Εργασία στο σεξ / sex work: Το στίγμα, η απεικόνιση στα ΜΜΕ, η περιθωριοποίηση και η βία

από την Αγγελική Καρδαρά.

Στο πλαίσιο των ερευνών και μελετών του Crime & Media Lab του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος Crime & Μedia Lab – KE.M.E. (e-keme.gr), με Επιστημονικά Υπεύθυνη την Αγγελική Καρδαρά Δρα Τμήματος ΕΜΜΕ ΕΚΠΑ, Φιλόλογο, Συγγραφέα-Εισηγήτρια και Εκπαιδεύτρια Ε-Learning ΕΚΠΑ, το μέλος της Επιστημονικής Ομάδας μας, Ελληκαίτη Κουρτάκη, Προπτυχιακή Φοιτήτρια Νομικής Δ.Π.Θ. εξέτασε το θέμα «Εργασία στο σεξ: Το στίγμα, η απεικόνιση στα ΜΜΕ, η περιθωριοποίηση και η βία» και ακολούθως παρουσιάζει τα κύρια πορίσματά της.

Γράφει η Ελληκαίτη Κουρτάκη, Προπτυχιακή Φοιτήτρια Νομικής Δ.Π.Θ., Μέλος του Crime & Media Lab του Κέντρου Μελέτης τους Εγκλήματος

Τον Σεπτέμβριο του 2021 η αστυνομία του St. Louis αναφέρθηκε σε μια σειρά δολοφονιών με στόχο εργάτες του σεξ. Η Marney Haynes, 16 ετών, βρέθηκε νεκρή λόγω πυροβολισμού  στην κομητεία του St. Louis στις 13 Σεπτεμβρίου, η Pam Abercrombie, 49 ετών, βρέθηκε νεκρή στις 16 Σεπτεμβρίου σε ένα πεζοδρόμιο βόρεια του St. Louis και ο Casey Ross, 24 ετών, βρέθηκε επίσης νεκρός λόγω πυροβολισμού στις 19 Σεπτεμβρίου σε ένα οικόπεδο.                                                                                    Η βία κατά των εργαζομένων στο σεξ μπορεί να μην είναι νέο φαινόμενο, είναι όμως αφανές φαινόμενο. Οι καταγγελίες είναι μηδαμινές, τα ευρήματα ελλιπή, η πρόληψη και η καταστολή των τελούμενων κατά των εργαζομένων στο σεξ εγκλημάτων ηχούν ως λέξεις άγνωστες στον κόσμο της εργασίας στο σεξ.

I. Η εργασία στο σεξ ως «ένα έγκλημα χωρίς θύματα» (victimless crime)

Οι περισσότερες αναλύσεις για την εργασία στο σεξ εστιάζουν στο εάν αυτή θα πρέπει να νομιμοποιηθεί ή αν θα πρέπει να παραμείνει ποινικώς κολάσιμη πράξη. Οι υποστηρικτές, μάλιστα, της ποινικοποίησης της εν λόγω εργασίας υποστηρίζουν ότι πρόκειται για ένα έγκλημα χωρίς θύματα (victimless crime). Πρόκειται για μια αντίληψη που απέχει κατά πολύ από την πραγματικότητα. Οι πελάτες, οι μαστροποί, ακόμα και η ίδια η αστυνομία εκμεταλλεύονται και κακοποιούν τις εργάτριες του σεξ. Σε ακραίες, μάλιστα, περιπτώσεις η δολοφονία των γυναικών αυτών αποτελεί απότοκο της χρόνιας κακοποίησής τους.

Αναφορικά με τους μαστροπούς, προκειμένου να ωθήσουν τις γυναίκες στην πορνεία, χρησιμοποιούν μια ποικιλία πρακτικών. Κάποιοι αγοράζουν ή απαγάγουν γυναίκες, άλλοι αποπλανούν νεαρές γυναίκες παρουσιαζόμενοι ως εν δυνάμει εραστές ή φίλοι υποκρύπτοντας τις πραγματικές τους προθέσεις, ενώ υπάρχουν και εκείνοι που βρίσκουν νεαρές κοπέλες οι οποίες το έσκασαν από το σπίτι τους, τις προσεγγίζουν υποσχόμενοι τους την παροχή ασύλου και στη συνέχεια τις ωθούν στην πορνεία. Με την είσοδο των γυναικών στον κόσμο της πορνείας, οι μαστροποί γίνονται οι απόλυτοι κυρίαρχοί τους. Οι γυναίκες οφείλουν να τους συμπεριφέρονται με σεβασμό, να τους δίνουν όλα ή ένα μεγάλο ποσοστό των χρημάτων τους, ενώ, συχνά, απαγορεύεται να μιλάνε στον μαστροπό, αν δεν τους απευθύνει πρώτα εκείνος τον λόγο. Εάν οι τεχνικές πλύσης εγκεφάλου και ψυχολογικής βίας φανούν ανεπαρκείς, οι μαστροποί προβαίνουν σε σωματική κακοποίηση των γυναικών, σε απαγωγή των παιδιών τους ή των συγγενών τους ως ομήρους, σε απειλές σωματικής βλάβης συμπεριλαμβανομένων των απειλών για επικείμενη δολοφονία τους αλλά και σε διατήρηση των γυναικών σε κατάσταση φτώχιας, ώστε να εξαρτώνται αποκλειστικά από εκείνους.

Από την άλλη πλευρά, οι πελάτες κακοποιούν τις εργαζόμενες στο σεξ, καθώς τις χρησιμοποιούν για την απόκτηση γρήγορης, εύκολης, απρόσωπης ερωτικής επαφής. Μαζί τους δεν υπάρχει ο περιορισμός της καλλιέργειας αισθημάτων αγάπης ή φιλίας ή η ανάγκη λήψης ευθυνών για τις ακραίες σεξουαλικές τους απαιτήσεις. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει ο περιορισμός της αντιμετώπισης των εργαζομένων στο σεξ ως ανθρώπων, καθώς δεν χρειάζεται να λάβουν υπόψη τις ανάγκες και τα (συν)αισθήματα των συγκεκριμένων γυναικών. Πρόκειται, στο δικό τους μυαλό, για μια στυγνή ανταλλαγή υπηρεσιών, για την αγορά ενός αντικειμένου περιορισμένης χρήσης με συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης.

Σε παγκόσμιο δε επίπεδο, οι εργαζόμενες στο σεξ βιώνουν υψηλά επίπεδα σεξουαλικής βίας, ενώ το στίγμα αυξάνει τις πιθανότητες θυματοποίησής τους. Σε μέρη όπως το Οχάιο οι εργαζόμενες στο σεξ δεν προστατεύονται από την κείμενη νομοθεσία για τους βιασμούς, ενώ σε πολλά κράτη οι εργαζόμενες στο σεξ δεν λαμβάνουν αποζημίωση ή δεν λαμβάνουν πλήρη αποζημίωση σε περίπτωση βιασμού. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, για παράδειγμα, αν μια γυναίκα έχει καταδικαστεί για δημόσια πορνεία, δεν δύναται να λάβει (πλήρη) αποζημίωση σε περίπτωση που πέσει θύμα βιασμού. Εξίσου σημαντική είναι και η προκατάληψη των οργάνων απονομής της δικαιοσύνης αλλά και τον ενόρκων, ενώ, παράλληλα, είναι εξαιρετικά σύνηθες το φαινόμενο της αδράνειας των αστυνομικών αρχών όταν καλούνται να ερευνήσουν την εξαφάνιση μιας κοπέλας ή γυναίκας η οποία αποδεικνύεται στη συνέχεια ότι είναι εργαζόμενη στο σεξ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί μια δικαστής, η οποία απέρριψε τις κατηγορίες βιασμού και σεξουαλικής επίθεσης ενός άντρα, ο οποίος κατηγορήθηκε ότι ανάγκασε μια εργαζόμενη στο σεξ υπό την απειλή όπλου να συνευρεθεί μαζί του αλλά και με άλλους άντρες. Η ίδια δικαστής σε δήλωσή της χαρακτήρισε τον ομαδικό βιασμό της συγκεκριμένης κοπέλας ως «κλοπή υπηρεσιών».

Καθώς η εργασία στο σεξ είναι παράνομη σε πολλά μέρη και ο κόσμος, η κοινή γνώμη, θεωρεί τις εργαζόμενες στο σεξ ως «ευτελή κομμάτια σάρκας», τα θύματα ή οι οικογένειες των θυμάτων φοβούνται ή δεν θέλουν να αναφέρουν τα εγκλήματα στην αστυνομία, καθώς γνωρίζουν ότι οι πιθανότητες να λάβει το συγκεκριμένο στρεφόμενο κατά των εργαζομένων στο σεξ γυναικών έγκλημα τη δέουσα προσοχή και επιμέλεια είναι ελάχιστες, ενώ, παράλληλα, συνάδελφοι των θυμάτων αρνούνται να αναφέρουν τα εγκλήματα, καθώς φοβούνται ότι θα προσελκύσουν την αθέμιτη, για αυτές, προσοχή της αστυνομίας, η οποία ενδέχεται να πλήξει τη δουλειά τους και τα εν γένει οικονομικά τους. Η πρόσδοση, μάλιστα, στα θύματα των βίαιων εγκλημάτων της ταμπέλας της «πόρνης» δημιουργεί την ψευδαίσθηση της αποστασιοποίησης, με την έννοια ότι οι «φυσιολογικές» γυναίκες αισθάνονται ασφαλείς, καθώς (εσφαλμένα) θεωρούν ότι δεν πρόκειται να αποτελέσουν «αντικείμενο» αντίστοιχων εγκλημάτων λόγω του ότι δεν ανήκουν στην αυτή κατηγορία γυναικών.

II. Μορφές βίας με τις οποίες έρχονται αντιμέτωπες οι εργαζόμενες στο σεξ γυναίκες

  • Σωματική βία με επακόλουθο τον τραυματισμό ή τον θάνατο. Εδώ περιλαμβάνονται το πέταγμα αντικειμένων, τα χαστούκια, το σπρώξιμο, τα γρονθοκοπήματα, οι κλωτσιές, ο ξυλοδαρμός, ο πνιγμός/ στραγγαλισμός, το κάψιμο του σώματος, η απειλή με όπλο ή άλλο φονικό αντικείμενο (π.χ. μαχαίρι, σουγιάς). Άλλες πράξεις που θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν είναι το δάγκωμα, το τράβηγμα των μαλλιών και η σωματική ακινητοποίηση.
  • Σεξουαλική βία. Στην κατηγορία αυτή εντάσσεται ο βιασμός ή ο ομαδικός βιασμός, η σεξουαλική παρενόχληση, ο ψυχολογικός εκφοβισμός με στόχο να εμπλακεί η συγκεκριμένη γυναίκα σε κάποια σεξουαλική πράξη παρά τη θέλησή της (π.χ. η άσκηση ψυχολογικής βίας ή απειλής με σκοπό να εξαναγκαστεί η εργαζόμενη στο σεξ γυναίκα να «συναινέσει» σε ανεπιθύμητη, για την ίδια, στοματική/κολπική/πρωκτική διείσδυση) ή ο εξαναγκασμός με σκοπό να συμμετάσχει σε πράξη που η ίδια θεωρεί εξευτελιστική ή ταπεινωτική (π.χ. διείσδυση με αντικείμενο).
  • Συναισθηματική/Ψυχολογική βία. Περιλαμβάνει κυρίως τα προσβλητικά ή ταπεινωτικά «ονόματα» και χαρακτηρισμούς ή εκφράσεις που την ταπεινώνουν ή την μειώνουν ως άνθρωπο, απειλές περί απώλειας της επιμέλειας των παιδιών της, η απειλή πρόκλησης βλάβης σε κάποιον από το στενό οικογενειακό ή φιλικό της περιβάλλον και η απομάκρυνσή της από το οικογενειακό ή φιλικό της περιβάλλον με ενέργειες τρίτου, ο οποίος και ελέγχει τη συγκεκριμένη γυναίκα.
  • Άλλες συμπεριφορές που μπορούν να αποτελέσουν μορφή βίας κατά των εργαζομένων στο σεξ γυναικών είναι: η άρνηση παροχής μισθού, ο εξαναγκασμός σε κατανάλωση αλκοόλ ή ναρκωτικών ουσιών, οι αυθαίρετες σωματικές έρευνες από τις αστυνομικές αρχές, η σύλληψη ή η απειλή σύλληψης, η άρνηση παροχής υπηρεσιών υγειονομικής περίθαλψης, ο εξαναγκασμός σε άμβλωση και ο δημόσιος διασυρμός (πχ το φτύσιμο, η βίαιη αφαίρεση των ρούχων δημόσια).

III. Η αντιμετώπιση των εργαζομένων στο σεξ από τα ΜΜΕ

Η αναφορά στην εργαζόμενη του σεξ με τον όρο «πόρνη» ή «γυναίκα της νύχτας» από τα ΜΜΕ δεν είναι νέο φαινόμενο, αλλά, αντίθετα, αποτελεί την απόδειξη της εσφαλμένης αντίληψης της κοινωνίας απέναντι στο είδος και στις συνθήκες εργασίας των συγκεκριμένων γυναικών. Πρόκειται για παρωχημένες θεωρήσεις προερχόμενες από διάφορα επιστημονικά και μη πεδία (ψυχολογία, σεξολογία, ιατρική, θρησκευτικά δόγματα κ.ά.) που απηχούν προκαταλήψεις και «μεσαιωνιστικές» αντιμετωπίσεις του σεξ και των γυναικών που εργάζονται στο σεξ, οι οποίες ακόμα και σήμερα προβάλλονται και αντιμετωπίζονται ως «βρόμικες», διεφθαρμένες, αποκλίνουσες, ναρκομανείς και «άρρωστες».

Πίσω από κάθε γυναίκα που εργάζεται στο σεξ υπάρχουν επιμέρους «στρώματα» του χαρακτήρα, της προσωπικότητας και της ζωής της, τα οποία -στην πλειάδα των περιπτώσεων- παραγνωρίζονται και παραγκωνίζονται με σκοπό την προβολή μιας άκρως εξευτελιστικής για την ανθρώπινη υπόσταση είδησης, η οποία, κατά κύριο λόγο θα φέρει στον τίτλο της τον χαρακτηρισμό της γυναίκας θύματος ως «πόρνη». Αξίζει δε να σημειωθεί ότι η στιγματιστική είδηση και ο στιγματιστικός χαρακτηρισμός των γυναικών ως «πόρνες» φθείρουν περισσότερο και εντονότερα τα θύματα παρά η φύση της εργασία τους και πολλαπλασιάζουν φενακισμένες συνειδήσεις παγιώνοντας σε αυτές την αντίληψη ότι «εφόσον δουλεύουν το βράδυ, ξέρουν τον κίνδυνο» ως μια άλλη εκδοχή του «τα ήθελε και τα έπαθε».

Σημαντική είναι και η επίδραση της διαφήμισης στον τρόπο αντιμετώπισης των γυναικών. Τις τελευταίες δεκαετίες είναι έντονο το φαινόμενο της προβολής της γυναίκας με μοναδικό μέλημα την εμφάνισή της ενώ το «ιδανικό» της σώμα το χρησιμοποιεί ως μέσο  ικανοποίησης της ηδονής των ανδρών. Παράλληλα, η πορνογραφία αλλά και οι «έντονες» σεξουαλικές σκηνές των ταινιών και των σειρών προωθούν, ως ένα βαθμό, τη σεξουαλική ανισότητα και τη βία ως μορφή ευχαρίστησης. Δημιουργείται, έτσι, η εσφαλμένη αντίληψη της γυναίκας ως μέσο ηδονής και ευχαρίστησης, ως μια «κούκλα» που αδυνατεί να καταλάβει και να νιώσει τον πόνο, με άμεσο αποτέλεσμα η απαίτηση και η αναζήτηση για επαφή να οδηγεί αναπόδραστα στην αναζήτηση της γυναίκας που εργάζεται στο σεξ. Εσφαλμένη είναι άλλωστε αυτή καθαυτή η προβολή της γυναίκας που εργάζεται στο σεξ μέσα από τις ταινίες και εν γένει τα μέσα ενημέρωσης. Η σέξι, ακριβοπληρωμένη γυναίκα που πηγαίνει σε υπερπολυτελή ξενοδοχεία και μπαρ απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Παρότι υπάρχουν γυναίκες που έχουν βιώσει αυτή την κατάσταση, η συντριπτική πλειοψηφία βιώνει τον εξευτελισμό, την παρενόχληση, την επίθεση και την κακοποίηση.

Εξίσου εσφαλμένη είναι και η αντιμετώπιση από τα ΜΜΕ των εργαζομένων στο σεξ νεαρών -ή και ανήλικων- κοριτσιών. Η πλειονότητα των κοριτσιών που εισέρχονται στον συγκεκριμένο χώρο εργασίας δεν έχουν προλάβει να συμπληρώσουν -κατά τα πρώτα τους «βήματα»- την νόμιμη ηλικία της συναίνεσης. Με άλλα λόγια, η πρώτη τους «εμπορική» σεξουαλική αλληλεπίδραση είναι ο βιασμός. Αναφορικά, μάλιστα, με τη συναίνεση, η έλλειψη αυτής στοιχειοθετεί σε κάθε περίπτωση το έγκλημα του βιασμού ή της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού. Το γεγονός ότι πρόκειται για εργαζόμενες στο σεξ δεν αλλάζει τη φύση της τελούμενης εναντίων τους πράξης. Εξάλλου πολλές από τις κοπέλες «μπαίνουν» στον συγκεκριμένο χώρο εργασίας είτε ύστερα από πιέσεις του οικογενειακού ή ερωτικού-φιλικού περιβάλλοντος είτε με σκοπό να συντηρήσουν την οικογένειά τους, ιδίως όταν πρόκειται για μονογονεϊκές οικογένειες ή αλλοδαπές γυναίκες και κοπέλες που αδυνατούν να βρουν μια άλλη, «νόμιμη» εργασία είτε επιλέγουν την εργασία στο σεξ ως έσχατη για αυτές λύση σε μια προσπάθεια να «ξεφύγουν» από την φτώχια.

Σε μια προσπάθεια «χαλιναγώγησης» της εξευτελιστική αντιμετώπισης των εργαζομένων στο σεξ από τα ΜΜΕ ο Οδηγός «Media Handling of Prostitution and Human Trafficking for Sexual Exploitation. Recommendations», ο οποίος δημιουργήθηκε από την ABITS (Agency for the Comprehensive Approach towards Sex Work) του Δημοτικού Συμβουλίου της Βαρκελώνης σε συνεργασία με την ADPC (Association of Women Journalists of Catalonia) τονίζει ότι θα πρέπει η εργασία στο σεξ να αντιμετωπίζεται με γνώμονα την κοινωνική της πολυπλοκότητα, να επιδεικνύεται ο δέοντας σεβασμός απέναντι στις γυναίκες που επέλεξαν αυτό το είδος εργασίας, να αποφεύγεται η αναπαραγωγή μύθων ή/ και στερεοτυπικών αντιλήψεων συσχετιζόμενων με την εργασία στο σεξ ή να διορθώνονται τυχόν εσφαλμένες ή ανακριβείς πληροφορίες, οι οποίες -αφελώς- έλαβαν το φως της δημοσιότητας, να μη χρησιμοποιείται σεξιστική/ εξευτελιστική/ υποτιμητική γλώσσα, καθώς και να αποφεύγεται η υποβάθμιση ή η δραματοποίηση της εργασίας στο σεξ.

IV. Κατ’ εξακολούθηση ανθρωποκτόνοι και εργαζόμενες στο σεξ

IV. A.  Εισαγωγή

Είναι κοινό μυστικό ότι οι κατ’ εξακολούθηση ανθρωποκτόνοι (serial killers) στοχεύουν κυρίως σε γυναίκες, μεγάλο ποσοστό των οποίων αποτελούν οι εργαζόμενες στο σεξ. Πολλοί από τους κατ’ εξακολούθηση ανθρωποκτόνους που συνελήφθησαν προέβησαν σε δηλώσεις στα μέσα ενημέρωσης όπου και μίλησαν για τον λόγο επίθεσής τους στις εργαζόμενες στο σεξ. Ο Robert Hansen, γνωστός και ως The Butcher Baker, είπε ότι θεωρούσε τις εργαζόμενες στο σεξ ως «διαβολικές προσωπικότητες», γι’ αυτό και τις απήγαγε. Ο δολοφόνος Richard Cottingham, επονομαζόμενος και ως The Torso Killer, υποστήριξε ότι διέπραξε τους φόνους υπό την «επήρεια» μιας σαδιστικής σεξουαλικής παρόρμησης. Τα ακριβή, μάλιστα, λόγια του ήταν: «Πιθανότατα έχω κάνει κάτι που κάθε άντρας θα ήθελε να κάνει σε μία γυναίκα». Η βία κατά των γυναικών αποτελεί μια μορφή έμφυλης βίας ενώ η θανατηφόρα πτυχή της, η οποία ορίζεται ως γυναικοκτονία, αποτελεί παγκόσμιο φαινόμενο κρίσης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Από την άλλη πλευρά, η βία κατά των εργαζομένων στο σεξ γυναικών αποτελεί την «εύκολη λύση» του κατ’ εξακολούθηση ανθρωποκτόνου.

IV. B. Σκιαγραφώντας το εγκληματικό προφίλ των κατ’ εξακολούθηση ανθρωποκτόνων

Σύμφωνα με μια διάλεξη του Καθηγητή Glenn D. Wilson με θέμα “Profiling a killer” αλλά και τη γενικώς παραδεδεγμένη αντίληψη για τους serial killers, πρόκειται -κατά κύριο λόγο- για άτομα που διαπράττουν 3 ή περισσότερες δολοφονίες, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί κάποιο χρονικό διάστημα «ξεκούρασης» των δραστών (“cooling off period”)[1] [2][3].

Συνήθως πρόκειται για νέους άντρες- όχι απαραίτητα λευκούς- ηλικίας 20-40 ετών, οι οποίοι χαρακτηρίζονται για τις ασταθείς διαπροσωπικές και επαγγελματικές τους σχέσεις, συχνά μοναχικοί, ενώ, σε κάποιες περιπτώσεις, έχουν παρελθόν διάπραξης εγκλημάτων (όπως είναι οι κλοπές και οι ληστείες ή η κακοποίηση, η ενδοοικογενειακή βία και η κατάχρηση ανηλίκου). Ανάμεσα στα συνήθη κίνητρά τους βρίσκονται οι σεξουαλικές φαντασιώσεις και η ανάγκη τους για λαγνεία ή εκδίκηση, η απόλαυση του πόνου που προκαλούν στα θύματα (σε αυτή την περίπτωση θα σκοτώνουν τα θύματά τους με μαχαίρια ή στραγγαλίζοντάς τα – μέθοδοι που απαιτούν την άμεση επαφή του δράστη με το θύμα), το “overkilling” (χρήση εκτεταμένης και περιττής βίας, πολύ περισσότερης δηλαδή από όση απαιτείται για να επέλθει ο θάνατος του θύματος), που επίσης υποδηλώνει την απόλαυση που λαμβάνει ο δράστης από την διάπραξη του εγκλήματος, η προσοχή που λαμβάνουν από τα ΜΜΕ και η αντίληψη ότι πρόκειται για ένα «παιχνίδι» αποφυγής της σύλληψης, ενώ υπάρχουν και αυτοί που θέλουν να συλληφθούν προκειμένου να λάβουν τη «δόξα» που θεωρούν πως τους αξίζει. Τέλος, υπάρχουν και οι κατ’ εξακολούθηση ανθρωποκτόνοι που παρακινούνται από την «αποστολή» τους (“Mission Oriented Serial Killers”), οι οποίοι, συνήθως, θέλουν να «καθαρίσουν» την κοινωνία από τους αμαρτωλούς ανθρώπους, όπως είναι οι εργαζόμενες στο σεξ γυναίκες. Αυτό, σε περίπτωση σύλληψής τους, θα αποτελέσει και τη μετέπειτα δικαιολογία τους στην προσπάθειά τους να αιτιολογήσουν τους φόνους και να «εξορθολογήσουν» τις πράξεις τους.

Σύμφωνα με μελέτη του Αυστραλιανού Ινστιτούτου Εγκληματολογίας (An examination of serial murder in Australia, Jenny Mouzos & David West, Australian Institute of Criminology) και με βάση τα πορίσματα διεθνών ερευνών, οι άντρες κατ’ εξακολούθηση ανθρωποκτόνοι είναι πιο πιθανό να χρησιμοποιήσουν ως μέσο τέλεσης των εγκλημάτων τους τον στραγγαλισμό, το μαχαίρωμα, τον ξυλοδαρμό (με πόδια ή χέρια), την πρόκληση βλαβών στο κεφάλι αλλά και στα γεννητικά όργανα του θύματος και τη σεξουαλική κακοποίηση. Συνήθως, μάλιστα, φαντασιώνονται τα εγκλήματά τους, τα προμελετούν και επιλέγουν συγκεκριμένο θύμα (θύμα της «αρεσκείας» τους), το οποίο και παρακολουθούν πριν του επιτεθούν. Κάποιοι μελετητές σχετικά με το υπόβαθρο των κατ’ εξακολούθηση ανθρωποκτόνων έχουν εντοπίσει ως αίτιο των πράξεών τους την, σε νεαρή ηλικία, κακοποίηση ζώων (Wright J & Hensley C 2003, From animal cruelty to serial murder: applying the graduation hypothesis, Jenkins P, 1988, Serial murder in England 1940-1985), την παραμέλησή τους, συνήθως από τους γονείς (Riedel M, 1998, Book review essay: serial murder, communities, and evil, Power DJ, 1996, Serial killers) και τις προηγούμενες καταδίκες για σεξουαλικά εγκλήματα (Francis B & Soothill K, 2000, Does sex offending lead to homicide?).

Οι επιμέρους τύποι των κατ’ εξακολούθηση ανθρωποκτόνων, όπως αποδόθηκαν από τους Holmes & Holmes το 1998, είναι:

1. Ο Οραματιστής (“Visionary”): Πρόκειται για άτομα με κάποια ψυχωτική διαταραχή, οι οποίοι δρουν υπακούοντας σε φωνές ή σε οράματα. Κατά κύριο λόγο πρόκειται για τη φωνή ή το όραμα του Θεού, αγγέλων ή δαιμόνων, στις οποίες ισχυρίζονται ότι «υπακούνε».

2. Ο Ιεραπόστολος (“Missionary”): Αυτού του τύπου κατ’ εξακολούθηση ανθρωποκτόνος θεωρεί ότι πρέπει να φέρει εις πέρας μια αποστολή, όπως το να καθαρίσει την κοινωνία από «μιάσματα» (ομοφυλόφιλους, εργάτριες του σεξ ή κάποια άλλη κατηγορία ανθρώπων που θεωρεί ανεπιθύμητη). Δεν παρακινείται από φωνές όπως ο οραματιστής, αλλά από προσωπικές εμπειρίες και βιώματα προερχόμενα από το κοινωνικό-οικογενειακό του περιβάλλον. 

3. Ο Ηδονιστής (“Hedonistic”): Το άτομο αυτό λαμβάνει ηδονή και ευχαρίστηση από τη διάπραξη του εγκλήματος, γεγονός που αποτελεί και το μόνο αίτιο που τον ωθεί στον φόνο. Αναζητά τη «συγκίνηση» μέσα από τα βασανιστήρια και την υποβάθμιση του ανθρώπου και θεωρεί το σεξ και τη βία ως αλληλένδετες έννοιες, εγγενώς συνδεδεμένες. Υποκατηγορίες του ηδονιστή είναι ο εκ λαγνείας δολοφόνος (“Lust Serial Killer”), ο οποίος οδηγείται από σεξουαλικές φαντασιώσεις στη διάπραξη φόνων και συνήθως θα προηγούνται, θα τελούνται παράλληλα με το «κυρίως» έγκλημα ή θα έπονται σεξουαλικές ενέργειες στα σώματα των θυμάτων (βιασμός, νεκροφιλία, ενδεχομένως και κανιβαλισμός) και αυτός που έλκεται από την «ηδονή της αγωνίας» (“Thrill Seeker Serial Killer”), o οποίος «ηδονίζεται» δια του πόνου που προκαλεί στα θύματά του, απολαμβάνει το κυνήγι και τον παρατεταμένο βασανισμό τους αλλά χάνει το ενδιαφέρον του μόλις επέλθει ο θάνατος του θύματος.

4. Ο Κυρίαρχος (“Power/Control”): Πρόκειται για κατ’ εξακολούθηση ανθρωποκτόνους, οι οποίοι απολαμβάνουν την κυρίαρχη θέση που έχουν απέναντι στο θύμα τους, καθώς αυτοί είναι οι μόνοι που μπορούν να αποφασίσουν για την τύχη, για τη ζωή ή τον θάνατό των θυμάτων τους. Η ανάγκη τους για εξουσία μεταφράζεται ως έλλειψη αυτής στην καθημερινή τους ζωή, καθώς πρόκειται για άτομα με χαμηλή αυτοπεποίθηση/αυτοεκτίμηση.

IV. Γ. Γιατί οι κατ’ εξακολούθηση ανθρωποκτόνοι επιλέγουν τις εργαζόμενες στο σεξ;

Οι κατ’ εξακολούθηση ανθρωποκτόνοι έχουν ως στόχο τις εργαζόμενες στο σεξ ήδη από τον 19ο αιώνα, όταν ο Τζακ ο Αντεροβγάλτης (Jack the Ripper ή, άλλως, “Whitechapel Murderer”, “Leather Apron”) σκότωσε πέντε γυναίκες[4] στην περιοχή Whitechapel του Ανατολικού Άκρου του Λονδίνου (Εast End of London). Ανάμεσα στους πιο διαβόητους και «γνωστούς» serial killer βρίσκεται ο Richard Cottingham, γνωστός και ως “The Torso Killer”, ο οποίος βίασε, σκότωσε και διαμέλισε έξι εργαζόμενες στο σεξ γύρω από την Times Square στο Μανχάταν μεταξύ 1960-1980, ο Peter Sutcliffe ή, άλλως, “The Yorkshire Ripper, που ξυλοκόπησε μέχρι θανάτου δεκατρείς γυναίκες, ο Robert Hansen (“The Butcher Baker”), ο οποίος απήγαγε, κυνήγησε και σκότωσε τουλάχιστον δεκαεπτά εργαζόμενες στο σεξ στο Anchorage της Αλάσκας μεταξύ 1970-1980, ο Arthur Shawcross γνωστός και ως “The Genesee River Killer”, ο οποίος στραγγάλισε και ακρωτηρίασε δώδεκα γυναίκες – οι περισσότερες από τις οποίες εργάζονταν στο σεξ- στην περιοχή του Rochester της Νέας Υόρκης αλλά και ο ο Anthony Sowell, επίσης γνωστός ως “The Cleveland Strangler” που δολοφόνησε 11 γυναίκες, πολλές από τις οποίες είχαν συμφωνήσει να ανταλλάξουν σεξ για ναρκωτικά στη γειτονιά του.

Οι εργαζόμενες στο σεξ αποτελούν τον «εύκολο στόχο» για τους κατ’ εξακολούθηση ανθρωποκτόνους, καθώς επικρατεί -και μάλιστα σε ορισμένες συνειδήσεις έχει εδραιωθεί- η άποψη ότι πρόκειται για γυναίκες χωρίς οικογένειες, χωρίς ανάγκη προστασίας, «άψυχα» σώματα για την εκπλήρωση των σεξουαλικών επιθυμιών. Το στοιχείο της ανωνυμίας που επικρατεί σε συνδυασμό με την αντίληψη της «μοναχικής γυναίκας που ζει χωρίς οικογένεια και η οποία εργάζεται ως πόρνη» τις καθιστούν τον «επιθυμητό στόχο». Υπάρχουν, επίσης, περιπτώσεις όπου οι πελάτες δολοφονούν τις εργαζόμενες στο σεξ γυναίκες «επειδή δεν είναι αυτό που περίμεναν».[5] Εξίσου σημαντικό παράγοντα στοχοποίησής τους αποτελεί η κοινωνική εξαχρείωση και η παράνοια κατά των εργαζομένων στο σεξ, ενώ σε πολλές περιπτώσεις το κοινωνικό στίγμα το οποίο έχει συνδεθεί με την πορνεία αποτελεί την «δικαιολογία/αιτιολογία» διάπραξης εγκλημάτων κατά των εργαζομένων στο σεξ γυναικών. Καταλυτικό ρόλο διαδραματίζει και η πεποίθηση του ανήκειν, η ιδέα της κατωτερότητας του γυναικείου φύλλου και η αντίληψη ότι η γυναίκα υπάρχει για να ικανοποιεί τις όποιες ορμές του άντρα. Αυτό που επικρατεί σε αυτές τις περιπτώσεις είναι ο εξής συλλογισμός: «Μπορώ να κάνω σεξ μαζί τους άρα μπορώ να τους κάνω οτιδήποτε άλλο θέλω».

IV. Δ. Τα κίνητρα της εγκληματικής τους δράσης

Σύμφωνα με έρευνες του FBI αλλά και συνεντεύξεις με κατ’ εξακολούθηση ανθρωποκτόνους (serial killers) μπορούμε να έχουμε μια εικόνα για το πώς σκέπτονται, για τον τρόπο και, κυρίως, τον λόγο δράσης τους. Πολλές είναι οι περιπτώσεις όπου πίσω από τη δολοφονία κρύβεται μια σκοτεινή σεξουαλική φαντασίωση. Σε μια συνέντευξή του, ο διαβόητος Joel Rifkin είπε πως ήταν συχνός πελάτης εργατών του σεξ και κάποια στιγμή αναρωτήθηκε πώς θα ήταν αν στραγγάλιζε μια από τις γυναίκες. Υποστήριξε ότι τις φαντασιώσεις του «τόνωσε» η ταινία Frenzy (1972) του Alfred Hitchcock, στην οποία ένας κατ’ εξακολούθηση ανθρωποκτόνος τρομοκρατεί το Λονδίνο βιάζοντας και στραγγαλίζοντας γυναίκες μέχρι θανάτου. Παρόμοια ήταν και τα κίνητρα του Steve Write, ο οποίος ωθήθηκε στην δολοφονία σε μια προσπάθεια να εκπληρώσει τον σεξουαλικό φετιχισμό του για στραγγαλισμό.

Δεν είναι λίγες, μάλιστα, οι φορές όπου μετέπειτα κατ’ εξακολούθηση ανθρωποκτόνοι αποκάλυψαν το «μυστικό της επιτυχίας τους», φανερώνοντας τους τρόπους και τους λόγους για τους οποίους κατάφεραν να αποφύγουν τη σύλληψη για μακρό χρονικό διάστημα. O Gary Ridgeway δήλωσε στο δικαστήριο ότι ήταν εύκολο να «μαζεύει» εργάτριες του σεξ χωρίς να τον προσέξουν καθώς επίσης γνώριζε ότι δεν θα δηλώνονταν αγνοούμενες αμέσως ή ίσως και να μην δηλώνονταν ποτέ. Σύμφωνα με τον ίδιο, διάλεγε τις εργάτριες του σεξ διότι πίστευε πως μπορούσε να σκοτώσει όσες ήθελε χωρίς να τον πιάσουν, ενώ, κατά την ανάκρισή του, περιέγραψε με απόλυτη ηρεμία και ψυχραιμία στους ανακριτές πώς βίαζε, στραγγάλιζε και πετούσε τα πτώματα των γυναικών [6] [7]. Αντίθετα, ο Peter Sutcliffe δολοφονούσε σε μια προσπάθεια να καθαρίσει τον κόσμο από τις εργαζόμενες στο σεξ εκπληρώνοντας την αποστολή που, όπως υποστήριξε, του ανέθεσε ο Θεός[8] [9],  ενώ τα ίδια «ταπεινά» αίτια οδήγησαν στη δολοφονία και τον Saeed Hanaie[10] [11].

Πολλοί από τους κατ’ εξακολούθηση ανθρωποκτόνους έχουν υποστηρίξει ότι οι εργαζόμενες στο σεξ είναι κακές, διαβολικές γυναίκες. Ο Gary Ridgway, αποκαλούμενος και ωςGreen River Killer, που καταδικάστηκε για περισσότερους από 48 φόνους, σε δήλωσή του είπε: «Διάλεξα ως θύματά μου τις εργαζόμενες στο σεξ επειδή μισώ τις περισσότερες… Τις διάλεξα επίσης επειδή ήταν εύκολο να τις μεταφέρω χωρίς να με προσέξουν. Ήξερα ότι δεν θα δηλώνονταν ως αγνοούμενες. Διάλεξα τις εργαζόμενες στο σεξ γιατί πίστευα ότι μπορούσα να σκοτώσω όσες από αυτές ήθελα χωρίς να με πιάσουν». Σε μια ελληνική περίπτωση (πολύκροτη και για τα ΜΜΕ υπόθεση), μια από τις γυναίκες που δέχθηκε επίθεση από τον Αντώνη Δαγκλή, γνωστό και ως “Αντεροβγάλτη των Αθηνών”, υποστήριξε στην κατάθεσή της ότι της είπε: «Όλες οι π@@νες πρέπει να πεθάνουν». Αναφορικά με τον συγκεκριμένο δολοφόνο, ο Καθηγητής κ. Γιάννης Πανούσης σημειώνει τα εξής: «Πολλές φορές ο serial killer ταυτίζεται με τα εγκλήματα μίσους απέναντι σε μια συγκεκριμένη κατηγορία. Για παράδειγμα σκοτώνουν πόρνες, όχι μια συγκεκριμένη πόρνη την κυρά-Μαρία, αλλά γενικά όλες τις ιερόδουλες με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Δαγκλή, ο οποίος τις σκότωνε γιατί και η μητέρα του ήταν τέτοια»[12]. Ο ίδιος ο Δαγκλής στην ανάκρισή του είχε τονίσει ότι πηγή της βιαιότητάς του ήταν η τραυματική σχέση με τη μητέρα του, η οποία εργαζόταν στο σεξ. «Τη μητέρα μου την αγαπούσα, όμως ποτέ δεν της συγχώρεσα που δούλευε σε ύποπτα μπαρ και σε δουλειές που δεν ήταν ηθικές. Την ώρα που σκότωνα τις ιερόδουλες νόμιζα ότι σκότωνα τη μητέρα μου. Πολλές φορές στο πρόσωπο της γυναίκας που στραγγάλιζα έβλεπα τη μάνα μου. Μου θύμιζαν εκείνη».

IV. E. Η εξιχνίαση των εγκλημάτων

Η δυσκολία στην εξιχνίαση των τελούμενων κατά εργαζομένων του σεξ εγκλημάτων πολλές φορές εκφεύγει από την κωλυσιεργία ή την αδιαφορία των Αρχών ή ακόμα και τη μη δήλωση των γυναικών ως αγνοούμενων. Σε αρκετές περιπτώσεις, λόγω της φύσεως του επαγγέλματός τους και των συνεχών αλληλεπιδράσεων με πελάτες/ αγνώστους, είναι δύσκολο να γίνει η ταυτοποίηση των πελατών ή να βρεθούν μάρτυρες.

Πέρα από τις περιπτώσεις όπου οι Αρχές αδυνατούν να παρέμβουν (όταν, παραδείγματος χάριν, εξαφανίζεται μια εργάτρια του σεξ και οι συνάδελφοί της δεν θέλουν να δηλώσουν την εξαφάνισή της, καθώς οι έρευνες της αστυνομίας ενδέχεται να πλήξει την δουλειά τους), υπάρχουν και οι περιπτώσεις όπου οι Αρχές φαίνεται να μην επιθυμούν να παρέμβουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η επίθεση που δέχθηκε μια γυναίκα το 1997 από τον Robert Pickton. Η γυναίκα έφερε στο σώμα της σοβαρές μαχαιριές ενώ ήταν ακόμα δεμένη με χειροπέδες. Είπε στους ανακριτές ότι ο Pickton τη μαχαίρωσε και προσπάθησε να τη δέσει με χειροπέδες στο χοιροτροφείο του αλλά η ίδια πάλεψε για τη ζωή της και κατάφερε να ξεφύγει. Ο ίδιος ο Pickton νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο καθώς έφερε μαχαιριές εξαιτίας της μάχης του προηγήθηκε με την γυναίκα, ενώ, αργότερα, οι γιατροί βρήκαν τα κλειδιά για τις χειροπέδες με τις οποίες η εν λόγω γυναίκα ήταν δεμένη. Ο Pickton κατηγορήθηκε για απόπειρα ανθρωποκτονίας, ωστόσο, όταν η αστυνομία και οι εισαγγελείς έμαθαν ότι η γυναίκα ήταν εργάτρια του σεξ με μακρά ιστορία χρήσης ναρκωτικών ουσιών, απέσυραν τις κατηγορίες σε βάρος του υποστηρίζοντας ότι η γυναίκα δεν ήταν αξιόπιστη μάρτυρας. 

Ωστόσο, η αδυναμία εξιχνίασης των τελούμενων κατά εργαζόμενων του σεξ εγκλημάτων, ασφαλώς, δεν συνδέεται πάντα με την αδιαφορία των αρχών. Οι υποστηρικτές της σεξουαλικής εργασίας, η Διεθνής Αμνηστία και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας υποστηρίζουν ότι η βία κατά των εργαζομένων στο σεξ συνδέεται (και) με την ποινικοποίηση της σεξουαλικής εργασίας. Η μετατροπή της εργασίας στο σεξ σε ποινικό αδίκημα ωθεί τους ευάλωτους αυτούς πληθυσμούς στις σκιές, καθώς τους αφαιρούνται, στο όνομα της Πολιτείας, τα νομικά δικαιώματα και η επίσημη, θεσμοθετημένη (για τον λοιπό πληθυσμό) και απαράγραπτη (για τους νόμιμους εργαζομένους) προστασία της ζωής, της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας. Πόσο εύκολο είναι άραγε να καταγγείλει μια εργαζόμενη στο σεξ ένα έγκλημα οποιασδήποτε υφής τελούμενο κατ’ αυτής όταν η ίδια γνωρίζει πως το επάγγελμά της είναι παράνομο; Πόσο δίκαιο θα είναι σε αυτή την περίπτωση το ίδιο το θύμα να συλληφθεί καθώς παρείχε μια παράνομη και επίμεμπτη -βάση νομοθεσίας- εργασία;

V. Αντί επιλόγου

Πολλοί άνθρωποι (δυστυχώς) πιστεύουν ότι οι εργαζόμενες στο σεξ αξίζουν τα εγκλήματα που διαπράττονται σε βάρος τους και δεν έχει σημασία αν μια τέτοια γυναίκα κακοποιηθεί, βιαστεί ή δολοφονηθεί, καθώς θεωρούν ότι αποτελούν μίασμα της κοινωνίας και αδυνατούν να δεχτούν την ύπαρξη στο πρόσωπό τους των ίδιων -απαράγραπτων και απαραβίαστων για τους λοιπούς ανθρώπους -θεμελιωδών δικαιωμάτων. Καταλυτική, λοιπόν, για την εκ βάθρων τροποποίηση της μεσαιωνιστικής αντίληψης της κοινωνίας απέναντι στην εργασία στο σεξ είναι η ανάδειξή της -κυρίως μέσω της συμβολής των ΜΜΕ- ως μορφή εργασίας ενώ παράλληλα χρήζει επιτακτικής ανάγκης η κατανόηση των κινδύνων με τους οποίους έρχονται αντιμέτωπες, ώστε να ξεπεραστεί επιτέλους το στίγμα και να δοθεί φωνή και λόγος στις εργαζόμενες στο σεξ. Τα τελούμενα κατά των εργαζομένων στο σεξ γυναικών εγκλήματα (θα πρέπει να) αφορούν την κοινωνία, (θα πρέπει να) μας αφορούν όλους.

ΠΗΓΕΣ:

1. Serial killers & their easy prey, Jooyoung Lee-Sasha Reid, διαθέσιμο στο: journals.sagepub.com/doi/pdf/10.1177/1536504218776961

2. Why Do Serial Killers Target Prostitutes Overwhelmingly?, διαθέσιμο στο: medium.com/the-anecdote/why-do-serial-killers-target-prostitutes-overwhelmingly-37424c1d6eef

3. 17 Facts About Sexual Violence and Sex Work, διαθέσιμο στο: www.huffpost.com/entry/16-facts-about-sexual-ass_b_8711720

4. Dehumanising sex workers: what’s ‘prostitute’ got to do with it?, διαθέσιμο στο: theconversation.com/dehumanising-sex-workers-whats-prostitute-got-to-do-with-it-16444

5. The representation of prostitution in the media, διαθέσιμο στο: s3.eu-west-3.amazonaws.com/observatoirebdd/2004_Image_prost_dans_medias_SCELLES_ENG.pdf

6. Is Prostitution a Victimless Crime?, διαθέσιμο στο: prostitution.procon.org/questions/is-prostitution-a-victimless-crime/

7. Addressing Violence against Sex Workers, διαθέσιμο στο: www.who.int/hiv/pub/sti/sex_worker_implementation/swit_chpt2.pdf

8. Prostitutes: Victims of Men’s Exploitation and Abuse, διαθέσιμο στο: scholarship.law.umn.edu/cgi/viewcontent.cgi?article=1295&context=lawineq

9. Media handling of prostitution and human trafficking for sexual exploitation. Recommendations. διαθέσιμο στο: www.cac.cat/sites/default/files/migrate/actuacions/recomanacions_prostitucio_en.pdf

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Σε αυτό το σημείο αξίζει να γίνει η παρούσα διευκρίνιση: Οι κατ’ εξακολούθηση ανθρωποκτόνοι σκοτώνουν 3 ή περισσότερα άτομα σε διαφορετικές περιστάσεις μεταξύ των οποίων μεσολαβεί, όπως προαναφέρθηκε, μια περίοδος «ξεκούρασης» του δράστη και των οποίων (ενν. των θυμάτων) οι δολοφονίες δεν συσχετίζονται μεταξύ τους. Για παράδειγμα, αν ένας δολοφόνος σκοτώσει τον μάρτυρα ενός προηγούμενου φόνου του, αυτές οι δυο ανθρωποκτονίες δεν θεωρούνται διακριτές, αλλά, αντίθετα, συνδέονται, καθώς η μία αποτελεί «συνέχεια» ή «αίτιο» της προηγούμενος. «Διακριτές ανθρωποκτονίες» σημαίνει ότι η μία είναι ανεξάρτητη από την άλλη, η μία δεν αποτελεί το αίτιο, τον λόγο διάπραξης της επόμενης. Υπάρχει δηλαδή κάποιο εμφανές στοιχείο αυτονομίας ανάμεσα στην τέλεση της πρώτης με την τέλεση της δεύτερης, στην τέλεση της δεύτερης με την τέλεση της τρίτης κλπ. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι το κίνητρο για κάθε ανθρωποκτονία δεν μπορεί να είναι το ίδιο. Στις περιπτώσεις που μας απασχολούν, τα θύματα των αυτών κατ’ εξακολούθηση ανθρωποκτόνων έχουν ένα κοινό, είναι εργάτριες του σεξ, και το κίνητρο των δολοφόνων, το οποίο τους «ωθεί» στην τέλεση των συγκεκριμένων ανθρωποκτονιών είναι -στις περισσότερες, τουλάχιστον, περιπτώσεις- η «απαλλαγή» του κόσμου από αυτές τις γυναίκες.

[2] Με βάση αυτόν τον ορισμό επέρχεται και η διάκριση των “serial killers” αφενός από τους “mass murderers”, οι οποίοι δολοφονούν πληθώρα ανθρώπων (τέσσερις ή περισσότερους) την αυτή στιγμή και στην ίδια τοποθεσία και αφετέρου από τους “spree killers”, οι οποίοι σκοτώνουν δύο ή περισσότερους ανθρώπους σε διαφορετικές τοποθεσίες χωρίς να μεσολαβεί «περίοδος χαλάρωσης».

[3] Για περισσότερες πληροφορίες: Serial Murder, Multi-Disciplinary Perspectives for Investigators, Behavioral Analysis Unit-2, National Center for the Analysis of Violent Crime, U.S. Department of Justice, Federal Bureau of Investigation.

[4] Τα θύματά του (Mary Ann Nichols, Annie Chapman, Elizabeth Stride, Catherine Eddowes, Mary Jane Kelly) είναι γνωστά και ως “The canonical five”.

[5] Χαρακτηριστική είναι μια υπόθεση η οποία έλαβε χώρα στη Φιλαδέλφεια το 2013, όπου ένας πελάτης δολοφόνησε και διαμέλισε έναν τρανσέξουαλ εργαζόμενο του σεξ επειδή ανακάλυψε ότι γεννήθηκε άντρας.

[6] Τα ακριβή λόγια του Gary Ridgeway ήταν: “[T]hey were easy to pick up without being noticed. I knew they would not be reported missing right away and might never be reported missing. I picked prostitutes because I thought I could kill as many of them as I wanted without getting caught”.

[7] Για περισσότερες πληροφορίες αναφορικά με τον Gary Ridgeway δείτε:

Green River Killer: A Timeline of His Murders, Arrest and Conviction, διαθέσιμο στο: www.biography.com/news/gary-ridgway-green-river-killer-timeline, Green River Killer Gary Ridgway’s statement to the court, διαθέσιμο στο: edition.cnn.com/2003/LAW/11/05/ridgway.statement/index.html

[8] Ο Sutcliffe υποστήριξε το εξής: “ The women I killed were filth-bastard prostitutes who were littering the streets. The women I killed were filth. I was just cleaning up the place a bit”.

[9] Για περισσότερες πληροφορίες αναφορικά με τον Peter Sutcliffe δείτε: Yorkshire Ripper: who were serial killer Peter Sutcliffe’s victims, when did he get caught, and how did he die?, διαθέσιμο στο: www.yorkshirepost.co.uk/news/crime/yorkshire-ripper-who-were-serial-killer-peter-sutcliffes-victims-when-did-he-get-caught-and-how-did-he-die-3035103

[10] O Hanaie υποστήριξε το εξής: “I killed the women for the sake of God, and for the protection of my religion because they were prostitutes and were corrupting other people”.

[11] Για περισσότερες πληροφορίες αναφορικά με τον Saeed Hanaie δείτε: murderpedia.org/male.H/h/hanaei-saeed.htm

[12] Για περισσότερες πληροφορίες δείτε: www.in2life.gr/features/notes/article/278401/ellhnes-serial-killers-oi-istories-poy-sygklonisan.html?singlepage=1

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Εισηγήτρια-Συγγραφέας και Εκπαιδεύτρια στο Πρόγραμμα Συμπληρωματικής εξ Αποστάσεως Εκπαίδευσης (E-Learning) του Κέντρου Επιμόρφωσης και Δια Βίου Μάθησης (Κ.Ε.ΔΙ.ΒΙ.Μ.) του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Επικοινωνίας & ΜΜΕ του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Φιλόλογος (με εξειδίκευση στη μεσαιωνική και νεοελληνική φιλολογία) και Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Το θέμα της διδακτορικής διατριβής της, με Επιβλέποντα τον Καθηγητή Γιάννη Πανούση, αφορά τον ιδιαίτερο γλωσσικό κώδικα επικοινωνίας του έγκλειστου πληθυσμού. Από τον Φεβρουάριο του 2020 ανέλαβε και Επιστημονικά Υπεύθυνη του Crime & Media Lab του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος που αποτελεί Ομάδα Εργασίας για το Έγκλημα και την Απεικόνισή του στα ΜΜΕ. Έχει επάρκεια και άδεια διδασκαλίας τριών ξένων γλωσσών (αγγλικών, γαλλικών, ισπανικών). Εργάζεται στον συναρπαστικό χώρο της εκπαίδευσης, δίνει διαλέξεις και οργανώνει μαθήματα σεμιναριακού τύπου στο αντικείμενο εξειδίκευσής της «Έγκλημα & Media». Επίσης, είναι Επιστημονικά Υπεύθυνη ερευνών εγκληματολογικού, κοινωνικού και μιντιακού ενδιαφέροντος, αρθρογραφεί και συγγράφει. Έχει συγγράψει τα βιβλία: Τρομοκρατία και ΜΜΕ (εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα), Όταν η ψυχή μιλάει (εκδόσεις Υδρόγειος), Φυλακή και Γλώσσα (εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα), Εγχειρίδιο Εγκληματολογίας για τον Αστυνομικό και Δικαστικό Συντάκτη (εκδόσεις Παπαζήση), Σκιαγράφηση του ψυχολογικού προφίλ των εγκληματιών που απασχόλησαν τα ελληνικά ΜΜΕ (1993-2018): Criminal Profiling and Media (εκδόσεις Παπαζήση). Οι «Νέοι Παγιδευμένοι στα Παιχνίδια της Βίας: Εγκλήματα με Δράστες και Θύματα Νέους» είναι το έκτο βιβλίο της και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαζήση.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts