Η εκπαίδευση σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και οι έντονοι προβληματισμοί των μαθητών της Τρίτης Λυκείου

της Αγγελικής Καρδαρά.

Η αγωνία των μαθητών της Τρίτης Λυκείου κορυφώνεται και οι έντονες οι ανησυχίες τους, όπως αποτυπώνονται και από επιστολές που δημοσιεύονται στα ΜΜΕ, δεν μπορούν να μας αφήσουν αδιάφορους. Είναι τα όνειρά τους, που φοβούνται ότι θα γκρεμιστούν, και οι θυσίες τους, που τρομάζουν ότι θα πάνε χαμένες. Δυστυχώς, βιώνουμε μία πρωτόγνωρη κατάσταση. Η Ανθρωπότητα δίνει μία σκληρή μάχη για τη διασφάλιση του πιο πολύτιμου αγαθού -της δημόσιας υγείας- και το ποτέ θα μπορέσουμε να επιστρέψουμε στις ζωές μας είναι ακόμα αβέβαιο, καθώς όλοι περιμένουμε εναγωνίως τις απαντήσεις της επιστημονικής κοινότητας, που πρέπει να αξιολογήσει τις καταστάσεις.  

Σε αυτήν τη δύσκολη συγκυρία ωστόσο, οι μαθητές καλούνται να σηκώσουν ένα πολύ βαρύ φορτίο. Η προετοιμασία τους, εξαιτίας συνθηκών, κόπηκε απότομα και μάλιστα σε ένα κομβικό σημείο, και το κλίμα αβεβαιότητας που επικρατεί, λειτουργεί επιβαρυντικά στην ψυχολογία τους, αποτελώντας ένα επιπρόσθετο βάρος σε όλα τα υπόλοιπα ζητήματα που αντιμετωπίζει η κοινωνία συλλογικά και βέβαια η κάθε οικογένεια ξεχωριστά.   

Τα παραπάνω καθιστούν εμφανές ότι οι αρμόδιοι φορείς του Υπουργείου Παιδείας πρέπει με πολύ μεγάλη κοινωνική ευαισθησία να προσεγγίσουν το θέμα, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τους και τον σημαντικό ψυχολογικό παράγοντα. Επίσης, για να αποφευχθούν οι κοινωνικές ανισότητες, μία λύση που φαίνεται δίκαιη είναι να εξεταστούν οι υποψήφιοι μόνο σε ύλη που έχουν διδαχθεί. Εξέχουσας σημασίας όμως ζήτημα είναι και η κάλυψη εκπαιδευτικών κενών, ώστε να μη χάνονται πολύτιμες ώρες μαθημάτων στα δημόσια σχολεία, όπως τώρα με επιστολές τους τονίζουν μαθητές.  

Σε ένα εξίσου σημαντικό επίπεδο -και δεδομένου ότι η κατάσταση αυτή καταδεικνύει την επιτακτική ανάγκη για έναν “σχεδιασμό έκτακτης ανάγκης” ώστε να μπορούν να λειτουργούν βασικές δομές της κοινωνίας- πρέπει να υπάρξει ένας ενιαίος εκπαιδευτικός σχεδιασμός σε όλα τα σχολεία για την “εκπαιδευτική στήριξη” που θα παρέχεται αυτή την περίοδο σε όλο τον μαθητικό πληθυσμό. Διαφορετικά θα προκύψουν πολλές ανισότητες και άλλα καίρια ζητήματα, τα οποία, όταν τα παιδιά επιστέψουν στις σχολικές αίθουσες, θα είναι έντονα και θα πρέπει με κάποιον τρόπο να επιλυθούν. Πρωταρχικό σημείο είναι να δοθεί βαρύτητα στην αντιμετώπιση των τεχνικών ζητημάτων, ώστε να εξασφαλιστεί η ισότιμη πρόσβαση όλων των μαθητών στο διαδικτυακό σχολείο, καθώς και η διασφάλιση ότι κανένας μαθητής δεν περιθωριοποιείται από τη διαδικασία. Ενδεχομένως με καθιέρωση διαφορετικών μερών και ωρών, ώστε να μην υπάρχει υπερφόρτωση των δικτύων και να μπορούν όλοι οι μαθητές να έχουν μία επικοινωνία (έστω και περιορισμένη αρχικά) με τους καθηγητές τους στο πλαίσιο της “εκπαιδευτικής στήριξης”. Είναι σαφώς προτιμότερο να γίνουν λιγότερα πράγματα αυτή την περίοδο αλλά να είναι ουσιαστικά και να προσφέρουν μία στήριξη σε όλα τα παιδιά παρά να καλλιεργούνται υψηλές προσδοκίες και να διαψευστούν. 

Παράλληλα, αυτή η πρωτόγνωρη κατάσταση που βιώνουμε φέρνει στο φως πολύ σοβαρά εκπαιδευτικά ζητήματα που κάποτε πρέπει με τόλμη να αντιμετωπιστούν. Είναι σημαντικό το σύγχρονο ελληνικό σχολείο να ανοίξει νέους ορίζοντες στη γνώση. Η εξοντωτική προετοιμασία για τις εισαγωγικές εξετάσεις είναι ένας δρόμος που τελικά κλείνει τον δρόμο στη γνώση και επιβαρύνει οικονομικά αλλά και συναισθηματικά-ψυχολογικά τον μαθητικό πληθυσμό και τις οικογένειές τους. 

Είναι θλιβερή εικόνα να μη γνωρίζουμε καν πότε θα επιστρέψουμε στις ζωές μας και οι μαθητές της Τρίτης Λυκείου να αγωνιούν (απολύτως δικαιολογημένα) για το πότε θα δώσουν εξετάσεις, αφού με το “όνειρο των εξετάσεων” μεγαλώνουμε από παιδιά. Το σχολείο όμως πρέπει να αποδεσμευτεί από αυτήν τη διαδικασία και να αποκτήσει έναν διαφορετικό προσανατολισμό. Να ανοίξει νέους δρόμους στη σκέψη των νέων και να τους δώσει και άλλες σημαντικές επιλογές.  

Για να επιτευχθεί όμως το παραπάνω πρέπει κάποτε να ξεφύγουμε από λογικές χρόνων που μετατρέπουν την αποστήθιση και τη στείρα μάθηση σε κύριους άξονες της εκπαιδευτικής διαδικασίας και να περάσουμε σε μία νέα εκπαιδευτική εποχή, με τον μαθητικό πληθυσμό να έχει έναν ενεργό και ουσιαστικό ρόλο στην εκπαιδευτική διαδικασία. Να μην είναι μόνο δέκτης πληροφοριών αλλά να μαθαίνει με τρόπο βιωματικό και δημιουργικό, ώστε να  κατανοεί τη βαθύτερη ουσία των διδασκόμενων μαθημάτων και να προσεγγίζει κριτικά όλα τα υπό διερεύνηση ζητήματα. 

Είναι σαφές άλλωστε ότι ένας κριτικά σκεπτόμενος νέος που έχει μάθει τρόπους να αναζητά τις πληροφορίες που χρειάζεται, να διατυπώνει τις ιδέες του με λόγο συγκροτημένο, να εκπονεί εργασίες, να είναι δημιουργικός και να συνεργάζεται εποικοδομητικά, μπορεί να ανταποκριθεί καλύτερα και πιο αποτελεσματικά στις προκλήσεις της εποχής. Παράλληλα να μην περιθωριοποιούνται παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες στα οποία πρέπει επίσης να δοθεί χώρος και χρόνος για να αναδείξουν και τη δική τους αξία. Κάθε μαθητής άλλωστε είναι μοναδικός και ξεχωριστός και αποτελεί επίσης ένα μήνυμα της εποχής η ανάδειξη της αξίας του κάθε ατόμου. 

Όπως σε πολλά κείμενά μου έχω γράψει, θεωρώ εξαιρετικά σημαντικό βήμα μέχρι τη Β’ Λυκείου οι μαθητές να είναι αποδεσμευμένοι από το φρικτό φορτίο και την πίεση των επικείμενων εισαγωγικών εξετάσεων. Να έχουν τον χρόνο να αναπτύξουν τις δεξιότητές τους και να ανακαλύψουν νέες πτυχές της προσωπικότητας τους. Με αυτό τον τρόπο το εκπαιδευτικό σύστημα θα “ανασάνει” και θα μπορέσει να δώσει βαρύτητα και σε μαθήματα και δράσεις που καλλιεργούν το πνεύμα των μαθητών, όπως λογοτεχνικά κείμενα, θεατρικό λόγο, μουσικά και καλλιτεχνικά δρώμενα. Στα τέλη της Β’ Λυκείου οι μαθητές με τη βοήθεια του σχολικού προσανατολισμού και συζήτηση με τους εκπαιδευτικούς τους θα μπορέσουν να προσανατολιστούν στον επιστημονικό ή τεχνικό κλάδο που θέλουν να επιλέξουν και η Τρίτη Λυκείου, αποδεσμευμένη από τις υπόλοιπες τάξεις του Λυκείου,  να αποτελεί την προπαρασκευαστική τάξη για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, με δυνατότητα επανάληψής της. Ένας εντατικός χρόνος προετοιμασίας με μεγαλύτερη εξοικείωση των μαθητών με τις απαιτήσεις των Πανεπιστημίων και τα ζητούμενα κάθε Σχολής θα δώσει τη δυνατότητα στον μαθητικό πληθυσμό να αποκτήσει μία σαφέστερη εικόνα για την κάθε Σχολή, προκειμένου η επιλογή του κάθε υποψήφιου να ανταποκρίνεται στα πραγματικά “θέλω” του και όχι σε αυτό που φαντάζεται ή ελπίζει ότι είναι ή θα του προσφέρει κάθε Σχολή. Σε αυτή την προπαρασκευαστική τάξη θα ήταν σημαντικό να υπάρχει μία στενή συνεργασία μέσω ενημερωτικών και επιστημονικών δράσεων και από τις Πανεπιστημιακές Σχολές. 

Δυστυχώς όλη αυτή η πίεση που νιώθουν οι μαθητές στη διάρκεια των σχολικών τους χρονών με αποκορύφωμα τις δύο τελευταίες τάξεις του Λυκείου οδηγεί σε μία κόπωση στη διάρκεια των φοιτητικών τους σπουδών ή/και σε μία διάψευση των προσδοκιών τους και απογοήτευση των ονείρων τους μπαίνοντας σε μια Σχολή που τελικά δεν εκφράζει τα “θέλω” τους. Πιστεύω επίσης  ότι οι αιτιάσεις χρονών των μαθητών για έλλειψη δημιουργικότητας και στείρα μάθηση στα σχολεία πρέπει να προβληματίσει τους ειδικούς χάραξης εκπαιδευτικής πολιτικής,  οι οποίοι θα τολμήσουν να “αναστήσουν” το εκπαιδευτικό σύστημα με ριζικές αλλαγές και καινοτόμες δράσεις.  

Συνοψίζοντας, οι σύγχρονες κοινωνίες κλυδωνίζονται και η αβεβαιότητα για το αύριο γεννά σε όλους προβληματισμό. Σε αυτή την κρίσιμη μάχη όλοι μας νιώθουμε ευάλωτοι και θέλουμε να αντλήσουμε δύναμη για να συνεχίσουμε. Επομένως, με ευαίσθητη κοινωνική ματιά, πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη προσοχή στους προβληματισμούς των σύγχρονων νέων και να τους στηρίξουμε με τρόπο ουσιαστικό, δίνοντας απαντήσεις  στα φλέγοντα ερωτήματά τους.

Φωτογραφία ανάρτησης: Richard Lee @flickr.

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Παν/μίου Αθηνών – Φιλόλογος. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός και είναι Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Παράλληλα, οργανώνει σεμιναριακά μαθήματα και δίνει διαλέξεις στο αντικείμενο της εξειδίκευσής της «Έγκλημα και Media». Συνεργάστηκε με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει τη συγγραφή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων: «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» & «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ», με Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας κ.Γιάννη Πανούση. Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αντικείμενο «Εγκληματολογία & ΜΜΕ». Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα, την αρθρογραφία και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts