Ενδοοικογενειακή βία & το προφίλ του άντρα που κακοποιεί

της Αγγελικής Καρδαρά.

Συνέντευξη με τον ψυχολόγο, ψυχαναλυτικό-ψυχοθεραπευτή και διδάκτορα Θεόδωρο Παπαγαθονίκου.

«Μπορεί να μεγαλώνεις, αλλά το πληγωμένο παιδί μέσα σου παραμένει μικρό και πληγωμένο. Πρέπει να φροντίσεις αυτό το μικρό παιδί. Αν το αφήσεις έτσι, θα μολύνει τις φιλίες σου, τις ερωτικές σου σχέσεις και οτιδήποτε κάνεις. Και κυρίως θα υποφέρουν πολλοί εξαιτίας του. Πρέπει να τακτοποιήσεις αυτό το παιδί, φίλε μου, πρέπει να το τακτοποιήσεις»…

Με αυτά τα λόγια ένας εξαιρετικά βίαιος ασθενής σε ψυχιατρείο ασφαλείας της Βρετανίας περιέγραψε το πώς μπορεί να σταματήσει ο κύκλος της βίας. Όπως τονίζει, για τους άντρες που ασκούν ενδοοικογενειακή βία, στη συνέντευξη που μου παραχώρησε για το postmodern ο Δρ Θεόδωρος Παπαγαθονίκου (ΒSc, MA, PhD), ψυχολόγος, ψυχαναλυτικός-ψυχοθεραπευτής, ο οποίος κατέγραψε αυτήν τη συγκλονιστική μαρτυρία στο πλαίσιο των σημαντικών ερευνών που διεξάγει, «Πρέπει λοιπόν να προσπαθήσουν να επουλώσουν το δικό τους τραύμα, καθώς η βία μολύνει και καταστρέφει τις σχέσεις τους, πληγώνοντας άλλους ανθρώπους».

Αναμφίβολα, το φαινόμενο της ενδοοικογενειακής βίας είναι πολυσύνθετο και πολυδιάστατο. Τονίζουμε σε πολλά άρθρα την ανάγκη ολιστικής προσέγγισής του και τη μεγάλη κοινωνική χρησιμότητα εξειδικευμένων, επιστημονικών προγραμμάτων για την αντιμετώπιση των κακοποιητικών συμπεριφορών από τα άτομα που επιθυμούν να λάβουν επιστημονική βοήθεια, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις βίαιες εκρήξεις τους και να τροποποιήσουν τη συμπεριφορά τους με τις πολύ σοβαρές συνέπειες που έχει η εν λόγω συμπεριφορά για την οικογένειά τους.

Επίσης, ως προς τις πολύ σημαντικές εκστρατείες ενημέρωσης, όπως επισημαίνει και ο Δρ Θεόδωρος Παπαγαθονίκου, με την πολύτιμη επιστημονική συμβολή του οποίου εμβαθύνουμε σήμερα στο φαινόμενο της ενδοοικογενειακής βίας και αναδεικνύουμε καίριες πτυχές και διαστάσεις του εστιάζοντας το ερευνητικό μας ενδιαφέρον στα στοιχεία που συνθέτουν το ψυχο-εγκληματικό προφίλ του άντρα που κακοποιεί τη σύζυγο/ σύντροφο/ πρώην σύζυγο, σύντροφο, «θα ήταν ιδιαίτερα βοηθητικό να απευθύνονται οι εκστρατείες ενημέρωσης και στους δράστες της ενδοοικογενειακής βίας, ιδιαίτερα στις ολέθριες συνέπειες που έχει η κακοποίηση στον ψυχισμό ενός ατόμου. Δεν πιστεύω ότι οι εκστρατείες αυτές μπορούν να περιορίσουν άμεσα τη βία, ωστόσο μπορούν να ευαισθητοποιήσουν τα άτομα που υιοθετούν κακοποιητικές συμπεριφορές κινητοποιώντας τους να αναζητήσουν ψυχολογική υποστήριξη και βοήθεια».

Θα ήθελα να ολοκληρώσω τη σύντομη εισαγωγή με το μήνυμα του Crime & Media Lab, στο οποίο είμαι Επιστημονικά Υπεύθυνη, του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος, για την εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών (Το μήνυμα του Crime & Μedia Lab του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος για την εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών:Βίντεο | Καρδαρά Αγγελική (wordpress.com) & Το μήνυμα του Crime & Μedia Lab του ΚΕ.Μ.Ε. για την εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών – YouTube) και να τονίσω ότι θα συνεχίσουμε τη διερεύνηση του θέματος και την ενημέρωση του κοινού, με στόχο μας την αφύπνιση και την ευαισθητοποίηση για το πολύ σοβαρό φαινόμενο της ενδοοικογενειακής βίας που δεν πρέπει να αφήσει τα ενεργά μέλη της κοινωνίας αδιάφορα και απαθή, αλλά οφείλουμε να το προσεγγίσουμε με κοινωνική ευαισθησία και ουσιαστικό ενδιαφέρον. 

Σύντομο Βιογραφικό

Ο Δρ Θεόδωρος Παπαγαθονίκου (ΒSc, MA, PhD) είναι ψυχολόγος, ψυχαναλυτικός- ψυχοθεραπευτής και διδάκτωρ του Κέντρου Πρόληψης Βίας, του Κέντρου Ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου του Λονδίνου (Queen Mary University of London). Αφού ολοκλήρωσε τις προπτυχιακές σπουδές του στην ψυχολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), μετεκπαιδεύτηκε στο Κέντρο Ψυχαναλυτικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Έσσεξ της Αγγλίας, όπου απέκτησε μεταπτυχιακό τίτλο στην ψυχανάλυση (ΜΑ). Εν συνεχεία, ακολούθησε 4ετή κλινική εκπαίδευση στην ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία στο Λονδίνο την οποία ακολούθησαν διδακτορικές σπουδές στην εγκληματική ψυχολογία. Η διδακτορική του έρευνα αφορά τους αναπτυξιακούς παράγοντες που συντελούν στην ανάπτυξη της ψυχοπάθειας και του σεξουαλικού σαδισμού σε βίαιους και σεξουαλικώς βίαιους ασθενείς σε νοσοκομεία και φυλακές υψίστης ασφαλείας της Βρετανίας. Αυτή τη στιγμή εργάζεται τόσο κλινικά, ως ψυχολόγος- ψυχαναλυτικός ψυχοθεραπευτής, όσο και ερευνητικά συνεργαζόμενος με διάφορους φορείς της Αγγλίας.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

  • Κύριε Παπαγαθονίκου, βάσει της ερευνητικής σας εμπειρίας, ποια είναι τα χαρακτηριστικά του άντρα που ασκεί ενδοοικογενειακή βία; Πώς θα σκιαγραφούσατε το ψυχο-εγκληματικό προφίλ του

Το φαινόμενο της ενδοοικογενειακής βίας είναι μία πολύ παλιά συμπεριφορά, αλλά ένα σχετικά νέο έγκλημα, το οποίο, δυστυχώς, βρίσκεται ξανά σε άνθιση στη χώρα μας. Η ενδοοικογενειακή βία αποτελεί ένα ετερογενές φαινόμενο, οι διαβαθμίσεις του οποίου έχουν να κάνουν κυρίως με την προσωπικότητα του δράστη. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές αναφορικά με τη δομή της προσωπικότητας των αντρών που επιδίδονται σε πράξεις βίας εντός του οικογενειακού πλαισίου. Συνεπώς, θα προσπαθήσω να παρουσιάσω ορισμένα κοινά παθολογικά χαρακτηριστικά που συναντούμε σε όλους τους άντρες που ασκούν οικογενειακή βία.

Το βασικότερο χαρακτηριστικό των ανδρών αυτών είναι η ανασφάλεια, σε συνδυασμό με πολύ χαμηλή αυτοπεποίθηση και έντονα συμπλέγματα κατωτερότητας. Οι άντρες αυτοί παρουσιάζουν μία κατακερματισμένη αίσθηση του εαυτού τους. Εν ολίγοις, βαθιά μέσα τους πιστεύουν ότι δεν αξίζουν απολύτως τίποτε. Εξωτερικά, πολλές φορές παρουσιάζουν μία εντελώς διαφορετική εικόνα: μία εικόνα ψεύτο-αυτοπεποίθησης, ψεύτο-σιγουριάς και ψεύτο – ασφάλειας. Είναι συνήθως δύσκολο για μία γυναίκα να κοιτάξει πίσω από αυτόν τον ναρκισσιστικό μανδύα, κάτω από τον οποίο όμως βρίσκεται ένα έντονο αίσθημα αναξιότητας το οποίο και προσπαθεί ο άντρας να καμουφλάρει.

Η εσωτερική τους ανασφάλεια, κατωτερότητα και έλλειψη αυτοπεποίθησης συνδέεται με ένα πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό των αντρών αυτών που εμείς ονομάζουμε «ναρκισσιστική ευαλωτότητα». Ένα ναρκισσιστικά ευάλωτο άτομο νιώθει συνέχεια απειλή, ταπείνωση και φόβο. Η πράξη βίας στις περιπτώσεις αυτές είναι μία προσπάθεια του δράστη να εξαλείψει κάθε είδους απειλή και έτσι να επιφέρει ένα είδος ψυχολογικής ομοιόστασης. Η βία, ωστόσο, αφορά κυρίως την προστασία του ψυχολογικού τους εαυτού. Φυσικά, πρόκειται για ένα υποκειμενικό βίωμα απειλής και δεν έχει σχεδόν ποτέ σχέση με κάποια εξωτερική και πραγματική απειλή. Τα άτομα αυτά δεν έχουν μία ασφαλή και στέρεη εικόνα του εαυτού τους στην οποία μπορεί να ανατρέξουν όταν βρίσκονται σε συνθήκες άγχους ή πίεσης.

Αντιθέτως, οι κακοποιητικοί αυτοί άντρες είναι βαθύτατα εξαρτημένοι από τις συντρόφους τους. Η εξάρτηση αυτή γεννά μέσα τους μία έντονη δυσφορία καθώς φοβούνται ότι μπορεί να χάσουν το σημαντικό για αυτούς πρόσωπο. Εδώ, η σωματική, σεξουαλική ή συναισθηματική βία είναι πρωτίστως μία πράξη ελέγχου, όπου ο κακοποιητικός άντρας προσπαθεί να ελέγξει τον φόβο και τα συναισθήματα εξάρτησης του μέσα από τον έλεγχο των άλλων ο οποίος επιτυγχάνεται μέσα από πράξεις βίας. Είναι επίσης ένας είδος θριάμβου απέναντι στα συναισθήματα εξάρτησης απέναντί στους άλλους.

Δύο επιπρόσθετα χαρακτηριστικά των ανδρών που ασκούν ενδοοικογενειακή βία και τα οποία συνδέονται συχνά, είναι η αδυναμία ελέγχου των παρορμήσεων τους και η χαμηλή αντοχή τους στις ματαιώσεις της ζωής. Δεν μπορούν να ελέγξουν τα συναισθήματα τους και για αυτόν τον λόγο τις εκδραματίζουν: αντί να εκφράσουν δηλαδή τα συναισθήματα αυτά αντιδρούν με βία. Μην ξεχνάμε φυσικά ότι η ενδοοικογενειακή βία είναι κατά βάση ένας παρορμητικός τύπος εγκλήματος. 

  • Ποιοι είναι οι παράγοντες εκείνοι που ωθούν ένα άτομο στο να υιοθετεί κακοποιητικές συμπεριφορές μέσα στην οικογένειά του (με την ευρύτερη ασφαλώς μορφή της, που περιλαμβάνει και τα συντροφικά σχήματα) και από πού πηγάζει η αδυναμία διαχείρισης του θυμού του;  

Υπάρχουν αρκετοί παράγοντες που ωθούν ένα άτομο στο να ασκεί βία σε ενδοοικογενειακό πλαίσιο. Πολλοί από αυτούς σχετίζονται με διάφορες εκφάνσεις της ψυχοπαθολογίας ενός ατόμου και κυρίως με διαταραχές προσωπικότητας. Επί παραδείγματι, μία μεγάλη έρευνα σε 16.000 οικογένειες στην Βρετανία έδειξε ότι η ενδοοικογενειακή βία σχετιζόταν με αγχώδεις διαταραχές και με οριακά χαρακτηριστικά. Τα πιο σημαντικά από τα οριακά χαρακτηριστικά αυτά, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, είναι η αδυναμία ελέγχου παρορμήσεων και η χαμηλή αντοχή στη ματαίωση.

Η χαμηλή τους αυτοπεποίθηση και η έλλειψη εσωτερικής ασφάλειας τούς καθιστά εξαιρετικά ευάλωτους και εσωτερικά απροστάτευτους. Βρίσκονται συνεχώς κάτω από το καθεστώς απειλής και αισθάνονται ότι πρέπει να αμυνθούν. Ο θυμός είναι δευτερογενές συναίσθημα και συνήθως απόρροια της ψυχικής τους ευαλωτότητας. Θυμώνουμε κυρίως όταν αισθανόμαστε ευάλωτοι και ματαιωμένοι σε μία προσπάθεια να προστατευτούμε από μία απειλή ή ματαίωση. Τα άτομα που υιοθετούν κακοποιητική συμπεριφορά, ωστόσο, δεν νιώθουν απλώς θυμό, αλλά κυρίως οργή. Η οργή είναι ένα πρωτόγονο συναίσθημα πολύ πιο έντονο από τον θυμό. Λόγω της βρεφικής τους προσωπικότητας και της συναισθηματικής τους ανωριμότητας η οποία μπορεί να οφείλεται σε υποθάλπτουσες διαταραχές προσωπικότητας, τα άτομα αυτά αδυνατούν να «φιλοξενήσουν» μέσα τους επώδυνα συναισθήματα και πρέπει να αντιδράσουν σε αυτά σε μία προσπάθεια να τα ελέγξουν. Γι’ αυτό τον λόγο ονομάζουμε το είδος αυτό της βίας παρορμητική ή συναισθηματική – διότι έχει να κάνει με την κάλυψη συναισθηματικών αναγκών και την προστασία του ψυχολογικού εαυτού. 

Η κακοποιητική τους συμπεριφορά πολλές φορές οφείλεται στην αδυναμία τους να ενσωματώσουν μέσα τους αμφιθυμικά συναισθήματα ως προς τα άτομα του οικογενειακού τους περιβάλλοντος. Αμφιθυμία είναι η ικανότητα να διατηρούμε αντίθετα συναισθήματα προς ένα πρόσωπο. Συνήθως, τα άτομα που αγαπάμε περισσότερο είναι και τα ίδια που μας προκαλούνε έντονο θυμό. Οι δράστες, ωστόσο, της οικογενειακής βίας λόγω της συναισθηματικής τους ανωριμότητας αδυνατούν να συγκεράσουν μέσα τους αυτά τα δύο συναισθήματα τα οποία κρατώνται χωριστά. Έτσι όταν θυμώνουν με ένα αγαπημένο πρόσωπο ξεχνούν ότι παράλληλα το αγαπούν και ότι είναι σημαντικό για αυτούς.. 

  • Ποια είναι εκείνα τα στοιχεία που σε ψυχολογικό επίπεδο «κρατούν» τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας στο κακοποιητικό περιβάλλον;

Το παράδοξο με τις περιπτώσεις οικογενειακής βίας είναι ότι σπανίως φτάνουν στη δικαιοσύνη καθιστώντας την οικογενειακή βία ένα «σιωπηλό έγκλημα». Τα στατιστικά όμως μας δείχνουν ότι πρόκειται για μία εξαιρετικά συχνή μορφή κακοποίησης, η οποία όμως σπανίως αντιμετωπίζεται ή καταγγέλλεται στις απαρχές της.

Υπάρχουν σαφώς κοινωνικοί και πολλές φορές οικονομικοί λόγοι που κρατούν τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας σε ένα κακοποιητικό περιβάλλον, ωστόσο θα εστιάσω περισσότερο στους ψυχολογικούς. Ένας από τους σημαντικότερους ψυχολογικούς παράγοντες που κρατούν έναν άνθρωπο σε ένα κακοποιητικό περιβάλλον είναι η ενοχή. Οι άνθρωποι που κακοποιούνται συστηματικά αισθάνονται ότι ευθύνονται οι ίδιοι για την κακοποίηση που βιώνουν. Η ενοχή αυτή είναι τις περισσότερες φορές ασυνείδητη, δεν καταλαβαίνει δηλαδή το θύμα γιατί νιώθει ένοχο. Η ενοχή αυτή αργότερα μετατρέπεται σε οργή προς τον ίδιο τον εαυτό του θύματος, εκφραζόμενη κυρίως μέσα από αυτοτραυματικές συμπεριφορές.

Η συναισθηματική εξάρτηση στο πλαίσιο μίας συμβιωτικής σχέσης με τον θύτη, είναι ένας εξίσου σημαντικός παράγοντας που κρατά έναν άνθρωπο σε ένα κακοποιητικό περιβάλλον. Ορισμένα από τα χαρακτηριστικά της συναισθηματικής εξάρτησης είναι ο τρόμος της εγκατάλειψης από τον σύντροφο, η ακραία αφοσίωση σε αυτόν και μία προφανής έλλειψη ενδιαφέροντος για τον εαυτό και τη ζωή τους. Έτσι, όταν το άγχος εγκατάλειψης είναι τόσο έντονο και η εξάρτηση τόσο ισχυρή, η κακοποίηση φαντάζει λιγότερο απειλητική από την εγκατάλειψη.

Ένας ακόμη ισχυρός ψυχολογικός μηχανισμός που κρατά τα θύματα της βίας εγκλωβισμένα σε ένα κακοποιητικό περιβάλλον είναι η παθολογική προσκόλληση και τα θετικά συναισθήματα που αναπτύσσει το θύμα προς τον θύτη, ένα φαινόμενο που χαρακτηρίζουμε ως Σύνδρομο της Στοκχόλμης. Προκειμένου να αποφύγουν το έντονο άγχος και τον τρόμο που αισθάνονται από τον θύτη, το θύματα αρχίζουν να ταυτίζονται μαζοχιστικά μαζί του και έτσι να δικαιολογούν τις πράξεις τους ως φυσιολογικές. Στις περιπτώσεις αυτές τα θύματα της ενδοοικογειακής βίας έχουν μάθει να σχετίζονται με μαζοχιστικό τρόπο, μέσα από τον πόνο, την υποτίμηση και την ταπείνωση. Θα πρέπει βέβαια εδώ να επισημάνουμε ότι η μαζοχιστική αυτή ταύτιση έχει δευτερογενή οφέλη καθώς αποσυνδέεται το θύμα από το άγχος εγκατάλειψης και επιβίωσης που βιώνει.

  • Ο δράστης της ενδοοικογενειακής βίας αντιλαμβάνεται το πρόβλημά του ή ενοχοποιεί άλλα πρόσωπα και καταστάσεις που βιώνει για τις βίαιες συμπεριφορές του; 

Θα έλεγα ότι αυτό εξαρτάται από τη δομή προσωπικότητας του δράστη και κυρίως από την παρουσία ή μη ναρκισσιστικών και ψυχοπαθητικών χαρακτηριστικών. Τέτοια χαρακτηριστικά είναι μεταξύ άλλων η έλλειψη τύψεων και ενοχής και η πλήρης απουσία ενσυναίσθησης. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο δράστης της ενδοοικογενειακής βίας δεν αντιλαμβάνεται το πρόβλημα που υπάρχει. Αυτό συμβαίνει διότι η βία και η κακοποίηση που ασκεί είναι εγώ-συντονική: δεν του προκαλεί δηλαδή κανένα απολύτως άγχος και συνήθως φταίνε οι άλλοι που δεν υποτάχτηκαν πλήρως στη θέληση του και συνεπώς «πήραν αυτό που τους άξιζε».

Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις όπου ο δράστης αντιλαμβάνεται την επιθετική του συμπεριφορά, νιώθει άγχος και τύψεις για αυτή. Συνήθως, οι δράστες αυτοί απολογούνται και προσπαθούν να επανορθώσουν μετά από ένα ξέσπασμα βίας υποσχόμενοι ότι δεν πρόκειται να ξανά συμβεί. Σχεδόν πάντοτε όμως η κακοποίηση επαναλαμβάνεται, ακόμη και αν ο δράστης αντιλαμβάνεται το πρόβλημα, επειδή τα κίνητρα που οδηγούν σε αυτή τη συμπεριφορά είναι κυρίως ασυνείδητα και έτσι δεν μπορεί να τα κατανοήσει.

  • Μπορεί να τροποποιήσει τη συμπεριφορά του και με ποιον τρόπο; Ποια είναι τα βήματα που πρέπει να ακολουθηθούν για να μιλήσουμε για μία ουσιαστική αλλαγή στη συμπεριφορά του, πέρα από τις όποιες υποσχέσεις μπορεί ο ίδιος να δίνει;

Δυστυχώς, τις περισσότερες φορές είναι αδύνατον ο δράστης της ενδοοικογενειακής βίας να μπορέσει μόνος του να αλλάξει τη συμπεριφορά του. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, τα κίνητρα της επιθετικής και βίαιης συμπεριφοράς του είναι κατά βάση ασυνείδητα: δεν γνωρίζει τι τον ωθεί στην επιθετική συμπεριφορά. Έτσι, ακόμη κι αν συνειδητοποιήσει ότι υπάρχει πρόβλημα, νιώθει αδύναμος να βγει από αυτό τον φαύλο κύκλο κακοποίησης στον οποία αισθάνεται παγιδευμένος. Είναι καταναγκασμένος δηλαδή να επαναλαμβάνει την ίδια συμπεριφορά με την ελπίδα ότι κάποτε τα πράγματα θα αλλάξουν, αλλά δυστυχώς δεν αλλάζουν συνήθως ποτέ. Αυτό στην ψυχανάλυση το ονομάζουμε καταναγκασμό επανάληψης. Η ψυχοθεραπεία είναι ιδιαίτερα βοηθητική σε αυτές τις περιπτώσεις. Ένας έμπειρος ψυχοθεραπευτής μπορεί να βοηθήσει τον δράστη να κατανοήσει βιωματικά τα αίτια της κακοποιητικής του συμπεριφοράς σπάζοντας έτσι τον κύκλο της κακοποίησης.

  • Ποιος είναι ο ρόλος που πρέπει να διαδραματίσει και η στάση που πρέπει να κρατήσει το φιλικό και συγγενικό περιβάλλον του δράστη ενδοοικογενειακής βίας; 

Θα ήταν βοηθητικό το ευρύτερο φιλικό περιβάλλον του δράστη της ενδοοικογενειακής βίας να διατηρήσει μία στάση ενθαρρυντική ως προς την θεραπευτική αντιμετώπιση του προβλήματος. Θα πρέπει δηλαδή να βοηθήσουν τον δράστη να συνειδητοποιήσει αρχικά σε γνωστικό επίπεδο ότι υπάρχει πρόβλημα και να τον ενθαρρύνουν να δει κάποιον ειδικό ψυχικής υγείας, καθώς πολλές φορές πίσω από την επιθετική συμπεριφορά βρίσκονται διαταραχές προσωπικότητας.

  • Πιστεύετε ότι οι εκστρατείες ενημέρωσης, που κυρίως απευθύνονται στα θύματα ενδοοικογενειακής βίας, πρέπει να απευθύνονται και στα άτομα που υιοθετούν κακοποιητικές συμπεριφορές και υπό ποιο πρίσμα;

Θα ήθελα αρχικά να πω ότι είναι ιδιαίτερα ελπιδοφόρο το ότι σήμερα υπάρχουν περισσότερες και πιο οργανωμένες εκστρατείες ενημέρωσης για τα θύματα της ενδοοικογενειακής βίας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να έχει ευαισθητοποιηθεί αρκετός κόσμος αν και απέχουμε ακόμη αρκετά από το επίπεδο ενημέρωσης, επαγρύπνησης και εγρήγορσης που συναντάμε στις χώρες της Βορείου Ευρώπης.

Προσωπικά θεωρώ ότι θα ήταν ιδιαίτερα βοηθητικό να απευθύνονται οι εκστρατείες ενημέρωσης και στους δράστες της ενδοοικογενειακής βίας, ιδιαίτερα στις ολέθριες συνέπειες που έχει η κακοποίηση στον ψυχισμό ενός ατόμου. Δεν πιστεύω ότι οι εκστρατείες αυτές μπορούν να περιορίσουν άμεσα τη βία, ωστόσο μπορούν να ευαισθητοποιήσουν τα άτομα που υιοθετούν κακοποιητικές συμπεριφορές κινητοποιώντας τους να αναζητήσουν ψυχολογική υποστήριξη και βοήθεια.

  • Ποιο είναι το δικό σας μήνυμα, μέσα από αυτήν τη συνέντευξη, στους άντρες που υιοθετούν βίαιες συμπεριφορές στην οικογένειά τους;

Θα σας απαντήσω με τα λόγια που μου είπε πριν από μερικά χρόνια ένας εξαιρετικά βίαιος ασθενής σε ψυχιατρείο ασφαλείας της Βρετανίας περιέγραψε το πώς μπορεί να σταματήσει ο κύκλος της βίας:

«Μπορεί να μεγαλώνεις, αλλά το πληγωμένο παιδί μέσα σου παραμένει μικρό και πληγωμένο. Πρέπει να φροντίσεις αυτό το  μικρό παιδί. Αν το αφήσεις έτσι, θα μολύνει τις φιλίες σου, τις ερωτικές σου σχέσεις και οτιδήποτε κάνεις. Και κυρίως θα υποφέρουν πολλοί εξαιτίας του. Πρέπει να τακτοποιήσεις αυτό το παιδί, φίλε μου, πρέπει να το τακτοποιήσεις»…

Πρέπει λοιπόν να προσπαθήσουν να επουλώσουν το δικό τους τραύμα καθώς η βία μολύνει και καταστρέφει τις σχέσεις τους, πληγώνοντας άλλους ανθρώπους.

  • Βάσει της εμπειρίας σας από την Αγγλία, θεωρείτε ότι μπορούν να γίνουν και άλλα βήματα, τόσο σε επίπεδο επιστημονικών προγραμμάτων όσο και σε επίπεδο ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου, για την αντιμετώπιση του πολύ σοβαρού φαινομένου της ενδοοικογενειακής βίας; Ποιες είναι οι δικές σας σκέψεις και προτάσεις;

Θεωρώ ότι θα ήταν πολύ βοηθητικό να εστιάσουμε περισσότερο στην πρόληψη του φαινομένου. Φυσικά, το να εξαλείψουμε τελείως την ενδοοικογενειακή βία θα συνιστούσε ουτοπία. Θα μπορούσαν όμως να γίνουν περισσότερες εκστρατείες ενημέρωσης αναφορικά με τις συνέπειες της βίας στην ψυχική υγεία ενός ανθρώπου καθώς και σεμινάρια διαχείρισης ενδοοικογενειακών κρίσεων και ξεσπασμάτων βίας. Το σημαντικότερο όμως νομίζω ότι είναι η έγκαιρη ενημέρωση από πολύ νωρίς. Νομίζω ότι θα βοηθούσε πολύ να μπουν τέτοιου είδους μαθήματα ή σεμινάρια στα σχολεία, τα οποία θα ευαισθητοποιήσουν τα παιδιά ήδη από πολύ νεαρή ηλικία σχετικά με τις συνέπειες της κακοποιητικής συμπεριφοράς.

  • Η διδακτορική σας διατριβή, όπως διαβάζω στο βιογραφικό σας, είχε ως θέμα της τις ψυχοπαθητικές και σεξουαλικώς σαδιστικές προσωπικότητες σε νοσοκομεία και φυλακές υψίστης ασφαλείας της Μεγάλης Βρετανίας και μάλιστα εστιάσατε στους αναπτυξιακούς παράγοντες που συντελούν στην ανάπτυξη των διαταραχών αυτών. Πρόκειται αναμφίβολα για ένα πολύ ενδιαφέρον ζήτημα. Θα ήθελα κατ’ αρχάς να μας περιγράψετε την πολύ ιδιαίτερη αυτή ερευνητική σας εμπειρία, πώς εργαστήκατε και τι αποκομίσατε ως επιστήμονας;  

Φυσικά. Η έρευνα μου ήταν μικτής μεθοδολογίας και συμπεριλάμβανε ερωτηματολόγια, συμπεριφορές κλίμακες και ημι-δομημένες συνεντεύξεις. Ο στόχος, όπως πολύ σωστά αναφέρετε, ήταν η μελέτη των πρώιμων αναπτυξιακών παράγοντες που παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της ψυχοπάθειας και του σεξουαλικού σαδισμού.

 Έτσι, για αρκετά χρόνια ταξίδευα σε φυλακές και νοσοκομεία υψίστης ασφαλείας της Μεγάλης Βρετανίας συναντώντας ορισμένους από τους βιαιότερους ανθρώπους της χώρας.  Όλοι είχαν καταδικαστεί για ειδεχθή εγκλήματα. Ήταν μία ανεκτίμητης αξίας, αλλά εξαιρετικά δύσκολη εμπειρία. Ακόμη θυμάμαι το άγχος και τον τρόμο πως ένιωσα όταν έσφιξα το χέρι ενός ασθενούς ο οποίος λίγο αργότερα μου αποκάλυψε ότι είχε καταδικαστεί για  βιασμό και διπλή ανθρωποκτονία. Ήταν μία πολύ έντονη εμπειρία. Θυμάμαι επίσης τους παλμούς μου να ανεβαίνουν κάθε φορά που περνούσα τις πύλες εισόδου μιας φυλακής ή ενός ψυχιατρείου ασφαλείας. Ο φόβος και το άγχος σε τέτοιου είδους εργασία είναι κάτι που δεν μπορείς να αποφύγεις. Πρέπει να συμφιλιωθείς μαζί τους και να το χωρέσεις μέσα σου.

Αυτό όμως που κυρίως αποκόμισα ως ψυχολόγος και ψυχαναλυτικός θεραπευτής ήταν η γνωριμία και κυρίως η κατανόηση ενός πολύ σκοτεινού μέρους της ανθρώπινης ύπαρξης. Πριν από κάθε συνέντευξη ενός ασθενούς ή τρόφιμου ένιωθα θυμό και αποστροφή για τα εγκλήματα που διέπραξε. Μαζί με την αποστροφή όμως ένιωθα και συμπόνια μετά το τέλος της συνέντευξης: συμπόνια για την τρομερή κακοποίηση που υπέστη ο ασθενής αυτός ως παιδί. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν το πώς παρουσιάζουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης τους ανθρώπους αυτούς, πολλοί φαντασιωνόμαστε ότι πρόκειται για «τέρατα». Αυτό όμως που συνάντησα εγώ ήταν κάτι ανθρώπινο, πάρα πολύ ανθρώπινο.

  • Ποια είναι τα κύρια πορίσματα της διατριβής σας; 

Το αρχικό πόρισμα της έρευνας μου αφορά τη σχέση του σεξουαλικού σαδισμού και της ψυχοπάθειας. Ο σεξουαλικός σαδισμός παρουσίασε άμεση συσχέτιση με την ψυχοπάθεια και οι σεξουαλικώς σαδιστικοί συμμετέχοντες παρουσίασαν περισσότερα ψυχοπαθητικά χαρακτηριστικά από τους μη σαδιστές. Οι δύο αυτές όμως διαταραχές ακολουθούν διαφορετικά αναπτυξιακά μονοπάτια, τουλάχιστον στο δικό μου δείγμα.

Τόσο οι σαδιστές όσο και οι ψυχοπαθείς συμμετέχοντες μου βίωσαν έντονη κακοποίηση και τραύμα στην πρώιμη παιδική τους ηλικία, συμπεριλαμβανομένης της παραμέλησης, της σωματικής, ψυχολογικής αλλά και σεξουαλικής κακοποίησης. Οι ψυχοπαθείς και σαδιστές είχαν πολύ περισσότερες και σοβαρότερες τραυματικές εμπειρίες από τους μη ψυχοπαθείς και μη σαδιστές συγκρατούμενους τους που καταδικάστηκαν για παρόμοια εγκλήματα. Η πρώιμη λοιπόν έκθεση σε σοβαρές τραυματικές εμπειρίες φαίνεται να σχετίζεται με την ανάπτυξη σαδισμού και ψυχοπάθειας.

Ο πατέρας του ψυχοπαθούς είναι εξαιρετικά κακοποιητικός και βίαιος, ενώ η μητέρα είναι ψυχρή και απόμακρη αφήνοντας τον στο έλεος των σαδιστικών επιθέσεων του πατέρα του. Η σεξουαλική κακοποίηση φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του σεξουαλικού σαδισμού. Στο 90% των περιπτώσεων οι συμμετέχοντες ένιωσαν αβοήθητοι στο τραύμα και την κακοποίηση, καθώς δεν ήταν κανείς εκεί να τους βοηθήσει. Έτσι τόσο ο ψυχοπαθής όσο και ο σαδιστής θα πρέπει να τα καταφέρει μόνος, φορώντας έναν «ναρκισσιστικό εξωσκελετό» και έναν μανδύα ψευδο-αυτονομίας, αναπτύσσοντας έτσι μία αίσθηση ψευδοαυτονομίας. Ο σαδιστής ψυχοπαθής επιτίθεται στους άλλους, τους εξαπατά και τους βλάπτει σε μία προσπάθεια να αρνηθεί την αξία τους και πόσο πολύ τους έχει ανάγκη. Ο κόσμος του ψυχοπαθούς είναι εφιάλτης για εμάς και στον ίδιο βαθμό ο δικός μας κόσμος είναι εφιάλτης για τον ψυχοπαθή.

  • Ποια είναι το επόμενα σχέδια σας σε ερευνητικό-επιστημονικό επίπεδο;  

Θα ήθελα να επεκτείνω την έρευνα μου στο κομμάτι των θεραπευτικών παρεμβάσεων σε ασθενείς με ψυχοπάθεια και σεξουαλικό σαδισμό καθώς και να μελετήσω τους αναπτυξιακούς προδρόμους της ψυχοπάθειας και του σαδισμού στους λεγόμενους «επιτυχημένους ψυχοπαθείς», σε αυτούς δηλαδή που δεν έχουν καταδικαστεί για εγκλήματα αλλά παρουσιάζουν τα ίδια χαρακτηριστικά προσωπικότητας.

  • Κυριε Παπαγαθονίκου, σας ευχαριστώ θερμά και σας εύχομαι μία πολύ δημιουργική συνέχεια στο επιστημονικό σας έργο! 

Εγώ σας ευχαριστώ πολύ. Αντεύχομαι ό,τι καλύτερο.

Φωτογραφία ανάρτησης: “Dale Hobb’s Ghost” by Pictoscribe – @flickr.

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Παν/μίου Αθηνών – Φιλόλογος. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός και είναι Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Παράλληλα, οργανώνει σεμιναριακά μαθήματα και δίνει διαλέξεις στο αντικείμενο της εξειδίκευσής της «Έγκλημα και Media». Συνεργάστηκε με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει τη συγγραφή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων: «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» & «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ», με Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας κ.Γιάννη Πανούση. Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αντικείμενο «Εγκληματολογία & ΜΜΕ». Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα, την αρθρογραφία και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts