Η έννοια της «δεύτερης ευκαιρίας» στον ανήλικο παραβάτη

της Αγγελικής Καρδαρά.

Στα τέλη του 19ου αιώνα, περισσότερο δέ τον 20ό αιώνα υπό την επίδραση των σημαντικών ιδεών των επιστημών συμπεριφοράς και κυρίως της εξελικτικής ψυχολογίας, επικράτησε η ιδέα ότι τα παιδιά διαφέρουν θεμελιακά από τους ενήλικες και ως εκ τούτου πρέπει να έχουν ανάλογη μεταχείριση. Ο ανήλικος δεν θεωρείται πλέον μικρογραφία του ενήλικου και κρίνεται ότι έχει ανάγκη από ιδιαίτερη μεταχείριση από τον νομοθέτη και τον δικαστή. Για τον λόγο αυτό δημιουργήθηκαν εναλλακτικές ποινικοσωφρονιστικές δυνατότητες, άσυλα και ορφανοτροφεία για παιδιά, ενώ θεσπίστηκε η υπαγωγή των ανήλικων δραστών σε ειδικό δικονομικό καθεστώς μεταχείρισης. Αποτέλεσμα αυτών των νέων ιδεολογικών τάσεων ήταν και η ίδρυση του πρώτου παγκοσμίως δικαστηρίου ανηλίκων, του «Chicago Juvenile Court» το 1899 στο Ιλινόι των ΗΠΑ. Σύμφωνα με τις σύγχρονες αντιλήψεις της εγκληματολογίας, που επηρεάζονται από την εξελικτική ψυχολογία, ο ανήλικος χαρακτηρίζεται από έλλειψη ωριμότητας, καθώς αυτή συντελείται συνήθως κατά το 20ό έτος της ηλικίας[1].

Ορισμός του «ανήλικου παραβάτη» στον ελληνικό Ποινικό Κώδικα και στο Δίκαιο Ανηλίκων

Η Διεθνής Σύμβαση για τα Δικαιώματα του παιδιού ορίζει ως παιδιά «όλα τα ανθρωπινά όντα με ηλικία μικρότερη των δεκαοκτώ ετών, εφόσον αυτά είναι ανήλικα κατά το εθνικό δίκαιο». Σύμφωνα με τον ελληνικό Ποινικό Κώδικα, οι ανήλικοι δράστες αξιόποινων πράξεων υποβάλλονται σε αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα ή σε ποινικό σωφρονισμό.

Είναι σημαντικό να υπογραμμισθεί στο σημείο αυτό ότι το Δίκαιο Ανηλίκων διαφοροποιείται από το κυρίως ποινικό δίκαιο σε δύο βασικά σημεία. Πρώτον, στη διαφορετική στοχοθεσία, δεδομένου ότι στην περίπτωση των ανηλίκων αποβλέπει πρωτίστως στη διαπαιδαγώγησή τους και στην αποτροπή τέλεσης εκ μέρους τους νέων αδικημάτων και όχι στην τιμώρησή τους ή την ανταπόδοση του διαπραχθέντος αδίκου και δεύτερον,στα χρησιμοποιούμενα μέσα για εκπλήρωση των σκοπών του, τα οποία έχουν πολλές φορές χαρακτήρα μη αμιγώς ποινικό, ιδίως μάλιστα όταν ο ανήλικος δεν έχει ακόμη τελέσει κάποια αξιόποινη πράξη, αλλά παρά ταύτα κρίνεται ότι πρέπει να προστατευθεί εγκαίρως πριν από την όποια ενδεχόμενη παρεκτροπή του. Γι’ αυτό άλλωστε ορισμένοι συγγραφείς διακρίνουν ανάμεσα σε δίκαιο ανηλίκων με ευρεία έννοια (πρόκειται για το σύνολο των κανόνων δικαίου – ποινικού ή μη χαρακτήρα- που αφορούν γενικά τους ανηλίκους) και σε δίκαιο ανηλίκων με στενή έννοια, το οποίο ρυθμίζεται από το ποινικό δίκαιο και υποδιακρίνεται σε ποινικό δίκαιο ανηλίκων (με ρυθμίσεις μόνο για ανηλίκους δράστες ποινικών παραβάσεων) και σε δίκαιο πρόνοιας ανηλίκων (που αφορά κυρίως «προπαραβατικούς» ανηλίκους, δηλαδή ανηλίκους με δυσχέρειες κοινωνικής προσαρμογής και με άμεσο τον κίνδυνο να παραβούν τον ποινικό νόμο, χωρίς όμως η παράβαση αυτή να έχει ακόμη τελεσθεί).[2] 

Συνεπώς, διαπιστώνουμε στο σημείο αυτό ότι η προσέγγιση ζητημάτων ανηλικότητας στον νόμο και η συνεπακόλουθη «ποινική μεταχείριση ανηλίκων» διαφοροποιείται από την αντίστοιχη των ενηλίκων, γεγονός που ασφαλώς δεν είναι τυχαίο αλλά βασίζεται σε μία ολόκληρη «φιλοσοφία σκέψης», η οποία λαμβάνει υπ’ όψιν της την ανάπτυξη του ανήλικου (τόσο στο σύνολό της, όσο και στις επιμέρους εξελίξεις της) και τον χρόνο που χρειάζεται για να συντελεστεί αυτή, τον βαθμό ωριμότητάς του, την ψυχοσύνθεση και εν γένει προσωπικότητά του, και θεμελιώνεται στα πορίσματα ερευνών και μελετών.

Ας εξετάσουμε όμως ειδικά, τι προβλέπει ο ΠΚ για τους ανήλικους παραβάτες.

Άρθρο 121 – Ποινικός Κώδικας (Νόμος 4619/2019) – Ορισμός

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΙΣΧΥΟΣ: 01/07/2019

1. Στο κεφάλαιο αυτό με τον όρο ανήλικοι νοούνται αυτοί που κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης έχουν ηλικία μεταξύ του δωδέκατου και του δέκατου όγδοου έτους της ηλικίας τους συμπληρωμένων.

2. Οι ανήλικοι υποβάλλονται σε αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα ή σε περιορισμό σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων σύμφωνα με τις διατάξεις των επόμενων άρθρων[3].

To Άρθρο 122 του ΠΚ (Νόμος 4619/2019) ορίζει τα αναμορφωτικά μέτρα για τον ανήλικο παραβάτη ως ακολούθως:

1. Αναμορφωτικά μέτρα είναι: α) η επίπληξη του ανηλίκου, β) η ανάθεση της υπεύθυνης επιμέλειας του ανηλίκου στους γονείς ή στους επιτρόπους του, γ) η ανάθεση της υπεύθυνης επιμέλειας του ανηλίκου σε ανάδοχη οικογένεια, δ) η ανάθεση της επιμέλειας του ανηλίκου σε προστατευτικές εταιρείες ή σε ιδρύματα ανηλίκων ή σε επιμελητές ανηλίκων, ε) η συνδιαλλαγή μεταξύ ανήλικου δράστη και θύματος για έκφραση συγγνώμης και εν γένει για εξώδικη διευθέτηση των συνεπειών της πράξης, στ) η αποζημίωση του θύματος ή η κατ’ άλλον τρόπο άρση ή μείωση των συνεπειών της πράξης από τον ανήλικο, ζ) η παρακολούθηση κοινωνικών και ψυχολογικών προγραμμάτων σε κρατικούς, δημοτικούς, κοινοτικούς ή ιδιωτικούς φορείς, η) η φοίτηση σε σχολές επαγγελματικής ή άλλης εκπαίδευσης ή κατάρτισης, θ) η παρακολούθηση ειδικών προγραμμάτων κυκλοφοριακής αγωγής, ι) η παροχή κοινωφελούς εργασίας, ια) η ανάθεση της επιμέλειας και επιτήρησης του ανηλίκου σε προστατευτικές εταιρείες ή σε επιμελητές ανηλίκων και ιβ) η τοποθέτηση σε κατάλληλο κρατικό, δημοτικό, κοινοτικό ή ιδιωτικό ίδρυμα αγωγής.

2. Σε κάθε περίπτωση, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει ως πρόσθετα αναμορφωτικά μέτρα επιπλέον υποχρεώσεις που αφορούν στον τρόπο ζωής του ανηλίκου ή στη διαπαιδαγώγησή του. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να επιβάλει δύο ή περισσότερα από τα μέτρα που προβλέπονται στα στοιχεία α΄ έως και ια΄ της προηγούμενης παραγράφου.

3. Η επιλογή του αναμορφωτικού μέτρου που πρόκειται να επιβληθεί διέπεται από την αρχή της επικουρικότητας, για την εφαρμογή της οποίας τα αναμορφωτικά μέτρα που προβλέπονται στα στοιχεία α΄- θ΄ της πρώτης παραγράφου προτάσσονται των υπολοίπων. Το περιεχόμενο και η διάρκεια κάθε μέτρου πρέπει να είναι ανάλογα προς τη βαρύτητα της πράξης που έχει τελεστεί, την προσωπικότητα του ανηλίκου και τις βιοτικές του συνθήκες. Με αποφάσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ρυθμίζονται όλα τα θέματα που αφορούν στην επιβολή και εκτέλεση των μέτρων της πρώτης παραγράφου.

4. Στην απόφαση του δικαστηρίου ορίζεται η μέγιστη διάρκεια του αναμορφωτικού μέτρου. 

Να σημειωθεί εδώ  ότι το άρθρο 123 του ΠΚ ορίζει θεραπευτικά μέτρα, αν η κατάσταση του ανηλίκου απαιτεί ιδιαίτερη μεταχείριση, ιδίως αν πάσχει από ψυχική ασθένεια ή τελεί σε νοσηρή διατάραξη των πνευματικών του λειτουργιών ή από οργανική νόσο ή κατάσταση που του δημιουργεί σοβαρή σωματική δυσλειτουργία ή του έχει γίνει έξη η χρήση οινοπνευματωδών ποτών ή ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις ή εμφανίζει ανώμαλη καθυστέρηση στην πνευματική και την ηθική του ανάπτυξη. Ασφαλώς, τα θεραπευτικά μέτρα, όπως ορίζει ο ΠΚ, διατάσσονται ύστερα από προηγούμενη διάγνωση και γνωμοδότηση από εξειδικευμένη ομάδα ιατρών, ψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών, οι οποίοι κατά περίπτωση υπάγονται σε Μονάδα του Υπουργείου Δικαιοσύνης ή σε ιατρικά κέντρα υγείας ή κρατικά νοσηλευτικά ιδρύματα (βλ. άρθρο 123 ΠΚ «Θεραπευτικά μέτρα»). Το άρθρο 124 ορίζει τη μεταβολή ή άρση μέτρων. Ειδικότερα, ορίζει ότι το δικαστήριο που δίκασε μπορεί οποτεδήποτε να αντικαταστήσει τα αναμορφωτικά μέτρα που επέβαλε με άλλα, αν το κρίνει αναγκαίο. Αν τα μέτρα εκπλήρωσαν τον σκοπό τους, τα αίρει (βλ. άρθρο 124 ΠΚ «Μεταβολή ή άρση μέτρων»).

Πολύ σημαντικά και τα άρθρα 126 και 127, για την ποινική μεταχείριση των ανηλίκων και για τον περιορισμό σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων, αντιστοίχως, τα οποία παραθέτουμε ακολούθως:

Άρθρο 126 – Ποινικός Κώδικας (Νόμος 4619/2019) – Ποινική μεταχείριση των ανηλίκων

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΙΣΧΥΟΣ: 01/07/2019

1. Η αξιόποινη πράξη που τελέστηκε από ανήλικο δώδεκα έως δεκαπέντε ετών δεν καταλογίζεται σε αυτόν. Το δικαστήριο μπορεί να του επιβάλει αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα.

2. Σε ανήλικο που τέλεσε αξιόποινη πράξη και έχει συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας του επιβάλλονται επίσης αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα, εκτός αν κρίνεται αναγκαίο να επιβληθεί περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων κατά το επόμενο άρθρο[4]

Άρθρο 127 – Ποινικός Κώδικας (Νόμος 4619/2019) – Περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΙΣΧΥΟΣ: 09/08/2019

1. Περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων επιβάλλεται μόνο σε ανηλίκους που έχουν συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας τους, εφόσον η πράξη τους, αν την τελούσε ενήλικος θα ήταν κακούργημα και εμπεριέχει στοιχεία βίας ή στρέφεται κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας. Η απόφαση πρέπει να περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την οποία να προκύπτει γιατί τα αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα δεν κρίνονται στη συγκεκριμένη περίπτωση επαρκή ενόψει των ιδιαίτερων συνθηκών τέλεσης της πράξης και της προσωπικότητας του ανηλίκου.

2. Στην απόφαση ορίζεται επακριβώς ο χρόνος παραμονής του ανηλίκου στο κατάστημα αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 54[5]

«Ποιες πράξεις συμπεριλαμβάνονται στην παραβατικότητα ανηλίκων;»

Διαχρονικά, στην παραβατικότητα ανηλίκων, εφηβικής κατά κύριο λόγο ηλικίας, συμπεριλαμβάνονται τρεις μεγάλες κατηγορίες αδικημάτων που είναι οι εξής:

  • Σωματικές βλάβες.
  • Εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας (κυρίως κλοπές).
  • Παραβάσεις ειδικών ποινικών νόμων.

Όσον αφορά ειδικά την πρόληψη της παραβατικότητας των ανήλικων, δύο είναι τα βασικά πορίσματα που έχουν προκύψει από πολλές επιστημονικές μελέτες: Πρώτον, ότι οι διαπιστούμενες πράξεις της παραβατικότητας ανηλίκων εμφανίζουν αξιοσημείωτη έξαρση στην ακμή της εφηβείας (περί τα 14 – 16 έτη), στη συνέχεια όμως σημειώνουν κατά κανόνα εντυπωσιακή ύφεση, λαμβάνοντας περιστασιακό χαρακτήρα και δεύτερον, ότι οι σοβαρού χαρακτήρα διαπιστούμενες πράξεις παραβατικότητας ανηλίκων διαπράττονται κατά το μεγαλύτερο μέρος τους από ένα συγκριτικά ολιγάριθμο ποσοστό νεαρών ατόμων, που συνήθως προέρχονται από οικογένειες που χαρακτηρίζονται «δυσλειτουργικές». Μάλιστα, η ύφεση αυτή είναι στους αρχάριους δράστες τόσο μεγαλύτερη, όσο μικρότερη είναι η αντιμετώπιση από την Πολιτεία των αξιόποινων πράξεών τους με τρόπο στιγματιστικό για την τιμή και την προσωπικότητά τους. Τα δύο αυτά πορίσματα θεωρούνται εξαιρετικά χρήσιμα για την ενίσχυση της πρόληψης και ειδικότερα της κοινωνικής πρόληψης, μέσω ενίσχυσης των κοινωνικοποιητών θεσμών ιδίως για ανήλικους που εμφανίζουν παραβατικότητα περιστασιακού χαρακτήρα, της εξορθολογισμένης δικαιικής πρόληψης, με εργαλείο τον ποινικό νόμο και στόχο τη διαπαιδαγώγηση του ευρύτερου πληθυσμού, αλλά και όσων ανήλικων  γίνονται τελικά παραβατικοί ή/ και παρουσιάζουν στοιχεία εμμονής στην παραβατικότητα καθώς και της αποτελεσματικής περιστασιακής πρόληψης για τη γενικότερη μείωση των ευκαιριών που επιτρέπουν την εμφάνιση παραβατικών συμπεριφορών[6].

Πιο συγκεκριμένα, οι υποθέσεις που απασχολούν τα Δικαστήρια Ανηλίκων, στη χώρα μας, μπορούμε να πούμε ότι χωρίζονται σχηματικά σε πλημμεληματικές και κακουργηματικές πράξεις, οι οποίες προβλέπονται στον Ποινικό Κώδικα ή σε Ειδικούς Ποινικούς Νόμους και αφορούν εγκλήματα κατά της ζωής (π.χ. ελαφριά-απλή-επικίνδυνη σωματική βλάβη, ανθρωποκτονία), της τιμής (π.χ. εξύβριση, συκοφαντική δυσφήμηση), της περιουσίας (π.χ. κλοπή, ληστεία, φθορά ξένης ιδιοκτησίας) και της δημόσιας ασφάλειας (π.χ. διατάραξη κοινής ειρήνης). Πράξεις που εμπίπτουν σε Ειδικούς Ποινικούς Νόμους είναι η βία στα γήπεδα,  οι παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών, οι παραβάσεις του νόμου περί αλλοδαπών, οι παραβάσεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας.

Την πρώτη θέση ανάμεσα στα αδικήματα που διαπράττουν οι ανήλικοι κατέχουν οι κλοπές και οι παραβάσεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, ενώ ακολουθούν οι σωματικές βλάβες, οι παραβάσεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών (πλημμεληματικού χαρακτήρα), καθώς και της νομοθεσίας περί αλλοδαπών. Έπονται οι ληστείες, οι βιασμοί και οι ανθρωποκτονίες από πρόθεση, στις οποίες εντοπίζεται πολύ μικρή συμμετοχή.

Ουσιαστικές αρχές που διέπουν το ποινικό δίκαιο των ανηλίκων είναι οι αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, με στόχο την επιλογή του κατάλληλου, σκόπιμου και πρόσφορου μέτρου που οδηγεί στην εξατομικευμένη μεταχείριση του ανήλικου, τη διαπαιδαγώγησή του και την αποτροπή της υποτροπής του. Η αύξηση των αναμορφωτικών μέτρων κρίνεται κατ’ αρχάς θετική ως προς τις δυνατότητες αντιμετώπισης του ανήλικου δράστη από το δικαστήριο. Το ζήτημα που παραμένει είναι κατά πόσον τα μέτρα αυτά εφαρμόζονται στην πράξη και εάν είναι κατάλληλα για τη μεταχείριση των ανήλικων, όπως επισημαίνουν ειδικοί. Σε γενικές γραμμές η πρακτική των δικαστηρίων φαίνεται μέχρι σήμερα διστακτική ως προς την επιβολή νέων μέτρων (όπως για παράδειγμα της κοινωφελούς εργασίας ή της συνδιαλλαγής ή της ποινικής αναδοχής). Το αναμορφωτικό μέτρο που επιβάλλεται συχνότερα από τα Δικαστήρια Ανηλίκων είναι της ανάθεσης της επιμέλειας του ανήλικου στην Υπηρεσία Επιμελητών Ανηλίκων, το οποίο αποτελεί και το κατ’ εξοχήν «εργαλείο» των Επιμελητών και χαρακτηρίζεται από τους ίδιους ως το προσφορότερο μέτρο, αρκετά ευέλικτο, κατάλληλο και αποτελεσματικό (βλ. για τις παραπάνω καίριες διαστάσεις του θέματος μας, σχετικό μας άρθρο στο pm Νεανική παραβατικότητα στην Ελλάδα της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης – O ρόλος των επιμελητών ανηλίκων).

Συμπερασματικά, ο νομοθέτης εξαντλεί την επιείκεια του στον ανήλικο παραβάτη και ορθώς κατά την άποψή μου, κυρίως εφόσον ο εγκλεισμός στη φυλακή δεν λειτουργεί με έναν χαρακτήρα «παιδαγωγικό» για τον νεαρό παραβάτη, προκειμένου το άτομο με την αποφυλάκισή του να μείνει μακριά από την εγκληματική δράση. Ωστόσο, η δεύτερη ευκαιρία που δίνεται εκ του νόμου στον ανήλικο παραβάτη πρέπει να αξιοποιηθεί στον μέγιστο βαθμό από τον ίδιο και από την οικογένειά του, προκειμένου να κατανοήσει τη σοβαρότητα της πράξης του, να δείξει έμπρακτα τη μεταμέλειά του και να μην υποτροπιάσει στο μέλλον. Συνεπώς, είναι σημαντικό να είναι πολύ καλά οργανωμένες και στελεχωμένες και οι κοινωνικές υπηρεσίες. Κρίνω επίσης ως θετικό στοιχείο τη στήριξη από την οικογένεια στον ανήλικο παραβάτη. Αλλά με έναν τρόπο ουσιαστικό. Όχι δικαιολόγηση της βίας, ούτε με άμεσο, ούτε με έμμεσο τρόπο. Θα δώσω βαρύτητα, κλείνοντας, σε κάποιες έννοιες-κλειδιά που οφείλουν να κατανοήσουν και οι ανήλικοι παραβάτες και οι οικογένειές τους και γενικότερα τα μέλη της ευρύτερης κοινωνίας και είναι οι εξής: «ενσυναίσθηση», «ανάληψη ευθύνης», «πραγματική μεταμέλεια», «διαχείριση θυμού» και «αποκαταστατική δικαιοσύνη».

Καταθέτοντας τη δική μου ερευνητική εμπειρία θα τονίσω τη σπουδαιότητα του να κατανοήσει ο ανήλικος παραβάτης την ποινική και κοινωνική απαξία της πράξης του και να δείξει έμπρακτα τη μεταμέλειά του αποκαθιστώντας τη βλάβη που προκάλεσε. Με αυτό τον τρόπο, με τη συνειδητοποίηση δηλαδή της πράξης και την έμπρακτη ανάληψη ευθύνης, υπάρχει ελπίδα για το μέλλον….

Προς αυτή την κατεύθυνση, πιστεύω ότι και οι γονείς ανήλικων παραβατών πρέπει να κινηθούν και να στηρίξουν τα παιδιά τους, ζητώντας όπου χρειάζεται τη βοήθεια επιστημόνων και φορέων που μπορούν να τους κατευθύνουν για να αντιμετωπίσουν μία σκληρή πραγματικότητα, η οποία όμως πρέπει να αντιμετωπιστεί.  


[1] Κυριακοπούλου, Ο. (2018) «Ανήλικος» στο Σπινέλλη, Κ.Δ. Κουράκης, Ν. Κρανιδιώτη, Μ.Π. επ.. ΛΕΞΙΚΟ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑΣ. Αθήνα: Τόπος, σ.48.

[2] Κουράκης, Ν. (2013) Δίκαιο Παραβατικών Ανηλίκων: Ποινική και Εγκληματολογική Προσέγγιση. 2η εκδ. Αθήνα-Κομοτηνή: Αντ. Ν. Σάκκουλας, σσ. 3-5.

[3] Βλ. σχετικά Άρθρο 121 – Ποινικός Κώδικας (Νόμος 4619/2019) – Ορισμός | Νομοθεσία | Lawspot Σημειώσεις επί του νόμου

Ο νέος Ποινικός Κώδικας, όπως κωδικοποιήθηκε με τον Ν. 4619/2019, με ημερομηνία ισχύος την 1η Ιουλίου 2019

Η διαδικτυακή πηγή ανακτήθηκε στις 20-11-2019.

[4] Βλ. σχετικά Άρθρο 126 – Ποινικός Κώδικας (Νόμος 4619/2019) – Ποινική μεταχείριση των ανηλίκων | Νομοθεσία | Lawspot Σημειώσεις επί του νόμου

Ο νέος Ποινικός Κώδικας, όπως κωδικοποιήθηκε με τον Ν. 4619/2019, με ημερομηνία ισχύος την 1η Ιουλίου 2019

Η διαδικτυακή πηγή ανακτήθηκε στις 20-11-2019.

[5] Βλ. σχετικά https://www.lawspot.gr/nomikes-plirofories/nomothesia/n-4619-2019/arthro-127-poinikos-kodikas-nomos-4619-2019-periorismos

Σημειώσεις επί του νόμου

Ο νέος Ποινικός Κώδικας, όπως κωδικοποιήθηκε με τον Ν. 4619/2019, με ημερομηνία ισχύος την 1η Ιουλίου 2019

Η διαδικτυακή πηγή ανακτήθηκε στις 20-11-2019.

[6] Κουράκης, Ν. . Ό.π., σσ. 595-597.

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Παν/μίου Αθηνών – Φιλόλογος. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός και είναι Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Παράλληλα, οργανώνει σεμιναριακά μαθήματα και δίνει διαλέξεις στο αντικείμενο της εξειδίκευσής της «Έγκλημα και Media». Συνεργάστηκε με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει τη συγγραφή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων: «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» & «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ», με Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας κ.Γιάννη Πανούση. Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αντικείμενο «Εγκληματολογία & ΜΜΕ». Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα, την αρθρογραφία και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts