Επαναπροσδιορισμός του εκπαιδευτικού ρόλου στον σύγχρονο κόσμο

της Αγγελικής Καρδαρά.

Με το παρόν άρθρο θα αναφερθώ στην ανάγκη επαναπροσδιορισμού του εκπαιδευτικού ρόλου σε έναν κόσμο που αλλάζει. Η έννοια του «εκπαιδευτικού αυθεντία» και κατόχου της απόλυτης γνώσης καταρρίπτεται, καθώς δεν ανταποκρίνεται πλέον στους σκοπούς της εκπαίδευσης του 21ου αιώνα. Με το προφίλ του σύγχρονου μαθητή να διαφοροποιείται σημαντικά από τον μαθητικό πληθυσμό παρελθουσών εποχών και με τη συντριπτική πλειοψηφία των μαθητών να έχει πολύ μεγάλη εξοικείωση με την τεχνολογία, μέσω της οποίας δίνεται η πολύτιμη δυνατότητα διεύρυνσης των οριζόντων και απόκτησης πρόσβασης σε διεθνείς βιβλιοθήκες, σε μουσεία, επιστημονικά βιβλία, με ένα απλό κλικ από το κινητό, το τάμπλετ ή τον υπολογιστή,  καθίσταται επιτακτική ανάγκη να επαναπροσδιοριστεί ο ρόλος του εκπαιδευτικού στην τάξη[1]. Το σχολείο αποτελεί άλλωστε τη μικρογραφία της κοινωνίας και δεν μπορεί να μένει στάσιμο αλλά οφείλει να παρακολουθεί τις ευρύτερες κοινωνικές εξελίξεις και να προσαρμόζεται σε αυτές, εξελίσσοντας τον δικό του ρόλο και διαδραματίζοντας έναν πολύ πιο ενεργό ρόλο στα κοινωνικά δρώμενα της νέας εποχής.

Ο ρόλος των εκπαιδευτικών σε έναν κόσμο που αλλάζει είναι, αναμφίβολα, πολύτιμος και γι’ αυτό ακριβώς πρέπει να αναβαθμιστεί. Να κινηθεί προς τη διευκόλυνση της ανάπτυξης των  δεξιοτήτων, κλίσεων και ταλέντων των μαθητών, ανάδειξης της μοναδικότητας του κάθε παιδιού και καλλιέργειας του ομαδικού και συνεργατικού πνεύματος της μαθητικής κοινότητας. Να περάσουμε από τον «εκπαιδευτικό αυθεντία» στον εκπαιδευτικό καθοδηγητή και συνοδοιπόρο. Στον εκπαιδευτικό που θα εμπνέει τους μαθητές και θα τους δίνει κίνητρο να εξελιχθούν. Στον εκπαιδευτικό τον οποίο ο μαθητικός πληθυσμός θα σέβεται για τη δύναμη της προσωπικότητάς του και ταυτόχρονα για τον ευσυνείδητο τρόπο με τον οποίο ασκεί το εκπαιδευτικό του λειτούργημα.

Διαπιστώνουμε ότι είναι πολύ υψηλές οι απαιτήσεις του εκπαιδευτικού επαγγέλματος στη νέα εποχή και αυτή είναι μία κρίσιμη παράμετρος που  πρέπει να συνειδητοποιήσουν  τόσο οι οικογένειες (που σε ορισμένες περιπτώσεις απαξιώνουν με τους χειρότερους χαρακτηρισμούς τον εκπαιδευτικό και τον ρόλο του) όσο και οι εκπαιδευτικοί.  Στο σύγχρονο σχολείο δεν έχουν θέση ούτε εκπαιδευτικοί που δεν εξελίσσονται και που δείχνουν οι ίδιοι με τη στάση τους αδιαφορία για τον μαθητικό πληθυσμό και για το έργο τους, ούτε όμως έχουν θέση απαξιωτικές συμπεριφορές προς τον εκπαιδευτικό από μαθητές και γονείς. Το σύγχρονο σχολείο έχει, κατά την άποψή μου, ανάγκη από σαφή όρια, ξεκάθαρους στόχους και θεμελίωση εμπιστοσύνης μεταξύ εκπαιδευτικών-μαθητών και εκπαιδευτικών-γονέων.

Στη νέα εκπαιδευτική εποχή η ανάπτυξη δεξιοτήτων και η καλλιέργεια του πνεύματος των μαθητών αποτελούν από τα πιο σπουδαία εφόδια για το μέλλον. Σε αυτό το συνεχώς μεταβαλλόμενο παγκόσμιο περιβάλλον, το σύγχρονο σχολείο δεν μπορεί να συνεχίσει να προσφέρει στείρα γνώση ή να παραμένει «στάσιμο» και «αμέτοχο» σε όλα όσα συμβαίνουν στην ευρύτερη κοινωνία. Είναι επιτακτική ανάγκη να δοθεί έμφαση στη δημιουργική διδασκαλία που θα δίνει στον μαθητή τον ρόλο του ενεργού συμμετέχοντα στη μαθησιακή διαδικασία και όχι πλέον παθητικού δέκτη. Θα αξιοποιεί τη φαντασία και την ευρηματικότητα, δίνοντας κίνητρο σε όλους ανεξαιρέτως τους μαθητές για συμμετοχή, συζήτηση αλληλεπίδραση, συνεργασία, ώστε να περάσουμε σταδιακά σε μία νέα εκπαιδευτική εποχή.

Ο Καθηγητής που από την έδρα του διδάσκει και οι μαθητές που βαριούνται καθισμένοι στα θρανία και παίζοντας κρυφά με τα κινητά τους τηλέφωνα είναι μία εικόνα που πρέπει οπωσδήποτε να «γκρεμιστεί» στο σχολείο του μέλλοντος (εάν θέλουμε ασφαλώς να μιλάμε για εκσυγχρονισμό του σχολείου και να μην κλείνουμε τα μάτια σε μία θλιβερή πραγματικότητα) και να δώσει τη θέση του στην εικόνα εκπαιδευτικών με πολύ δυναμική παρουσία στην τάξη. Εκπαιδευτικοί που θα κερδίζουν το ενδιαφέρον των μαθητών με πρωτότυπα και καινοτόμα μέσα διδασκαλίας, των οποίων η ανάπτυξη είναι σκόπιμο να αποτελέσει προτεραιότητα του σύγχρονου σχολείου και να συζητηθεί με σοβαρότητα από τους αρμόδιους φορείς χάραξης εκπαιδευτικής πολιτικής, καθώς οι νέες γενιές μαθαίνουν από το βίωμα, το παράδειγμα, τα μέσα τεχνολογίας και πληροφορικής, τις πολλές παραστάσεις, την επαφή με τη φύση, τον εποικοδομητικό διάλογο κ.λπ.

Είναι σαφές ότι η πανδημία COVID-19 έφερε ραγδαίες εξελίξεις στον χώρο της εκπαίδευσης, οδηγώντας παγκοσμίως τα σχολεία στο να χρησιμοποιήσουν τα διαθέσιμα εργαλεία για τη δημιουργία περιεχομένου για εξ αποστάσεως μάθηση σε όλους τους τομείς. Οι εκπαιδευτικοί σε ολόκληρο τον κόσμο αναζητούν νέες δυνατότητες ώστε να διδάξουν με έναν διαφορετικό τρόπο αλλά διασφαλίζοντας μία υψηλή ποιότητα εκπαίδευσης. Πρόκειται για νέους τρόπους διδασκαλίας που στο παρελθόν δεν είχαν αξιοποιηθεί και είναι αναγκαίο να αξιοποιηθούν στο έπακρο σήμερα. Όπως είχα τονίσει στο άρθρο μου στο pm υπό τον τίτλο Τηλεκπαίδευση και σημαντικές προκλήσεις σε μία νέα εκπαιδευτική εποχή, η μεγάλη πρόκληση και το στοίχημα που πρέπει να κερδηθεί την επόμενη σχολική χρονιά είναι (εάν και όπου προκύψουν ανάγκες για εξ αποστάσεως εκπαίδευση για λόγους διασφάλισης της δημόσιας υγείας): ο σχεδιασμός και η επιτυχής υλοποίηση ενός «ενιαίου εκπαιδευτικού πρόγραμμα τηλεκπαίδευσης», με υψηλής ποιότητας παρεχόμενη εκπαίδευση στον μαθητικό πληθυσμό. Η έμφαση, σαφώς, πρέπει να δοθεί στη σύγχρονη εκπαίδευση, δεδομένου ότι μαθητές έχουν ανάγκη την επικοινωνία του εκπαιδευτικού για να επιλύσουν απορίες και να θέσουν ερωτήματα αλλά και για ψυχολογικούς-συναισθηματικούς λόγους είναι σημαντικό να έρχονται σε επικοινωνία με τους συμμαθητές τους και να ανταλλάσσουν σκέψεις και απόψεις. Ακόμα και για συμβολικούς λόγους το σχολείο χάνει τη βαθύτερη ουσία του εάν δεν υπάρχει επικοινωνία εκπαιδευτικού – μαθητικού πληθυσμού.

Συνεπώς, πρέπει να διασφαλιστεί ότι όλοι οι μαθητές έχουν πρόσβαση στο διαδίκτυο και σε ταμπλέτα. Επίσης, πρέπει να διασφαλιστεί η υψηλή ποιότητα σε επίπεδο τεχνολογίας, γιατί τα ζητήματα που καλείται πλέον η εκπαιδευτική κοινότητα με τη «διαμεσολάβηση» της οθόνης είναι πολλά και σοβαρά. Το να μπορέσει ο εκπαιδευτικός να «γκρεμίσει το «απρόσωπο» της οθόνης και να κεντρίσει το ενδιαφέρον των μαθητών, που ειδικά σε μικρές ηλικίες (με κλειστές κάμερες ή με την μη ύπαρξη κάμερας) είναι πολύ εύκολο να βαρεθούν την όλη διαδικασία, να κουραστούν και να αποσυγκεντρωθούν, συνεπάγεται επιμόρφωση της εκπαιδευτικής κοινότητας και ανταλλαγή εκπαιδευτικών εμπειριών, σκέψεων αλλά και κατάθεση προτάσεων για την πιο αποτελεσματική τηλεκπαίδευση που, τονίζω, ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη διά ζώσης εκπαίδευση, αλλά εφόσον έχει γίνει εξαιτίας έκτακτων αναγκών και συνθηκών μέρος της εκπαιδευτικής πραγματικότητας οφείλουν οι αρμόδιοι φορείς να μεριμνήσουν για μία υψηλού επιπέδου τηλεκπαίδευση.  

Η πρότασή μου, είναι να υπάρξει ένα συγκεκριμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα που θα ανακοινωθεί έγκαιρα (μέχρι αρχές Σεπτεμβρίου) στις οικογένειες για τον τρόπο με τον οποίο θα λειτουργήσει η τηλεκπαίδευση σε όλα τα σχολεία της χώρας μας εάν δημιουργηθούν και στο προσεχές χρονικό διάστημα ανάλογες ανάγκες που θα καθιστούν την εξ αποστάσεως ανάγκη επιβεβλημένη (ή συνδυαστικά με τη διά ζώσης). Οι οικογένειες να είναι απολύτως ενημερωμένοι για τη διαδικασία και οι εκπαιδευτικοί να έχουν περάσει από κατάλληλη εκπαίδευση και επιμόρφωση, ώστε να μπορούν να ανταποκριθούν στις πραγματικές ανάγκες των μαθητών (που επιτέλους ας καταλάβουμε ότι δεν αφορούν μόνον την απρόσωπη διαδικασία της «κάλυψης» της ύλης!), αλλά είναι πολύ πιο βαθιές και ουσιαστικές.

Τα κυριότερα σημεία που πρέπει να αντιμετωπιστούν είναι, κατά την κρίση μου, τα ακόλουθα:

  • Το πώς θα διασφαλιστεί η σύγχρονη εκπαίδευση για όλους τους μαθητές, δημόσιων και ιδιωτικών σχολείων
  • Οι ώρες του εκπαιδευτικού προγράμματος
  • Το πώς θα διασφαλιστεί η υψηλή ποιότητα παρεχόμενης εκπαίδευσης με ενεργό συμμετοχή μαθητών (εάν υπάρχει η δυνατότητα χωρισμού σε μικρότερες ομάδες, ώστε να μπορούν όλα τα παιδιά να συμμετέχουν πιο ενεργά και να μην κουράζονται από τη διαδικασία)

Συνοψίζοντας, η σφοδρή υγειονομική κρίση με την οποία ήρθε αντιμέτωπη η Ανθρωπότητα ανέδειξε την ανάγκη για εξέλιξη του εκπαιδευτικού και του ρόλου του.  Συνομιλώντας καθημερινά με εκπαιδευτικούς και γονείς και καταγράφοντας για τις ανάγκες της αρθρογραφίας τις σκέψεις και τις επισημάνσεις τους, αυτό που πρέπει να τονίσω είναι ότι ο προβληματισμός για την επόμενη μέρα της εκπαίδευσης είναι έντονος. Οι προκλήσεις είναι πολλές και το εγχείρημα απαιτητικό και δύσκολο. Γι’ αυτό απαιτείται ένας εξαιρετικά προσεκτικός σχεδιασμός για την επόμενη σχολική και ακαδημαϊκή χρονιά. Ένας σχεδιασμός ο οποίος θα προβλέπει όλες τις κρίσιμες παραμέτρους και τα ενδεχόμενα προβλήματα που θα προκύψουν, θα καλύπτει με έναν τρόπο ολοκληρωμένο τις ανάγκες του μαθητικού πληθυσμού σε όλα τα σχολεία ώστε να μη δημιουργούνται κοινωνικές ανισότητες (είναι πολύ διαφορετικό ο μαθητής να έχει καθημερινή επαφή με τον δάσκαλο από το να του αποστέλλεται εκπαιδευτικό υλικό) και θα ανακοινωθεί έγκαιρα σε μαθητές και γονείς. Τέλος, αναγκαία κρίνω την αρμονική συνεργασία εκπαιδευτικών-γονέων. Οι γονείς να δείξουν εμπιστοσύνη στην εκπαιδευτική κοινότητα και οι εκπαιδευτικοί της χώρας μας να αποδείξουν έμπρακτα το ουσιαστικό ενδιαφέρον για τους, καθώς έχουν αναλάβει ένα σπουδαίο έργο -την εκπαίδευση της νέας γενιάς σε μία εποχή ριζικών αλλαγών και προκλήσεων.   


[1] Στοιχεία αντλούνται από  https://www.weforum.org/agenda/2020/03/4-ways-covid-19-education-future-generations/

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Παν/μίου Αθηνών – Φιλόλογος. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός και είναι Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Παράλληλα, οργανώνει σεμιναριακά μαθήματα και δίνει διαλέξεις στο αντικείμενο της εξειδίκευσής της «Έγκλημα και Media». Συνεργάστηκε με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει τη συγγραφή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων: «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» & «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ», με Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας κ.Γιάννη Πανούση. Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αντικείμενο «Εγκληματολογία & ΜΜΕ». Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα, την αρθρογραφία και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts