης του εγκλήματος και των τεχνικών του, σε τέτοιο βαθμό, ώστε  να προβάλλεται  -όχι σπάνια- το επιχείρημα της ειδησεογραφικής προβολής μίας συμπεριφοράς αντίστοιχης με τη δική τους στην προσπάθειά τους να αποποιηθούν τυχόν ευθύνη και να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους.

Ο τρόπος απεικόνισης του εγκλήματος από τα ΜΜΕ στη σύγχρονη εποχή πραγματοποιείται με την οργάνωση της είδησης ως αφήγημα που απευθύνεται στο ευρύ κοινό. Το παραπάνω σε συνδυασμό με την ενσωμάτωση των βιωματικών συνεντεύξεων συνέβαλε σημαντικά στη μετάδοση της εγκληματικής είδησης προσδίδοντας χαρακτήρα  «επικοινωνιακό». Δεν είναι λίγες οι φορές όπου στην προσπάθεια μετάδοσης της είδησης για το εγκληματικό φαινόμενο, κλήθηκαν οι πρωταγωνιστές της ιστορίας να περιγράψουν τα πραγματικά περιστατικά με κάθε λεπτομέρεια. Η δημοσιογραφική αφήγηση εμπλουτίζονταν από λεπτομέρειες, σχολιασμούς και ερμηνευτικά σχήματα αιτίου-αιτιατού, ενώ εναλλάσσονταν αρκετά συχνά με προσθήκες βιωματικών συνεντεύξεων από αυτόπτες μάρτυρες. Επιπροσθέτως, στα τηλεοπτικά ρεπορτάζ διαπιστώνεται η χρήση τίτλων και υπότιτλων, το περιεχόμενο των οποίων περιελάμβανε πληροφορίες για συμπεριφορές και γεγονότα του εγκλήματος.      

Μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις κατά τη μετάδοση της εγκληματικής είδησης, γίνεται προσπάθεια αναπαράστασης της διαδρομής και των τεχνικών που ακολουθεί ο δράστης, μετατρέποντάς τον έτσι σε κινηματογραφικό πρωταγωνιστή κι αυτό έχει ως απότοκο να ξεφεύγει η είδηση από το συγκεκριμένο αδίκημα που μελετά, αλλά να διαπλάθει στο ευρύ κοινό την αρχετυπική φιγούρα του δράστη. Έτσι, το κοινό απομακρύνεται από την αληθινή γνώση. Δεν είναι σπάνιες και οι περιπτώσεις εκείνες, όπου το άτομο ως δέκτης  είναι πιθανόν να ταυτιστεί ή και να αποδεχτεί ως έναν βαθμό το έγκλημα, με τον τρόπο που προβάλλεται από τα ΜΜΕ σήμερα. Έτσι, λόγω της επίδρασης των ΜΜΕ στη σύγχρονη ελληνική εποχή συνδυαστικά με το ότι ο πολίτης δε διακατέχεται από την απαραίτητη γνώση, δεν έχει την ικανότητα να αντιληφθεί την  επιρροή των ψυχικών διεργασιών του δράστη κατά το χρόνο διάπραξης της άδικης πράξης οδηγούμαστε όχι στην πρόληψη, αλλά αντιθέτως στην επανάληψη του εγκλήματος και μάλιστα μέσω της τεχνικής της μίμησης. Ο κορεσμένος τηλεθεατής σταδιακά προσαρμόζεται και εξασθενεί η αντίδρασή του.

  • Η κακοποίηση γυναικών, παιδιών, ηλικιωμένων αλλά και ατόμων με αναπηρίες, συνιστά ένα πολύ σοβαρό ζητήματα που απασχολεί και τα μίντια, σε μεγαλύτερη θα έλεγα έκταση τα τελευταία έτη. Θα μας καταθέσετε την άποψή σας για το θέμα και για σημεία στα οποία πρέπει να δώσουμε μεγαλύτερη βαρύτητα αποβλέποντας στην πρόληψη αλλά και στην έγκαιρη παρέμβαση;

Σκοπός της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας είναι να προστατεύσει μεταξύ άλλων κι έναν κύκλο «ευάλωτων» ατόμων. Αναφέρομαι, πλην των γυναικών, στους ανήλικους, στους υπερήλικες και στους ανήμπορους. Η παρέμβαση όσον αφορά την προστασία τους θα πρέπει να μην παρεμβαίνει άκρατα στην ιδιωτική τους σφαίρα σεβόμενοι πάντα το «εύθραυστο» της προσωπικότητάς τους. Έρευνες δείχνουν πως μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού έχει προσωπική εμπειρία κακοποίησης και δη επαναλαμβανόμενης, ενώ αρκετοί γνωρίζουν θύμα κακοποίησης ή αναφέρουν έμμεση γνώση κακοποιητικού περιστατικού. 

Αυτό που προξενεί εντύπωση σε προσωπικό επίπεδο είναι το πώς μολονότι από τις διακηρύξεις διαφαίνεται ότι η ανωτέρω ομάδα προσώπων βρίσκεται στο κέντρο βάρους νομοθετικών πρωτοβουλιών για την προστασία τους και για τον σκοπό αυτό θεσπίζονται μέτρα και νόμοι, τα αποτελέσματα αυτών είναι στην πράξη επιεικώς πενιχρά (;). Και ποιος ευθύνεται για αυτό; Η αναγκαιότητα για μέτρα πρόληψης και αντιμετώπισης της κακοποίησης γυναικών, παιδιών, ηλικιωμένων αλλά και ατόμων με αναπηρίες, κρίνεται αναγκαία όσο ποτέ άλλοτε σήμερα που τα κρούσματα πληθαίνουν. Το ζήτημα είναι πώς η  κοινωνία και το κράτος αντιμετωπίζουν  την κατάχρηση θεμελιωδών δικαιωμάτων που συμβαίνει εις βάρος των παραπάνω ατόμων. Θεωρώ, λοιπόν, πως η παρέμβαση πρέπει να είναι έγκυρη και καίρια. Ελάχιστες είναι οι δράσεις  για το ανωτέρω θέμα στο επίπεδο της πρόληψης, μολονότι  γνωρίζουμε ότι η νομοθεσία μεμονωμένα δεν αρκεί και ότι χρειάζονται προληπτικά προγράμματα. Γιατί, βασικό πρόβλημα είναι η έλλειψη συστήματος καταγραφής των περιστατικών κακοποίησης και η ελλιπής εκπαίδευση. Συνεπώς, για την πρόληψη αυτής της παραβατικότητας που σημειώνεται καθίσταται αναγκαία η εκπαίδευση και η γαλούχηση ηθικών αξιών που πρέπει να γίνει σε πρώιμο αναπτυξιακό επίπεδο, αφού τα παιδιά από μικρά διαπλάθουν προσωπικότητα. 

  • Έχετε ασχοληθεί ερευνητικά και με το πολύ σοβαρό ζήτημα της παρενόχλησης σε εργασιακά περιβάλλοντα αλλά και στους κόλπους της οικογένειας, την οποία μάλιστα χαρακτηρίζετε ως «μορφή συγκεκαλυμμένης βίας». Κρίνω πολύ σημαντικό να μας καταθέσετε την ερευνητική σας εμπειρία για το θέμα.

Το ανωτέρω ζήτημα ήταν το θέμα της διπλωματικής μου εργασίας στο πλαίσιο του Μεταπτυχιακού Προγράμματος του ΕΚΠΑ στις Ποινικές Επιστήμες με ειδίκευση «Ποινικό Δίκαιο και Ποινική Δικονομία». Είναι εντυπωσιακό ότι τα θύματα δεν συνειδητοποιούν την κακόβουλη μεταχείριση, πασχίζουν να καταλάβουν γιατί αισθάνονται υπεύθυνα. Το άτομο που έχει υποστεί σεξουαλική ή ηθική ή ψυχική παρενόχληση είναι πράγματι θύμα, είτε οι επιπτώσεις των παρενοχλητικών συμπεριφορών είναι προσωρινές είτε μόνιμες. Ακόμα και όταν η αντίδραση μπορεί να συντελέσει στη δημιουργία σχέσης με τον επιτιθέμενο, σχέσης που είναι ανατροφοδοτούμενη και να δώσει την εντύπωση ότι είναι ανάλογη, όπως συμβαίνει στις εργασιακές και τις οικογενειακές σχέσεις, δεν πρέπει να λησμονιέται ότι υποφέρει από μία κατάσταση για την οποία δεν ευθύνεται.

Υπάρχουν πολλοί που θεωρούν ότι βλάπτονται από κάθε συμπεριφορά για την οποία αισθάνονται αποστροφή και την αντιμετωπίζουν ως βάναυση προσβολή των αισθημάτων τους. Αλλά δεν είναι το ίδιο το αίσθημα που έχει κανείς για τη γνώμη του και το αίσθημα που έχει ένας άλλος, ο οποίος ενοχλείται.

Η παρενόχληση είναι ένα φαινόμενο που μολύνει τόσο το εργασιακό όσο και το οικογενειακό περιβάλλον και συνίσταται σε μία πολυμορφία έκφρασής του, που μπορεί να καταλαμβάνει τη σεξουαλική, την ηθική και την ψυχική παρενόχληση, ενώ επιπροσθέτως μπορεί να τυποποιηθεί και ως έμμονη παρενοχλητική παρακολούθηση. Συχνά χαρακτηρίζεται ως μία βία «συγκεκαλυμμένη», που προσβάλει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και πολλές φορές δύναται να λαμβάνει μορφή έμφυλης βίας, παραβιάζοντας έτσι την και αρχή της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών. Συνιστά μία αθέατη βία, που συμβαίνει πίσω από πόρτες κλειστές. Μια παράλογη λογική διέπει αυτούς που την πράττουν. Άλλο τόσο παράλογοι, όμως, είναι και οι τρόποι αντιμετώπισης κάποιων κατασταλτικών κρατικών μηχανισμών, που αδυνατούν να συλλάβουν τις επιπτώσεις αυτών των μορφών βίας στην ψυχική κυρίως υγεία των θυμάτων, ειδικά σε περιπτώσεις που είναι παρατεταμένη.

Παρόλο που έχει σημειωθεί πρόοδος στην πλειονότητα των κρατών μελών από νομοθετική άποψη για την ποινικοποίηση των διάφορων μορφών παρενόχλησης, στην Ελλάδα είναι εμφανής μία νομοθετική ανεπάρκεια. Λαμβάνοντας υπόψη την ανεπαρκή πρόοδο που έχει σημειωθεί, παρά τον αριθμό και την έκταση των ποινικών μέτρων που έχει λάβει μέχρι σήμερα η Ελλάδα, ειδικά με τις νέες τροποποιήσεις των ποινικών διατάξεων, απαιτείται μία νέα, συμπληρωματική και αποτελεσματική προσέγγιση του ζητήματος.

  • Το αδίκημα της έμμονης παρενοχλητικής παρακολούθησης / stalking αποτελεί, επίσης, ένα φλέγον ζήτημα με το οποίο έχετε ασχοληθεί. Ποια είναι κυρίως τα θύματα και ποιο το μήνυμά σας, τι πρέπει να προσέξουμε ιδίως στην σύγχρονη εποχή της κυριαρχίας των μέσων κοινωνικής δικτύωσης;

Το «Stalking» μπορεί να είναι μια νέα λέξη στο τρέχον πλαίσιο, αλλά η ίδια η συμπεριφορά έχει αναγνωριστεί εδώ και πολύ καιρό στους κύκλους ποινικής δικαιοσύνης. Οι περισσότεροι άνθρωποι γνωρίζουν το αδίκημα, είτε μέσα από διάφορες απεικονίσεις στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, είτε μέσω της προσωπικής γνώσης κάποιου που είναι εκτεθειμένος στις ανεπιθύμητες προσεγγίσεις ενός stalker. Πρόκειται για μία συμπεριφορά που είναι ανεπιθύμητη, επαναλαμβανόμενη και επίμονη, και που δημιουργεί τρόμο ή ταραχή στο θύμα.

Αναφορικά τώρα με τα θύματα. Έχω να αναφέρω πως δεν υπάρχει ένα συγκεκριμένο τμήμα του πληθυσμού που «έλκει» περισσότερο τον δράστη της έμμονης παρενοχλητικής συμπεριφοράς. Τουλάχιστον στην Ελλάδα, δεν υπάρχουν στοιχεία για τα χαρακτηριστικά των θυμάτων που επιλέγει ο δράστης. Θεωρώ ότι είναι μία άδικη πράξη που μπορεί να πλήξει τον οποιονδήποτε. Αυτό που θα ήθελα να επισημάνω, είναι πως παραγνωρίζεται σήμερα ότι το stalking μπορεί να λάβει χώρα και στο οικογενειακό περιβάλλον.  Μολονότι το stalking (και το cyberstalking) ως μορφή ενδοοικογενειακής βίας ή ως φαινόμενο παρατηρούμενο και στις οικογενειακές σχέσεις δεν οριζόταν –μέχρι πολύ πρόσφατα-  σαφώς σε ελληνική νομική διάταξη, θεωρώ πως αδιαμφισβήτητα  μπορεί να είναι πιο πιθανή να συμβεί σε σχέσεις ρόλων που είναι πιο οικείες και μακροπρόθεσμες, όπως οι οικογενειακές σχέσεις. Ενδεικτικά και μόνο, κλασικός δράστης του stalking μπορεί να είναι ο πρώην σύζυγος του θύματος. Εκτός από τις περιπτώσεις όπου ένας/μία πρώην σύζυγος ή σύζυγος σε διάσταση παρενοχλεί τον/την πρώην σύζυγο, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου παρατηρούνται συμπεριφορές stalking και εντός σχέσης ή γάμου. Ο διαρκής έλεγχος του προγράμματος και των δραστηριοτήτων, οι ξαφνικές διερευνητικές επισκέψεις, οι απειλές σε περίπτωση εγκατάλειψης ενδέχεται να είναι τα πρώτα σημάδια μίας παθολογικής κατάστασης που ίσως οδηγήσει σε σοβαρότερες μορφές κακοποίησης.

Η εφεύρεση νέων μορφών διαδικτυακής επικοινωνίας, παρεχουσών, ταυτοχρόνως, τη δυνατότητα άντλησης προσωπικών πληροφοριών, σύνδεσης και συσχέτισης στοιχείων, απετέλεσε τον πυρήνα καινοφανών συμπεριφορών ή μετέβαλε τη φυσιογνωμία των ήδη υπαρχουσών. Έτσι, εν προκειμένω ομιλούμε για το αδίκημα του «cyberstalking», όπου ο δράστης/ cyberstalker χρησιμοποιεί το διαδίκτυο άλλοτε ως μέσο παρακολούθησης της ζωής του θύματος και άλλοτε ως «όπλο» άδικης συμπεριφοράς.  Πιστεύω, όμως, και το τονίζω πως το Διαδίκτυο από μόνο του δεν γεννά εγκληματίες. Είναι η χρήση του Διαδικτύου που αποτελεί απειλή για τον άνθρωπο. Πρέπει να υπάρξουν κανονιστικές ρυθμίσεις με έναν σκοπό, με αρχή, μέση και τέλος, που θα στοχεύει στη μείωση των αρνητικών συνεπειών. Πρέπει να έχουμε στο νου μας πως όπου μεγαλύτεροι οι κίνδυνοι, τόσο πιο αναγκαίες καθίστανται οι παρεμβάσεις από τις αρχές επιβολής του νόμου. Δεν καταστέλλουμε το Διαδίκτυο αυτό καθευατό που έχει κι ορισμένα εύλογα πλεονεκτήματα, αλλά ρυθμίζουμε τις απειλές και επιρρίπτουμε τις ανάλογες ευθύνες στους παραβάτες. Το παν είναι η ενημέρωση για τους κινδύνους ειδικά στις πιο μικρές ηλικίες.

  • Ποια είναι τα επόμενα επιστημονικά και ερευνητικά σας σχέδια; 

Mου αρέσει να θέτω βραχυπρόθεσμους στόχους. Δουλεύω σε δικηγορικό γραφείο στην Αθήνα ως νέα δικηγόρος. Κατόπιν ολοκλήρωσης των μεταπτυχιακών σπουδών μου σκέφτομαι να ασχοληθώ με την ενεργό δικηγορία και την αρθρογραφία επιστημονικών άρθρων παράλληλα. Θα επιθυμούσα, βέβαια,  και την ενασχόληση με το κομμάτι της Δικαστικής Ψυχολογίας, διότι μου αρέσει η μελέτη στο εγκληματολογικό προφίλ των δραστών.

  • Ολοκληρώνοντας την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση μας, θα θέλατε να περάσετε στο αναγνωστικό κοινό ένα μήνυμα που κρίνετε σημαντικό σχετικά με το έγκλημα στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία, ως νέος άνθρωπος και επιστήμονας; 

 Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει σήμερα η επικρατούσα συνθήκη ανοχής απέναντι στο έγκλημα στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Υπάρχει αυτός ο φόβος στον παθόντα της πιθανής θυματοποίησης των ίδιων ή κοντινών τους προσώπων από τις εγκληματικές πράξεις. Η κοινωνία μας αρκετές φορές, εκούσια ή ακούσια εθελοτυφλεί απέναντι στη διάπραξη διάφορων μορφών εγκληματικότητας και την προστασία των συμφερόντων του θύματος. Ακόμη και το ίδιο το θύμα αισθάνεται εκτεθειμένο. Γίνεται συγκαταβατικό με το πρόσχημα της ανοχής.  Η κρατούσα διαλλακτικότητα αποτρέπει την παρέμβαση στις πράξεις άλλων, ακόμα κι όταν αυτές θεωρούνται δυσάρεστες και ηθικά επιλήψιμες.

Τα θύματα γαντζώνονται απεγνωσμένα στη θέση τους εις βάρος τόσο της σωματικής όσο και τις ψυχικής τους υγείας. Ας αναλογισθεί κανείς πόσα εγκλήματα δεν πέρασαν ποτέ το κατώφλι της δικαιοσύνης μόνο και μόνο επειδή το θύμα αισθανόταν ντροπή ή ακόμη και υπεύθυνο. Και μιλάμε, κυρίως, για τα αδικήματα ενδοοικογενειακής βίας, του βιασμού, των σεξουαλικών επιθέσεων και της παρενόχλησης στην εργασία. Το θύμα επιθυμεί κατά κύριο λόγο την αποφυγή της λεγόμενης «διπλής θυματοποίησης» που ενδέχεται να δημιουργηθεί από την εξιστόρηση των περιστατικών κατά την ακροαματική διαδικασία. Θεωρώ ότι πρέπει στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία να υπάρχει σωστή ενημέρωση.

Σωστή ενημέρωση τόσο για το έγκλημα και την ποικιλομορφία του, αλλά και για τους μηχανισμούς πάταξής του. Η ενημέρωση θα οδηγήσει στην πάταξη των εγκληματικών συμπεριφορών μέσω της καταγγελίας αυτού. Και τέλος, στα θύματα που αποφασίσουν εν τέλει να καταγγείλουν το αδίκημα και να φθάσουν στις αίθουσες των δικαστηρίων να παρέχεται, υπό καλύτερες συνθήκες συγκριτικά με τα δεδομένα της ελληνικής πραγματικότητας, νομική βοήθεια εάν οικονομικά αδυνατούν να χειριστούν την υπόθεσή τους.

  • Σας ευχαριστώ θερμά, κ. Σγάντζου.

Εγώ σας ευχαριστώ κ. Καρδαρά και τιμή μου.

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Παν/μίου Αθηνών – Φιλόλογος. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός και είναι Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Παράλληλα, οργανώνει σεμιναριακά μαθήματα και δίνει διαλέξεις στο αντικείμενο της εξειδίκευσής της «Έγκλημα και Media». Συνεργάστηκε με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει τη συγγραφή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων: «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» & «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ», με Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας κ.Γιάννη Πανούση. Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αντικείμενο «Εγκληματολογία & ΜΜΕ». Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα, την αρθρογραφία και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts