“Έκρηξη” καταγγελιών στον χώρο του θεάτρου και διεκδίκηση για “κάθαρση” στους εργασιακούς χώρους

της Αγγελικής Καρδαρά.

Η τέχνη έχει τη δύναμη να γεννά φως ακόμα και στα απύθμενα σκοτάδια. Η τέχνη έχει τη δύναμη να φτάνει στα βάθη των σκέψεων και των συναισθημάτων και να οδηγεί καλλιτέχνες και θεατές σε “κάθαρση”. 

Η “έκρηξη των καταγγελιών στον χώρο του θεάτρου που συνεχίζουν να βλέπουν το φως της δημοσιότητας, περιμένουμε να φωτίσει το σκοτάδι και να οδηγήσει στην κάθαρση. Να ανοίξει επιτέλους ο δρόμος ώστε, όχι μόνο να πέσουν οι μάσκες, αλλά – το κυριότερο- η επόμενη μέρα, στο θέατρο και σε όλους τους εργασιακούς χώρους, να είναι μία ημέρα αξιοπρέπειας για όλες τις εργαζόμενες και για όλους τους εργαζόμενους.

Να δημιουργηθεί ένα ισχυρό πλαίσιο ασφάλειας, ώστε κανένας να μην τολμήσει ξανά να αγγίξει χωρίς συναίνεση, να μην τολμήσει να τρομοκρατήσει με ύπουλους συχνά τρόπους και μέσα, να μην τολμήσει να εξευτελίσει και “σκοτώσει” όνειρα! Με το “έτσι θέλω”, με τη δύναμη της εξουσίας, με την έπαρση και την αλαζονεία της προβολής και με την υποτιθέμενη αίσθηση παντοδυναμίας ότι “εμένα κανένας δεν με κουνάει από τη θέση μου”. Μία αίσθηση που ευτυχώς αποδεικνύεται κίβδηλη. Όλοι κρινόμαστε για το έργο μας και για τη συμπεριφορά μας. Είμαστε όλοι υπόλογοι για τις πράξεις μας, σαφώς πρώτα στους θεσμούς, αλλά – όπως αποδεικνύεται – και στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο, ιδίως όταν απευθυνόμαστε σε αυτό μέσω της δουλειάς μας και όταν η εργασία, όπως συμβαίνει με τον καλλιτεχνικό κόσμο, σχετίζεται άμεσα με το ευρύ κοινό.

Αυτός ο αγώνας, που ξεκίνησε με τις καταγγελίες στις οποίες πρόεβη η Ολυμπιονίκης Σοφία Μπεκατώρου για το ειδεχθές έγκλημα του βιασμού, έχει μεταξύ άλλων, ένα θετικό χαρακτηριστικό, ενώνει τη φωνή πολλών προσώπων που δέχτηκαν τις ίδιες ή παρεμφερείς, ακραίες μορφές βίας στον επαγγελματικό τους χώρο και αναγκάστηκαν για χρόνια να “θάψουν” τα περιστατικά. Όπως φαίνεται όμως το τραύμα της θυματοποίησης, με τις μακροχρόνιες αρνητικές επιπτώσεις, σήμερα ανοίγει και σαν δυνατή κραυγή ξεσπά. 

Περιμένουμε, ως ενεργά μέλη της κοινωνίας, αυτός ο αγώνας, με σεβασμό στα νόμιμα δικαιώματα όλων των πλευρών (αυτή είναι επίσης μία πολύ σημαντική διάσταση που σε ένα “κράτος δικαίου” δεν πρέπει να ξεχνάμε), να οδηγήσει τελικά σε έναν ουσιαστικό δρόμο, ώστε η εργασία να μη γίνεται δουλεία και τα επαγγελματικά όνειρα με τα οποία ξεκινάμε στον εργασιακό στίβο να μη γίνονται εφιάλτες. Να είμαστε όλοι μας προστατευμένοι. Αναμένουμε έργα και συγκεκριμένες δράσεις. Το οφείλουμε στον εαυτό μας αλλά και στη νεότερη γενιά!

Προτού ολοκληρώσω το σημερινό μου άρθρο θα ήθελα όμως να αναφερθώ σε μία πολύ σημαντική διάσταση του θέματος που αφορά το εάν, στις υποθέσεις που απασχολούν την επικαιρότητα και αντίστοιχες υποθέσεις που μπορεί να μας απασχολήσουν στο μέλλον, οι φερόμενοι ως δράστες στιγματίζονται” από τα ΜΜΕ και κατ’ επέκταση στη συνείδηση του κοινού με την “ετικέτα του ενόχου” χωρίς καν να έχουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Πρόκειται για μία διάσταση του θέματος που με απασχόλησε εκτενώς αυτή την περίοδο και με προβλημάτισε εντόνως ομολογώ, καθώς η δική μου θέση είναι να μην εστιάζουμε στο “όνομα”, αλλά στο φαινόμενο.

Προσπάθησα με προσοχή να διαβάσω τα επιχειρήματα και των δύο πλευρών και στάθηκα κυρίως στη νομική διάσταση του θέματος όπως αναλύθηκε στα ΜΜΕ από ποινικολόγους. Οι φερόμενοι ως δράστες, όπως κατάλαβα, έχουν τη δυνατότητα  να υπερασπιστούν τον εαυτό τους και να μην αποδεχτούν παθητικά την “ετικέτα του ενόχου”. Έχουν τη δυνατότητα να προσφύγουν στη Δικαιοσύνη και να κάνουν μήνυση για συκοφαντική δυσφήμιση. Μάλιστα σε αυτή την περίπτωση η υπόθεσή τους, εφόσον φτάσει στις δικαστικές αίθουσες, θα θέσει στο επίκεντρο και τις καταγγελίες που έχουν γίνει ακόμα και για υποθέσεις παλαιότερων ετών που έχουν παραγραφεί. Επομένως, αυτό το ένδικο βοήθημα παρέχει την πολύτιμη δυνατότητα στον κάθε φερόμενο ως δράστη να υπερασπιστεί τον εαυτό του και να φωτίσει τις καταστάσεις και από τη δική του πλευρά, επίσημα πλέον, μέσα στη δικαστική αίθουσα. Αυτό συνεπώς αναιρεί το επιχείρημα ότι ο καθένας μπορεί να κατηγορεί, ανεξέλεγκτα, τον άλλον χωρίς συνέπειες. Εάν κάποιο πρόσωπο θεωρήσει ότι κατηγορείται άδικα και προσβάλλεται η προσωπικότητά του, μπορεί να προσφύγει στη Δικαιοσύνη, να προστατεύσει την τιμή και την υπόληψή του και να ζητήσει αποζημίωση για την ηθική και επαγγελματική βλάβη που υπέστη. Επίσης ο κάθε φερόμενος ως δράστης μπορεί να απαντήσει δημόσια μέσω του δικηγόρου του και βέβαια να τοποθετηθεί τόσο με επιστολή του όσο και με συνέντευξη στα ΜΜΕ, εάν το επιθυμεί, κάνοντας ξεκάθαρη -χωρίς τη μεσολάβηση τρίτων- την προσωπική του θέση. Είναι, σίγουρα, πολύ δύσκολο και για τον φερόμενο ως δράστη να απαντήσει δημόσια σε τόσο βαριές καταγγελίες, αλλά έχει αυτό το δικαίωμα το οποίο μπορεί να αξιοποιήσει στο έπακρο, ειδικά εάν θεωρεί ότι έχει υποστεί προσβολή της προσωπικότητάς του. Τέλος, δεδομένου ότι αναφερόμαστε σε τόσο προβεβλημένα πρόσωπα, θα ήταν αδύνατον να μην κοινοποιηθεί η υπόθεσή τους στα μίντια, ειδικά όταν οι καταγγελίες είναι πολλές και αφορούν πράξεις ποινικά κολάσιμες, μεγάλης ταυτόχρονα κοινωνικής απαξίας. 

Από την άλλη πλευρά, σχετικά με τις συνέπειες για τους φερόμενους ως δράστες, όπως πέρα από τον διασυρμό που αναμφίβολα είναι σκληρός, το να παυθούν από τη δουλειά τους, να διακοπούν επαγγελματικές τους συνεργασίες κ.λπ. που είναι μία πολύ βαριά συνέπεια για τους ίδιους, δεν μπορεί να μη ληφθεί υπ’ όψιν σε έναν εργασιακό χώρο και σε μία αντίστοιχη υπόθεση το πολύ σοβαρό γεγονός ότι υπάρχουν καταγγελίες και μάλιστα όχι μία αλλά πολλές σε αριθμό και παράλληλα μάρτυρες που δηλώνουν ότι επιβεβαιώνουν αυτές τις καταγγελίες και είναι πρόθυμοι να συμβάλλουν στο έργο των αρχών. Και πάλι όμως θεωρώ -και θέλω να πιστεύω- ότι εάν σε μία υπόθεση ο φερόμενος ως δράστης προσκόμιζε στην εργασία του και στους αρμοδίους φορείς στοιχεία που θα έθεταν εν αμφιβόλω τις καταγγελίες, θα λαμβάνονταν επίσης υπ’ όψιν και θα αξιολογούνταν στη λήψη των αποφάσεων. 

Συνοψίζοντας, οι καταγγελίες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας είναι πολύ σοβαρές για να “κρυφτούν κάτω από το χαλί και τα ΜΜΕ οφείλουν να τις διερευνήσουν και να τους δώσουν τον χώρο που τους αρμόζει. Επίσης, είναι σημαντικό τα μέλη της επιστημονικής κοινότητας να φέρουν στη δημόσια συζήτηση το φαινόμενο του εργασιακού εκφοβισμού και της σεξουαλικής παρενόχλησης σε χώρους εργασίας.

Αρκεί και τα ΜΜΕ να μη μείνουν μόνο στην επιφάνεια και να συζητήσουν για την επόμενη μέρα σε κάθε εργασιακό χώρο, αναδεικνύοντας τις πολύ σημαντικές διαστάσεις του φαινομένου και διεκδικώντας από την Πολιτεία λύσεις. Αυτός ο “χείμαρρος” καταγγελιών μπορεί άλλωστε να αποτρέψει εν δυνάμει δράστες και ταυτόχρονα να αναδείξει καίρια ζητήματα στον εργασιακό χώρο, όπως είναι η ανάγκη να τίθενται σαφή όρια στις εργασιακές σχέσεις, να υπάρχει και να τηρείται η δεοντολογία.

Στη σύγχρονη εποχή καθίσταται εμφανές ότι οι σιωπές μπορούν πολύ πιο εύκολα να “σπάσουν” και να συνασπιστούν πολλοί άνθρωποι μαζί στη διεκδίκηση θεμελιωδών δικαιωμάτων τους και αυτό αποτελεί μία σημαντική κατάκτηση, τολμώ να πω. Είναι στο δικό μας χέρι, είναι ατομική μας ευθύνη και σε ένα επόμενο στάδιο συλλογική, να αξιοποιήσουμε με θετικό πρόσημο και προς όφελος της κοινωνίας μας τη δύναμη της φωνής μας σε μία εποχή, όπου φαίνεται πως κάτι αρχίζει να αλλάζει σε βαθιά ριζωμένες, επικίνδυνες, κοινωνικές αντιλήψεις και στερεότυπα που είχαν, ως έναν βαθμό τουλάχιστον, επικρατήσει και σε εργασιακούς χώρους.

Φωτογραφία ανάρτησης: Pedro Ribeiro Simões@flickr.

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Εισηγήτρια-Συγγραφέας και Εκπαιδεύτρια στο Πρόγραμμα Συμπληρωματικής εξ Αποστάσεως Εκπαίδευσης (E-Learning) του Κέντρου Επιμόρφωσης και Δια Βίου Μάθησης (Κ.Ε.ΔΙ.ΒΙ.Μ.) του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Επικοινωνίας & ΜΜΕ του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Φιλόλογος (με εξειδίκευση στη μεσαιωνική και νεοελληνική φιλολογία) και Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Το θέμα της διδακτορικής διατριβής της, με Επιβλέποντα τον Καθηγητή Γιάννη Πανούση, αφορά τον ιδιαίτερο γλωσσικό κώδικα επικοινωνίας του έγκλειστου πληθυσμού. Από τον Φεβρουάριο του 2020 ανέλαβε και Επιστημονικά Υπεύθυνη του Crime & Media Lab του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος που αποτελεί Ομάδα Εργασίας για το Έγκλημα και την Απεικόνισή του στα ΜΜΕ. Έχει επάρκεια και άδεια διδασκαλίας τριών ξένων γλωσσών (αγγλικών, γαλλικών, ισπανικών). Εργάζεται στον συναρπαστικό χώρο της εκπαίδευσης, δίνει διαλέξεις και οργανώνει μαθήματα σεμιναριακού τύπου στο αντικείμενο εξειδίκευσής της «Έγκλημα & Media». Επίσης, είναι Επιστημονικά Υπεύθυνη ερευνών εγκληματολογικού, κοινωνικού και μιντιακού ενδιαφέροντος, αρθρογραφεί και συγγράφει. Έχει συγγράψει τα βιβλία: Τρομοκρατία και ΜΜΕ (εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα), Όταν η ψυχή μιλάει (εκδόσεις Υδρόγειος), Φυλακή και Γλώσσα (εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα), Εγχειρίδιο Εγκληματολογίας για τον Αστυνομικό και Δικαστικό Συντάκτη (εκδόσεις Παπαζήση), Σκιαγράφηση του ψυχολογικού προφίλ των εγκληματιών που απασχόλησαν τα ελληνικά ΜΜΕ (1993-2018): Criminal Profiling and Media (εκδόσεις Παπαζήση). Οι «Νέοι Παγιδευμένοι στα Παιχνίδια της Βίας: Εγκλήματα με Δράστες και Θύματα Νέους» είναι το έκτο βιβλίο της και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαζήση.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts