Η επόμενη μέρα των πανελλαδικών εξετάσεων

της Αγγελικής Καρδαρά.

Με έντονο προβληματισμό μελετώ τις βάσεις εισαγωγής σε Πανεπιστημιακές Σχολές και διαβάζω τα σχετικά δημοσιεύματα του Τύπου,  βάσει των οποίων χιλιάδες υποψήφιοι έχουν εισαχθεί με βαθμολογία κάτω από τη βάση σε αρκετές Σχολές.  

Η πρώτη μου σκέψη και το αντίστοιχο ερώτημα είναι «εάν τελικά η εισαγωγή στο Πανεπιστήμιο, με κάθε κόστος και χωρίς προσπάθεια, αποτελεί το ζητούμενο της κοινωνίας μας ή τουλάχιστον ενός μέρους της και εάν αυτό το “όνειρο” των οικογενειών,  προσπαθεί η εκάστοτε κυβέρνηση να “υπηρετήσει”, με δυσμενείς τελικά επιπτώσεις στην επαγγελματική πορεία των νέων και με επακόλουθη -σημαντική- αύξηση της ανεργίας;».   

Άμεση συνέπεια των παραπάνω είναι ότι το “όνειρο” καταλήγει να γίνει εφιάλτης για πάρα πολλούς νέους και τις οικογένειές τους.  Ένας φοιτητής που έχει εισαχθεί με τόσο χαμηλή βαθμολογία,  είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των μαθημάτων του, με αποτέλεσμα να μετατρέπεται σε “αιώνιο φοιτητή”, όπως δυστυχώς καταλήγουν και πολλοί ακόμα φοιτητές που βρέθηκαν τυχαία σε μία Σχολή ή που βρέθηκαν σε μία Σχολή, γιατί «έπρεπε» κάπου να μπουν, χωρίς ουσιαστικό ενδιαφέρον για το αντικείμενο των σπουδών τους.

Αντίθετα, θα μπορούσαν να είναι πολύ πιο ευτυχισμένοι εάν είχαν επιλέξει έναν διαφορετικό δρόμο -σπουδών ή επαγγελματικό, όπου θα μπορούσαν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των μαθημάτων και ταυτόχρονα θα λάμβαναν ικανοποίηση από τις σπουδές τους, γιατί όταν οι σπουδές καταλήγουν να γίνουν «αγγαρεία» χάνουν το βαθύτερο νόημα και περιεχόμενό τους. Εάν μάλιστα λάβουμε υπ’ όψιν μας την οικονομική επιβάρυνση, ιδίως εάν η φοίτηση λαμβάνει χώρα σε περιοχή απομακρυσμένη από τον τόπο κατοικίας, η οικογένεια προσγειώνεται απότομα στα πραγματικά δεδομένα και το όνειρο των σπουδών συχνά εγκαταλείπεται, αφού όμως η οικογένεια έχει δαπανήσει πολύ χρόνο και χρήμα.  

Είναι βέβαια παράδοξο ότι σε μία μικρή ηλικία, 17-18 ετών, καλούμαστε να κάνουμε την πιο καθοριστική επιλογή ζωής. Αυτή είναι μία απόφαση όμως που πρέπει να ληφθεί μετά από ώριμη σκέψη, σωστή καθοδήγηση, εποικοδομητική συζήτηση με τους πλέον αρμόδιους, ενημέρωση και αναμφίβολα όχι τυχαία, με άγνοια σημαντικών παραμέτρων, παρασυρόμενοι από κοινωνικά πρότυπα και στερεότυπα.

Το δεύτερο ερώτημα που μου δημιουργείται είναι εάν «πρεσβεύοντας τα παραπάνω, στερούμε τελικά το δικαίωμα στο όνειρο από τα παιδιά που δεν ανταποκρίνονται στο πρότυπο του τυπικά καλού μαθητή;». Προσωπική μου θέση είναι ότι όλοι οι άνθρωποι έχουμε δικαίωμα στο όνειρο.  Πόσο μάλιστα οι νέοι που είναι το μέλλον αυτού του τόπου και ξεκινούν την ενήλικη ζωή τους θέτοντας, για πρώτη φορά, τους δικούς τους στόχους. Στο προηγούμενο κείμενό μου, Αποτελέσματα Πανελλαδικών: κατάκτηση ονείρων, εναλλακτικοί δρόμοι και η σπουδαιότητα ενός ολοκληρωμένου σχολικού επαγγελματικού προσανατολισμού, αναφέρθηκα άλλωστε σε “όνειρα χωρίς όρια”. Ωστόσο, είναι σημαντικό τα όνειρά μας να πραγματοποιούνται με προσπάθεια και να ανταποκρίνονται στα πραγματικά μας “θέλω” και στις βαθύτερες ανάγκες μας. Να μην είναι όνειρα απατηλά που κάποιοι μας “πουλάνε” για να μας χρυσώνουν το χάπι.  

Αυτό σημαίνει ότι είναι προτιμότερο να γνωρίζει ο κάθε νέος ποιες είναι οι πραγματικές δεξιότητές του και σταδιακά, ωριμάζοντας, να ανακαλύψει τα ενδιαφέροντά του, ώστε να αναζητήσει τον τομέα στον οποίο επιθυμεί να εμβαθύνει σε επίπεδο σπουδών και αργότερα να επιλέξει τον επαγγελματικό κλάδο που θα ακολουθήσει. Να μειωθούν δηλαδή οι περιπτώσεις όπου ένας υποψήφιος  βρίσκεται τυχαία σε μία Σχολή που δεν τον ενδιαφέρει, στην οποία μάλιστα έτυχε να περάσει όχι γιατί ήταν η δεύτερη και η τρίτη επιλογή του αλλά λόγω αστοχιών του συστήματος.  

Επομένως, όταν ένα σύστημα διαπιστώνουμε τόσα χρόνια ότι  παρουσιάζει πολύ σοβαρές αδυναμίες, είναι αναγκαίο να αλλάξει ριζικά. Οι αλλαγές από την κυβέρνηση, όμως, να είναι τολμηρές, ουσιαστικές και να μην αφορούν μόνον την έκταση της ύλης και των εξεταζόμενων μαθημάτων, ανακυκλώνοντας το ίδιο εκπαιδευτικό πρότυπο όλα αυτά τα χρόνια.  

Εκτενής συζήτηση γίνεται από τη νέα κυβέρνηση για την ελάχιστη βάση εισαγωγής και κάθε Ίδρυμα να έχει την δυνατότητα να ορίσει τη δική του βάση στηριζόμενο στη βάση που θα έχει οριστεί που,  σίγουρα,  είναι ένα σημαντικό βήμα αλλά όχι το μοναδικό που πρέπει να γίνει.  Η αναμόρφωση του συστήματος εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση πρέπει να είναι ολοκληρωμένη και να λαμβάνει υπ’ όψιν τόσο τα διεθνή δεδομένα και τις εξελίξεις στην παιδεία όσο και τη σύνδεση με την αγορά εργασίας,  διότι σε μία εποχή κρίσης με την ανεργία να αγγίζει κόκκινο είναι απολύτως αναγκαίο να υπάρξει σύνδεση των σπουδών με την επαγγελματική αποκατάσταση του νέου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η παιδεία θα χάσει το βαθύτερο και συμβολικό νόημά της.  Αντίθετα, θα έλεγα, απώτερος στόχος μας πρέπει να είναι «εμβάθυνση στη γνώση, ολοκληρωμένη παιδεία και αξιόλογες επαγγελματικές επιλογές στο μέλλον».

Εξαιρετικά σημαντική, επομένως, κρίνω την ενημέρωση της ευρύτερης κοινωνίας για ζητήματα σπουδών αλλά και επαγγελματικές διεξόδους του σύγχρονου νέου, καθώς και για νέους επιστημονικούς,  ερευνητικούς,  επαγγελματικούς κλάδους,  που γνωρίζουν άνθηση και αναμένεται να εξελιχθούν περαιτέρω στο μέλλον, ώστε πέρα από τις παραδοσιακές επιλογές να γνωρίζει ο κάθε νέος τις καινούργιες προοπτικές που ανοίγονται μπροστά του. 

Τέλος,  ένα ερώτημα που προκύπτει από τα παραπάνω είναι το εξής: «στοχεύουμε,  τελικά,  σε μία “εκπαίδευση αρίστων;»”.  Για να καταθέσω την εκπαιδευτική μου θέση και άποψη, η δευτεροβάθμια εκπαίδευση πρέπει να δώσει σε όλα τα παιδιά, ανεξαιρέτως, την πολύτιμη δυνατότητα για μία ολοκληρωμένη παιδεία, γι’ αυτό πιστεύω στην πλήρη αποδέσμευση του σχολείου (μέχρι τη Β ‘Λυκείου)  από κάθε σύστημα εισαγωγικών εξετάσεων και στην παράλληλη ενίσχυση μαθημάτων τέχνης,  πολιτισμού,  αθλητισμού – ουσιαστική παιδεία σε όλο τον μαθητικό πληθυσμό.  

Ως προς την τριτοβάθμια εκπαίδευση,  όλοι οι νέοι έχουν θέση σε τομείς που ανταποκρίνονται στην αξία, στην προσπάθειά τους και στα πραγματικά «θέλω» τους.  Με αυτό τον τρόπο θα μπορέσουν να είναι ευτυχισμένοι πολίτες και επιτυχημένοι επαγγελματίες στο μέλλον, να βρουν την «Ιθάκη» τους,  χωρίς να επιβαρύνουν τις οικογένειές τους.  Μόνον όμως όταν αναζητηθούν οι -αναγκαίοι- εναλλακτικοί δρόμοι,  όπως η τεχνική εκπαίδευση και η στροφή και σε άλλους επιστημονικούς και επαγγελματικούς κλάδους, πέραν των παραδοσιακών επιλογών, ο νέος θα νιώσει ολοκληρωμένος και θα κατακτήσει τα όνειρά του.   

Συνοψίζοντας, το αύριο των πανελλαδικών εξετάσεων  πρέπει να αποτελέσει πρωταρχικό θέμα της κυβερνητικής πολιτικής και με συστηματική μελέτη να ληφθούν τολμηρές και ταυτόχρονα καίριες και ουσιαστικές αποφάσεις. 

Ελπίζουμε στο καλύτερο!

Φωτογραφία ανάρτησης: Gavin Clarke @flickr.

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Παν/μίου Αθηνών – Φιλόλογος. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός και είναι Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Παράλληλα, οργανώνει σεμιναριακά μαθήματα και δίνει διαλέξεις στο αντικείμενο της εξειδίκευσής της «Έγκλημα και Media». Συνεργάστηκε με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει τη συγγραφή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων: «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» & «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ», με Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας κ.Γιάννη Πανούση. Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αντικείμενο «Εγκληματολογία & ΜΜΕ». Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα, την αρθρογραφία και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts