Εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας με θύματα παιδιά – Ένοχες σιωπές σε θρησκευτικά περιβάλλοντα

της Αγγελικής Καρδαρά.

Μία πολύ σοβαρή υπόθεση που είδε το φως της δημοσιότητας και διερευνούμε από τα τέλη του Οκτωβρίου του 2019 αφορά την υπόθεση της κακοποίησης του 12χρονου κοριτσιού στην κλειστή τοπική κοινωνία, με κατηγορούμενο έναν ιερέα της περιοχής. Παράλληλα, να σημειωθεί ότι το το ανήλικο θύμα στην κατάθεσή του αναφέρει και την εμπλοκή δεύτερου προσώπου.

Στις 3-11-2019 τοποθετήθηκα για το θέμα της συγκάλυψης εγκληματικών ενεργειών σε βάρος ανηλίκων από τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας και ειδικότερα από μητέρες, στην εφημερίδα ΝΕΑ ΣΕΛΙΔΑ στο πλαίσιο του ρεπορτάζ της δημοσιογράφου Δήμητρας Τριανταφύλλου με τίτλο «Εκμετάλλευση ανηλίκων από ιερείς: Φρίκη για την κακοποίηση, οργή για τη συγκάλυψη».[1]

Η εν λόγω υπόθεση εγείρει έντονο προβληματισμό. Βρίσκεται ασφαλώς σε αρχικό στάδιο διερεύνησης, επομένως στην παρούσα φάση δεν μπορούμε να μπούμε στην ουσία της, ωστόσο είναι σημαντικό να επαναφέρουμε στη δημόσια συζήτηση το μείζον θέμα της «ένοχης σιωπής» από μέλη της οικογένειας που καταγράφεται σε υποθέσεις σεξουαλικών εγκλημάτων με ανήλικα θύματα, όπως επίσης την εμπλοκή ατόμων τα οποία σχετίζονται με συγγενικούς, φιλικούς, ερωτικούς, δεσμούς, σε από κοινού διάπραξη εγκλημάτων, ακόμα και σε  εγκλήματα κατά της ζωής και κατά της γενετήσιας ελευθερίας, όπως δείχνουν μελέτες σε διεθνές επίπεδο.

Η σημασία του να «σπάσουν» αυτές οι ένοχες σιωπές ή η συγκάλυψη εγκληματικών ενεργειών είναι πολύ μεγάλη, γιατί με αυτό τον τρόπο θα επιτύχουμε έναν διττό στόχο: την ενίσχυση της πρόληψης αυτών των μορφών εγκληματικότητας αλλά και της έγκαιρης παρέμβασης σε εγκλήματα που διαπράττονται στους κόλπους μίας οικογένειας. Εδώ οφείλουμε να επιμείνουμε τόσο σε ερευνητικό επίπεδο όσο και αξιοποιώντας τη δύναμη των ΜΜΕ με στόχο την ενημέρωση των πολιτών και την ανάληψη της ευθύνης από τον πολίτη, ο οποίος γνωρίζει και σιωπά. 

Ιδίως στη σημερινή εποχή όπου καταγράφεται τόσο η ποσοτική όσο και η ποιοτική διαφοροποίηση της εγκληματικότητας, η έννοια της «συμμετοχικής αντεγκληματικής πολιτικής» πρέπει να αναδειχθεί, ώστε να πάψει η γειτονιά και η κλειστή τοπική κοινωνία να αδιαφορούν για τα ειδεχθή εγκλήματα που διαπράττονται σε βάρος ευάλωτων τις περισσότερες φορές θυμάτων όπως είναι τα παιδιά. 

Εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας με θύματα ανήλικα άτομα και δράστες πρόσωπα αξιοσέβαστα στην κοινωνία που ταυτόχρονα μπορεί να είναι φορείς εξουσίας (ιερείς, πολιτικοί, εκπαιδευτικοί κ.λπ.) χρήζουν πολύ μεγάλης προσοχής, γιατί πέρα από την ποινική απαξία της πράξης, η κοινωνική απαξία του εγκλήματος είναι επίσης πολύ μεγάλη, δεδομένου ότι οι δράστες ανάλογων εγκλημάτων δύναται να κάνουν κατάχρηση της εξουσίας τους -ακόμα και της εξουσίας που σε συμβολικό επίπεδο κατέχουν- και να εκμεταλλευτούν τον σεβασμό στο πρόσωπό τους προκειμένου να εγκληματήσουν σε βάρος του ανήλικου θύματος, επιτυγχάνοντας παράλληλα να εξασφαλίσουν τη σιωπή του θύματος υπό τον απειλή της εξουσίας τους. Ενδεχομένως μάλιστα να επιτύχουν και τη συγκάλυψη του εγκλήματος από τρίτα πρόσωπα που γνωρίζουν και σιωπούν από φόβο ή για άλλους λόγους.

Όσον αφορά σεξουαλικά εγκλήματα που διαπράττονται από αξιοσέβαστα για την κοινωνία άτομα τα οποία εργάζονται σε θρησκευτικά περιβάλλοντα, αποτελούν αντικείμενο διερεύνησης διεθνών μελετών και μάλιστα τα τελευταία χρόνια αναδεικνύεται περισσότερο η ανάγκη διερεύνησης τους λόγω υποθέσεων που βλέπουν το φως της δημοσιότητας και απασχολούν τα ΜΜΕ. 

Το προφίλ δραστών που διαπράττουν σεξουαλικά εγκλήματα στον χώρο της θρησκείας: Στη συντριπτική τους πλειοψηφία είναι άντρες (Francis and Baldo 1998; Friberg and Laaser 1998; Garland and Argueta 2010; Thoburn and Whitman 2004), στοιχείο που εξηγείται και από την μεγαλύτερη εκπροσώπηση αντρών σε θρησκευτικά περιβάλλοντα. Ένα δεύτερο βασικό χαρακτηριστικό είναι ότι μόνον ένα μικρό ποσοστό θεωρείται ότι έχει κάποια μορφή παραφιλίας/paraphilia. Συγκεκριμένα, θεωρείται ότι το 2% των δραστών θα μπορούσαν δυνητικά να διαγνωστούν ως παιδόφιλοι (δηλ. σεξουαλική εστίαση σε παιδιά προεφηβικής ηλικία), ενώ το 4% θα μπορούσαν να διαγνωστούν ως «εφηβόφιλοι»/ ephebophile όπως είναι ο αντίστοιχος όρος στην αγγλοσαξονική βιβλιογραφία (δηλαδή, σεξουαλική εμμονή σε άτομα ηλικίας μεταξύ 15 και 19 ετών), (Sipe 1990, 1995). Άλλα ψυχολογικά ζητήματα που έχουν αποδοθεί σε ιερείς που εμπλέκονται σε σεξουαλική κακοποίηση παιδιού περιλαμβάνουν εθισμό, κατάθλιψη, ακόμη και νοητική δυσλειτουργία (Blanchard 1991; Plante and Aldridge 2005). Ένα τρίτο βασικό χαρακτηριστικό τους είναι ότι μπορεί να έχουν ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας (βλ. Raskin & Hall, 1979).

Το προφίλ των θυμάτων: Σύμφωνα με τα πορίσματα διεθνών μελετών η συντριπτική πλειοψηφία των θυμάτων είναι αγόρια ηλικίας μεταξύ 11 και 14 ετών. Αναδεικνύεται όμως η ανάγκη περαιτέρω διερεύνησης, δεδομένου ότι οι έρευνες είχαν δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στο προφίλ των ενήλικων θυμάτων.

Τόπος διάπραξης των σεξουαλικών εγκληματών: Κρίσιμης σημασίας για την έρευνα  ο τόπος διάπραξης του σεξουαλικού εγκλήματος, διότι και ο τόπος του εγκλήματος ασκεί ισχυρές επιδράσεις στην ψυχοσύνθεση των θυμάτων και δύναται να έχει διαφορετικές επιπτώσεις στο «τραύμα της θυματοποίησης», ιδίως για τα ανήλικα θύματα (Culbertson et al. 2014). Οι μελετητές καταλήγουν ότι η κατάχρηση ανηλίκων σε ασέλγεια συμβαίνει συνήθως σε ιδιωτικό χώρο και  κατά κανόνα στο σπίτι του δράστη (Wortley & Smallbone 2006). Επίσης, οι Calkins-Mercado, Tallon, and Terry (Calkins-Mercado et al. 2008) διαπίστωσαν ότι οι ιερείς  που είχαν διαπράξει σεξουαλικά εγκλήματα σε βάρος  περισσότερων του ενός θυμάτων ήταν πολύ πιο πιθανό να είχαν διαπράξει το έγκλημα στην οικία τους σε σχέση με όσους είχαν διαπράξει έγκλημα σε βάρος ενός θύματος.[2]

Όσο σοκαριστική και θλιβερή διαπίστωση είναι, καταγράφονται περιπτώσεις συγκάλυψης από μητέρες της κακοποίησης του παιδιού τους από τους συζύγους /συντρόφους τους . Αυτό που διαπιστώνω μάλιστα τα τελευταία χρόνια, μέσα από την επιστημονική συνεργασία μας με τον Ομ. Καθηγητή Εγκληματολογίας Παντείου Πανεπιστημίου,  κ. Αντώνη Μαγγανά, κατά την επεξεργασία και ανάλυση συνεντεύξεων με θύματα ενδοοικογενειακής βίας, είναι ο αρνητικός ρόλος άλλων μελών της οικογένειας που γνωρίζουν και σιωπούν ακόμα και για χρόνια, με αποτέλεσμα το ανήλικο θύμα ή τα ανήλικα θύματα της οικογένειας να υποφέρουν στα χέρια των βασανιστών τους και παράλληλα η ανοχή της ίδιας της μητέρας να επιτείνει ακόμα περισσότερο το «τραύμα της θυματοποίησης» και να τους δημιουργεί πολλά ερωτήματα τελικά, ακόμα και σύγχυση στην παιδική τους ψυχή.  Αξίζει να αναφέρω μία υπόθεση όπου το ανήλικο θύμα ζητούσε επιτακτικά από τη μητέρα να σπάσει τη σιωπή και να ζητήσει βοήθεια ώστε να προστατευθεί η οικογένεια από την κακοποίηση του πατέρα, τονίζοντας στη μητέρα την ευθύνη απέναντι στα παιδιά της.  

Οι λόγοι αυτής της «ένοχης σιωπής» από τη μητέρα είναι αρκετοί και πρέπει να εξετάζονται κατά περίπτωση.  Έρευνες εντοπίζουν ως μία βασική αιτία συγκάλυψης την «άρνηση», δηλαδή τον ψυχολογικό εκείνο μηχανισμό που χρησιμοποιεί ένα άτομο για να αντιμετωπίσει την οδυνηρή πραγματικότητα που βιώνει και τα πολύ αρνητικά συναισθήματα που αυτή η κατάσταση του προκαλεί[3].  Η μητέρα βρίσκεται σε άρνηση να αποδεχτεί το έγκλημα που διαπράττεται σε βάρος του παιδιού της και να το καταγγείλει, αυτό που ουσιαστικά επιτυγχάνει μέσω της άρνησής της είναι να προστατεύσει όχι ασφαλώς το παιδί, αλλά τον ίδιο της τον εαυτό από τον πόνο της σκληρής πραγματικότητας,  από τα συναισθήματα θυμού προς τον σύζυγο/σύντροφο που κακοποιεί το παιδί αλλά και από συναισθήματα ενοχής που της δημιουργεί το γεγονός ότι δεν έχει καταφέρει να προστατεύσει το παιδί της. Πρόκειται αναμφίβολα για μία εγωκεντρική προσέγγιση που μπορεί να έχει παράλληλα βαθύτερα αίτια, όπως την αδυναμία της μητέρας να χειριστεί την πραγματικότητα και τα συναισθήματα που της δημιουργεί.   

Επίσης,  η συγκάλυψη του εγκλήματος από μία μητέρα μπορεί να είναι απόρροια της εξάρτησης της (οικονομικής,  ψυχολογικής,  συναισθηματικής κ.λπ.) από τον σύζυγο/σύντροφο και να επιλέγει τελικά τη σιωπή από την πιθανή διάλυση του γάμου/της σχέσης. Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι ακόμα πιο έντονη η άρνηση της μητέρας να αποδεχτεί την αλήθεια. Όταν μάλιστα δεν υπάρχει  ένα υποστηρικτικό συγγενικό/φιλικό περιβάλλον ούτε η αναγκαία κοινωνική μέριμνα,  η κατάσταση δυσχεραίνει περισσότερο.  Σε άλλες περιπτώσεις η σιωπή ή ακόμα και σιωπηρή συναίνεση μπορεί να αντανακλά μία βεβαρημένη ψυχοπαθολογία της μητέρας. Ασφαλώς, σε υποθέσεις κακοποίησης ανηλίκων στους κόλπους της οικογένειας  πρέπει να εξετάζεται προσεκτικά και η εμπλοκή που μπορεί να έχει η μητέρα ή και άλλα μέλη της οικογένειας.

Κάθε υπόθεση σαφώς έχει τα δικά της ειδικά χαρακτηριστικά που πρέπει να εξετάζονται με μεγάλη προσοχή ώστε να εξαχθούν πολύτιμα  για την έρευνα συμπεράσματα.  Αυτό όμως που είναι σημαντικό να τονίσουμε, ολοκληρώνοντας, είναι ότι ακριβώς επειδή τα εγκλήματα που διαπράττονται στους κόλπους μίας οικογένειας αποκαλύπτουν νοσηρότητα,  η κοινωνία δεν μπορεί να μένει παγερά αδιάφορα και απαθής. Η τοπική κοινωνία,  οι εκπαιδευτικοί στο σχολείο, οι συγγενείς και φίλοι που γνωρίζουν, οφείλουν να το προστατεύσουν.  Όσοι περιβάλλουν το παιδί και έχουν ακόμα και καθημερινή επαφή μαζί του είναι αδύνατον να μην αντιλαμβάνονται το σοβαρό πρόβλημα και τις συνέπειες στην τραυματισμένη ψυχή του, επομένως είναι αναγκαίο να δημιουργήσουν ένα «προστατευτικό δίχτυ».


[1] Βλ. σχετικά, Τριανταφύλλου Δ. ««Εκμετάλλευση ανηλίκων από ιερείς: Φρίκη για την κακοποίηση, οργή για τη συγκάλυψη» στην εφημερίδα ΝΕΑ ΣΕΛΙΔΑ, 3-11-2019, σσ. 60-61.

[2] Τα ερευνητικά στοιχεία αντλούνται από https://www.mdpi.com/2077-1444/9/1/27/htm

Η διαδικτυακή πηγή ανακτήθηκε στις 30-10-2019.

[3] Βλ.μεταξύ άλλων, Adams, C. «Mothers Who Fail to Protect Their Children from Sexual Abuse: Addressing the Problem of Denial» στο Yale Law & Policy Review, vol. 12, issue 2, 1994. Μπορείτε να βρείτε το άρθρο και διαδικτυακά εδώ https://digitalcommons.law.yale.edu/ylpr/vol12/iss2/7/

Η διαδικτυακή πηγή ανακτήθηκε στις 30-10-2019.

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Παν/μίου Αθηνών – Φιλόλογος. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός και είναι Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Παράλληλα, οργανώνει σεμιναριακά μαθήματα και δίνει διαλέξεις στο αντικείμενο της εξειδίκευσής της «Έγκλημα και Media». Συνεργάστηκε με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει τη συγγραφή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων: «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» & «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ», με Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας κ.Γιάννη Πανούση. Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αντικείμενο «Εγκληματολογία & ΜΜΕ». Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα, την αρθρογραφία και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts