ΦΑΚΕΛΟΣ «ΦΥΛΑΚΕΣ»: αλλαγές στη σύνθεση του ποινικού πληθυσμού & δημιουργία ενός εθνοπολιτισμικά ετερογενούς περιβάλλοντος

της Αγγελικής Καρδαρά.

Το πολύ σοβαρό ζήτημα «έγκλημα & φυλακές» επιχειρήσαμε να διερευνήσουμε με τη δημοσιογράφο Σταυρούλα Πεταλιού στο news (βλ. σχετικό θέμα στις 21-5-2021: Έγκλημα και φυλακές: Οι συζητήσεις για αυστηροποίηση των ποινών, ο σωφρονισμός και η επιστροφή στην κοινωνία – News.gr). Μεταξύ των σημείων που συζητήθηκαν ήταν ο σημαντικός ρόλος της πρόληψης, ως ένα ισχυρό «όπλο» στα χέρια του πολίτη, αλλά και της οργανωμένης Πολιτείας. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην προστασία της νεότητας, καθώς οι ποιοτικές διαφοροποιήσεις στο έγκλημα και το εγκληματικό φαινόμενο αφήνουν δυστυχώς το «αποτύπωμά» τους και στο φαινόμενο της νεανικής παραβατικότητας. Ως προς τους ανήλικους και τους νέους, όμως, όπως και η έρευνα σε διεθνές επίπεδο δείχνει, υπάρχουν περιθώρια παρέμβασης ώστε οι αποκλίνουσες και οι παραβατικές συμπεριφορές να μην εξελιχθούν σε εγκληματικές στην ενήλικη ζωή τους. Ενδεικτικά αναφέρθηκαν η δημιουργία κέντρων νεότητας, η στελέχωση των σχολείων με ψυχολόγους και συμβούλους στους οποίους θα μπορούν να απευθύνονται τα παιδιά που χρειάζονται καθοδήγηση, η ενίσχυση της κοινωνικής μέριμνας για τους ανήλικους/τις ανήλικες που δεν έχουν ένα υποστηρικτικό οικογενειακό περιβάλλον, εγκαταλείπουν πρώιμα τις σχολικές σπουδές, ξεκινούν τη χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών και βρίσκονται στους δρόμους της παρανομίας.

Ο τρόπος λειτουργίας των φυλακών στη σύγχρονη εποχή μας απασχόλησε επίσης, με ιδιαίτερη αναφορά στο πολύ σοβαρό ζήτημα των υποτροπών αλλά και της εκτεταμένης «ιδρυματοποίησης». Παράλληλα αναφερθήκαμε στη θεωρία της «αποχής από το έγκλημα», στο πώς δηλαδή, μετά την έκτιση της ποινής, το άτομο δεν θα διαπράξει την ίδια ή ακόμα πιο ειδεχθή πράξη από αυτή για την οποία βρέθηκε στη φυλακή. Η  συγκεκριμένη θεωρία εξηγεί τη διαδικασία κατά την οποία οι κρατούμενοι, μετά την έκτιση της ποινής τους επιστρέφουν στην κοινωνία «καθαροί», δηλαδή απέχουν από την παραβατική δραστηριότητα. Ασφαλώς, συγκεκριμένοι παράγοντες διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο, σύμφωνα με την εν λόγω θεωρία. Δύο από τους κύριους παράγοντες είναι η ηλικία και η σταθερότητα στη ζωή. Σύμφωνα με έρευνες, ειδικά οι νέοι σε ηλικία παραβάτες μεγαλώνοντας δύναται να απέχουν από την εγκληματική δράση, με την κατάλληλη ασφαλώς και έγκαιρη παρέμβαση. Η σταθερή ζωή και κυρίως η σταθερή εργασία βοηθάνε σε μεγάλο βαθμό τον παραβάτη να εστιάσει την προσοχή του σε πιο δημιουργικές διεξόδους και να μείνει μακριά από την εγκληματική δράση. Ταυτόχρονα του δίνουν τη δυνατότητα να διευρύνει τους φιλικούς του κύκλους και κατ’ επέκταση να αναπτύξει μία διαφορετική κοινωνική ζωή. Ως προς το «μετά» της φυλακής, η «σταθερότητα»  θεωρείται λέξη-κλειδί. Δηλαδή να έχουν οι ίδιοι ή τα μέλη της οικογένειάς τους σταθερή εργασία, ένα σταθερό υποστηρικτικό περιβάλλον, αλλά και όπου κρίνεται αναγκαίο ίσως θα έπρεπε να συζητηθεί το ζήτημα επιτήρησης των υποτρόπων. Το πώς μπορεί να επιτευχθεί στην πράξη αυτό, χωρίς να προσκρούει σε άλλα καίρια νομικά ζητήματα, οι νομικοί είναι οι πλέον αρμόδιοι να το εξετάσουν και να δώσουν απαντήσεις. Τέλος, διερευνήσαμε τη λειτουργία και τους επιμέρους σκοπούς που, διαχρονικά, επιτελεί η ποινή.

Επανερχόμενοι στο μεγάλο θέμα των φυλακών είναι θεωρώ σκόπιμο να αναφερθούν τα εξής: από τη μία πλευρά, εδώ και αρκετά χρόνια, έχει καταγραφεί μία σημαντική αλλαγή στην ανθρωπογεωγραφία των φυλακών, με διαφοροποίηση στη σύνθεση του ποινικού πληθυσμού και με τη διαμόρφωση, από την άλλη, ενός εθνοπολιτισμικά ετερογενούς περιβάλλοντος. Από τα πιο πρόσφατα καταγεγραμμένα στοιχεία για την κατανομή εθνικοτήτων και εθνοπολιτισμικών κατηγοριών στις πτέρυγες του Καταστήματος Κράτησης Κορυδαλλού εξάγονται σημαντικές διαπιστώσεις για τις ομάδες μέσα στη φυλακή, τον τρόπο με τον οποίο δρουν αλλά και τις πολύ σοβαρές δυσκολίες επικοινωνίας που δύναται να οδηγήσουν σε εντάσεις, καθώς και συγκρούσεις ευρύτερης κλίμακας.

Στατιστικά στοιχεία Ουίλιαμ Αλοσκόφης, με τη συνεργασία της Γεωργίας Κωνσταντινίδου

2017 Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλό

Πρόλογος: «Στην τελευταία Έκθεσή της για την Ελλάδα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων και της Απάνθρωπης ή Ταπεινωτικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας επισημαίνει τη μεγάλη συχνότητα περιστατικών άσκησης βίας και εκφοβισμού μεταξύ κρατουμένων στα ελληνικά καταστήματα κράτησης (CPT 2016). Το φαινόμενο αυτό αποδίδεται πρωταρχικά στην παραχώρηση του ελέγχου των πτερύγων από το ολιγάριθμο προσωπικό φύλαξης σε ομάδες εγκλείστων οι οποίες συγκροτούνται συνήθως σε εθνική βάση. Ειδικότερα, η CPT παρομοιάζει την κατάσταση στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού σαν ένα «καζάνι που σιγοβράζει», με κατά καιρούς βίαιες εκρήξεις οι οποίες απειλούν την προσωπική ασφάλεια εγκλείστων και υπαλλήλων. Ως παραδείγματα βίαιων ομαδικών αντιπαραθέσεων η CPT αναφέρει: (α) τη σύρραξη μεταξύ Αλβανών και Πακιστανών στη Γ΄ πτέρυγα στις 3 Μαΐου 2015, με δύο νεκρούς και 21 τραυματίες οι οποίοι χρειάστηκαν νοσηλεία σε νοσοκομείο, (β) τη συμπλοκή Πακιστανών και Τούρκων που διέμεναν στον ίδιο θάλαμο της Ε΄ πτέρυγας στις 29 Δεκεμβρίου 2014, όταν πέντε κρατούμενοι χρειάστηκαν νοσηλεία, και (γ) τη σύρραξη μεταξύ Κούρδων και Αλβανών στη Δ΄ πτέρυγα στις 15 Σεπτεμβρίου 2013, όταν 21 κρατούμενοι χρειάστηκε να μεταφερθούν στο Νοσοκομείο Κρατουμένων Κορυδαλλού και άλλοι 10 διακομίστηκαν σε εξωτερικά νοσοκομεία με βαρύτατους τραυματισμούς (CPT 2016). Αιματηρές ομαδικές συμπλοκές έχουν σημειωθεί στο Κ. Κ. Κορυδαλλού και μεταξύ Αλβανών και Αράβων στη Γ΄ πτέρυγα (20 Ιουνίου 2013), μεταξύ Αφγανών και Αλγερινών στη Β΄ πτέρυγα (30 Ιουλίου 2013), όπως και μεταξύ Αφγανών και Κούρδων (6 Αυγούστου 2014) κ.ά. Στις ομαδικές αυτές 3 συγκρούσεις χρησιμοποιούνται αυτοσχέδια σπαθιά, μαχαίρια, σουβλιά και σιδερένιες ράβδοι, μέσα σε ένα πολεμικό κλίμα αδιαφορίας για την αξία της ανθρώπινης ζωής. Αφορμές για αντιπαραθέσεις δίνουν κατά καιρούς προσωπικές παρεξηγήσεις μεταξύ εγκλείστων διαφορετικής εθνικότητας, λ.χ. για τη σειρά κατά τη διανομή του πρωινού, τη χρήση των κοινόχρηστων τηλεφώνων ή για την ανάρτηση ενός εθνικού συμβόλου. Στο εθνοπολιτισμικά ετερογενές περιβάλλον των σύγχρονων ελληνικών φυλακών, συνηθισμένες διαπροσωπικές εντάσεις μπορούν εύκολα να κλιμακωθούν σε βίαιες συγκρούσεις ολόκληρων ομάδων ομοεθνών. Εκείνο όμως το οποίο πιθανόν διακυβεύεται, πίσω από τις αναφερόμενες «παρεξηγήσεις», είναι ο έλεγχος των κερδών από την παράνομη οικονομία της φυλακής (διακίνηση ναρκωτικών και άλλων απαγορευμένων ειδών, εκβιασμοί ευκατάστατων συγκρατουμένων, οργάνωση τυχερών παιχνιδιών, κλπ.). Η διερεύνηση των βαθύτερων αιτίων που προκαλούν αυτήν την «εκρηκτική» κατάσταση προκειμένου να διαμορφωθεί μια αποτελεσματική στρατηγική για την αντιμετώπισή της είναι επομένως ζήτημα προτεραιότητας. Η λεπτομερειακή χαρτογράφηση της κατανομής των εθνικοτήτων στις πτέρυγες και τα κελιά του Κ. Κ. Κορυδαλλού – η οποία επιχειρείται για πρώτη φορά σε αυτή την ερευνητική αναφορά – σκοπό έχει να συμβάλει, απλά ως πρώτο βήμα, σε αυτή την κατεύθυνση».

Ομάδες μέσα στις φυλακές

Ως προς τη δυναμική των ομαδοποιήσεων των κρατουμένων, στην παρούσα ερευνητική αναφορά του Ο. Αλοσκόφη, επισημαίνονται τα εξής:

«Η φυλακή είναι μια υβριδική κοινωνική οργάνωση: εν μέρει τυπική γραφειοκρατία, στο εσωτερικό της οποίας ένα ολιγάριθμο προσωπικό προσπαθεί να ελέγξει τη συμπεριφορά πολυάριθμων εγκλείστων, εν μέρει κοινότητα διαμονής που διέπεται από άτυπες σχέσεις και κανόνες (Goffman, 1994, σελ.30-31). Στο κοινωνικό αυτό πεδίο, οι ομαδοποιήσεις των εγκλείστων είναι ένα «καθολικό κοινωνικό φαινόμενο». Οι διάφορες κλίκες, ομάδες ή κοινότητες είναι οι βασικές μονάδες της κοινωνικής ζωής στις φυλακές (Crewe, 2012, σ.350). Εάν το προσωπικό αγνοήσει αυτές τις ομαδοποιήσεις, θα θέσει σε κίνδυνο την ευταξία και την ασφάλεια των προσώπων στο κατάστημα κράτησης. Ομάδες αλληλοϋποστήριξης συγκροτούνται στις φυλακές ανάλογα με την ιδιάζουσα σημασία που αποδίδουν οι κρατούμενοι σε επιλεγμένα στοιχεία της «ταυτότητας» τους τα οποία θεωρούν ότι γεφυρώνουν κάθε άλλη διαφορά μεταξύ τους. Έτσι, το πρωταρχικό κριτήριο για να δεχτεί μια ομάδα κάποιον ως μέλος της μπορεί να είναι κατά περίπτωση:

  • φυλετικό, όπως οι Roma ή οι Μαύροι σε ευρωπαϊκές και αμερικανικές φυλακές, οι Ασιάτες στις Βρετανικές (Crewe, 2012, σ.359 κ.έ.)
  • εθνικό, π.χ. καταγωγή από τη Γεωργία, την Αλβανία ή εθνοτικό, π.χ. Κούρδοι ανεξαρτήτως υπηκοότητας
  • θρησκευτικό, το οποίο υπερβαίνει τη φυλετική, εθνική ή άλλη ταυτότητα των ομόδοξων, όπως συμβαίνει με τους Μουσουλμάνους σήμερα στις βρετανικές φυλακές (Phillips, 2012)
  • γλωσσικό ή πολιτισμικό, π.χ. Ρωσόφωνοι από χώρες της πρώην ΕΣΣΔ
  • τοπικιστικό, λ.χ. κοινή καταγωγή από τον Βορρά ή τον Νότο της Αλβανίας, καταγωγή από μια αγροτική κοινότητα π.χ. τα Ζωνιανά
  • πολιτικό, π.χ. αντιεξουσιαστική ή εθνικιστική ιδεολογία
  • παραβατικής υποκουλτούρας, π.χ. ανάλογα με το είδος και τον επαγγελματισμό της εγκληματικής δραστηριότητας
  • διάρκειας ποινής, συνήθως από ισοβίτες και άλλους βαρυποινίτες «που έχουν να βγάλουν χρόνια»
  • ταξικό, λ.χ. από μεγαλο-επιχειρηματίες και επαγγελματίες πολιτικούς
  •  ιδρυματικής συμπεριφοράς, όπως κοινή εργασία σε συνεργείο, συμμετοχή στο ίδιο θεραπευτικό ή εκπαιδευτικό πρόγραμμα
  • χρήσης ναρκωτικών ουσιών, με προτιμήσεις στην κάνναβη ή την ηρωίνη, με χρόνια ή περιστασιακή χρήση.

Οι ομαδοποιήσεις αυτές μπορεί να είναι πρωτογενείς ή δευτερογενείς. Οι πρωτογενείς ομάδες είναι σχετικά ολιγοπρόσωπες, χαρακτηρίζονται από πυκνή, πρόσωπο με πρόσωπο επικοινωνία και συνεργασία και επηρεάζουν βαθιά την προσωπικότητα του εγκλείστου. Αλλά και συναναστροφές συμμετεχόντων σε δευτερογενείς ομάδες (λ.χ. όσων γυμνάζονται συστηματικά) δεν είναι ασυνήθιστες (Crewe, 2012, σ.351). Κάποιες ομάδες είναι διαρκείς, άλλες πρόσκαιρες. Έγκλειστοι οι οποίοι σε μια εθνικά ομοιογενή πτέρυγα συμμετείχαν σε αντίπαλες κλίκες, λ.χ. εξαιτίας διαφορετικής τοπικής καταγωγής, εάν μετακινηθούν σε εθνικά ή θρησκευτικά ετερογενή πτέρυγα μπορεί να αλληλοϋποστηρίζονται στη βάση της κοινής εθνικής ή θρησκευτικής τους ταυτότητας (Crewe, 2005, Jacobs, 1977). Συνήθως οι ομάδες εγκλείστων επιδιώκουν να αποκτήσουν μια «εδαφική» διάσταση. Προτιμούν δηλαδή να συγκεντρώνονται σε έναν όροφο ή πτέρυγα για να εξασφαλίσουν τη μέγιστη δυνατή εγγύτητα των μελών τους στον χώρο (π.χ. Γεωργιανοί). Άλλες, παραμένουν σχετικά συνεκτικές, παρά τη διασπορά τους σε διαφορετικές πτέρυγες. Η συμμετοχή ενός εγκλείστου στις ομάδες αυτές είναι κατά κανόνα εκούσια. Ωστόσο, ορισμένες κοινωνικές κατηγορίες, λ.χ. οι Roma, οι Μαύροι, ακόμη και οι Έλληνες στις ελληνικές φυλακές, μπορεί να αντιμετωπίζονται ως μέλη μιας εκ των πραγμάτων υφιστάμενης ομάδας, έστω και αν δεν διαθέτει η ομάδα αυτή συγκροτημένη οργάνωση. Η ένταξη στην «ανοικτή» αυτή ομάδα θεωρείται δηλαδή ότι γίνεται αυτόματα λόγω φυλετικών ή εθνικών γνωρισμάτων, χωρίς κάποια ειδική διαδικασία εισδοχής.

Παρότι οι ομάδες αυτές είναι πλήρως ή μερικώς ασυμβίβαστες μεταξύ τους, δεν αποκλείεται η ταυτόχρονη συμμετοχή κάποιου σε περισσότερες από μια ομάδες διαφορετικού τύπου. Ως αποκλειστικές ομάδες λειτουργούν μόνο οι «κοινότητες» εγκλείστων (λ.χ. των Γεωργιανών ή των θεραπευομένων σε πρόγραμμα απεξάρτησης). Οι κοινότητες αυτές είναι σε θέση να ασκήσουν τον μεγαλύτερο βαθμό ελέγχου στα μέλη τους. Ακόμη και σε εθνοπολιτισμικά ομοιογενείς φυλακές οι έγκλειστοι έχει παρατηρηθεί ότι σχηματίζουν ξεχωριστές κλίκες. Οι κλίκες αυτές, όπως έχει εξηγήσει ο Erving Goffman (2006, σ.138), προστατεύουν τα μέλη τους από άλλους εγκλείστους που βρίσκονται στην ίδια κοινωνική βαθμίδα δίνοντας βαρύνουσα σημασία ακριβώς στο γεγονός ότι δεν επιτρέπεται σε όλα τα άτομα της ίδιας βαθμίδας να εισχωρήσουν στην κλίκα. Επομένως, δεν είναι καθαυτές οι φυλετικές, εθνικές, πολιτισμικές, τοπικιστικές, ή ιδεολογικές διαφορές που προκαλούν την κοινωνική περιχαράκωση των εγκλείστων, αλλά περισσότερο η βούληση για διαφοροποίηση η οποία επικαλείται αναγνωρίσιμα γνωρίσματα για να δικαιολογήσει τη συγκρότηση μιας ομάδας αλληλοϋποστήριξης. Η βάση στην οποία συγκροτείται τελικώς η ομάδα φαίνεται να έχει δευτερεύουσα σημασία σε σχέση με την ανάγκη του εγκλείστου να ενώσει δυνάμεις με άλλους για να αναζητήσει ασφάλεια και να ανταπεξέλθει στα δεινά του εγκλεισμού (Αλοσκόφης, 2010, σ.54-55).

Από τη στιγμή που περιζήτητα αγαθά και υπηρεσίες δεν διατίθενται σε επάρκεια από την «υπηρεσία» ώστε να καλύπτονται οι ανάγκες όλων (τρόφιμα, ρούχα, τηλεκάρτες κ.ά.) ή απαγορεύονται από τον κανονισμό (ναρκωτικά, αλκοόλ, κινητά, όπλα, σύνεργα αποδράσεων, κ.ά.) αναπτύσσεται μια παράνομη οικονομία. Στο πλαίσιό της, οι κρατούμενοι διαμορφώνουν άνισα συστήματα διανομής των διαθέσιμων πόρων. Μια ομάδα επιβάλλεται στις άλλες και εξασφαλίζει τη μερίδα του λέοντος εκμεταλλευόμενη τη συλλογική της οργάνωση, την υποστήριξη του προσωπικού ή παράνομων δικτύων εκτός φυλακής. Π.χ. στις φυλακές της «σοσιαλιστικής» Πολωνίας, βλ. Moczydlowski, 1987.

Οι ομαδικοί δεσμοί είναι γενικά ισχυρότεροι όταν το καθεστώς κράτησης αδυνατεί να καλύψει τις στοιχειώδεις ανάγκες των εγκλείστων και να προσφέρει προσωπική ασφάλεια και πληροφόρηση, καθώς και όταν οι προοπτικές ομαλής επανένταξης μετά την αποφυλάκιση διαφαίνονται ζοφερές. Στις περιπτώσεις αυτές, οι έγκλειστοι στρέφονται αναγκαστικά ο ένας στον άλλο αναζητώντας υλική και ηθική συμπαράσταση. Το ίδιο συμβαίνει σε αυστηρά καθεστώτα κράτησης στα οποία η εξασφάλιση απαγορευμένων ειδών είναι αδύνατη χωρίς ομαδική συνεργασία για τη λαθραία εισαγωγή τους, τον εκφοβισμό συγκρατουμένων ή συγγενών, την εξαγορά υπαλλήλων κ.ά. (Αλοσκόφης, 2010, σελ.33-37).

Η συγκρότηση διακριτών ομάδων εξυπηρετεί πολλαπλούς σκοπούς και καλύπτει ποικίλες ψυχικές και κοινωνικές ανάγκες των εγκλείστων:

  • μετριάζει το αίσθημα του κοινωνικά απόβλητου, του απαξιωμένου και του αναξιοπρεπούς
  • προσφέρει μια αίσθηση ασφάλειας, συντροφικότητας και αλληλοβοήθειας σε ένα αφιλόξενο και χαοτικό κοινωνικό περιβάλλον
  • δίνει μια προοπτική κοινωνικής ανόδου στην άτυπη ιεραρχία κύρους της ομάδας
  • λειτουργεί ως ένας «σκληρός» μηχανισμός αναδιανομής αγαθών υπέρ των απόρων, σε βάρος βέβαια όσων αδυνατούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους αποτελεσματικά
  •  αυξάνει τη διαπραγματευτική ισχύ της ομάδας απέναντι στο προσωπικό και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως συλλογική άμυνα διαφόρων ομάδων αλλοδαπών απέναντι στις πρακτικές «ιδρυματικού ρατσισμού»
  • εμφανίζεται ως ένας αποτελεσματικός μηχανισμός διευθέτησης προσωπικών διαφορών
  • αναπληρώνει τους οικογενειακούς ρόλους (της «κόρης», «θείας», «γιαγιάς», «συζύγου») στις γυναικείες φυλακές στις οποίες οι έγκλειστες σχηματίζουν συχνά «ψευδο-οικογένειες».

Η ένταξη πάντως του νεοεισερχόμενου σε μια κλειστή ομάδα δεν συνεπάγεται μόνο οφέλη: του εξασφαλίζει μεν κάποια υλική και πρακτική υποστήριξη, αλλά τον εκθέτει ταυτόχρονα σε επικίνδυνες ενέργειες (λ.χ. υποχρεωτική συμμετοχή στη διακίνηση απαγορευμένων ειδών και σε βίαιες αντιπαραθέσεις με άλλες ομάδες) οι οποίες, εκτός των άλλων, συνεπάγονται πειθαρχικές κυρώσεις. Επιπλέον, τον υποχρεώνει να υποταχθεί στη δεσποτική εξουσία των αρχηγών της ομάδας. Εάν πάλι ακολουθήσει μια καθαρά ατομιστική στρατηγική, κινδυνεύει να μείνει απροστάτευτος απέναντι στις αρπακτικές διαθέσεις και την επιθετικότητα των συγκρατουμένων του».

Ως προς τις εθνοπολιτισμικές ομαδοποιήσεις στις σύγχρονες φυλακές, υπογραμμίζονται στην εν λόγω ερευνητική αναφορά του Ο. Αλοσκόφη τα εξής:

«Οι κρατούμενοι έχουν επομένως γενικά την τάση να ομαδοποιούνται με ποικίλα κριτήρια στην προσπάθεια να προστατέψουν την προσωπική τους ασφάλεια και να αντιμετωπίσουν άλλα «δεινά του εγκλεισμού». Ανάμεσα σε αυτά τα κριτήρια όμως εκείνο που φαίνεται να υπερισχύει όλων των άλλων στις σύγχρονες ευρωπαϊκές φυλακές είναι η εθνοπολιτισμική καταγωγή. Το χαρακτηριστικό αυτό φαίνεται ότι «υπερκαθορίζει» κάθε άλλο στοιχείο της προσωπικής ταυτότητας των εγκλείστων (Wacquant, 2001, σ.96-97) . Πρόκειται για ένα φαινόμενο το οποίο είχε παρατηρηθεί στις αμερικανικές φυλακές ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1960’, ιδιαίτερα για τους Μαύρους και τους Μεξικανούς εγκλείστους (Irwin, 1970, σ.81-82). Όπως έχει σχολιάσει εγκαίρως ο J. B. Jacobs (1979), οι φυλακές είναι ίσως ο μοναδικός θεσμός της αμερικανικής κοινωνίας ο οποίος ελέγχεται πραγματικά από τις μειονότητες. Παρόμοιες ανατροπές στον συσχετισμό δυνάμεων στο εσωτερικό των ελληνικών φυλακών έφερε η μαζική είσοδος αλλοδαπών από τις αρχές της δεκαετίας του 1990’ (Spinellis, Angelopoulou & Koulouris 1996, Αλοσκόφης, Π.χ. μόνο το 1/5 περίπου των εγκλείστων δεν εντάσσονταν σε κλίκες στη βρετανική φυλακή που μελέτησε ο Ben Crewe (2012, σ.350). Ο Ben Crewe (2012, σ.365) πάντως δεν διαπίστωσε στη βρετανική φυλακή που μελέτησε απόλυτες φυλετικές και εθνικές περιχαρακώσεις σαν και αυτές των αμερικανικών φυλακών. 112009).

Τα τελευταία μάλιστα έτη, η υπερεκπροσώπηση των αλλοδαπών είναι ακραία, ακόμη και για τα σύγχρονα ευρωπαϊκά δεδομένα, καθώς κυμαίνεται κοντά στο 70%. Για παράδειγμα, στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού περίπου 60-70 εθνικότητες συμβιώνουν στους ίδιους χώρους κράτησης. Αυτός ο ακραίος εθνοπολιτισμικός πλουραλισμός έχει καταστήσει το κοινωνικό περιβάλλον των ελληνικών φυλακών περισσότερο χαοτικό, αβέβαιο και ανοίκειο από ποτέ.

Στις σύγχρονες «πολυπολιτισμικές» φυλακές είναι αναμενόμενο οι νεοεισερχόμενοι να αναζητούν πληροφόρηση και συμπαράσταση πρωταρχικά από τους ομοεθνείς τους. Tα κοινά πολιτισμικά βιώματα, η κοινή θρησκευτική πίστη και φυσικά η κοινή γλώσσα διευκολύνουν τις συναναστροφές σε οποιοδήποτε κοινωνικό πλαίσιο. Στις φυλακές όμως, η ανάγκη να ενταχθεί κάποιος γρήγορα σε μια ομάδα αλληλοϋποστήριξης είναι τόσο πιεστική ώστε να είναι υποχρεωμένος να αναζητήσει «γρήγορους και ευχερείς τρόπους επιλογής διαπροσωπικών σχέσεων» (Γερούκη, 2002, σ.35)».

Η πολυπολιτισμικότητα μέσα στις φυλακές: «Σύμφωνα με το πληροφοριακό σύστημα του Καταστήματος Κράτησης Κορυδαλλού, από τους 1478 άνδρες παρόντες στις 31 Μαρτίου 2016, οι 1476 δήλωσαν κατά την εισαγωγή τους ότι έχουν 64 διαφορετικές υπηκοότητες, ενώ δύο δεν δήλωσαν υπηκοότητα. Από τις υπηκοότητες που δηλώθηκαν μόνον 11 χώρες είχαν ποσοστό συμμετοχής 2% και άνω, γεγονός που μαρτυρά την ακραία εθνική ετερογένεια του πληθυσμού των εγκλείστων. Οι χώρες αυτές ήταν, κατά φθίνουσα σειρά: Ελλάδα 38,6% (571 άτομα) Αλβανία 15,7% (232 άτομα) Συρία 5,5% (82 άτομα) Πακιστάν 5,0% (74 άτομα) Τουρκία 4,9% (73 άτομα) Γεωργία 3,5% (52 άτομα) Βουλγαρία 3,3% (49 άτομα) Ρουμανία 2,4% (35 άτομα) Αφγανιστάν 2,1% (31 άτομα) Αλγερία 2,0% (29 άτομα) Ουκρανία 2,0% (29 άτομα)».

Εθνοπολιτισμική κατηγορία και ποινική κατάσταση: «Το 57,8% των εγκλείστων ανδρών στο Κ. Κ. Κορυδαλλού ήταν στις 31-3-2016 υπόδικοι, το 41,9% ήταν κατάδικοι και μόνο το 0,3% ήταν χρεοφειλέτες. Από την ανάλυση των ευρημάτων κατά πτέρυγα προκύπτει ότι η ποινική κατάσταση των εγκλείστων δεν διαφέρει ριζικά μεταξύ των πτερύγων, αφού είναι προφανές ότι δεν χρησιμοποιείται ως κριτήριο τοποθέτησης των νεοεισερχομένων στις πτέρυγες. Ωστόσο, οι υπόδικοι είναι συγκριτικά περισσότεροι στις πτέρυγες Γ΄ (63,5%), Β΄ (61,4%) και Δ΄ (55,2%). Αντίθετα, περισσότερους καταδίκους συγκεντρώνουν οι πτέρυγες ΣΤ΄ & Ζ΄ (51,4%) και Α΄ (50,9%), οι ίδιες δηλαδή που έχουν και τα υψηλότερα ποσοστά Ελλήνων υπηκόων. Μεγαλύτερο ποσοστό καταδίκων έχουν οι Έλληνες & Κύπριοι (47,4%) και μικρότερο όσοι έχουν υπηκοότητα χώρας της πρώην ΕΣΣΔ (22,8%)».

Εθνοπολιτισμική κατηγορία και αξιόποινη πράξη: «Το 37,1% των εγκλείστων ανδρών κρατείται με κύρια αξιόποινη πράξη (για την οποία καταδικάστηκαν ή για την οποία κατηγορούνται) ένα βίαιο έγκλημα ή συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση. Παραβάσεις του Νόμου περί Ναρκωτικών είναι κύριες αξιόποινες πράξεις για το 22,9% των εγκλείστων. Ραγδαία αύξηση παρουσίασαν το τελευταίο έτος οι αξιόποινες πράξεις που σχετίζονται με την παράνομη μεταφορά μεταναστών και τα συναφή με αυτή εγκλήματα (αρπαγή, κ.ά.) οι οποίες ήταν η κύρια αξιόποινη πράξη του 19,8% των εγκλείστων. Οι κλοπές είναι κύρια αξιόποινη πράξη για το 13,5% των εγκλείστων, τα οικονομικά εγκλήματα για το 4,7% και τα εγκλήματα κατά των ηθών για το 1,1%.

Το 57,5% των εγκλείστων στις πτέρυγες ΣΤ΄ και Ζ΄ και στα παραρτήματά τους στο Γυναικείο Τμήμα του Κ. Κ. Κορυδαλλού, το 46,8% όσων διέμεναν στην Α΄ Πτέρυγα και το 42,5% των εγκλείστων στη Δ΄ Πτέρυγα είχαν ως κύρια αξιόποινη πράξη ένα βίαιο έγκλημα ή συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση. Έγκλειστοι για παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών κρατούνται σε όλες τις πτέρυγες σε ποσοστό που κυμαίνεται από 22,6% (Γ΄ και Δ΄) μέχρι 26,7% (Β΄) του συνόλου των κρατουμένων στην πτέρυγα.

Εξαίρεση αποτελούν μόνο οι πτέρυγες ΣΤ΄ και Ζ΄ στις οποίες μόνο το 6,8% κρατείται για παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών. Εγκλήματα συναφή με την παράνομη μεταφορά μεταναστών ήταν συνηθέστερα στην Ε΄ πτέρυγα (37,5%) στην οποία κρατούνταν πολλοί Τούρκοι υπήκοοι, αλλά και στη Β΄ (21,9%), τη Δ΄ (19,4%) και τη Γ΄ (15,1%). Για κλοπές κρατείτο, σε υψηλότερο ποσοστό, οι έγκλειστοι στη Γ΄ πτέρυγα (18,2%), και τη Β΄ (17,6%). Για οικονομικά εγκλήματα κρατείτο το 19,2% των κρατουμένων στις πτέρυγες ΣΤ΄ & Ζ΄ (με τα παραρτήματά τους) και το 12,5% των εγκλείστων στην Α΄. Τα εγκλήματα κατά των ηθών αναφέρονται σε μικρά ποσοστά μόνο στις πτέρυγες Γ΄ (2,5%) και Δ΄ (1,2%) οι οποίες διαθέτουν ειδικούς χώρους στους οποίους κρατούνται οι κατηγορούμενοι γι’ αυτά, για λόγους προστασίας της προσωπικής τους ασφάλειας. Για βίαια εγκλήματα ή συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση κρατούντο το 48,5% των υπηκόων Ελλάδας & Κύπρου, το 39,7% των υπηκόων Βαλκανικών χωρών (εκτός Τουρκίας), το 35,3% των υπηκόων χωρών της Κεντρικής & Ανατολικής Ασίας (εκτός της πρώην ΕΣΣΔ), το 32,5% των υπηκόων χωρών της πρώην ΕΣΣΔ και της Ανατολικής Ευρώπης και το 22,0% των υπηκόων χωρών της Κεντρικής & Νότιας Αφρικής. Σε αντίθεση δηλαδή, με μια ευρέως αντίληψη, οι Έλληνες κρατούμενοι εμπλέκονται στη βίαιη και οργανωμένη εγκληματικότητα σε υψηλότερο ποσοστό από τις άλλες εθνοπολιτισμικές κατηγορίες εγκλείστων στο Κ. Κ. Κορυδαλλού.

Η ποσοστιαία συμμετοχή των εθνοπολιτισμικών κατηγοριών εγκλείστων στις παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών είναι διαφορετική. Συγκεκριμένα, για παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών κρατείτο το 65,9% των υπηκόων χωρών της Κεντρικής & Νότιας Αφρικής, το 36,5% των υπηκόων χωρών της Κεντρικής & Ανατολικής Ασίας, το 29,2% των υπηκόων Βαλκανικών χωρών (εκτός Τουρκίας), το 20,0% των Ελλήνων & Κυπρίων και το 13,3% των υπηκόων χωρών της Μέσης Ανατολής. Για παράνομη μεταφορά μεταναστών και συναφή εγκλήματα κρατείτο το 62,2% των υπηκόων χωρών της Μέσης Ανατολής, το 29,8% των υπηκόων χωρών της πρώην ΕΣΣΔ & Ανατολικής Ευρώπης και το 19,9% των υπηκόων χωρών της Κεντρικής & Ανατολικής Ασίας (εκτός πρώην ΕΣΣΔ). Για κλοπές κρατείτο το 24,6% των υπηκόων χωρών της πρώην ΕΣΣΔ & Ανατολικής Ευρώπης, το 18,0% των υπηκόων Ελλάδας & Κύπρου και το 12,0% των υπηκόων Βαλκανικών χωρών. Για οικονομικά εγκλήματα κρατείτο το 7,9% των υπηκόων Ελλάδας & Κύπρου, το 4,5% των υπηκόων χωρών Κεντρικής & Ανατολικής Ασίας και το 4,4% των υπηκόων χωρών της πρώην ΕΣΣΔ & της Ανατολικής Ευρώπης. Τέλος, για εγκλήματα κατά των ηθών κρατείτο το 2,2% των υπηκόων Βαλκανικών χωρών και το 1,4% των Ελλήνων υπηκόων».

Σύντομος σχολιασμός: Η εθνοπολιτισμική ετερογένεια παραμένει κύριο χαρακτηριστικό στις Δικαστικές Φυλακές Κορυδαλλού, στοιχείο που όπως διαπιστώθηκε στην προαναφερθείσα ερευνητική αναφορά δημιουργεί ένα χαοτικό και αβέβαιο περιβάλλον τόσο για τους εργαζόμενους όσο και για τους ίδιους τους κρατούμενους. Η απαξίωση της ανθρώπινης ζωής και η χρήση υπέρμετρης βίας κατά τη διάπραξη εγκληματικών ενεργειών είναι, επίσης, στοιχεία που προβληματίζουν, ενώ οι ισχυροί κλυδωνισμοί στον κοινωνικό αλλά και στον οικογενειακό ιστό ασκούν τις δικές τους, αρνητικές επιδράσεις, καθιστώντας αναγκαίο να δοθούν λύσεις.

Συνοψίζοντας, συμπεραίνουμε ότι πολλά και κρίσιμης σημασίας ζητήματα ανακύπτουν στον χώρο των φυλακών, τα οποία με άμεσο ή έμμεσο τρόπο επιδρούν στην ευρύτερη κοινωνία. Η επικρατούσα κατάσταση πρέπει να μελετηθεί σε βάθος και να προσεγγιστεί με έναν ολιστικό τρόπο και βέβαια, όπως τονίσαμε εξαρχής, να ενισχυθεί η πρόληψη.  Ειδικότερα είναι σημαντικό να δοθεί μεγάλη βαρύτητα στην κοινωνική μέριμνα και πρόνοια, στο σύστημα ψυχικής υγείας, στην παιδεία, στην ολοκληρωμένη ενημέρωση των πολιτών κ.λπ., προκειμένου να αντιμετωπιστούν σοβαρά κοινωνικά ζητήματα που απασχολούν τις σύγχρονες κοινωνίες και προβληματίζουν εντόνως την επιστημονική κοινότητα.  Αναμφίβολα, τα υπό διερεύνηση θέματα είναι πολυσύνθετα και πολυδιάστατα, αλλά μας αφορούν όλες και όλους και γι’ αυτό είναι απαραίτητες η ενημέρωση, η αφύπνιση και ευαισθητοποίηση των μελών της κοινωνίας.

Σημείωση: Θερμές ευχαριστίες στον Διδάκτορα Κοινωνιολογίας, Ουίλιαμ Αλοσκόφη για την πολύτιμη επιστημονική συμβολή.

Φωτογραφία ανάρτησης: Tyler Merbler@flickr.

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Παν/μίου Αθηνών – Φιλόλογος. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός και είναι Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Παράλληλα, οργανώνει σεμιναριακά μαθήματα και δίνει διαλέξεις στο αντικείμενο της εξειδίκευσής της «Έγκλημα και Media». Συνεργάστηκε με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει τη συγγραφή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων: «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» & «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ», με Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας κ.Γιάννη Πανούση. Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αντικείμενο «Εγκληματολογία & ΜΜΕ». Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα, την αρθρογραφία και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts