«Εκδικητική πορνογραφία» και «διαδικτυακός βιασμός»

της Αγγελικής Καρδαρά.

Με την πολύτιμη επιστημονική συμβολή της Διευθύντριας του Διεθνούς Ινστιτούτου Κυβερνοασφάλειας (CSIi), Κλινικής Εγκληματολόγου, Συμβούλου Οικογένειας και Υποψήφιας Διδάκτορος Εγκληματολογίας στο Πανεπιστήμιο του Essex, κας Καλλιόπης Ιωάννου, διερευνούμε το πολύ σοβαρό φαινόμενο της «εκδικητικής πορνογραφίας» ή όπως το ορίζει η κ. Ιωάννου του «διαδικτυακού βιασμού», το οποίο λαμβάνει πολυσύνθετες διαστάσεις και προεκτάσεις στη σύγχρονη εποχή.

Με τους ανωτέρω όρους αναφερόμαστε στην «πρακτική της κυκλοφορίας ευαίσθητου προσωπικού υλικού, όπως γυμνών/ημίγυμνων φωτογραφιών ή βίντεο σεξουαλικού περιεχομένου. Τέτοιου είδους υλικό κυκλοφορεί συχνά μαζί με προσωπικά στοιχεία που αποκαλύπτουν την ταυτότητα του ατόμου που απεικονίζεται σε αυτό, καθώς και περαιτέρω προσωπικά του δεδομένα όπως τόπο διαμονής κ.λπ.»

Θα δώσω ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγκη εκπαίδευσης της ευρύτερης κοινωνίας, ώστε να μη στιγματίζει με άμεσο ή έμμεσο τρόπο τα θύματα οδηγώντας τα ακόμα και σε ακραίες, αυτοκαταστροφικές ενέργειες από την ντροπή και τον φόβο περιθωριοποίησής τους, αλλά να καταδικάζει απερίφραστα και χωρίς αστερίσκους την πράξη ζητώντας την άμεση παρέμβαση και τιμωρία των δραστών που με την ενέργειά τους εκφράζουν τελικά αναλγησία, σκληρότητα και απάθεια στα συναισθήματα του θύματος «βιάζοντάς» το και αφήνοντάς το έρμαιο σε όλους όσοι έχουν πρόσβαση στις φωτογραφίες και το υλικό.

Η εκπαίδευση πρέπει να συνεχιστεί στο σχολείο, με το μάθημα της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης να κρίνεται αναγκαίο, όπως πολλές φορές άλλωστε έχουμε τονίσει μέσα από την αρθρογραφία, δεδομένου ότι για τόσο καίρια ζητήματα, όπως ο «διαδικτυακός βιασμός», το έγκλημα της παιδοκτονίας, η βία στις σχέσεις κ.λπ., ο μαθητικός πληθυσμός της χώρας πρέπει να έχει ολοκληρωμένη και έγκαιρη ενημέρωση από τους αρμόδιους φορείς και τους ειδικούς επιστήμονες και όχι από φίλους και sites των οποίων την εγκυρότητα δεν μπορεί να ελέγξει πάντα. Με αυτό τον υπεύθυνο τρόπο θα προλάβουμε ανήλικους και νέους που έχουν βρεθεί σε απόγνωση, επειδή δεν μπορούν να μιλήσουν σε ένα πρόσωπο εμπιστοσύνης για ό,τι τους συμβαίνει και με τη βοήθεια των ειδικών να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα, το οποίο όσο σοβαρό κι αν είναι, μπορεί να επιλυθεί.

Πολύ σημαντικές, τέλος, κρίνω τις κατευθυντήριες γραμμές που δίνει η κ. Ιωάννου για το ασφαλές sexting. Γιατί αυτή είναι η «γλώσσα της αλήθειας». Δεν μπορούμε να αφαιρέσουμε το δικαίωμα από ένα ζευγάρι να ανταλλάξει φωτογραφίες ερωτικού/σεξουαλικού περιεχομένου, ούτε είναι εφικτό να αποθαρρύνουμε διαρκώς τους εφήβους, αλλά πρέπει να τους ενημερώσουμε εγκαίρως για όλους τους πιθανούς κινδύνους και τις απειλές, για τους τρόπους αντίδρασης χωρίς να χαθεί χρόνος και για τις δικλείδες ασφαλείας για όσα άτομα τελικά αποφασίζουν να ανταλλάξουν αποκαλυπτικό υλικό με τους/τις συντρόφους/συζύγους τους που επιθυμούν να παραμείνει ιδιωτικό.

Στη συνέντευξη που ακολουθεί συζητάμε με την κ. Ιωάννου για την ορολογία, την τιμωρία της αποτρόπαιης αυτής πράξης και τα κίνητρα που βρίσκονται πίσω από αυτήν, για το προφίλ δραστών-θυμάτων, για τις κοινωνικές και εγκληματολογικές διαστάσεις και προεκτάσεις που λαμβάνει το φαινόμενο σε Ελλάδα και σε διεθνές επίπεδο, καθώς και για τους τρόπους αντίδρασης και προστασίας των ατόμων από την «εκδικητική πορνογραφία»/ «τον διαδικτυακό βιασμό».

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

  • Κυρία Ιωάννου,  πώς ορίζεται η «εκδικητική πορνογραφία» και ποιες μορφές λαμβάνει τόσο στον διαδικτυακό κόσμο όσο και εκτός αυτού;

Με τον όρο «εκδικητική πορνογραφία» ή «διαδικτυακό βιασμό» αναφερόμαστε στην πρακτική της κυκλοφορίας ευαίσθητου προσωπικού υλικού, όπως γυμνών/ημίγυμνων φωτογραφιών ή βίντεο σεξουαλικού περιεχομένου. Τέτοιου είδους υλικό κυκλοφορεί συχνά μαζί με προσωπικά στοιχεία που αποκαλύπτουν την ταυτότητα του ατόμου που απεικονίζεται σε αυτό, καθώς και περαιτέρω προσωπικά του δεδομένα όπως τόπο διαμονής κ.λπ.

Παρόλο που τα στοχοποιημένα άτομα μπορεί να τράβηξαν τα ίδια τις φωτογραφίες αυτές (γνωστές και ως “selfie”) ή να συναινέσαν στη λήψη τους από ένα οικείο πρόσωπο (συνήθως έναν ερωτικό σύντροφο) για προσωπική ευχαρίστηση, το έκαναν με την προσδοκία ότι το αποκαλυπτικό υλικό θα παρέμενε ιδιωτικό εφόσον δεν είχαν συναινέσαν ποτέ στην περαιτέρω κυκλοφορία του. Τέτοιες εικόνες κυκλοφορούν συνήθως από πρώην φίλο/η ή σύζυγο, που επιδιώκει την εκδίκηση μετά το τέλος μίας σχέσης.

Εδώ θα ήθελα να τονίσουμε κάτι. Ο όρος «εκδικητική πορνογραφία» αποδόθηκε από τα media. Έχει σημασία να καταλάβουμε ότι ο όρος αυτός είναι παραπλανητικός και περιοριστικός, δεδομένου ότι δεν υποκινούνται όλοι οι δράστες από εκδίκηση. Κάποιος μπορεί να δημοσιεύσει προσωπικό υλικό χωρίς τη συναίνεση του υποκειμένου που απεικονίζεται σε αυτό και για άλλους λόγους και σκοπούς πέρα από την εκδίκηση. Για παράδειγμα μπορεί να το κάνει για να εντυπωσιάσει τους συνομηλίκους του (κάτι που το βλέπουμε πολύ συχνά ανάμεσα στους μαθητές), ή να κερδίσει σεξουαλική ικανοποίηση ως αποτέλεσμα της δύναμης και του ελέγχου που νιώθει ότι έχει στο θύμα.

Η σωστή ορολογία παίζει καθοριστικό ρόλο στην αντιμετώπιση της παραβατικότητας και της αποκλίνουσας συμπεριφοράς. Με τον όρο «εκδικητική πορνογραφία» λαμβάνεται ως δεδομένο ότι το θύμα έκανε κάτι επιλήψιμο για να προκαλέσει την οργή και την εκδίκηση του δράστη. Αυτό μεταθέτει όλη την ευθύνη από τον θύτη στο θύμα.

  • Σημαντική η επισήμανσή σας για την ορολογία, κ. Ιωάννου. Ας εξετάσουμε τώρα το ποινικό πλαίσιο. Πώς τιμωρείται στη χώρα μας; 

Ορισμένες χώρες όπως είναι η Γερμανία, η Γαλλία, η Μάλτα και το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν ήδη θεσπίσει συγκεκριμένες διατάξεις για την ποινικοποίηση του φαινομένου της «εκδικητικής πορνογραφίας». Για παράδειγμα, στο Ηνωμένο Βασίλειο, από το 2015 η μη συναινετική κοινοποίηση προσωπικών φωτογραφιών ή βίντεο με σεξουαλικό περιεχόμενο επισύρει ποινή φυλάκισης έως δύο ετών.

Στην Ελλάδα, το φαινόμενο τιμωρείται στο πλαίσιο της παραβίασης των προσωπικών δεδομένων και επιφέρει βαριές ποινές, το εύρος των οποίων ποικίλλει, γιατί μπορεί η πρακτική αυτή να συνυπάρχει με τα αδικήματα της εκβίασης (sextortion), της απειλής ή της άσκησης παράνομης βίας κ.λπ.

  • Έχετε διαθέσιμα στοιχεία για την έκταση που έχει λάβει το σοβαρό αυτό ζήτημα στη χώρα μας;  

Δυστυχώς, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς το φαινόμενο δεν μπορεί να καταγραφεί. Σε αυτό βασικό ρόλο παίζει ο αποκαλούμενος «σκοτεινός αριθμός» της εγκληματικότητας. Ο «σκοτεινός αριθμός», που αναφέρεται σε εγκλήματα που δεν γίνονται γνωστά, εγκληματίες που δεν συλλαμβάνονται, είναι μεγάλος σε αυτές τις περιπτώσεις, καθώς τα θύματα δύσκολα αναφέρουν στις αρχές τους εκβιασμούς που δέχονται, κυρίως λόγω ντροπής και αμηχανίας που μπορεί να αισθάνονται.

  • Θα μπορούσατε να μας σκιαγραφήσετε το βασικά στοιχεία του προφίλ δραστών και θυμάτων;

Βάσει των στοιχειών της εγκληματολογικής έρευνας που έχουν γνωστοποιηθεί μέχρι στιγμής οι δράστες είναι συνήθως οικεία πρόσωπα των θυμάτων, όπως σύζυγοι ή σύντροφοι, οι οποίοι, κάτω από ορισμένες συνθήκες (για παράδειγμα, διαζύγιο/χωρισμός), επιθυμούν να εκδικηθούν τις πρώην ερωτικές συντρόφους τους, αναρτώντας γυμνές φωτογραφίες τους στο Διαδίκτυο χωρίς τη θέλησή τους.

Η επιθυμία να «επιστρέψoυμε» μία συμπεριφορά σε κάποιον που μας έχει πληγώσει δεν είναι κάτι νέο. Το να αισθάνεσαι πληγωμένος και προδομένος μπορεί να προκαλέσει θυμό και παρόρμηση για πρόκληση του ίδιου πόνου στο άτομο που τον προκάλεσε. Ο έλεγχος αυτών των παρορμήσεων μπορεί να είναι δύσκολος για μερικούς ανθρώπους και η «εκδικητική πορνογραφία» μπορεί να προσφέρει σε αυτά τα άτομα μία φαινομενική και πρόσκαιρη λύτρωση.

Η έρευνά μου σε περιστατικά «εκδικητικής πορνογραφίας» καταδεικνύει ότι οι δράστες είναι άτομα με κοινά χαρακτηριστικά. Συχνά εμφάνιζαν μία γενικότερη έλλειψη ενσυναίσθησης για τους άλλους και είχαν περιορισμένες ανησυχίες για τυχόν επιβλαβείς συμπεριφορές τους προς τους άλλους.

Περαιτέρω ακαδημαϊκά ευρήματα υποδεικνύουν δύο διαφορετικούς «τύπους» δραστών. Οι «δράστες τύπου 1» είναι συνήθως πρώην ερωτικοί σύντροφοι που έχουν διακόψει τις σχέσεις τους με το θύμα εδώ και μήνες ή και χρόνια και κοινοποιούν το υλικό μεταγενέστερα χωρίς σαφή κίνητρα. Οι «δράστες τύπου 2» είναι πρόσφατοι πρώην σύντροφοι, που παρουσίαζαν συχνά μία μακρά ιστορία κακοποιητικής συμπεριφοράς και ελέγχου προς τα θύματά τους.

Σχετικά με τα θύματα εκδικητικής πορνογραφίας, εκείνα είναι κυρίως γυναίκες ηλικίας 16-30 ετών. Χωρίς, όμως, αυτό να σημαίνει ότι το φαινόμενο της «εκδικητικής πορνογραφίας» είναι ένα καθαρά γυναικείο θέμα. Ωστόσο, οι άνδρες είναι πολύ πιο πιθανό να μην αναφέρουν ότι έπεσαν θύματα αυτής της διαδικτυακής προσβολής του προσωπικού τους απορρήτου.

  • Μία επίσης σημαντική παράμετρο του θέματος, που κρίνω σκόπιμο να εξετάσουμε, αφορά τις αντιδράσεις του άμεσου αλλά και ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος του ατόμου που είναι θύμα της εκδικητικής πορνογραφίας. Βάσει της ερευνητικής εμπειρίας σας, κυρία Ιωάννου, το περιβάλλον στηρίζει το θύμα ή καταγράφονται και περιπτώσεις που το ίδιο το περιβάλλον, εξαιτίας φόβου, πανικού, άγνοιας κ.λπ., μπορεί να οξύνει την κατάσταση;

Tα ευρήματα εδώ ποικίλλουν ανάλογα με το φύλο, την καταγωγή και τη θρησκεία του θύματος. Για να το πούμε πολύ απλά, αλλιώς θα αντιδράσει στο άκουσμα μίας τέτοιας είδησης μία κλειστή κοινωνία και αλλιώς μία ανοικτή.

Κατά γενική ομολογία όμως τα ευρήματά μου σε δείγμα θυμάτων με διαφορετικό υπόβαθρο και από διαφορετικές χώρες αποκαλύπτει ότι η σχέση του θύματος και της οικογένειας άλλαξε σημαντικά ή αρκετά προς το χειρότερο λόγω της «εκδικητικής πορνογραφίας». Τα θύματα στην πλειοψηφία τους μου εξομολογούνται ότι η οικογένειά τους, τα κατηγόρησε για τη θυματοποίησή τους. Πολλά μάλιστα αναφέρουν ότι επικρίθηκαν ως «αφελή» λόγω του ότι εμπιστεύτηκαν γυμνές τους φωτογραφίες σε κάποιον.

Σας παραθέτω ενδεικτικά κάποιες από τις μαρτυρίες των θυμάτων:

«Η μητέρα μου είπε ότι ένιωσε ντροπιασμένη λόγω της συμπεριφοράς μου. Άρχισε να μου φωνάζει και να λέει ότι ήταν δικό μου λάθος το ότι έστειλα γυμνές φωτογραφίες στον πρώην μου» (Άννα, 30 χρονών, διαζευγμένη).

«Οι γονείς μου είπαν ότι δεν μπορούσαν να αποδεχτούν ότι οι κόρη τους ποζάρει γυμνή μπροστά από μία κάμερα. Είπαν επίσης ότι είναι δικό λάθος και να μην τους ανακατέψω καθόλου σε αυτό» (Εύα, 20 χρονών, ανύπαντρη).

  • Ποιες είναι οι δικές σας προτάσεις προς το συγγενικό/φιλικό περιβάλλον του θύματος, ώστε να το στηρίξει με τρόπο ουσιαστικό;

Ένα υποστηρικτικό περιβάλλον είναι σημαντικό σε κάθε περίπτωση ανεξαρτήτως του είδους της θυματοποίησης. Επιχειρήματα όπως «δεν έπρεπε να βγάλεις γυμνή φωτογραφία», είναι ανάλογα με επιχειρήματα του τύπου «ευθύνεται το θύμα για τον βιασμό γιατί προκαλούσε και φορούσε αποκαλυπτικά ρούχα». Με άλλα λόγια η επιχειρηματολογία αυτή βρίσκει ρίζες στην «κουλτούρα του βιασμού» κατά την οποία η αντρική έκφραση βίας θεωρείται κάτι φυσιολογικό. Ταυτόχρονα, η γυναικεία υποταγή αντιμετωπίζεται ως χάρισμα και απαιτούμενο χαρακτηριστικό της θηλυκότητας. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, τα θύματα κατηγορούνται και αμφισβητούνται διαρκώς (ειδικά οι άντρες-θύματα). Συνήθως, οι πληροφορίες που δεχόμαστε σε σχέση με το φαινόμενο αυτό ρίχνουν μεγάλο βάρος της ευθύνης στο τι πρέπει να κάνουν οι γυναίκες για να αποφύγουν να τους συμβεί κάτι τέτοιο, αντί να επιδιώκεται το να αποτρέπονται, να συλλαμβάνονται και να δικάζονται επιτυχώς οι δράστες.

  • Μία πολύ σοβαρή διάσταση του θέματος αφορά τις πράξεις απόγνωσης στις οποίες δύναται να οδηγηθεί το θύμα από ντροπή και φόβο στιγματισμού, όπως αυτοχειρίες, αυτοτραυματισμούς, κοινωνική απομόνωση κ.λπ. Τι δείχνει η ερευνητική σας εμπειρία και πώς θα μπορούσαν να αποτραπούν αυτές οι αυτοκαταστροφικές ενέργειες;

Πράγματι, η δημοσίευση του σεξουαλικού περιεχομένου συνοδεύεται από καταστροφικές συνέπειες για τα θύματα. Συγκεκριμένα, διακρίνονται τρεις κύριες επιδράσεις του φαινομένου της «εκδικητικής πορνογραφίας»: αρχικά, προβλήματα στην καριέρα και στις διαπροσωπικές σχέσεις (όπως π.χ. θέματα εμπιστοσύνης), που μπορεί να προκύψουν μετά τη δημοσίευση του αποκαλυπτικού υλικού.

Τα μέχρι στιγμής ερευνητικά δεδομένα καταδεικνύουν ότι υπάρχουν σαφείς ομοιότητες μεταξύ των θυμάτων βιασμού/σεξουαλικής κακοποίησης και των θυμάτων εκδικητικής πορνογραφίας. Συγκεκριμένα, αποτελέσματα επιστημονικών ερευνών έχουν εντοπίσει κοινά προβλήματα ψυχικής υγείας, όπως κατάθλιψη, άγχος, κατάχρηση ουσιών και διαταραχή μετατραυματικού στρες (PTSD) αλλά και αυτοκτονικές τάσεις. Τα παραπάνω κυρίως διαπιστώνονται σε γυναίκες-θύματα. Οι άνδρες-θύματα συχνά αναφέρουν συναισθήματα ενοχής και ντροπής.

Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι σημαντικό να γίνει κατανοητό ότι το ηλεκτρονικό τραύμα που προκλήθηκε πρέπει να αντιμετωπίζεται με σοβαρότητα και τα θύματα πρέπει άμεσα να αναζητήσουν βοήθεια από ειδικούς, όπως θα έκαναν σε κάθε άλλου είδους τραυματική εμπειρία.

  • Ποια είναι, πρακτικά, τα βήματα που πρέπει να κάνει το θύμα εκδικητικής πορνογραφίας προκειμένου να προστατευθεί;

Αν πέσετε θύμα «εκδικητικής πορνογραφίας» σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να μείνετε στην αδρανείς. Πρέπει να μιλήσετε. Πρώτα από όλα σε άτομα εμπιστοσύνης ή σε ειδικούς που θα μπορέσουν να σας καθοδηγήσουν. Μπορείτε να κάνετε καταγγελία στις αρχές και παράλληλα να αναζητήσετε νομικό σύμβουλο. Αν ακολουθήσετε αυτή τη διαδρομή, είναι σημαντικό να ενεργήσετε γρήγορα, να εντοπίσετε και παρακολουθήσετε κάθε ιστοσελίδα όπου υπάρχουν οι φωτογραφίες σας. Στη συνέχεια, επικοινωνήστε με τους ιστότοπους που έχουν τις εικόνες αυτές και ζητήστε τους να τις αφαιρέσουν, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις, όπου το άτομο που ανέβασε τη φωτογραφία βρεθεί μπορείτε να λάβετε νομικά μέτρα εναντίον του.

Μεγάλη προσοχή εδώ στο γεγονός ότι η πλειοψηφία των φωτογραφιών «εκδικητικής πορνογραφίας» θεωρούνται selfies, πράγμα που σημαίνει ότι το θέμα και ο φωτογράφος είναι το ίδιο. Έτσι αν είναι η φωτογραφία σας, έχετε τα πνευματικά δικαιώματα. Για αυτό δεν πρέπει να διαγράψετε την αρχική εικόνα που τραβήξατε. Εξίσου σημαντικό είναι να κρατήσετε αποδεικτικά στοιχεία σε περίπτωση που εκβιάζεστε για τυχόν διαρροή του προσωπικού υλικού.

  • Η εκδικητική πορνογραφία αφορά και τον μαθητικό πληθυσμό; Τι δείχνουν τα διαθέσιμα στοιχεία και ποια τα μέτρα πρόληψης;

Επίσημα διαθέσιμα στοιχεία για την χώρα μας δεν υπάρχουν. Και αυτό αφορά τόσο την πολυπλοκότητα καταγραφής του φαινομένου αυτού καθευατού όσο τη δυσκολία προσέγγισης σε ερευνητικό επίπεδο των ανηλίκων. Από την καθημερινή μου εμπειρία όμως σε σχολεία όλης της χώρας έχω να καταθέσω ότι δεν υπάρχει ένα σχολείο όπου μαθητής/μαθήτρια να μην μου έχει εκμυστηρευτεί τη δική του υπόθεση «εκδικητικής πορνογραφίας». Και ο μηχανισμός σε τέτοιες περιπτώσεις είναι αρκετά διαφορετικός γιατί τα παιδιά θεωρούν ότι γίνεται στα πλαίσια της «πλάκας».

  • Ποιες είναι οι κατευθυντήριες γραμμές που θα μπορούσατε να δώσετε σε μαθητές και γονείς;

Αρχικά να ξεκαθαρίσουμε ότι δεν υπάρχει κακό παιδί. Ακόμα και τα παιδιά-θύτες τέτοιων φαινομένων με συμπεριφορές σαν κι αυτές κάτι θέλουν να πουν κι αυτό είναι που πρέπει να μας προβληματίζει. Τα παιδιά θα πρέπει να μάθουν να αναγνωρίζουν πού αρχίζει το αστείο και πού τελειώνει. Για να γίνει όμως κάτι τέτοιο απαιτείται και η κατάλληλη παιδεία τόσο από το σπίτι όσο και από το σχολείο. Οι εκπαιδευτικοί θα πρέπει να καταλάβουν ότι ο ρόλος τους δεν είναι μόνο να βαθμολογούν, αλλά να μεριμνούν για τη γενικότερη ευημερία των μαθητών. Και οι γονείς πρέπει να καταλάβουν ότι μπορεί να κάνουν τα πάντα για να μη λείψει τίποτα στα παιδιά τους, αλλά στο τέλος τους λείπουν οι ίδιοι. Μόνο μέσα από σχέσεις εμπιστοσύνης φαινόμενα όπως η «εκδικητική πορνογραφία» όχι μόνο αντιμετωπίζονται, αλλά και προλαμβάνονται. Είναι πράγματι ιδιαίτερα δυσάρεστο για εμένα, όσο κι αν με ικανοποιεί η αγάπη που μου δείχνουν τα παιδιά, να λαμβάνω μηνύματα όπως «σώστε με κυκλοφορεί γυμνή φωτογραφία μου, μην το πείτε στους γονείς μου θα με σκοτώσουν».

  • Έχοντας ασχοληθεί σε βάθος με το θέμα κυρία Ιωάννου, θα στείλετε το δικό σας μήνυμα προς την ευρύτερη κοινωνία όσον αφορά την πρόληψη και αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση του φαινομένου;

Οι μεταμοντέρνες κοινωνίες είναι προσανατολισμένες προς την ιδέα του κινδύνου. Στο πλαίσιο αυτό συχνά ακούω κινδυνολογίες σχετικά με την ανταλλαγή πορνό περιεχομένου από τους νέους.

Είναι πλέον γεγονός ότι ένα μικρό αλλά διαρκώς αυξανόμενο ποσοστό των εφήβων επιδίδεται στο sexting, την πρακτική ανταλλαγής υλικού σεξουαλικού περιεχομένου μέσω της χρήσης ηλεκτρονικών συσκευών. Κάτι που ίσως υποδεικνύει ότι ήρθε η ώρα να σταματήσουμε να αποθαρρύνουμε τους νέους από το να υιοθετούν τέτοιου είδους διαδικτυακές συμπεριφορές και αντ’ αυτού να αναζητήσουμε πιο αποτελεσματικές λύσεις.

Αν ένας έφηβος μετά την κοινοποίηση του προσωπικού του σεξουαλικού περιεχομένου θεωρεί ότι οι επιλογές του είναι περιορισμένες, τότε ίσως είναι πιο ευάλωτος στον εκβιασμό η ακόμα και στην αυτοκτονία. Και αυτό γιατί νιώθει παγιδευμένος, ανίκανος να ζητήσει βοήθεια από έναν ενήλικο, γιατί φοβάται ότι η ζημιά που προκλήθηκε από το λάθος του είναι μη αναστρέψιμη.

Ξέρω ότι πολλοί θα το βρουν προκλητικό, αλλά πιστεύω ότι είναι σημαντικό να ανοίξει επιτέλους ο δημόσιος διάλογος σχετικά με την εκπαίδευση των νέων σε θέματα ασφαλούς sexting. Η σεξουαλική αγωγή πρέπει επιτέλους να διδάσκεται στα σχολεία των παιδιών μας.

Παραδείγματα ασφαλών πρακτικών sexting θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν:

  • Ενημέρωση των νέων για ανταλλαγή εικόνων στις οποίες δεν διαφαίνεται το πρόσωπό τους ή αποκαλύπτουν με οποιονδήποτε τρόπο η ταυτότητά τους
  • Ανταλλαγή εικόνων μόνο με άτομα τα οποία γνωρίζουν καλά και εμπιστεύονται
  • Απενεργοποίηση υπηρεσιών τοποθεσίας
  • Άμεση διαγραφή του σεξουαλικού περιεχομένου από όλες τις συσκευές
  • Ολοκληρώνοντας την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτησή μας, ποια είναι τα ερευνητικά και επιστημονικά σχέδια σας για το φθινόπωρο του 2020;

Ακαδημαϊκά θα συνεχίσω στο επίπεδο της διδακτορικής μου διατριβής να μελετώ το φαινόμενο της «εκδικητικής πορνογραφίας», το οποίο συνεχώς μεταλλάσσεται και παίρνει ολοένα και περισσότερες διαστάσεις. Επειδή όμως η θεωρία είναι καλή αλλά η πράξη ακόμα καλύτερη μέσα στο φθινόπωρο θα ανακοινωθεί ένα καινούριο δικό μου πρότζεκτ που θα σχετίζεται με την αποκατάσταση του ηλεκτρονικού τραύματος. Γιατί, όπως άλλωστε έχω ξαναπεί αν δεν θεραπεύσεις την πληγή εκείνη θα συνεχίσει να ματώνει πάνω σε άτομα που δεν στην προκάλεσαν.

BIO

Καλλιόπη (Κέλλυ) Ιωάννου Κλινική Εγκληματολόγος – Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας, MSc, PhD Cand. Η κα Ιωάννου είναι υποψήφια Διδάκτωρ Εγκληματολογίας στο πανεπιστήμιο του Έσσεξ στο Ηνωμένο Βασίλειο. Σπούδασε κλινική εγκληματολογία στο Πανεπιστήμιο του Λέστερ με τιμητικές διακρίσεις και εξειδίκευση στο φαινόμενο της εκδικητικής πορνογραφίας και της κυβερνοτρομοκρατίας, που το τελευταίο διάστημα δυστυχώς παρουσιάζει έξαρση. Έχει πρακτική εμπειρία στον τομέα των Εξαρτήσεων από Διαδικτυακά Παιχνίδια και στη Διαχείριση Διαζυγίου- Χωρισμού Γονέων. Ως Διευθύντρια του Διεθνούς Ινστιτούτου Κυβερνοασφάλειας (CSI Institute), υποστηρίζει ενεργά και θερμά το όραμα του Ινστιτούτου που προάγει εκπαιδευτικούς και κοινωφελείς σκοπούς όπως την πρόληψη και την αντιμετώπιση θεμάτων ασφαλείας στο διαδίκτυο, καθώς και την εκπαίδευση, την ενεργοποίηση και την επιστημονική έρευνα στο τομέα νέων τεχνολογιών και διαδικτύου. Ως Κλινική Εγκληματολόγος στηρίζει τα θύματα και τις οικογένειες από εγκληματικές πράξεις όπως τον διαδικτυακό εκφοβισμό, την ενδοοικογενειακή βία, την σεξουαλική κακοποίηση παρενόχληση καθώς επίσης και περιστατικά εθισμού στο διαδίκτυο, τα τυχερά παιχνίδια και άλλα. Παράλληλα είναι πτυχιούχος του τμήματος Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και στο παρελθόν έχει εργαστεί για 7 χρόνια ως δημοσιογράφος με εξειδίκευση στο αστυνομικό και δικαστικό ρεπορτάζ και την κάλυψη φαινομένων κοινωνικής παθογένειας, το οργανωμένο έγκλημα και το διαδικτυακό έγκλημα. Έχει εργαστεί σε μέσα ενημέρωσης όπως Huffington Post, SKAI Radio, και ΕΡΤ TV, enikos.gr και στην εφημερίδα REAL.

Κεντρική φωτογραφία ανάρτησης: Fernanda Fronza@flickr (detail).

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Παν/μίου Αθηνών – Φιλόλογος. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός και είναι Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Παράλληλα, οργανώνει σεμιναριακά μαθήματα και δίνει διαλέξεις στο αντικείμενο της εξειδίκευσής της «Έγκλημα και Media». Συνεργάστηκε με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει τη συγγραφή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων: «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» & «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ», με Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας κ.Γιάννη Πανούση. Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αντικείμενο «Εγκληματολογία & ΜΜΕ». Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα, την αρθρογραφία και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts