Φυλακή & Γλώσσα: Η κανονιστική διάσταση ερμηνείας στη γλώσσα των εγκλείστων

της Αγγελικής Καρδαρά.

Η γλώσσα της φυλακής αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας του έγκλειστου πληθυσμού, αποτελώντας ουσιαστικά ένα εργαλείο κατανόησης της εσωτερικής λειτουργίας μίας φυλακής.
Γιάννης Πανούσης, Ομ. Καθηγητής Εγκληματολογίας Παν/μίου Αθηνών.

Στο παρόν άρθρο στο pm παρουσιάζω μία σύνοψη της εξαιρετικά ενδιαφέρουσας εργασίας του κυρίου Δημήτρη Τσιατσιάνη, Δικηγόρου, BA in Law, MSc in Comparative Criminal Justice, μέλους της ερευνητικής μας ομάδας «Φυλακή και Γλώσσα: Επαναληπτική Έρευνα», που διενεργείται υπό την αιγίδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος, υπό την επιστημονική μου ευθύνη. Η εργασία φέρει τον τίτλο «Η κανονιστική διάσταση ερμηνείας στη γλώσσα των εγκλείστων».

Να αναφέρω στο σημείο αυτό ότι σκοπός του όλου εγχειρήματος είναι η διερεύνηση του ιδιαίτερου γλωσσικού κώδικα επικοινωνίας του έγκλειστου πληθυσμού στα καταστήματα κράτησης της σύγχρονης εποχής και η χρήση του εκτός φυλακής. Η μελέτη της γλώσσας της φυλακής κρίνεται απαραίτητη, δεδομένου ότι σήμερα στο πλαίσιο των καταστημάτων κράτησης με τις πολύ σημαντικές αλλαγές στην ανθρωπογεωγραφία των φυλακών και στη σύνθεση του ποινικού πληθυσμού, η γλώσσα της φυλακής καθίσταται όχι μόνο μέσο επικοινωνίας αλλά αναγκαίο μέσο ένταξης στη μεγάλη ομάδα των κρατουμένων και στις μικρότερες υπο-ομάδες που δημιουργούνται στη φυλακή. Υπό αυτή την έννοια η γλώσσα της φυλακής αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας του έγκλειστου πληθυσμού, αποτελώντας ουσιαστικά ένα εργαλείο κατανόησης της εσωτερικής  λειτουργίας μίας φυλακής, όπως επισημαίνει ο Ομ. Καθηγητής Εγκληματολογίας Παν/μίου Αθηνών, κ. Γιάννης Πανούσης στη συνέντευξη που μας παραχώρησε στο πλαίσιο του project μας και η οποία θα δημοσιευθεί το επόμενο χρονικό διάστημα.

To εγχείρημα αποτελεί ένα δυναμικό project που περιλαμβάνει την επαναληπτική έρευνα (βιβλιογραφική έρευνα, έρευνα πεδίου με συμπλήρωση ερωτηματολογίων και συνεντεύξεις με αποφυλακισμένους), συνέχεια της διδακτορικής διατριβής μου, η οποία εκπονήθηκε το έτος 2007 στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ, με Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας, κ. Γιάννη Πανούση, καθώς και δημοσιεύσεις, αρθρογραφία, συνεντεύξεις και σημειώσεις από το αρχείο των συμμετεχόντων στο project.

Βλ. αναλυτικά Εισαγωγή στο project «Φυλακή και Γλώσσα» – KE.M.E. (e-keme.gr)

Η μελέτη του κυρίου Τσιατσιάνη, μέρη της οποίας παρουσιάζονται ακολούθως, θεμελιώνεται στο επιχείρημα ότι οι κρατούμενοι δεν προσεγγίζουν το κανονιστικό σύστημα της φυλακής ως εξωτερικοί παρατηρητές, αλλά μέσω των γλωσσικών χρήσεων και λεκτικών τους επιλογών συνδιαμορφώνουν και συμβάλλουν στην παγίωση ενός κανονιστικού συστήματος που τους αφορά, με συνέπεια κάθε φορά που αποδίδεται σε άλλον έγκλειστο συγκεκριμένη κοινωνική ετικέτα, την ίδια στιγμή το κανονιστικό σύστημα των εγκλείστων με τις αρχές, τις αξιολογήσεις και τους κανόνες του ζει, αναπνέει και υπάρχει

Η γλώσσα επομένως συνιστά «το μέσο μίας θωρακιστικής συνέχειας του κανονιστικού συστήματος των εγκλείστων στον χώρο και στο χρόνο», σύμφωνα με τον κύριο Τσιατσιάνη. Προκειμένου να γίνει περαιτέρω κατανοητό το υποστηριζόμενο επιχείρημα περί μίας κανονιστικής-δεοντολογικής διάστασης της γλώσσας των εγκλείστων, πλάι σε λοιπές εξίσου υπαρκτές και ισχυρές προσεγγίσεις, όπως η κοινωνιολογική-ψυχολογική, η αμιγώς γλωσσολογική κ.λπ., παρατίθενται και αναλύονται στην ελληνική και αγγλική λέξεις και φράσεις της γλώσσας της φυλακής. Ειδικότερα, αρχικά παρουσιάζεται το νομικό πλαίσιο των ελληνικών σωφρονιστικών καταστημάτων και εξετάζονται οι συνθήκες διαβίωσης των εγκλείστων σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο. Στη συνέχεια αντικείμενο διερεύνησης αποτελούν οι άτυποι κανόνες της φυλακής σε εθνικό και διεθνές επίπεδο και η γλώσσα ως βασικός πυλώνας εξωτερίκευσης του κανονιστικού συστήματος της φυλακής. Η μελέτη ολοκληρώνεται με την παράθεση λεκτικών και φραστικών χρήσεων με κανονιστικό νόημα.

Σύντομο βιογραφικό ερευνητή

Ο Δημήτρης Τσιατσιάνης είναι δικηγόρος και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος στον τομέα της Συγκριτικής Ποινικής Δικαιοσύνης. Στα επιστημονικά του ενδιαφέροντα εντάσσονται η διαπλαστική λειτουργία γλώσσας στον χώρο του δικαίου, η κοινωνιολογικη ανάλυση του δικαίου διά της χρήσης εμπειρικών μεθόδων και η διεπιστημονική μελέτη ζητημάτων ποινικής δικαιοσύνης. Από το 2017 είναι μέλος του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος, ενώ από τον Ιούνιο του 2018 συμμετέχει στην επαναληπτική έρευνα «Φυλακή και Γλώσσα». Παράλληλα, αρθρογραφεί στο Crime Times, το ηλεκτρονικό περιοδικό του Κέντρου, αναφορικά με σύγχρονα ζητήματα εγκληματολογίας και ποινικής δικαιοσύνης.

Γράφει ο Δ. Τσιατσιάνης

Εισαγωγή

Η φυλακή ως ένα σύνθετο, πολυπρόσωπο περιβάλλον, αποτελούμενο από διαφορετικά και συγκρουόμενα μεταξύ τους συμφέροντα, παρουσιάζει έντονο ερευνητικό ενδιαφέρον. Η παρούσα μελέτη θίγει αφενός θεσμικές και εμπειρικές διαστάσεις σχετικά με το βίωμα του εγκλεισμού και αφετέρου αναλύει την ανάπτυξη ενός δεοντικού συστήματος εκ μέρους των εγκλείστων, όπως το τελευταίο αποτυπώνεται και αναπαράγεται μέσα από τη χρήση της γλώσσας της φυλακής. Απώτερος στόχος της μελέτης είναι η ανάδειξη ενός κανονιστικού φίλτρου στην ερμηνεία της γλώσσας της φυλακής. Το εν λόγω φίλτρο εισάγει τη δεοντολογική ερμηνεία στις γλωσσικές και φραστικές χρήσεις των τροφίμων, βασιζόμενο στη θεμελιώδη παρατήρηση ότι οι έγκλειστοι ζουν πέραν από φυσικούς και σε δεοντικούς κόσμους. Ενώ, ο “τυπικός δεοντικός κόσμος” συντίθεται από τους νόμους του κράτους εντός του οποίου εκτίουν την ποινή τους, ο “άτυπος δεοντικός κόσμος” είναι μία κατασκευή δημιουργούμενη από τους εγκλείστους για τους εγκλείστους.

Σημείο αναφοράς της εν λόγω μελέτης, βασικό για την αλυσιδωτή ανάπτυξη και επιχειρηματολογία υπέρ της κανονιστικής διάστασης της γλώσσας της φυλακής, είναι τα “δεινά του εγκλεισμού” (“pains of imprisonment”·  Sykes, 1958). Ειδικότερα, η γλώσσα της φυλακής μαζί με τους άτυπους κανόνες που αυτή αποτυπώνει κατανοούνται ως προϊόντα προσαρμογής των εγκλείστων στις στερήσεις που επιφέρει ο εγκλεισμός και οι οποίες ακριβώς τον καθιστούν “επώδυνο” (Drake κ.συν., 2015, σελ. 925). Βασικό γνώρισμα της εν λόγω προσέγγισης είναι η αποδοχή των στερήσεων και των δεινών του εγκλεισμού ως πάγιο στοιχείο της φυλάκισης (Clemmer, 1940·  Sykes, 1958·  Goffman, 1961). Με άλλα λόγια, χωρίς να παραγνωρίζει τον εξίσου νευραλγικό ρόλο τους στη συνδιαμόρφωση της εμπειρίας του εγκλεισμού ως “επώδυνου”, η εν λόγω μελέτη δεν επικεντρώνεται στις ποιοτικές διαφορές μεταξύ των σωφρονιστικών συστημάτων ούτε στις προσωπικές εμπειρίες του ελεύθερου βίου που εισάγουν οι έγκλειστοι εντός του περιβάλλοντος της φυλακής (Carroll, 1974, 1982). Για μία πλήρη κατανόηση των λειτουργιών της γλώσσας της φυλακής, το παρόν έργο αναγνωρίζει σε κάθε περίπτωση την παράλληλη αξία επιστημονικών εγχειρημάτων που εξετάζουν τα δεινά του εγκλεισμού και τη γλωσσική αποτύπωσή τους σε συνάρτηση με ποιοτικές διαφοροποιήσεις σε επίπεδο σωφρονιστικών καταστημάτων και εγκλείστων.

[…]

Τα “δεινά” του εγκλεισμού

Η εμπειρία του εγκλεισμού πυροδοτεί το επιστημονικό ενδιαφέρον διαχρονικά. Σύμφωνα με τον Goffman (1961), η φυλακή αποτυπώνει έναν “απόλυτο” θεσμό, εντός του οποίου οι έγκλειστοι αποκόπτονται από την υπόλοιπη κοινωνία, εξαναγκαζόμενοι σε έναν θεσμικά καθορισμένο τρόπο ζωής. Ο Goffman συνεχίζει και ερμηνεύει τον εγκλεισμό ως μία μορφή συμβολικής αυτοθανάτωσης (“mortification of the self”), δεδομένου ότι ο φυλακισμένος χάνει την πυρηνική του ταυτότητα, όπως αυτή συντίθεται από όλες τις επιμέρους προσωπικές ιδιότητες που αναλαμβάνονται στον ελεύθερο βίο. Με τη σειρά του ο Sykes (1958) εστιάζει “στα δεινά του εγκλεισμού” (“pains of imprisonment”), ήτοι τις επακόλουθες και ποικίλες στερήσεις (“deprivations”) στις οποίες εξαναγκάζεται ο έγκλειστος, μεταξύ άλλων της ελευθερίας, των σεξουαλικών σχέσεων, της ασφάλειας, της ατομικής περιουσίας, των οικογενειακών και φιλικών δεσμών (Sykes, 1958, σελ. 63-83).

Το εξελισσόμενο ερευνητικό έργο γύρω από την εμπειρία του εγκλεισμού αποτυπώνεται στην επινόηση και θεωρητική εξέλιξη των εννοιών του “βάθους” (“depth”), του “βάρους” (“weight”) και της “στενότητας” (“tightness”), που συνεπάγεται ο βίος εντός της φυλακής. Πρώτος ο Downes (1988) με την έννοια του “βάθους” επιχείρησε να αποτυπώσει την αίσθηση της καταπίεσης και της εισβολής που συνεπάγεται ο εγκλεισμός, ιδίως όπως αυτή αποτυπώνεται στις σχέσεις μεταξύ εγκλείστων, μεταξύ εγκλείστων και υπαλληλικού προσωπικού, καθώς και στην αποτελεσματικότητα των παρεχόμενων ατομικών δικαιωμάτων.

Οι King & McDermott (1995) ακολουθούν το έργο του Downes, προτείνοντας μία εννοιολογική αναθεώρηση του “βάθους” του εγκλεισμού, η οποία κατανοείται μέσα από την παράλληλη εισαγωγή της έννοιας του “βάρους”. Ειδικότερα, η κάθετη και συστηματική επιβολή δύναμης στον κρατούμενο αποτυπώνονται ευκρινέστερα ως στοιχεία “βάρους” πάρα “βάθους”· οι δυσκολίες που αποτυπώνονται στην αυστηρότητα και την καταστολή συσσωρεύονται και “καταπλακώνουν” τον έγκλειστο. Αντίθετα, η έννοια του “βάθους” έρχεται να αποτυπώσει την απόσταση που εμφιλοχωρεί μεταξύ του εγκλείστου και του ελεύθερου βίου, το πόσο μακριά ή κοντά βρίσκεται ο έγκλειστος στις ποιότητες και τους ρυθμούς της ελεύθερης κοινωνίας.

Τις εννοιολογικές αυτές εξελίξεις έρχεται να αναπροσαρμόσει με τη σειρά του ο Crewe (2011) μέσα από το ερευνητικό του έργο σε Βρετανικά σωφρονιστικά καταστήματα. Χωρίς σε καμία περίπτωση να παραμερίζει τον αντίκτυπο του “βάθους” και του “βάρους” στην κατανόηση της επώδυνης εμπειρίας του εγκλεισμού, ο Crewe παρατηρεί ότι το περιεχόμενο των ως άνω εννοιών αδυνατεί να εξηγήσει πλήρως τα δεινά του εγκλεισμού, όπως αυτά έχουν εν μέρει αναθεωρηθεί μέσα από τις θεσμικές αλλαγές στη λειτουργία του σωφρονιστικού συστήματος. Για παράδειγμα, χωρίς να παραμερίζεται η έννοια του βάρους, η παραδοσιακή αίσθηση μίας ευθείας, άμεσης και ωμής καταστολής δεν ανταποκρίνεται απολύτως στην εικόνα των σύγχρονων βρετανικών σωφρονιστικών καταστημάτων.

[…]

Η επιστημονική βιβλιογραφία έρχεται να αναλύσει περαιτέρω τα δεινά του εγκλεισμού υπό το πρίσμα (α) των διαπροσωπικών σχέσεων μεταξύ των εγκλείστων, (β) των σχέσεων μεταξύ εγκλείστων και σωφρονιστικών υπαλλήλων και (γ) των υποδομών-παροχών των σωφρονιστικών καταστημάτων. 

Ι. Σχέσεις μεταξύ εγκλείστων

Έντονο επιστημονικό προβληματισμό προκαλεί η χρήση βίας μεταξύ των εγκλείστων, η οποία και αποτελεί βασική πηγή ανασφάλειας για τους τελευταίους. Λαμβανομένων υπόψη μεθοδολογικών δυσχερειών στην μέτρηση της βίας εντός των Αμερικανικών φυλακών, (ικανής να αποτυπώσει και μία επιμέρους εικόνα περί βίας μεταξύ των εγκλείστων) οι Stephan & Karberg (2003) παρατήρησαν μία ανοδική τάση χρήσεως βίας για την περίοδο 1995 έως 2000, ιδίως στις ιδιωτικές φυλακές. Ενδείξεις για αυξημένη χρήση βίας μεταξύ εγκλείστων σε ιδιωτικές φυλακές επαληθεύονται αναφορικά με ιδιωτικά σωφρονιστικά καταστήματα της Αγγλίας και της Ουαλίας. Ειδικότερα, σύμφωνα με συγκριτική μελέτη των Crewe κ.συν. (2014), μεταξύ δημοσίων και ιδιωτικών φυλακών της Αγγλίας και της Ουαλίας, οι έγκλειστοι εντός ιδιωτικών καταστημάτων βιώνουν συναισθήματα νευρωτικού άγχους και ανασφάλειας μπροστά σε ένα ελαστικό έως και απόν, σε ορισμένες περιπτώσεις, υπαλληλικό προσωπικό. Πράγματι, αρκετοί σωφρονιστικοί υπάλληλοι στις ιδιωτικές φυλακές δεν διαθέτουν την απαιτούμενη εργασιακή εμπειρία στην άσκηση σωφρονιστικών καθηκόντων, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να επιβληθούν σε βίαιους κρατούμενους, ενώ σε πολλές περιπτώσεις η αναγκαία παρέμβαση τους προς πρόληψη βίαιων περιστατικών εκλείπει με τη φυσική τους απουσία. Το τίμημα αυτής της συμβολικής αλλά και κυριολεκτικής απουσίας πληρώνουν οι έγκλειστοι οι οποίοι βρίσκονται σε μία ψυχολογικά διαβρωτική επιφυλακή μπροστά στην απρόβλεπτη και ανελεγκτη βία των συγκρατουμένων τους.

Σύμφωνα με την Ricciardelli (2014), κατόπιν διενεργηθείσας έρευνας εντός των σωφρονιστικών καταστημάτων του Καναδά, το συναίσθημα της ανασφάλειας ενώπιον μίας απρόοπτης επίθεσης είναι διάχυτο μεταξύ των εγκλείστων, αφού ανά πάσα στιγμή οι τελευταίοι υποβάλλονται μέσα από αναρίθμητες και συχνά ασήμαντες αφορμές σε άμεσες ή έμμεσες δοκιμασίες απόδειξης του ανδρισμού και της αρρενωπότητάς τους, το αποτέλεσμα των οποίων θα κρίνει την εξέλιξη της θυματολογικής πορείας του εκάστοτε εγκλείστου στον χρόνο έκτισης της ποινής του. Παράγοντες που εμπνέουν τον σεβασμό και επηρεάζουν θετικά τη στάση των λοιπών εγκλείστων έχουν να κάνουν με τη δυναμική της εξωτερικής εμφάνισης των νεοφερμένων, καθώς και με το ποινικό τους ιστορικό. Σε κάθε περίπτωση, η εμπλοκή σε καυγάδες μετά ασκήσεως φυσικής βίας, έστω και για μία φορά στον συνολικό χρόνο έκτισης της ποινής, συνιστά ένα σύνηθες, ψυχαναγκαστικό στρατηγικό μέσο, προκειμένου να πεισθεί η ομήγυρη για την αρρενωπότητα και άρα την αξία που πρέπει στο εξής να δώσει στον έγκλειστο. Όσον αφορά δέ τα συναισθήματα αλληλεγγύης, αυτά είναι ελάχιστα έως ανύπαρκτα: βοήθεια σε σχέση με κάποιες στοιχειώδεις ανάγκες μπορεί να δοθεί, η ανασφάλεια ωστόσο και ο φόβος της ενέδρας δεν επιτρέπουν βαθύτερους δεσμούς εμπιστοσύνης.

Οι Gooch και Treadwell (2015) ασχολήθηκαν εκτενώς με τη συστηματική και εμπρόθετη παρενόχληση των εγκλείστων από άλλους έγκλειστους στα βρετανικά καταστήματα νέων, εκφραζόμενη κυρίως μέσα από συνεχή άσκηση λεκτικής ή/και σωματικής βίας, απειλών, εκβιασμών, σεξουαλικών επιθέσεων και κλοπών. Ειδικότερα, η απρόοπτη εκδήλωση βίας εναντίον του προσώπου των εγκλείστων από συγκρατούμενους τους είναι φαινόμενο σύνηθες, συνιστώντας στρατηγικό μηχανισμό ανίχνευσης τυχόν παθητικότητας του δέκτη της επίθεσης, η οποία αυτόματα καταδικάζεται από την κοινότητα των εγκλείστων ως πρόσκληση προς περαιτέρω θυματοποίηση αναγκαία για την συντήρηση της κοινωνικής ιεραρχίας της φυλακής.

Σύμφωνα με τους Walsh & Stohr (2011), οι ηλικιωμένοι έγκλειστοι ως μία αυξανόμενη πληθυσμιακά κατηγορία, τουλάχιστον στις αμερικανικές φυλακές, αποτελούν εύκολους στόχους θυματοποίησης από νεότερους συνεγκλείστους τους. Ακόμη, περιστατικά βίας εναντίον εγκλείστων δεν αποκλείονται να προέλθουν από περιπτώσεις ψυχικά ασθενών εγκλείστων, για τους οποίους ενδέχεται να μην παρέχεται ικανό προσωπικό επίβλεψης (Walsh & Stohr, 2011, σελ.129).

Ιδιάζουσα μορφή βίας μεταξύ των εγκλείστων συνιστά η σεξουαλική βία. Για παράδειγμα, οι Gooch και Treadwell (2014) συμπεραίνουν ότι η σεξουαλική βία στα βρετανικά καταστήματα νέων συνιστά, αν και σπανιότερα σε σχέση με άλλες μορφές βίας, κατεξοχήν στρατηγικό μέσο πραγμάτωσης μίας εν γένει παρενόχλησης απέναντι σε πιο αδύναμους εγκλείστους, η οποία εξυπηρετεί μάλλον μία κοινωνική ανάγκη επιβολής και ιεραρχικής επιβεβαίωσης παρά μία ανάγκη σεξουαλικής εκτόνωσης. Αναφορικά με τη χρήση σεξουαλικής βίας στις Αμερικανικές φυλακές, ως ειδικότερη κατηγορία βίας εντός της φυλακής, 4,4% των εγκλείστων έχουν υπάρξει θύματα σεξουαλικής επίθεσης, ωστόσο δεν είναι σαφές ποιο μέρος του ποσοστού αυτού αποτυπώνει χρήση σεξουαλικής βίας από λοιπούς συνεγκλείστους ή από σωφρονιστικούς υπαλλήλους (Beck & Harrison, 2010). Σε κάθε περίπτωση, το πρόβλημα της ελλιπούς καταγραφής περιστατικών σεξουαλικής βίας δυσχεραίνει την εκτίμηση της πλήρους έκτασης του προβλήματος (Walsh & Stohr, 2011, σελ. 123). Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί η αυξημένη πιθανότητα κινδύνου για ομοφυλόφιλους, αμφιφυλόφιλους και transgender εγκλείστους, ιδίως στις ανδρικές φυλακές, όπου το πρόταγμα της αρρενωπότητας ενδεχομένως να μην εκφράζει ή και να μην μπορεί να υποστηριχθεί από τις εν λόγω ομάδες (Sexton κ.συν., 2010).

Ιδιαίτερη ανησυχία δημιουργούν τα περιστατικά εξεγέρσεων εκ μέρους των εγκλείστων ως εστίες βίας μεταξύ των τελευταίων. Μεταξύ κάποιων γνωστών παραδειγμάτων, η εξέγερση των εγκλείστων στη φυλακή του New Mexico το 1980 αποτελεί ακραία περίπτωση χρήσης βίας μεταξύ εγκλείστων (Walsh & Stohr, 2011, σελ.123· Useem, 1985· Useem & Kimball, 1991): τρόφιμοι της φυλακής, αφού έστησαν ενέδρα σε σωφρονιστικό υπάλληλο υπηρεσίας, πήραν τα κλειδιά του με αποτέλεσμα να αποκτήσουν πρόσβαση σε όλες τις πτέρυγες και κελιά της φυλακής, μεταξύ των οποίων και σε αυτά όπου είχαν επίτηδες τοποθετηθεί για λόγους ασφαλείας οι σεξουαλικοί δράστες ανηλίκων και οι καταδότες έγκλειστοι. Το αποτέλεσμα ήταν να σημειωθούν αποτρόπαιες επιθέσεις, συμπεριλαμβανομένων ανθρωποκτονιών, εναντίον των τελευταίων αυτών εγκλείστων.

Σε Ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο, η βία μεταξύ των εγκλείστων δεν περνά απαρατήρητη από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ειδικότερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η απόφαση Pantea κατά Ρουμανίας (Pantea v. Romania, 2003), στην οποία ο προσφεύγων ισχυρίζεται όχι απλώς την άσκηση φυσικής βίας από τους συγκρατούμενους του, αλλά την άσκηση μίας τέτοιας εξιδιασμένης μορφής σωματικής ή/και ψυχολογικής βίας σε σημείο που να υπάγεται αυτή στην έννοια του “βασανιστηρίου”: ο προσφεύγων ισχυρίσθηκε ότι χτυπήθηκε σοβαρά από τους συνεγκλείστους του, ενώ στην συνέχεια εξαναγκάστηκε από τους τελευταίους να μείνει κάτω από το κρεβάτι του με χειροπέδες για 48 ώρες.

[…]

Οι άτυποι κανόνες της φυλακής

Ορμώμενοι από ένα περιοριστικό, αλλά και δυνητικά επικίνδυνο για τα ζωτικά τους συμφέροντα πλαίσιο, οι έγκλειστοι αποκτούν έναν συνδιαμορφωτικό ρόλο στη διάπλαση των κανόνων διαβίωσης τους, δίπλα στο ρόλο της κρατικής μηχανής (Ricciardelli, 2015· Sykes, 1958). Η παράλληλη ρύθμιση του βίου των εγκλείστων από τους ίδιους τους εγκλείστους βρίσκει την έκφραση της στους άγραφους κανόνες της φυλακής (Καρδαρά, 2016· Ricciardeli, 2015· Sykes, 1958). Εκτός από ένα αναγκαστικό προϊόν προσαρμογής στα “δεινά του εγκλεισμού” (Sykes 1958), οι άγραφοι αυτοί κανόνες έχουν χαρακτηριστεί ως μία δεοντική δομή, η οποία βοηθά τους εγκλείστους να διαχειριστούν ομαλότερα την αποκοπή τους από τον υπόλοιπο κόσμο (Ricciardeli, 2015).

Το ποιόν, οι γενεσιουργοί λόγοι, η διαχρονικότητα και ο διατοπικός χαρακτήρας των άγραφων κανόνων της φυλακής έχουν πυροδοτήσει έντονο επιστημονικό ενδιαφέρον. Σύμφωνα με τον Wellford (1967), οι κανόνες αυτοί συνιστούν το δεοντικό προϊόν μίας διαχρονικής αντίδρασης εναντίον του θεσμοθετημένου σωφρονιστικού πλαισίου εκ μέρους των εγκλείστων. Οι Sykes και Messinger (1960), αλλά και πιο πρόσφατα η Ricciardeli (2015) και η Καρδαρά (2016) διαβλέπουν δεοντικές σταθερές στον κώδικα των εγκλείστων, ήτοι πυρηνικούς κανόνες, διαπνεόμενους από θεμελιώδεις ηθικές αξιολογήσεις και παραστάσεις των φυλακισμένων σχετικά με την εμπειρία του εγκλεισμού. Ωστόσο, δομικές και θεσμικές διάφορες ανά τύπο σωφρονιστικού καταστήματος, σε συνδυασμό με την διαφορετικότητα των ίδιων των εγκλείστων ως αυτοτελών προσώπων με μοναδικές εμπειρίες, καθιστά τους κανόνες της φυλακής ένα εξίσου δυναμικό προϊόν, ο ευμετάβλητος χαρακτήρας του οποίου δεν μπορεί να αγνοηθεί (Ricciardeli, 2015· Sparks et al. 1996· Lahm, 2008· Crewe, 2009· Καρδαρά, 2016).

Ανεξαρτήτως των γενεσιουργών λόγων και του χαρακτήρα των άγραφων κανόνων της φυλακής, η συνύπαρξη των τελευταίων με τους νόμους του κράτους συνιστά εκ του αποτελέσματος ένα φαινόμενο “νομικού πλουραλισμού” : εντός ενός ορισμένου κοινωνικού πλαισίου, εδώ της φυλακής, συνυπάρχουν, άλλοτε αρμονικά και άλλοτε συγκρουσιακά, δύο διαφορετικά κανονιστικά πεδία (Merry, 1988, σελ. 870). Ο όρος “νομικός” δεν ταυτίζεται εδώ με τους νόμους του Κράτους, την έννομη τάξη· αντίθετα, η χρήση της λέξης “νομικός” υποδηλώνει την λειτουργία της κανονιστικότητας, της δεοντικής κατασκευής, η οποία εκφεύγει στενών συλλήψεων περί κρατικών νόμων και καθεστηκυίας τάξης (Merry, 1988·   Henry, 1983). Για παράδειγμα, ο Pospisil (1971) παραθέτει παραδείγματα εναλλακτικών πεδίων τα οποία, δίπλα στους κρατικούς κανόνες δικαίου, παράγουν τους δικούς τους κανόνες, όπως η οικογένεια ή οι εργασιακές ομάδες.

Ως εκπρόσωπος του νεότερου ρεύματος στην θεωρία του νομικού πλουραλισμού, η Moore συνέβαλε καταλυτικά στην κατανόηση της συνύπαρξης διαφορετικών κανονιστικών πλαισίων μέσα από την έννοια του “ημιαυτόνομου κοινωνικού πεδίου”:

Το ημιαυτόνομο κοινωνικό πεδίο διαθέτει κανονιστικες δυνατότητες, και τα μέσα να προκαλέσει ή να επιβάλλει συμμόρφωση· αλλά είναι παράλληλα ευρισκόμενο σε ένα ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο, το οποίο [πλαίσιο] μπορεί και, εν τοις πράγματι επηρεάζει και εισβάλλει σε αυτό [στο ημιαυτόνομο κοινωνικό πεδίο], κάποιες φορές σε πρόσκληση των κοινωνών [του ημιαυτόνομου κοινωνικού πεδίου], κάποιες φορές αυτεπαγγέλτως (Moore, 1971, p. 107).

Η φυλακή μαζί με τους άγραφους κανόνες των εγκλείστων μπορούν συνεπώς να κατανοηθούν ως ένα ημιαυτόνομο κοινωνικό πεδίο, το οποίο αναπτύσσει την δραστηριότητα του εντός του ευρύτερου, θεσμοθετημένου σωφρονιστικού πεδίου (Moore, 1971· Clemmer, 1940). Τα δύο πεδία αλληλεπιδρούν τόσο ανεκτικά, με το δεύτερο να μην επεμβαίνει ή να μην μπορεί να ελέγξει τις κανονιστικές δυνατότητες του πρώτου, όσο και συγκρουσιακά, με το δεύτερο να διεισδύει ή να ανατρέπει την κανονιστική δράση του πρώτου.

Σε αυτό το σημείο, αξίζει μία ενδεικτική αναφορά σε ορισμένες κανονιστικές σταθερές του εν λόγω ημιαυτόνομου κοινωνικού πεδίου, οι οποίες έχουν καταγραφεί διαχρονικά (Ricciardeli, 2015· Sykes, 1958), ενώ επιπροσθέτως διαθέτουν θεωρητική – τουλάχιστον – αξία για την κατανόηση της εμπειρίας του εγκλεισμού στην Ελλάδα (Καρδαρά, 2016). Πιο συγκεκριμένα, οι εν λόγω κανόνες αποτυπώνονται ως εξής:

I. “Απαγορεύεται να καταδώσεις συγκρατούμενό σου, καθώς και να διατηρείς φιλικές σχέσεις με το υπαλληλικό προσωπικό της φυλακής”.

Πρόκειται για έναν κανόνα με διαχρονική αξία (Sykes, 1958), ο οποίος επιτάσσει την αποχή του εγκλείστου από άμεση καταδοτική συμπεριφορά εναντίον συνεγκλείστων του ενώπιον των αρχών της φυλακής. Τόσο ισχυρή είναι η απαγόρευση αυτή, ώστε ακόμη και έγκλειστοι τραυματισμένοι από πράξεις συνεγκλείστων τους, οφείλουν να απέχουν καταρχήν από την αναζήτηση περίθαλψης από το προσωπικό της φυλακής (Ricciardeli, 2015· Καρδαρά, 2016). Ο κανόνας συνεχίζει με την επιπρόσθετη επιταγή της αποχής του εγκλείστου από την συντήρηση σχέσεων με το υπαλληλικό προσωπικό της φυλακής (Ricciardeli, 2015· Καρδαρά, 2016). Η καταστρατήγηση της πρόσθετης αυτής επιταγής ερμηνεύεται ως ένδειξη επικείμενης καταδοτικής συμπεριφοράς.

II. “Απαγορεύεται να ασχολείσαι με υποθέσεις έτερων συγκρατουμένων που δεν σε αφορούν”.

Ο κανόνας αυτός απαγορεύει στον έγκλειστο να αναμιγνύεται, να συζητά και να παρεμβαίνει στην εν γένει ιδιωτικότητα (Irwin, 1970), καθώς και στις προσωπικές συνδιαλλαγές που αφορούν τους έτερους συνεγκλείστους, ακόμη και αν οι τελευταίες θέτουν σε κίνδυνο την υγεία των τελευταίων (Ricciardeli, 2015). Ο κανόνας απαιτεί, ακόμη και σε ακραίες περιπτώσεις μαρτυρίας βίαιων – ακόμη και θανατηφόρων-περιστατικών μεταξύ εγκλείστων, την τήρηση σιωπής (Καρδαρά, 2016).

ΙΙΙ. “Πρέπει να δείχνεις ότι δεν φοβάσαι, ότι είσαι σκληρός”.

Παράγωγες επιταγές του κανόνα αυτού είναι η επίδειξη σκληρότητας και αυτοπεποίθησης μετά της  υιοθέτησης της ανάλογης γλώσσας του σώματος, η αυστηρή αποτροπή επίδειξης θηλυπρεπούς συμπεριφοράς ή μαλθακότητας, καθώς και η εσκεμμένη – αν και όχι πάντα πρόθυμη – συμμετοχή σε σωματικές διαπλοκές (Sykes, 1957; Ricciardelli, 2015, p., Καρδαρά, 2016). Σύμφωνα με (πρώην) εγκλείστους σωφρονιστικών καταστημάτων του Καναδά, η εμπλοκή σε έναν σοβαρό καυγά,  με κίνδυνο τραυματισμού έστω και για μία φορά στο πλαίσιο της έκτισης της ποινής συνιστά πηγή σεβασμού από τους λοιπούς εγκλείστους και μειώνει τον κίνδυνο μελλοντικής τους θυματοποίησης (Ricciardelli, 2015).

Χωρίς να παραβλέπονται οι ως άνω κανονιστικές  σταθερές, δεν σημαίνει ότι οι  αξιολογήσεις που αυτές εκφράζουν παραμένουν  αναλλοίωτες στον χρόνο. Για παράδειγμα, η Ricciardelli (2015) δείχνει πειστικά πως παλαιότερες επιστημονικές απόψεις αναφορικά με τις αξιολογήσεις διαχρονικών άγραφων κανόνων (Sykes and Messinger, 1960· Winfree κ.συν.., 2002· Irwin, 1970) δεν ανταποκρίνονται πλήρως στη σύγχρονη πραγματικότητα  των εγκλείστων εντός καναδικών σωφρονιστικών καταστημάτων. Για παράδειγμα, επιστημονικές εξηγήσεις περί προταγμάτων κοινωνικής αλληλεγγύης μεταξύ των εγκλείστων, περί της αυτοτελούς σημασίας της ιδιωτικότητας και της ατάραχης συμπεριφοράς, ακόμη και περί της πηγαίας έκφρασης αρρενωπότητας, δεν ανταποκρίνονται στη σύγχρονη εμπειρία της φυλακής. Αντίθετα, οι κατά τα άλλα διαχρονικά σταθερές εξωτερικεύσεις των κανόνων, διαπνέονται σύμφωνα με τη Ricciardelli από  μία προσκόλληση  των εγκλείστων στην διαχείριση και ελαχιστοποίηση του κινδύνου εναντίον των ζωτικών τους συμφερόντων. Το πρόταγμα της κοινωνικής αλληλεγγύης  παραβλέπεται ως  ρομαντικό σε σχέση με την αξία  της αυτοπροστασίας, όπως αυτή επιδιώκεται με την εργαλειακή τήρηση κανονιστικών συμπεριφορών και όχι με την παράλληλη πεποίθηση ότι οι εν λόγω συμπεριφορές διαθέτουν κάποιου είδους κοινωνική αυταξία.

Οι άγραφοι κανόνες της φυλακής  ερμηνεύονται επομένως, τόσο ως μερικές προεκτάσεις του παρελθόντος, όσο και ως καθρέπτες  μίας κοινωνίας, οι ηθικές αξιολογήσεις και οι προτεραιότητες της οποίας αλλάζουν (Gee, 2011, σελ.. 16, 37). Δυστυχώς, δεν μπορεί να αγνοηθεί η ασυμμετρία παραγωγής σχετικού υλικού μεταξύ ανδρικών και γυναικείων φυλακών ανά τον κόσμο, χωρίς βέβαια να παραμερίζεται το έργο ερευνητών που επιχειρεί να φωτίσει το ποιόν των άγραφων κανόνων μεταξύ φυλακισμένων γυναικών (Καρδαρά, 2016· Ward & Kassebaum, 1965).    

Η γλώσσα ως βασικός πυλώνας εξωτερίκευσης του κανονιστικού συστήματος της φυλακής

Πώς μπορεί ένας εξωτερικός παρατηρητής να γίνει μάρτυρας του ημιαυτόνομου κανονιστικού πεδίου της φυλακής; Πώς μπορεί να αντιληφθεί κάποιος πρακτικά την ενεργοποίηση μίας κανονιστικής επιταγής, απαγόρευσης ή επιβράβευσης μεταξύ των εγκλείστων, όταν οι κανόνες της φυλακής είναι άγραφοι;

Προς μία σταδιακή προσέγγιση των ως άνω ερωτημάτων, η παρούσα μελέτη κατανοεί καταρχάς τους κανόνες της φυλακής ως ένα δεοντικό σύστημα προσώπων, ρόλων, διυποκειμενικών σχέσεων, (δια)δρασεων και συμβόλων με νόημα (Gee, 2011, σελ. 35). Βασική ιδιότητα της συστημικής αυτής οπτικής είναι η “αναγνωρισιμότητα” (“recognition”): η εξωτερίκευση (ή και η παράλειψη εξωτερίκευσης) μίας ορισμένης (δια)δράσης, σχέσης, ρόλου ή συμβόλου λειτουργεί ως σημείο αναγνωρίσεως του εν λόγω κανονιστικού συστήματος· αντίστροφα, όταν η (μη) εξωτερίκευση ορισμένης (δια)δράσης, σχέσης, ρόλου ή συμβόλου δεν αναγνωρίζεται ως χαρακτηριστικό του κανονιστικού συστήματος, σημαίνει ότι η πρώτη βρίσκεται εκτός του νοηματικού πλαισίου που καθιερώνεται με το κανονιστικό σύστημα (Gee, 2011, σελ. 34· Butler, 1997, σελ. 5). Συνεπώς, η αναγνωρισιμότητα επιτελεί διττό ρόλο: αφενός συνιστά απτή απόδειξη ύπαρξης του κανονιστικού συστήματος; αφετέρου επιβεβαιώνει και αναπαράγει κάθε φορά την ύπαρξη του κανονιστικού συστήματος (Gee, 2011, σελ. 37· Foucault, 1972, σελ. 100). Έλλογη προϋπόθεση της αναγνωρισιμότητας είναι η τήρηση ενός ελάχιστου δυαδικού σχήματος, το οποίο προϋποθέτει έναν πομπό και έναν δέκτη (Gee, 2011, σελ 37). Με άλλα λόγια δεν υφίσταται αναγνωρισιμότητα και κατ’ επέκταση κανονιστικό σύστημα υπό την άνω έννοια, χωρίς ένα minimum διανθρώπινης επικοινωνίας.

Το νόημα εκάστοτε κανονιστικού συστήματος εκπηγάζει από την οργάνωση των συστατικών του στοιχείων, ήτοι προσώπων, σχέσεων, (δια) δράσεων και συμβόλων, με συγκεκριμένους -όχι με οποιουσδήποτε – τρόπους (Scheurich, 1997· Butler, 1997). Το κάθε σύστημα οργάνωσης διεκδικεί τη μοναδικότητα στον τρόπο με τον οποίο ταξινομεί και συσχετίζει τις δομικές του αυτές μονάδες, στο πλαίσιο διατήρησης της αναγνωρισιμότητας και κατά συνέπεια της διακριτότητας του από άλλα συστήματα (Foucault, 1972· Butler, 1997). Σύμφωνα με τον Foucault (1980), τα πρόσωπα ενός κανονιστικού συστήματος ταξινομούνται ανάλογα με τη συμπεριφορά τους σε συγκεκριμένες κοινωνικές θέσεις, ρόλους και ιεραρχικά κλιμάκια· η δε αυτή τοποθέτηση είναι συνυφασμένη με σειρά ενεργειών από και προς τα πρόσωπα αυτά, οι οποίες συμβάλλουν στην συνειδητοποίηση, εμπέδωση και αναπαραγωγή των θέσεων αυτών τόσο από τα πρόσωπα που τις καταλαμβάνουν όσο και από τρίτους. Με άλλα λόγια, οι ρόλοι και οι δράσεις που μαρτυρούνται μεταξύ των τροφίμων του ημιαυτόνομου κοινωνικού πεδίου της φυλακής είναι συνυποδηλωτικά του νοήματος που επικοινωνούν οι κανόνες του (Gee, 2011, σελ. 121)

Η ειδοποιός διαφορά ενός οποιουδήποτε συστήματος με στόχο την επικοινωνία συγκεκριμένου νοήματος και ενός κανονιστικού συστήματος (εδώ του ημιαυτόνομου κοινωνικού πεδίου της φυλακής), είναι ότι στη δεύτερη περίπτωση το νόημα είναι προϊόν αυθεντίας, η δέ υιοθέτηση του δεν αποτελεί ζήτημα επιλογής αλλά επιβολής (Lynggaard, 2019, σελ. 38-39· Clemmer, 1940). Ειδικότερα, η υποχρεωτική συμμόρφωση με το νόημα ενός κανονιστικού συστήματος, ήτοι με την ταξινόμηση προσώπων και δράσεων που αυτό επιφέρει, διασφαλίζεται μέσω της επιτήρησης των μελών του συστήματος, σε συνδυασμό με πρόβλεψη κυρώσεων και επιβραβεύσεων για (μη) προσήκουσα συμπεριφορά τους (Lynggaard, 2019, σελ. 38-39· Ricciardelli, 2015).

Το ερώτημα ωστόσο παραμένει: πώς γνωστοποιούνται και εντοπίζονται οι άγραφοι κανόνες του εν λόγω δεοντικού συστήματος; Πώς επικοινωνείται αυτή η μοναδική ταξινόμηση προσώπων και δράσεων, η τήρηση της οποίας συνοδεύεται από κυρώσεις και επιβραβεύσεις; Πώς εν τοις πράγμασι λαμβάνει χώρα η αναγνωρισιμότητα των άγραφων κανόνων της φυλακής;

Όπως ήδη αναφέρθηκε, η αναγνωρισιμότητα του κανονιστικού συστήματος της φυλακής προϋποθέτει την εξωτερίκευση ορισμένης δράσης, σχέσης ή συμβόλου, η οποία αντίστοιχα ταυτοποιείται ως εγγενές στοιχείο του νοήματος που καθιερώνεται με το κανονιστικό σύστημα. Με άλλα λόγια, ο κανόνας καθρεφτίζεται, αποτυπώνεται στη συμπεριφορά των εγκλείστων και στις καθημερινές τους συναλλαγές. Για παράδειγμα, ο ξυλοδαρμός ενός εγκλείστου από συνεγκλείστους του είναι μία ενέργεια με κανονιστικό νόημα, συνιστά μία δράση, η οποία πιθανότατα αποτυπώνει μία κύρωση (Ricciardelli, 2015). Αντίστοιχα, η συστηματική αποχή των εγκλείστων από προγράμματα ψυχολογικής στήριξης ή εκπαιδευτική κατάρτισης έχει υποστηριχθεί ότι αποτυπώνει μία επιταγή περί μη συμμόρφωσης σε προγράμματα ή εγχειρήματα που διοργανώνονται από τη διοίκηση της φυλακής (Wieder, 1969).

Αρκούν μόνο οι υλικές πράξεις προκειμένου να εντυπωθεί, να κατανοηθεί το κανονιστικό σύστημα της φυλακής; Ενδεχομένως ναι, ωστόσο μία αποκλειστική έμφαση στις υλικές πράξεις δεν καταλαμβάνει επιτυχώς όλες τις διαστάσεις της αναγνωρισιμότητας. Και αυτό διότι η τελευταία προϋποθέτει τη διανθρώπινη επικοινωνία. Αναπόφευκτα επομένως, το κανονιστικό σύστημα των εγκλείστων δεν μπορεί παρά να κοινωνηθεί και με τη χρήση της γλώσσας. Η παραδοχή αυτή αποτυπώνεται εύγλωττα από τον Gee:

we have to “talk the talk,” not just “walk the walk.” (Gee, 2011, σελ. 2)

Ακόμη και αν η χρήση της γλώσσας αποτελεί συστατικό στοιχείο της αναγνωρισιμότητας του κανονιστικού συστήματος, η επικοινωνία του τελευταίου προϋποθέτει την αποκωδικοποίηση του νοήματος των επιμέρους γλωσσικών χρήσεων, ήτοι λέξεων και φράσεων που μεταχειρίζονται οι έγκλειστοι. Γιατί ωστόσο να αποτελούν οι λέξεις και οι φράσεις των εγκλείστων σκόπελο για να εκμαιεύσει κάποιος το νόημα των κανόνων τους; Δεν αρκεί η αναγωγή σε κάποιο σύγχρονο λεξικό;

Σύμφωνα με τον Cristopher Mulvey (2010), η γλώσσα της φυλακής, ή  αλλιώς η λεγόμενη “prison lingo” ή αλλιώς η “αργκό” της φυλακής συντίθεται από τα γλωσσικά  ρεύματα της cant, της jargon και της slang. Οι γλωσσικές αυτές κατηγορίες  χαρακτηρίζονται από την έντονη χρήση συνθηματικών λέξεων και φράσεων, δανεισμένων από τον αντίστοιχο συνθηματικό γλωσσικό κώδικα των εγκληματικών κύκλων εκτός φυλακής, από την αργκό των νέων, από την ορολογία του στρατού, αλλά και από έτερες ξένες γλώσσες. Δύσκολα μπορεί επομένως να φανταστεί κανείς ένα λεξικό ικανό να καταγράψει όλους τους πιθανούς συνδυασμούς γλωσσικών νοημάτων προερχόμενων από δυσπρόσιτα κοινωνικά πεδία (Gee, 2011, σελ. 3-4).

Οι διαπλαστικές θεωρήσεις περί γλώσσας είναι ωστόσο περισσότερο πρόσφορες να φωτίσουν το κανονιστικό νόημα των γλωσσικών χρήσεων που μεταχειρίζονται οι έγκλειστοι. Ως οι πρώτοι υποστηρικτές του τελεστικού λόγου, οι Wittgenstein (1953) και Austin (1962) υποστήριξαν ότι η χρήση της γλώσσας δεν περιορίζεται απλώς σε μία περιγραφή της πραγματικότητας, αλλά επεκτείνεται στην (ανα)παραγωγή της. Μεταξύ των σύγχρονων κοινωνιογλωσσολόγων, το έργο του Gee (2011) συναντά τα πορίσματα του Foucault, αναφορικά με τα έμπρακτα αποτελέσματα του τελεστικού λόγου: η χρήση της γλώσσας (απ)ενεργοποιεί συγκεκριμένους ρόλους, διυποκειμενικές σχέσεις και ιεραρχίες μαζί με αντίστοιχες (δια)δράσεις; μέσα από την λεκτικοποίηση αυτού του συνεκτικού πλέγματος υποκειμένων και πράξεων, οι έγκλειστοι κατανοούν και διαπλάθουν την πραγματικότητα με συγκεκριμένους – όχι με οποιουσδήποτε – τρόπους (Gee, 2011, σελ. 16-20· Foucault, 1980).

Επομένως, η αποκρυπτογράφηση του νοήματος του κανονιστικού συστήματος των εγκλείστων διά του λόγου που οι τελευταίοι μεταχειρίζονται, προϋποθέτει την κατανόηση της γλώσσας της φυλακής ως ενός μικρόκοσμου του ευρύτερου κανονιστικού συστήματος. Με άλλα λόγια, οι γλωσσικές χρήσεις μεταξύ των εγκλείστων αποκτούν νόημα μέσα από τη λειτουργία τους να τοποθετούν πρόσωπα σε συγκεκριμένες θέσεις και ιεραρχικά κλιμάκια, καθώς και να ενεργοποιούν συγκεκριμένες πράξεις. Εν τέλει, η γλώσσα της φυλακής καθρεφτίζει και παράλληλα αναπαράγει το μοναδικό πλέγμα προσώπων, ρόλων, σχέσεων και (δια)δράσεων, ήτοι το μοναδικό κανονιστικό context του ημιαυτόνομου κοινωνικού πεδίου της φυλακής (Gee, 2011, σελ. 101).

Προς μία έμπρακτη εφαρμογή του ως άνω θεωρητικού πλαισίου παρατίθεται το εξής παράδειγμα: έστω ότι ένας εξωτερικός παρατηρητής, παρακολουθώντας δύο εγκλείστους να επικοινωνούν για έναν τρίτο συγκρατούμενο τους, ακούει τη φράση “είναι λαρύγγι”. Μέσω μίας λεξικογραφικής προσέγγισης, δυσκολεύεται κάποιος να κατανοήσει το νόημα της χρήσεως αυτής της φράσης στο διάλογο των εγκλείστων (Gee, 2011, σελ. 3-4). Πράγματι, ένας άνθρωπος δεν μπορεί να ταυτίζεται με ένα όργανο του ανθρώπινου σώματος.

Μία πιο εύφορη σκέψη προϋποθέτει καταρχάς τον χαρακτηρισμό της εν λόγω φράσης ως γλωσσικής χρήσης διατυπωμένης στο ειδικό context της φυλακής (Gee, σελ. 2011, σελ. 101). Σύμφωνα με το κανονιστικό φίλτρο ερμηνείας, το ειδικό context της φυλακής συνιστά ένα σύστημα αντιστοίχισης προσώπων με συγκεκριμένους – όχι οποιουσδήποτε-ρόλους, θέσεις και ενέργειες (Foucault, 1980· Scheurich, 1997· Butler, 1997· Lynggaard, 2019). Οι δέ γλωσσικές χρήσεις των εγκλείστων, εδώ το “είναι λαρύγγι”, αντανακλούν και αναπαράγουν την εν λόγω αντιστοίχιση (Gee, 2011, σελ. 16-20, 101). Άρα, ως πρώτο συμπέρασμα, οι δύο έγκλειστοι μέσω της γλωσσικής χρήσης τους αντιστοιχούν το πρόσωπο του τρίτου εγκλείστου σε έναν συγκεκριμένο ρόλο/ιδιότητα, ο οποίος αυτόματα τον τοποθετεί σε μία συγκεκριμένη κοινωνική θέση· επιπλέον, η εν λόγω θέση ενεργοποιεί αυτόματα μία αλληλουχία ενεργειών από και προς το εν λόγω πρόσωπο.

Η περαιτέρω απόπειρα αποκρυπτογράφησης ενδεχομένως απαιτεί την παράλληλη αναγωγή σε κάποιες κανονιστικές σταθερές μεταξύ των εγκλείστων (κεφάλαιο 3 της παρούσας μελέτης), οι οποίες, σε συνδυασμό με λίγη φαντασία και αφαιρετική σκέψη μπορούν να οδηγήσουν σε μία εύλογη ερμηνεία του “είναι λαρύγγι”. Ένα βασικό παράδειγμα άγραφου κανόνα είναι η επιταγή προς τήρηση σιωπής (Καρδαρά, 2016· Ricciardelli, 2015). Πράγματι, η τήρηση σιωπής αποτελεί το απόσταγμα τόσο της απαγόρευσης καταδοτικής συμπεριφοράς ενώπιον του προσωπικού της φυλακής, όσο και της απαγορευμένης ανάμειξης ενός εγκλείστου σε υποθέσεις συγκρατουμένων του. Δεδομένου ότι ο λάρυγγας ως όργανο του σώματος είναι συνδεδεμένος με την παραγωγή φωνής και λόγου, η γλωσσική χρήση “είναι λαρύγγι” κατανοείται ως πιθανή παραβίαση του κανόνα περί τήρησης σιωπής από τον τρίτο έγκλειστο. Ο τελευταίος δεν “είναι λαρύγγι” επειδή απλώς μίλησε (όλοι άλλωστε μιλάμε), αλλά επειδή μίλησε όταν δεν έπρεπε να μιλήσει.

Αν και εφόσον η εύλογη αυτή υπόθεση είναι και η ορθή, η χρήση της γλώσσας των δύο εγκλείστων καθρέπτισε και ταυτόχρονα αναπαρήγαγε το κανονιστικό σύστημα της φυλακής: το “είναι λαρύγγι” αντιστοιχεί το πρόσωπο του τρίτου εγκλείστου στην θέση του “καταδότη” ή του “κουτσομπόλη” κρατουμένου· η περιαγωγή στη θέση αυτή (αναμένεται να) επιφέρει μία σειρά υλικών ενεργειών από και προς τον τρίτο κρατούμενο, όπως την άσκηση βίας εναντίον του, ή την συστηματική αποφυγή συγχρωτισμού του με άλλους εγκλείστους στο πλαίσιο της αυτοπροστασίας του (Gee, 2011, σελ. 37, 101· Foucault, 1972, σελ. 100· Foucault, 1980).

5. Παράθεση λεκτικών και φραστικών χρήσεων με κανονιστικό νόημα

Προς μία πληρέστερη κατανόηση του κανονιστικού φίλτρου στη γλώσσα των εγκλείστων, παρατίθενται στο εξής ελληνικές και αγγλικές λέξεις και φράσεις – όπως έχουν μέχρι στιγμής καταγραφεί και ταξινομηθεί από κοινωνικούς ερευνητές και πρώην εγκλείστους (Παπαδοπούλου, 1988· Καρδαρά, 2016, 2018· Kelley· Soniak, 2012· Rodarte, 2015· Bozelko, 2018). Οι λέξεις και οι φράσεις παρατίθενται μαζί με το νόημά τους, ενώ επιπλέον ταξινομούνται ανάλογα με τον κανόνα που ενσαρκώνει η χρήση τους. Επισημαίνεται ότι αρκετά από τα κάτωθι παραδείγματα ίσως έχουν σήμερα περισσότερο μία ιστορική αξία, δεδομένου ότι η γλώσσα αλλάζει δυναμικά με την πάροδο του χρόνου.

Ι. Λέξεις και φράσεις που ενσαρκώνουν τον κανόνα “Απαγορεύεται να καταδώσεις συγκρατούμενό σου, καθώς και να διατηρείς φιλικές σχέσεις με το υπαλληλικό προσωπικό της φυλακής”: 

Ελληνικά

α)“ρουφιάνος”= έχει το κλασικό νόημα το οποίο εξίσου χρησιμοποιείται και εκτός φυλακής

β) “ρούφος” / “ρουφ-ρουφ” / “Α2 ρουφ” / “αρχιρούφος” = παράγωγα του “ρουφιάνος” χρησιμοποιούμενα ως ενδείκτες συχνότητας της πληροφοριοδοσίας.

γ) “μουντιάλ” = Σύμφωνα με την  Παπαδοπούλου (1988) η λέξη αυτή αναφέρθηκε για έναν κρατούμενο που είχε “καρφώσει” συνολικά 22 άτομα.

δ) “Γιούδας” = προέρχεται από τον Ιούδα.

ε) “καρφί” = έχει το κλασικό νόημα το οποίο εξίσου χρησιμοποιείται και εκτός φυλακής για άνθρωπο, ο οποίος μαρτυρά πληροφορίες.

στ) “κύριος υπάλληλος” / “κύριος αρχιφύλακας” / “κύριος διευθυντής” = η γλωσσική αυτή χρήση δείχνει την ανεπιθύμητη εγγύτητα ενός εγκλείστου με το υπαλληλικό προσωπικό της φυλακής.

ζ) “το όργανο της διεύθυνσης” = αντίστοιχα δηλώνει την ανεπιθύμητη εγγύτητα και συνεργασία ενός εγκλείστου με το υπαλληλικό προσωπικό της φυλακής.

η) “ο φερτάκιας” / “καρφιάκιας” / “καρφωτάκης” = συνώνυμα με το “καρφί”.

θ) “πρόκα” = έτσι αποκαλείται η πράξη της προδοσίας.

ι) “τσανάκι” / “τσιράκι” = συνυποδηλωτικό της στενής συνεργασίας με τις αρχές της φυλακής.

ια) “τακίμι” / “θεληματίας” / “δικός του” / “δικός τους” = αναλόγως με στοιχείο υπ’ αριθμόν ι’.

ιβ) “Έσκασε το ρομπότ” = Σύμφωνα με την Παπαδοπούλου (1988) “είναι έκφραση που χρησιμοποιούν οι κρατούμενοι στην εμφάνιση του καταδίκου ρουφιάνου, για να δώσουν έμφαση στην απουσία ανθρώπινου στοιχείου”

ιγ) “ποιητές” / “τραγουδιστές” = η παραβολή νοήματος μπορεί να γίνει με εκείνον “που λέει το ποίημα”, ήτοι με εκείνον που μαρτυρά πληροφορίες.

ιδ) “χαμούρα” / “λεμές” / “κοπρίτης” / “λοβός” / “κερατάς” = απαξιωτικοί χαρακτηρισμοί για τον καταδότη έγκλειστο.

ιε) “υπηρεσιακός” = ανάλογη σημασία με το “όργανο”, τον “κύριο υπάλληλο” κ.λπ.

ιστ) “ευνοούμενος” = συνδέθηκε με το δικαίωμα εργασίας εντός φυλακής, που αν και δικαίωμα όλων των εγκλείστων, οι θέσεις ήταν λίγες, πόσο μάλλον οι προνομιακές εξ αυτών, οι κάτοχοι των οποίων θεωρούνταν ότι τις είχαν ακριβώς κερδίσει με αντάλλαγμα την ανταλλαγή πληροφοριών.

ιζ) “αποθηκάριος” = ευνοϊκή θέση εργασίας, η οποία συνδέθηκε με την προηγούμενη αναγκαία συναναστροφή με τις αρχές της φυλακής.

ιη) “ρόμπα” / “ρόμπα χωρίς κουμπιά” = παραβολή στο ένδυμα για τη δήλωση του ατιμωτικού περιβλήματος που έχει λάβει ο συνεργάτης με τους υπαλλήλους της φυλακής.

ιθ) “γλειψιματίας” / “γλείφτης” / “γαλοπούλα” = αυτός που συναναστρέφεται με τις αρχές και καταδίδει πληροφορίες.

ιι) “κόλακας” / “αυλοκόλακας” / “διπλομούτρης” / “διπλοπρόσωπος” = αντίστοιχο νόημα με το στοιχείο υπ’ αριθμόν θ’.

ιια) “ο κελαηδιστός” / “το γιουσουφάκι”= ο πληροφοριοδότης, ο καταδότης.

ιιβ) “Το λαρύγγι” = ο κρατούμενος που καρφώνει τους συγκρατούμενούς του.

ιιγ) “Στρατηγός” = ο αρχιρουφιάνος στη φυλακή.

ιιδ) “Ζορρό” / “λύκος” / “προστάτης” / “πατέρας” / “συνδικαλιστής” / “Γιάννης Αγιάννης” = ο έγκλειστος που έρχεται σε ευθεία ρήξη με τη διοίκηση της φυλακής στο πλαίσιο προάσπισης των συμφερόντων των λοιπών εγκλείστων.

Αγγλικά

a) “Snitch Jacket” = η κοινωνική ετικέτα που αποδίδεται στον έγκλειστο ο οποίος θεωρείται επίσημα καταδότης από τον πληθυσμό των εγκλείστων.

b) “Ride Leg” = ανάλογη σημασία με τον “κόλακα” και γενικά τον έγκλειστο ο οποίος συναναστρέφεται στενά το υπαλληλικό προσωπικό για να απολαύσει προνόμια.

c) “Drop as lip” = Ειδική μορφή κατάδοσης πληροφοριών, η οποία συνίσταται σε σύνταξη γράμματος- αιτήματος, το οποίο εσωκλείεται μαζί με άλλες επιστολές-αιτήματα στα κιβώτια αλληλογραφίας της φυλακής, τα κατά τα άλλα προορισμένα για υποβολή αιτημάτων νομικής βοήθειας

d) “Fire on the Line” = Μορφή προειδοποίησης για το πλησίασμα σωφρονιστικού υπαλλήλου.

e) “Hold your mud” = Αναφέρεται στην αναγκαία επίδειξη αντίστασης εκ μέρους του εγκλείστου, ακόμη και υπό την απειλή τιμωρίας ή άσκησης βίας, ενώπιον της επιτακτικής έκκλησης από σωφρονιστικό προσωπικό να αποκαλύψει πληροφορίες.

f) “No Smoke” = Η πρακτική του να ακολουθεί ένας έγκλειστος τις εντολές του προσωπικού χωρίς την παραμικρή αντίσταση ή πρόκληση αναστάτωσης.

g) “Dry Snitching” = Η αδιάκριτη κατάδοση εγκλείστου από συνέγκλειστό του σχετικά με επιλήψιμες πράξεις του πρώτου παρουσία του σωφρονιστικού υπαλληλικού προσωπικού.

h) “Bug” = Υπάλληλος της φυλακής, ο οποίος δεν μπορεί να γίνει πρόσωπο εμπιστοσύνης.

i) Kissass” = έχει αντίστοιχη σημασία με τον ελληνικό “κόλακα” / “γλείφτη”

j) Snitch = ο πληροφοριοδότης

k) Score points with staff” = φράση που συνυποδηλώνει την καλή, συστηματική συναναστροφή εγκλείστου με το υπαλληλικό προσωπικό της φυλακής, ακόμη και όταν αυτή λαμβάνει χώρα εντός υποχρεωτικού σωφρονιστικού προγράμματος, το οποίο πρέπει να παρακολουθούν υποχρεωτικά όλοι οι έγκλειστοι.

l) “Good Grouper” = ο τρόφιμος, ο οποίος στο πλαίσιο υποχρεωτικών σωφρονιστικών προγραμμάτων, παρίσταται με συνέπεια, συμμετέχει, συνεργάζεται και επικοινωνεί αρμονικά με το υπαλληλικό προσωπικό.

m) The enemy = ο χαρακτηρισμός αποδίδεται στους σωφρονιστικούς υπαλλήλους.

ΙΙ. Λέξεις και φράσεις που ενσαρκώνουν τον κανόνα “Οι υπόλοιποι συγκρατούμενοί σου πρέπει να μπορούν να βασίζονται σε εσένα”:

Ελληνικά

α) “ξηγημένος” / “ντερβίσι” / “φερέγγυος” / “τυπάς” / “κύριος” / “ντόμπρος”/ “υπόδειγμα” / “κανόνας” / “αλάνι” / “σκέτος” / “αλανιάρης” / “σπαθένιος” / “ζαγάρι” / “διαμάντι”= αναφέρεται στον υποδειγματικό κρατούμενο, στον οποίο μπορεί ένας συγκρατούμενος να στηριχθεί.

β) “κλεφτοκελάς” = ο έγκλειστος που κλέβει περιουσιακά στοιχεία και λοιπά υλικά αγαθά συνεγκλείστων του.

γ) “ποντικός” / “αρουραίος” = ο έγκλειστος που κλέβει περιουσιακά στοιχεία και λοιπά υλικά αγαθά συνεγκλείστων του τις νυχτερινές ώρες, όταν οι τελευταίοι κοιμούνται.

γ) “ρέστος” / “ρετάλι” / “λάγιος” / “λινάτσα” = δηλώνουν εξίσου τον κλέφτη έγκλειστο.

δ) “Δαγκώνω”: αποσπώ με ύπουλα μέσα πράγματα από συγκρατούμενους, όπως τσιγάρα και τηλεκάρτες.

ε) “μαυραγορίτης” = ο έγκλειστος που αισχροκερδεί, πωλώντας προϊόντα ανάγκης στους συγκρατουμένους τους ζητώντας για αντάλλαγμα δυσανάλογα ποσά.

στ) “Με πας βόλτα” / “με πας ταξίδι” = φράση που απευθύνεται στον έγκλειστο που μιλάει παραπλανητικά.

Αγγλικά

a) “Jody” / “Sancho” = κρατούμενος που διατηρεί εξωσυζυγικές σχέσεις με τη σύζυγο/σύντροφο του συγκρατουμένου του

b) “Chomo” = Εναλλακτικός τρόπος έκφρασης για τον παιδόφιλο. Αναφέρεται επίσης και στον τρόφιμο, ο οποίος έχει διαπράξει γενικότερα σεξουαλικό έγκλημα.

c)Diaper Sniper” = έγκλειστος καταδικασμένος για παρενόχληση παιδιού

ΙΙΙ. Λέξεις και φράσεις που ενσαρκώνουν τον κανόνα “Ακολούθησε βασικές, καθημερινές συμπεριφορές”:

Αγγλικά

a) Viking” = Τεμπέλης έγκλειστος, ο οποίος είναι απρόθυμος να καθαρίζει τον χώρο του και να κάνει μπάνιο.

b) Eyeball” = το “eyeballing” συνίσταται στο συνεχές κοίταγμα ενός εγκλείστου σε άλλο έγκλειστο ή στα πράγματά του.

c) “Funky = Ο έγκλειστος που δεν πλένεται.

IV. Λέξεις και φράσεις που ενσαρκώνουν τον κανόνα “Απαγορεύεται να ασχολείσαι με υποθέσεις έτερων συγκρατουμένων που δεν σε αφορούν”:

Ελληνικά

“Κάρτα”/ “ανοίγω κάρτα” = πρόκληση προβλημάτων και αναταραχών.

Αγγλικά

a)Roll up your window” = Έκκληση από κρατούμενο προς συγκρατούμενό του να σταματήσει να κρυφακούει τη συζήτηση του πρώτου με άλλο έγκλειστο και ειδικότερα να σταματήσει να σχολιάζει συμμετέχοντας απρόσκλητος στη συζήτηση.

b) Dipping in the Kool Aid: Εκφράζει την απόπειρα εγκλείστου να μπει σε συζήτηση άλλων συνεγκλείστων του, στην οποία δεν έχει λόγο να μπει ούτε τον προσκάλεσε κάποιος προς τούτο.

V. Λέξεις και φράσεις που ενσαρκώνουν τον κανόνα “Πρέπει να δείχνεις ότι δεν φοβάσαι, ότι είσαι σκληρός”:

Ελληνικά

α)“ο ωραίος” / “ο μάγκας της φυλακής” = έγκλειστος, ο οποίος είναι πρότυπο αρρενωπότητας, λεβεντιάς και θάρρους.

β)“ο καλός μάγκας” = ο μάγκας που δεν δίνει δικαιώματα.

γ) “ασίκης” / “σικλής” = ο περήφανος έγκλειστος

δ) “σερνικός” /“αρσενικός” / “ήταν αρσενικός, πήγε και τους μαχαίρωσε όλους” = ο έγκλειστος – πρότυπο αρρενωπότητας και ανδρισμού.

ε) “ζόρικος” / “σκληρό καρύδι” / “δεν προσκυνάει τον πασά” / “ξιφίας”= ο ανυπότακτος, ο θαρραλέος, ο σκληρός

στ) “Μπεσαλίδης” / “μπεσαλής” = ο έγκλειστος που έχει μέχρι και το θάρρος να ασκεί και την αυτοκριτική του.

ζ) “σαματατζής” / “τσαμπουκάς” / “φασαρίας” / “καπετάν φασαρίας” / “βαβούρας” / “κωλομάγκας” / “ψευτοπαλικαράς” / “τσαμπουκαλής” / “ζοχάδας”/ “νταής” / “Τζάγκο” / “Αλ-Καπόνε” / “μαφιόζος” / “τσιχλήμαγκες” / “πορδόμαγκες” / “νταήδες” / “μόρτηδες” / “κουτσαβάκια” / “Βαλτός” / “αμφίβολος” / “θεατρίνος”/ “μαγγίτης” = ο έγκλειστος που υποκρίνεται το σκληρό, αρρενωπό πρότυπο.

η) “καρασπάθας” / “Χίτλερ” / “στενός κορσές” / “δολοφόνος” / “κίλερ”/ “νταούφαρης” /μπελάς” = ο έγκλειστος που δεν υποκρίνεται ότι ενσαρκώνει το αρρενωπό, σκληρό πρότυπο, αλλά ο οποίος υπερβάλλει και γίνεται προκλητικός και απωθητικός με την επιθετικότητα και τους βίαιους τρόπους του.

θ) “Πρωτοπαλίκαρο” = ο έγκλειστος, ο οποίος διεκδικεί αρχηγική θέση στην ιεραρχία της φυλακής.

ι) “Σκοτώνει” / “σκοτώστρα” = ο οξύθυμος έγκλειστος, ο οποίος ανά πάσα στιγμή προτείνει το όπλο του (συνήθως μαχαίρι) έτοιμος να επιτεθεί.

ια) “Μαχαιρόβιοι” / “γκαζάκηδες” / “μεγάλα μαχαίρια” = πρόκειται για κοινωνικές ετικέτες που αποδίδονται σε οξύθυμους εγκλείστους, οι οποίες εκφράζουν την κλιμάκωση του φόβου που οι τελευταίοι προκαλούν στους λοιπούς εγκλείστους.

ιβ) “αδερφή” / “αδερφάρα” / “Λουμπίνα” / “χορεύτρια” / “πούστης” / “στηπού” = διάφορες λεκτικές παραλλαγές για τον παθητικό ομοφυλόφιλο ή θηλυπρεπή έγκλειστο.

ιγ) “Μουστακαλής” / “κωλομπαράς” = ο έγκλειστος, ο οποίος είναι ενεργητικός ομοφυλόφιλος.

ιδ) “κότα” / “κότα με λειρί” / “τρίλειρο” / “τετράλειρο” / “πούστης με λειρί” / “λειράτος” / “Χώνα” / “κουρτίνα” / “παλιόπουστα” / “αγριόπουστα” = λεκτικοί χαρακτηρισμοί οι οποίοι εκφράζουν με την σειρά που είναι γραμμένοι τη διαβάθμιση της ομοφυλοφιλικής συμπεριφοράς από τον θηλυπρεπή, φοβισμένο έγκλειστο στον εμφανώς ομοφυλόφιλο έγκλειστο.

ιε) “όρνιθες” / “Ορφέας” / “πορνοντίβα” = ευγενέστεροι τρόποι απόδοσης της ομοφυλοφιλικής ιδιότητας σε κάποιον έγκλειστο στο παρελθόν.

ιστ) “Ρόζα” / “Χουάνα” / “Λάουρα” / “Ούρσουλα” / “Τζένη” / “Φιορούλα” = γυναικεία ονόματα, με τα οποία προσφωνούνται έγκλειστοι οι οποίοι είναι ομοφυλόφιλοι.

Αγγλικά

a) “Chin Check” = περιγράφει την πρακτική της επίθεσης από έναν έγκλειστο στο σαγόνι άλλου έγκλειστου, προκειμένου ο πρώτος να ελέγξει αν ο δεύτερος θα επιστρέψει το χτύπημα.

b) “Cell Warrior” = Ο έγκλειστος που υποδύεται τον σκληρό εντός του κελιού του, αλλά σε συνθήκες ρήξης μέτωπο προς μέτωπο είναι δειλός.

c) “Wolf Tickets” = Συγκεκριμένα, η φράση αποδίδεται ολοκληρωμένα ως εξής: “He/ She is selling wolf tickets”. Απευθύνεται σε εγκλείστους οι οποίοι υποδύονται τους σκληρούς και προσκαλούν συχνά σε καυγά, χωρίς να έχουν ωστόσο καμία πρόθεση να πραγματοποιήσουν αυτά τα οποία εκφράζουν λεκτικά.

d) “Hoe Check” = Ομαδικός ξυλοδαρμός εκ μέρους εγκλείστων προς άλλο έγκλειστο, προκειμένου να διαπιστωθεί αν ο τελευταίος θα υπερασπίσει τον εαυτό του.

e) “O.G.” = Αρχικά προερχόμενα από την φράση “Original Gangster”. Πρόκειται για μία ετικέτα που αποδίδεται για λόγους σεβασμού σε πρεσβύτερους κρατούμενους, οι οποίοι διαβιούν στη φυλακή για χρόνια.

f) “Punk” = Εναλλακτικός χαρακτηρισμός που αποδίδεται για έγκλειστο ο οποίος είναι transexual ή ομοφυλόφιλος ή γενικά αδύναμος και μαλθακός.

g) “Real Talk” = Χρησιμοποιείται για σοβαρό, ευθύ και ειλικρινή έγκλειστο, ο οποίος ό,τι λέει το πράττει.

h)Vick”= ο έγκλειστος- θύμα ή ο έγκλειστος που πρόκειται να θυματοποιηθεί.

i)“Chitolean” = o ομοφυλόφιλος έγκλειστος.

j)“Agitator= ο προβοκάτορας έγκλειστος, ο οποίος προκαλεί καυγάδες μεταξύ άλλων εγκλείστων, επειδή του αρέσει να τους παρακολουθεί.

k) “Catch out” = οποιοδήποτε άτομο, έγκλειστος ή υπάλληλος, ο οποίος δεν άντεξε την πίεση του κοινωνικού περιβάλλοντος της φυλακής, και αποχώρησε.

l) “Checked” = Αναφέρεται σε έγκλειστο, ο οποίος δέχτηκε επίθεση, αλλά δεν ανταπέδωσε είτε από φόβο, είτε από αποτυχία, με αποτέλεσμα να θεωρείται “ελεγμένος” ή “υπό έλεγχο”.

m) “Fairone” = χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει έναν δίκαιο καυγά, έναν καυγά χωρίς όπλα.

n)Gump” = o ομοφυλόφιλος έγκλειστος.

o)Lame duck” = ευάλωτος έγκλειστος, ο οποίος στέκεται μόνος στο προαύλιο της φυλακής, εύκολο να θυματοποιηθεί.

Βλ.ολόκληρη τη μελέτη στο παρακάτω link: Η κανονιστική διάσταση ερμηνείας στη γλώσσα των εγκλείστων – KE.M.E. (e-keme.gr)

Βιβλιογραφία

Austin, J. L. (1962). How to Do Things with Words: The William James Lectures. Oxford: Clarendon Press.

Beck, A.J. & Harrison, P.M. (2010). Sexual Victimization in Prisons and Jails Reported by Inmates, 2008-09. Bureau of Justice Statistics.

Bozelko, C. (2018). Prison Slang Glossary. Prison Diaries. https://prison-diaries.com/.

Butler, J. (1997). Excitable Speech: A Politics of the Performative. New York: Routledge.

Clemmer, D. (1940). The Prison Community. Holt, Rinehart and Winston, New York.

Cohen, S. & Taylor, L. (1978). Prison Secrets. London: National Council for Civil Liberties/Radical Alternatives to Prison.

Crewe, B., Liebling, A. & Hulley, S. (2014). Heavy–light, absent–present: rethinking the ‘weight’ of imprisonment. The British Journal of Sociology 2014 65(3), 387-410. DOI: 10.1111/1468-4446.12084.  

Crewe, B. (2011). Depth, weight, tightness: Revisiting the pains of imprisonment. Punishment & Society 13(5), 509–529.  DOI: 10.1177/1462474511422172.

Crewe, B. (2011). Soft power in prison: Implications for staff– prisoner relationships, liberty and legitimacy. European Journal of Criminology 8(6), 455-468. DOI: 10.1177/1477370811413805. 

Crewe, B. (2009). The prisoner society: power, adaptation and social life in an English prison. Oxford: OUP, Clarendon.

Δαγτόγλου, Π. (2012). ΑΤΟΜΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ (4η έκδοση). Σάκκουλας: Αθήνα-Θεσσαλονίκη.

Δαγτόγλου, Π. (2013). ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ (6η έκδοση). Σάκκουλας: Αθήνα-Θεσσαλονίκη.

Δαγτόγλου, Π. (2014). ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ (7η έκδοση). Σάκκουλας: Αθήνα-Θεσσαλονίκη.

Downes, D. (1988). Contrasts in Tolerance. Oxford: Clarendon Press.

Drake, D.H., Darke, S. & Earle, R. (2015). Prison life, Sociology of: Recent Perspectives from the United Kingdom. International Encyclopedia of the Social & Behavioral Sciences 18, 924-929. http://dx.doi.org/10.1016/B978-0-08-097086-8.45035-X

Freeman, S. & Seymour, M. (2010). ‘Just waiting’: The nature and effect of uncertainty on young people in remand custody in Ireland. Youth Justice 10(2), 126–142. https://doi.org/10.1177/1473225410369298.

Foucault, M. (1980). Power/Knowledge. Selected Interviews and Other Writings 1972-1977. Pantheon Books. New York.

Foucault, M. (1972). The Archaeology of Knowledge. New York: Pantheon Books.

Garland, D. (1997). ‘Governmentality’ and the problem of crime: Foucault, criminology, sociology. Theoretical Criminology 1(2), 173–214. https://doi.org/10.1177/1362480697001002002.

Gee, J. P. (2011). An Introduction to Discourse Analysis: Theory and Method (3rd ed.). Routledge.

Goffman, E. (1961). On the characteristics of total institutions. Σε: Cressey, D. (Ed.), The Prison: Studies in Institutional Organization and Change. Holt, Rinehart and Winston, New York, pp. 15–67.

Gooch, K. & Treadwell, J. (2015). Prison Bullying and Victimization. University of Birmingham.

Henry, S. (1983). Private Justice. Boston: Routledge and Kegan Paul.

Hornqvist, M. (2010). Risk, Power and the State: After Foucault. Abingdon: Routledge.

Irwin, J. (1970), The Felon. Englewood Cliffs, NJ: Prentice Hall.

Irwin, J. (2004). The Warehouse Prison: Disposal of the New Dangerous Classes. Los Angeles, CA: Roxbury.

Καρδαρά, Α. (2016). Η μικροκοινωνία της φυλακής: ιεραρχία, άγραφοι νόμοι και… σιωπή. Postmodern. Διαθέσιμο σε: https://www.postmodern.gr/i-mikrokinonia-tis-fylakis-ierarchia-agrafi-nomi-ke-siopi/.

Καρδαρά, Α. (2018). Ο κώδικας των εγκλείστων. BLOKO. Διαθέσιμο σε: http://www.newsnowgr.com/article/1163026/o-kodikas-ton-egkleiston—tis-aggelikis-kardara.html.

Kelley, L. Best Prison Slang Words You (Hopefully Won’t) Need To Know-Prison Slang Glossary. Prison Writers. Διαθέσιμο σε: https://prisonwriters.com/want-learn-prison-slang/.

King R and McDermott K (1990). ‘My geranium is subversive’: Some notes on the management of trouble in prisons. British Journal of Sociology 41(4), 445–471.

King, R. & McDermott, K. (1995). The State of Our Prisons. Oxford: Clarendon Press.

Koulouris, N. K. & Aloskofis, W. (2013). Prison Conditions in Greece. European Prison Observatory-Detention conditions in the European Union, Antigone Edizioni Rome.

Lahm, K.F. (2008). Inmate-on-inmate assault: a multilevel examination of prison violence. Criminal Justice and Behavior 35 (1), 120–137.

Lynggaard, K. (2019). Discourse Analysis and European Union Politics. Palgrave Macmillan.

Mamedova v. Russia, no. 7064/05, ECHR, 2006.

Mc Glinchey and Others v. United Kingdom, no. 50390/99, ECHR, 2003.

Merry, S. E. (1988) Legal Pluralism. Law & Society Review 22(5), 869-896. https://doi.org/10.2307/3053638.   

Moore, S.F. (1973). Law and Social Change: The Semi-Autonomous Social Field as an Appropriate Subject of Study,  Law & Society Review 7(4),  719-746.  https://doi.org/10.2307/3052967.

Mulvey , C. (2010). Prison Lingo: The Language of the Prison Community. THE ENGLISH PROJECT. Διαθέσιμο σε: http://www.englishproject.org/resources/prison-lingo-language-prison-community.

Organization for Security and Co-Operation in Europe- Mission to Bosnia and Herzegovina (2011). “Torture, Ill-treatment and Disciplinary Proceedings in Prisons of Bosnia and Herzegovina, An assessment of the human rights situation in penitentiary institutions in Bosnia and Herzegovina” .

Ostovar v. Moldova, no. 35207/03, ECHR, 2005.

Παπαδοπούλου, Π.Δ. (1988). ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΦΥΛΑΚΗ. Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών. Διαθέσιμο σε: https://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/ekke/article/viewFile/7423/7146.

Pantea v. Romania, no. 33343/96, ECHR, 2003.

PEERS v. Greece, no. 28524/95, ECHR, 2001.

Peker v. Turkey, no. 42136/06, ECHR, 2011.

Pospisil, L. (1971). The Anthropology of Law: A Comparative Theory of Law. New York: Harper and Row.

Rodarte, B. (2015). The Unique Dialect of Prison Slang. Psychrod, A Site With All.

Ricciardeli, R. (2014). An examination of the inmate code in Canadian penitentiaries. Journal of Crime and Criminal Justice 37(3), 234-255. https://doi.org/10.1080/0735648X.2012.746012.  

SAOUD  v. France, no. 9375/02, ECHR, 2007.

Scheurich, J.J. (1997). Research Method in the Postmodern. Psychology Press.

Slate R.N. & Johnson, W.W. (2008). The Criminalization of Mental Illness: Crisis and Opportunity for the Justice System. Durham, NC: Carolina Academic Press.

Sexton, L., Jenness, V. &  Sumner, J.M (2010). Where the Margins Meet: A Demographic Assessment of Transgender Inmates in Men’s Prisons. Justice Quarterly 27(6), 835-866. https://doi.org/10.1080/07418820903419010.  

Scraton, P., Sim, J. & Skidmore, P. (1991). Prisons under Protest. Milton Keynes: Open University Press.

Soniak, M. (2012). 50 Prison Slang Words To Make You Sound Like a Tough Guy. Mental Floss. Διαθέσιμο σε: https://www.mentalfloss.com/article/12794/50-prison-slang-words-make-you-sound-tough-guy.

Sparks, R., Bottoms, A. & Hay, W. (1996). Prisons and the problem of order. Oxford: Clarendon.

Stephan, J.J. & Karberg, J.C. (2003). Census Of State And Federal Correctional Facilities, 2000. Census of State and Federal Correctional Series. Διαθέσιμο στο: https://www.bjs.gov/index.cfm?ty=pbdetail&iid=533.

Sykes, G.M. and Messinger, S.L., (1960). The inmate social system. In: R.A. Cloward, D.R. Cressey, G.H. Grosser, R. McCleery, L.E. Ohlin, G.M. Sykes, & S.L. Messenger, eds. Theoretical studies in social organization of the prison. New York: Social Science Research Council.

Sykes, G.M. (1958). The Society of Captives: A Study of a Maximum Security Prison. Princeton University Press, Princeton.

Useem, B. & Kimball, P. (1991). States of Siege. U.S. Prison Riots, 1971-1986. Oxford University Press.

Useem, B. (1985). Disorganization and the New Mexico prison riot of 1980. American Sociological Review, 50(5), 677–688. https://doi.org/10.2307/2095381.

Van der Ven v. the Netherlands, no. 50901/99, ECHR, 2003.

Walsh, A. & Stohr, M.K (2011). Corrections: The Essentials. Sage publications.

Wahidin, A. & Ardley, J. (2008). Prisons and Penal Policy. Σε: Stout, B., Yates, J. & Williams, B. (2008). Applied Criminology.  Sage Publications.

Ward, D.A. & Kassebaum, G.G. (1965). Women’s Prison: Sex and Social Structure. Aldine, Chicago.

Wellford, C. (1967). Factors associated with adoption of the inmate code: a study of normative socialization. Journal of Criminal Law, Criminology, and Police Science 58(2), 197–203.

Wieder, D. L. (1969). The Convict Code: A study of a moral order as a persuasive activity. University of California. Διαθέσιμο σε: https://www.sedit.org.uk/resources/Wieder_Convict_Code.pdf.

Winfree, T., Newbold, G. & Tubb, H. (2002). Prisoner perspectives on inmate culture in New Mexico and New Zealand. The Prison Journal 82(2), 213–233.

Wittgenstein, L. (1953). Philosophical Investigations. Malden: Blackwell.

Wolff, N., Blitz, C.,  Shi, J., Bachman, R. & Siegel, J.A. (2006). “Sexual Violence Inside Prisons: Rates of Victimization”, Journal of Urban Health 83(5), 835-848. doi:10.1007/s11524-006-9065-2.

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Παν/μίου Αθηνών – Φιλόλογος. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός και είναι Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Παράλληλα, οργανώνει σεμιναριακά μαθήματα και δίνει διαλέξεις στο αντικείμενο της εξειδίκευσής της «Έγκλημα και Media». Συνεργάστηκε με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει τη συγγραφή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων: «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» & «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ», με Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας κ.Γιάννη Πανούση. Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αντικείμενο «Εγκληματολογία & ΜΜΕ». Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα, την αρθρογραφία και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts