Εκφοβισμός στον χώρο εργασίας / workplace bullying

της Αγγελικής Καρδαρά.

Το σοβαρό περιστατικό συμπλοκής που έλαβε χώρα σε θέατρο των Αθηνών μεταξύ δύο ηθοποιών, με κατάθεση μάλιστα μήνυσης, όπως ενημερωνόμαστε από τα media, για εξύβριση και σωματικές βλάβες, προβληματίζει έντονα και εγείρει ερωτήματα για τις συμπεριφορές που υιοθετούνται σε εργασιακούς χώρους, οι οποίες τις περισσότερες φορές δεν δημοσιοποιούνται από τον φόβο του παθόντος/της παθούσας να μη χάσει τη θέση εργασίας του/της και να μη στιγματιστεί κοινωνικά.

Αναμφίβολα, είναι μια υπόθεση που οφείλει να μας απασχολήσει, αλλά όχι στο πλαίσιο του «μιντιακού κανιβαλισμού», καθώς στην συγκεκριμένη περίπτωση τυγχάνει να εμπλέκονται πρόσωπα προβεβλημένα στη δημοσιότητα, των οποίων η εργασία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την αποδοχή του κοινού. Συνεπώς, για λόγους δεοντολογίας, προτού αποφανθεί η δικαιοσύνη, δεν θα αναλύσω την προαναφερθείσα υπόθεση, στην οποία ήδη έχει δοθεί τεράστια έκταση, αλλά κρίνω αναγκαίο να αναδείξουμε μέσα από το postmodern ένα πολύ σοβαρό φαινόμενο, το οποίο οφείλει να μας απασχολήσει ερευνητικά.

Το φαινόμενο αφορά τον εκφοβισμό στον χώρο εργασίας / workplace bullying. Θα ήθελα να τονίσω εξαρχής ότι πρόκειται για ένα θέμα, για το οποίο αρκετοί φίλοι και γνωστοί με έχουν παροτρύνει τους τελευταίους μήνες να γράψω και να διερευνήσω περαιτέρω. Ομολογώ ότι δεν έχω προσωπική εμπειρία επί του θέματος, καθώς η φύση της δουλειάς μου είναι πιο «μοναχική» και έχω, μέχρι στιγμής, τη δυνατότητα να δουλεύω σε πιο «προστατευμένα» περιβάλλοντα με συνεργάτες με τους οποίους έχουμε κοινούς κώδικες επικοινωνίας. Αυτή όμως, όπως καταλαβαίνω από συζητήσεις, είναι ενδεχομένως η εξαίρεση του κανόνα.

Το πρώτο μας βήμα στο σημείο αυτό είναι να προσδιορίσουμε την έννοια του «εκφοβισμού στον χώρο εργασίας». Αναζητώντας στοιχεία στη διεθνή βιβλιογραφία, παρατηρούμε ότι δεν είναι εύκολο να καταλήξουμε σε έναν και μοναδικό ορισμό, γιατί ο εκφοβισμός δύναται να λάβει πολλές μορφές και εκφάνσεις, να εκδηλωθεί σε πολλές και διαφορετικές μεταξύ τους περιστάσεις και να περιλαμβάνει ένα ή περισσότερα άτομα διαφορετικών ηλικιών και φύλου.[1]

Ωστόσο, πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο εργασιακός εκφοβισμός λαμβάνει ορισμένα χαρακτηριστικά, τα οποία μπορούν να συνοψιστούν στα εξής: είναι μια συμπεριφορά επαναλαμβανόμενη και επιβλαβής για την (σωματική ή/και ψυχική) υγεία ενός ή περισσότερων ατόμων-στόχων/ target από έναν ή περισσότερους δράστες. Πρόκειται κατ’ ουσίαν για μια κακοποιητική συμπεριφορά, η οποία δύναται να εκδηλωθεί με τους εξής τρόπους:

  • Απειλητική, ταπεινωτική ή εκφοβιστική συμπεριφορά
  • Αθέμιτες παρεμβάσεις στην εργασία -σαμποτάζ- οι οποίες εμποδίζουν το άτομο να ολοκληρώσει επιτυχώς την εργασία του
  • Λεκτική βία

Ο εκφοβισμός στον χώρο εργασίας προκαλείται από την ανάγκη των δραστών να ελέγχουν το άτομο το οποίο εκφοβίζουν. Ξεκινάει από τους εκφοβιστές/ bullies που επιλέγουν τα θύματά τους, τον χρόνο, την τοποθεσία και τις μεθόδους εκφοβισμού. Η εκφοβιστική συμπεριφορά χαρακτηρίζεται επίσης από κλιμάκωση, καθώς σταδιακά παίρνουν το μέρος του εκφοβιστή και άλλα άτομα, είτε οικειοθελώς, είτε επειδή εξαναγκάζονται.

O εκφοβισμός στον χώρο εργασίας, ωστόσο, υπονομεύει όχι μόνον το άτομο που τον υφίσταται, αλλά και τα νόμιμα επιχειρηματικά συμφέροντα, ιδίως σε περιπτώσεις όπου το άτομο που δρα εκφοβιστικά ζημιώνει την ομαδική εργασία και το ομαδικό πνεύμα δουλειάς, ενώ παραμελεί την δική του εργασία δίνοντας «προτεραιότητα» στο να βλάψει ένα ή περισσότερα πρόσωπα.

Η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο σύνθετη, όταν ο εκφοβιστής είναι ταυτόχρονα και ο εργοδότης του ατόμου ή ο προϊστάμενός του. Σε αυτή την τελευταία περίπτωση, μάλιστα, ο εκφοβισμός παραλληλίζεται στις διεθνείς μελέτες με την ενδοοικογενειακή βία/domestic violence, καθώς και εδώ υπάρχει το στοιχείο της εξάρτησης του θύματος από τον δράστη -οικονομικής, συναισθηματικής ή/και ψυχολογικής φύσεως.[2]

Όσον αφορά τα χαρακτηριστικά των ατόμων που δύναται να θυματοποιηθούν πιο εύκολο στον χώρο εργασίας τους, πρέπει να αναφέρω ότι οι εκφοβιστές, είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα, επιλέγουν άτομα τα οποία είναι ευάλωτα και αδυνατούν να τους αντιμετωπίσουν ή/και άτομα τα οποία θεωρούν ότι είναι απίθανο να αναφέρουν ή να καταγγείλουν το περιστατικό, για πολλούς λόγους, όπως να μη χάσουν τη θέση τους, να μη δοθεί δημοσιότητα στο θέμα κ.λπ. Τα γενικά χαρακτηριστικά των ατόμων που πιο εύκολα θα υποστούν εργασιακό bullying συνοψίζονται στα εξής:

  • Είναι άτομα που δεν έρχονται εύκολα σε αντιπαράθεση
  • Υιοθετούν παθητικές μορφές συμπεριφοράς
  • Είναι ντροπαλά και ήπιων τόνων άτομα
  • Είναι «νεοφερμένοι»/ καινούργιοι στον χώρο εργασίας
  • Βρίσκονται έξω από εργασιακές «κλίκες»
  • Είναι πιστοί στις αρχές του χώρου στον οποίο εργάζονται

Επιπροσθέτως, οι εκφοβιστές μπορεί να βάζουν στο στόχαστρό τους άτομα που δεν έχουν την απαιτούμενη εργασιακή εμπειρία, μεγαλύτερους σε ηλικία ή ακόμα και άτομα με αναπηρίες. Οι εκφοβιστές είναι συχνά οι ίδιοι ανασφαλείς και ευάλωτοι, επομένως ο εκφοβισμός τούς «βοηθάει» να κρύψουν τις δικές τους ανασφάλειες και να δημιουργήσουν μια εντύπωση ότι έχουν τον έλεγχο των πάντων[3].  Θα ήθελα να επισημάνω εδώ ότι τα χαρακτηριστικά τόσο των ατόμων που δρουν εκφοβιστικά, όσο και των ατόμων που δέχονται τον εκφοβισμό, είναι παρόμοια με τα αντίστοιχα χαρακτηριστικά που απαντώνται σε περιστατικά σχολικού εκφοβισμού/ school bullying, επιβεβαιώνοντας ότι το σχολείο είναι η μικρογραφία της κοινωνίας μας και ότι πολλές συμπεριφορές, εάν δεν αντιμετωπιστούν έγκαιρα από το σχολικό περιβάλλον, θα μεταφερθούν -ενδεχομένως με μεγαλύτερη ένταση- στην ενήλικη ζωή.

Αξιοσημείωτο, επίσης, είναι ότι οι ειδικοί συμφωνούν πως ο εκφοβισμός ευδοκιμεί όταν είναι κοινή συμπεριφορά σε όλη την ιεραρχία της διοίκησης. Αυτό κυρίως συμβαίνει σε ιδιαίτερα ανταγωνιστικά περιβάλλοντα (μεταξύ των οποίων -τολμώ να πω- και ο χώρος των ΜΜΕ), όπου πολλά άτομα -ανώτερα στην ιεραρχία- εκλαμβάνουν τον εκφοβισμό/bullying ως μια αποδεκτή μέθοδο κινητοποίησης του προσωπικού, προκειμένου να αυξήσει την παραγωγικότητά του και να επιτύχει υψηλούς στόχους.

Σε αυτές τις περιπτώσεις ο εκφοβισμός μπορεί σύντομα να γίνει μέρος της ίδιας της κουλτούρας της εταιρίας/επιχείρησης κλπ. Καταλαβαίνετε, συνεπώς, τι επικίνδυνες προεκτάσεις και διαστάσεις λαμβάνει αυτή η παράμετρος. Το προσωπικό φτάνει στο -ακραίο- σημείο να αισθάνεται ότι η εκφοβιστική συμπεριφορά είναι αναγκαία για να γίνουν περισσότερο αποδοτικοί και ως εκ τούτου ακόμα και όσοι έχουν την επιθυμία να μιλήσουν ανοιχτά για το θέμα ή να διαμαρτυρηθούν δεν το κάνουν από φόβο για περαιτέρω θυματοποίησή τους ή για να μη χαρακτηριστούν «ταραχοποιοί».

Ας είμαστε όμως λογικοί. Ποιος υπάλληλος θα είναι, μακροπρόθεσμα, αποδοτικός εάν λειτουργεί σε καθεστώς φόβου; Αντίθετα, όπως προαναφέρθηκε και όπως δείχνουν διεθνείς μελέτες, ο εκφοβισμός στον χώρο εργασίας υπονομεύει τα συμφέροντα της κάθε επιχείρησης, με πολλούς τρόπους: δημιουργεί ένα πολύ δυσάρεστο κλίμα συνεργασίας, οδηγεί τους εργαζόμενους σε έλλειψη αυτό-εκτίμησης και τους γεμίζει αμφιβολίες για το έργο που παράγουν, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται σημαντικά η απόδοσή τους και βέβαια η δημιουργικότητά τους, ενώ έχει διαπιστωθεί ότι ο εκφοβισμός είναι η κύρια αιτία απουσιών από τον χώρο εργασίας και σε πολλές περιπτώσεις παρατεταμένης αναρρωτικής άδειας.[4] Συνεπώς είναι ώρα να μιλήσουμε ανοιχτά για το θέμα χωρίς φόβο.

Ενδιαφέρον έχει όμως, στο σημείο αυτό, να δούμε ποια είναι η «ιστορία» του εργασιακού εκφοβισμού, πώς ξεκίνησε δηλαδή να γίνεται λόγος για αυτόν και πού έχουμε οδηγηθεί σήμερα. Ο ιδρυτής του διεθνούς αντι-εκφοβιστικού κινήματος, Heinz Leymann, ήταν εκείνος που έδωσε μεγαλύτερη έμφαση στις συνέπειες του εκφοβισμού στην υγεία των ατόμων. Ο Leymann ήταν Γερμανός ψυχίατρος, ο οποίος ίδρυσε την πρώτη στον κόσμο κλινική ψυχοθεραπείας στη Σουηδία τη δεκαετία του ’80. Έδωσε πολύ μεγάλη βαρύτητα στον τραυματισμό που μπορεί να προκύψει από τη διαρκή «ψυχολογική τρομοκρατία» στο χώρο εργασίας. Χρησιμοποίησε μάλιστα τον όρο «mobbing». Ο όρος «εκφοβισμός στον χώρο εργασίας» χρησιμοποιήθηκε από την πρωτοπόρο βρετανίδα δημοσιογράφο Andrea Adams, το έτος 1992, στο βιβλίο της Bullying at Work[5].

Φτάνοντας στο σήμερα, δυστυχώς, το εργασιακό bullying αποτελεί διεθνώς μια θλιβερή πραγματικότητα. Ασφαλώς, κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ και στον αντίλογο, βάσει του οποίου στους εργασιακούς χώρους, επικρατεί μεγάλη ένταση και άγχος για την επίτευξη στόχων, με αποτέλεσμα εύκολα να οξύνονται οι τόνοι και να προκαλούνται διαπληκτισμοί. Σε αυτές τις περιπτώσεις οι ισορροπίες είναι πολύ «λεπτές» και τα όρια μεταξύ εργασιακού εκφοβισμού και σκληρής κριτικής μπορεί να είναι ακόμα και δυσδιάκριτα. Επίσης, πάντα ελλοχεύει ο κίνδυνος των ψευδών καταγγελιών που μπορούν να σχετίζονται με θέματα οικονομικά, προαγωγής, θέσεις ιεραρχίας σε μια ομάδα κλπ.

Ωστόσο, πεποίθησή μου είναι ότι ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις μπορούν να τεθούν σαφείς διαχωριστικές γραμμές, με τη μορφή γραπτών κανόνων για παράδειγμα, ώστε να περάσει το μήνυμα ότι ο εξευτελισμός συναδέλφων με ύβρεις, χαρακτηρισμούς, απειλές, που είναι -δυστυχώς- μια συνηθισμένη «πρακτική» σε εργασιακούς χώρους , δεν πρέπει να γίνεται -για κανέναν λόγο και σε καμία περίπτωση- δεκτός και ανεκτός από κανέναν εργαζόμενο, ούτε εργοδότη.

Μία πολύ σημαντική παράμετρος είναι να διασφαλίζεται η θέση του ατόμου το οποίο εκφοβίζεται, προκειμένου έγκαιρα να μπορεί να απευθυνθεί στα αρμόδια όργανα χωρίς να έχει τον φόβο ότι θα χάσει τη δουλειά του ή ότι θα στιγματιστεί από την υπόλοιπη ομάδα. Σε αυτά τα ζητήματα ασφαλώς είναι αναγκαία η διακριτικότητα, ώστε ακόμα και η θέση του ατόμου που καταγγέλλεται να διασφαλίζεται μέχρι να διερευνηθούν τα πραγματικά περιστατικά, αλλά να υπάρχει με κάποιον τρόπο επίβλεψη ώστε στον ενδιάμεσο χρόνο να μην γίνεται κατάχρηση εξουσίας.

Ένα ακόμα βήμα που θα μπορούσε να γίνει είναι να καθιερωθούν σε όλους τους εργασιακούς χώρους μηνιαίες συναντήσεις των εργαζομένων, ώστε να συζητούν σε ένα κλίμα θετικό και συνεργατικό τα όποια ζητήματα τους προβληματίζουν. Τέλος, σε ένα -μάλλον ιδεατό περιβάλλον- θα έπρεπε οι εργαζόμενοι που έχουν πρόβλημα διαχείρισης θυμού, αντί να στιγματίζονται κοινωνικά, να απευθύνονται σε ειδικά προγράμματα και να λαμβάνουν την αναγκαία στήριξη.

Συνοψίζοντας, ο εκφοβισμός στον χώρο εργασίας συνιστά ένα πολυσύνθετο ζήτημα, που δύναται να λάβει επικίνδυνες διαστάσεις και προεκτάσεις τόσο για το ίδιο το άτομο που υφίσταται εκφοβιστικές συμπεριφορές, όσο και για τη συνολική απόδοση των εργαζομένων. Αυτό πρέπει να καταστεί κατανοητό από όλους, ώστε να τεθούν σαφή όρια στις συμπεριφορές που υιοθετούνται στους χώρους εργασίας, ιδίως σε περιόδους κρίσεων. Επομένως, με αυτό το άρθρο θα ήθελα να «σπάσουμε τον φόβο» για μια ακόμα φορά, γιατί υπάρχει το νομικό πλαίσιο που μπορεί να προστατεύσει τον καθένα από εμάς από ακραίες συμπεριφορές. Οι λέξεις-κλειδιά θα έλεγα ότι είναι «σεβασμός» και «όρια», ώστε να προληφθούν ανεξέλεγκτες καταστάσεις στους εργασιακούς χώρους.

[1] Τα στοιχεία αντλούνται από http://www.thecareercoach.co.uk/bullying%20at%20work.pdf

[2]Τα στοιχεία αντλούνται από http://www.workplacebullying.org/individuals/problem/definition/ http://www.workplacebullying.org/bullying-domestic-violence/

[3]Τα στοιχεία αντλούνται από https://www.thebalance.com/who-is-a-workplace-bully-s-target-2164323

[4] Τα στοιχεία αντλούνται από http://www.thecareercoach.co.uk/bullying%20at%20work.pdf

[5] Τα στοιχεία αντλούνται από http://www.workplacebullying.org/multi/pdf/N-N-2003A.pdf

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Παν/μίου Αθηνών – Φιλόλογος. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός και είναι Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Παράλληλα, οργανώνει σεμιναριακά μαθήματα και δίνει διαλέξεις στο αντικείμενο της εξειδίκευσής της «Έγκλημα και Media». Συνεργάστηκε με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει τη συγγραφή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων: «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» & «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ», με Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας κ.Γιάννη Πανούση. Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αντικείμενο «Εγκληματολογία & ΜΜΕ». Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα, την αρθρογραφία και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts