Η έρευνα σε ιδρυματικά περιβάλλοντα

της Αγγελικής Καρδαρά.

«Ημερολόγιο Έρευνας» για τη διερεύνηση της γλώσσας της φυλακής και οι αντιδράσεις των κρατουμένων στο υπό εξέταση θέμα.

Η έρευνα σε ιδρυματικά περιβάλλοντα, όπως είναι οι φυλακές, παρουσιάζει αυξημένες δυσκολίες και η προετοιμασία που πρέπει να γίνει από την ερευνήτρια/ τον ερευνητή πριν από τη διεξαγωγή της έρευνάς της/ του είναι εξαιρετικά σημαντική, γιατί από αυτή την προετοιμασία μπορεί να κριθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό η πορεία, συνολικά, της έρευνας. Επίσης, εάν και όπου υπάρχει η δυνατότητα είναι εξίσου σημαντικό να γίνεται μία πιλοτική έρευνα ώστε να ελέγξει η ερευνήτρια/ ο ερευνητής εάν όλα βαίνουν καλώς και να εξετάσει παραμέτρους που δεν είχε υπολογίσει κατά την προετοιμασία της έρευνας προκειμένου να προχωρήσει στις απαιτούμενες τροποποιήσεις. Ακόμη όμως και στις περιπτώσεις που δεν είναι δυνατόν για την ερευνήτρια/ τον ερευνητή να διεξάγει πιλοτική έρευνα, πρέπει να είναι σε εγρήγορση σε όλη τη διάρκεια εκπόνησης της έρευνάς του προκειμένου έγκαιρα να αντιλαμβάνεται τις δυσκολίες και τα σημεία που είναι σκόπιμο ή/ και αναγκαίο να τα τροποποιήσει για την επίτευξη των ερευνητικών του στόχων.

Είναι αδιαμφισβήτητο ότι η διεξαγωγή μίας έρευνας σε ιδρυματικά περιβάλλοντα παρουσιάζει ένα επιπρόσθετο ενδιαφέρον, γιατί τίποτα δεν είναι αυτονόητο, ούτε δεδομένο, με αποτέλεσμα ο μελετητής να αναζητά διαρκώς την «αλήθεια» των γεγονότων και να προσπαθεί να διεισδύσει στη βαθύτερη ουσία τους προκειμένου να φωτίσει άγνωστες πτυχές των υπό εξέταση θεμάτων του και να αποκαλύψει πρωτότυπα στοιχεία που είναι το κύριο ζητούμενο κάθε έρευνας. Εν τούτοις, η εξέλιξη μίας έρευνας δεν έχει πάντοτε θετική έκβαση, καθώς συχνά τα πράγματα εξελίσσονται διαφορετικά από τα αναμενόμενα. Για παράδειγμα, πολλές φορές παρουσιάζονται ανυπέρβλητες πρακτικές δυσκολίες που καθιστούν την έρευνα επίπονη ή στη χειρότερη περίπτωση ανέφικτη. Εδώ όμως έγκειται η θετική παρέμβαση του ερευνητή, ο οποίος οφείλει με επιμονή, υπομονή, συνεχή ενημέρωση και αναζήτηση, να εντοπίσει νέες πηγές, μέσα και τρόπους για να φέρει σε πέρας το έργο που έχει αναλάβει.

Στην περίπτωση της έρευνας «Φυλακή και Γλώσσα: η γλωσσική επικοινωνία των κρατουμένων ως κρίσιμο και αναπόσπαστο στοιχείο της δομής των φυλακών», που εκπονήθηκε στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ, με Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας, κ. Γιάννη Πανούση, ευνοηθήκαμε σε σημαντικό βαθμό τόσο από τις συγκυρίες όσο και από την πολύτιμη βοήθεια που μας παρείχαν οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι αλλά και όλοι οι συμμετέχοντες στην έρευνα (φυλακισμένοι, ποινικολόγοι, αστυνομικοί, δημοσιογράφοι), με αποτέλεσμα να επιταχυνθούν οι διαδικασίες διεξαγωγής της έρευνας και να αποκομίσουμε πληρέστατο υλικό. Αρχές Σεπτέμβρη του 2005 το Υπουργείο Δικαιοσύνης ενέκρινε την αίτηση που είχαμε υποβάλει τους θερινούς μήνες για την υλοποίηση της έρευνας στις Δικαστικές Φυλακές Κορυδαλλού και στο Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων Αυλώνα.

Μας χορήγησαν άδεια να διανείμουμε ερωτηματολόγια σε όσους κρατούμενους επιθυμούσαν να συμμετάσχουν στην έρευνα. Κατόπιν συζητήσεων με τους αρμόδιους φορείς των ανδρικών φυλακών Κορυδαλλού, μας δόθηκε η δυνατότητα να προχωρήσαμε στη διεξαγωγή συνεντεύξεων, χωρίς τη μεσολάβηση της Κοινωνικής Υπηρεσίας, έχοντας ως βάση μας το ερωτηματολόγιο. Υπογραμμίζουμε ότι το αυτό το στοιχείο λειτούργησε πολύ θετικά ως προς την εξελικτική πορεία της έρευνάς μας. Η επαφή που είχαμε με τους κρατούμενους, χωρίς τη μεσολάβηση τρίτων, άνοιξε νέους ορίζοντες στην έρευνά μας και μας αποκάλυψε διαστάσεις του θέματος που ενδεχομένως δεν θα είχαν έρθει ποτέ στην επιφάνεια εάν δεν είχαμε συζητήσει τόσο ανοικτά με τους φυλακισμένους. Το κυριότερο είναι ότι καταφέραμε να κατανοήσουμε τη βαθύτερη ουσία και το περιεχόμενο της γλώσσας της φυλακής και σε μεγάλο βαθμό να διεισδύσουμε στην πολυδιάστατη ψυχοσύνθεση των εγκλείστων του «ολοκληρωτικού» συστήματος της φυλακής.

Οπότε, στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να αναφερθούμε στα βασικά χαρακτηριστικά της μεθόδου της συνέντευξης που εφαρμόστηκε. Στη διεθνή βιβλιογραφία καταγράφονται πολλοί και διαφορετικοί τύποι συνεντεύξεων, ενώ ο ιδιαίτερος σκοπός στον οποίο στοχεύει κάθε συνέντευξη καθορίζει τις διαδικασίες που ακολουθούνται. Βάσει των σκοπών που είχαμε θέσει, επιλέξαμε τη μέθοδο της δομημένης συνέντευξης. Με τον όρο «δομημένη συνέντευξη» εννοούμε τη συνέντευξη εκείνη όπου ο ερωτώμενος προτρέπεται στο να απαντήσει σε ερωτήσεις, των οποίων ο αριθμός, η σειρά και το περιεχόμενο, προκαθορίζονται από το έντυπο της συνέντευξης. Οι απαντήσεις σε αυτή την περίπτωση καταγράφονται ή λέξη προς λέξη ή κωδικοποιημένες. Κατά κανόνα, ο συνεντευκτής κρατά τις σημειώσεις του μετά από κάθε συζήτηση και καταγράφει τις ιδιαίτερες συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα κάθε συνέντευξη και οι οποίες μπορούν να βοηθήσουν στην ερμηνεία των απαντήσεων.[1]

Ειδικότερα, στην περίπτωση των κρατουμένων χρησιμοποιήσαμε ένα κοινό και σταθερό σχέδιο ερωτήσεων για κάθε ερωτώμενο, όπου οι ερωτήσεις ήταν διατυπωμένες με τον ίδιο τρόπο και υποβάλλονταν με την ίδια σειρά. Ασφαλώς, δεν παραβλέψαμε τη μοναδικότητα κάθε ερωτώμενου ατόμου και τις ιδιαιτερότητές του αλλά και τις συγκυρίες της στιγμής, όπως επίσης το ευρύτερο περιβάλλον διεξαγωγής της συζήτησης. Ως άμεση συνέπεια των παραπάνω, προσαρμόζαμε τη σειρά των ερωτήσεων και τον τρόπο διατύπωσής τους ανάλογα με τα δεδομένα της κάθε περίστασης, χωρίς όμως να αποκλίνουμε σημαντικά από το προκαθορισμένο μας πλάνο.[2]  

Σαφώς, λάβαμε σοβαρά υπ’ όψιν μας τα προβλήματα που δύναται να προκύψουν από μία συνέντευξη και τα οποία συνοψίζονται στα εξής: ο συνεντευκτής συνειδητά ή ασυνείδητα μπορεί να καθοδηγήσει τον ερωτώμενο στο να προβεί σε συγκεκριμένες απαντήσεις και κατά πρώτο λόγο στις απαντήσεις που  ο ίδιος επιδιώκει να ακούσει βάσει των ζητούμενων της έρευνας αλλά και των προσωπικών πεποιθήσεων ή/και προκαταλήψεων. Υπό την επίδραση στερεοτυπικών αντιλήψεων, ο συνεντευκτής μπορεί να ερμηνεύει με λανθασμένο τρόπο τις απαντήσεις. Τέλος, ενδέχεται οι κοινωνικές διαφορές μεταξύ συνεντευκτή και ερωτώμενου να είναι τόσο έντονες ώστε να επηρεάζουν την «ατμόσφαιρα» της συνέντευξης. Εδώ έγκειται η υποχρέωση του συνεντευκτή να ξεπεράσει τις δυσκολίες. Επίσης, σημαντικό ρόλο παίζει η ποιότητα των ερωτήσεων.[3] 

Επομένως, διαπιστώνεται ότι τα προβλήματα που παρουσιάζει μία συνέντευξη δεν είναι δυσεπίλυτα. Άλλωστε, όσον αφορά το σοβαρότερο κίνδυνο να επηρεάσει ο συνεντευκτής το αποτέλεσμα της συνέντευξης, ο Claude Lévi-Strauss[4] τονίζει ότι δεν πρέπει να ανησυχούμε για την επιρροή του παρατηρητή στο παρατηρούμενο φαινόμενο γιατί ο παρατηρητής δεν μπορεί να αλλάξει το φαινόμενο. Αυτό οφείλεται, κατά το  Strauss, στο γεγονός ότι η γλωσσική συμπεριφορά σε πολύ μεγάλο βαθμό βρίσκεται στο επίπεδο της χαρακτηριζόμενης «ασυνείδητης σκέψης» (unconscious thought), με αποτέλεσμα ακόμα και όταν μαθαίνουμε τις γραμματικές και φωνητικές δομές της γλώσσας να μην έχουμε απόλυτη συνείδηση αυτών κατά τη γλωσσική χρήση.

Άρα και κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων περιορίζεται η παρεμβατικότητα του συνεντευκτή και υπερισχύει το στοιχείο της αλληλεπίδρασης, εφόσον κάθε συνέντευξη είναι μία διαδικασία «δούναι και λαβείν» και όχι μία «ατομική υπόθεση».  Αποδεχόμαστε εν μέρει την άποψή του, γιατί διαπιστώθηκε ότι οι κρατούμενοι είχαν επίγνωση των περιστάσεων χρήσης του γλωσσικού κώδικα επικοινωνίας τους. Δεχόμαστε όμως ότι κάθε συνέντευξη είναι μία δημιουργική διαδικασία που στηρίζεται στην αλληλεπίδραση όλων των συμμετεχόντων. Επομένως, τόσο ο συνεντευκτής όσο και ο συνεντευξιαζόμενος δύναται να αφήνει το προσωπικό του «αποτύπωμα».

Παράλληλα με τη μέθοδο της δομημένης συνέντευξης, λάβαμε την πρωτοβουλία να εφαρμόσουμε τη μέθοδο της παρατήρησης. Δηλαδή, σε κάθε περίπτωση που παρευρισκόμασταν σε συζητήσεις των τροφίμων με συγκρατούμενούς τους και με σωφρονιστικούς υπαλλήλους παρατηρούσαμε προσεκτικά τη γλωσσική συμπεριφορά τους και καταγράφαμε τις διαπιστώσεις μας. Στηριζόμενοι σε όλα τα παραπάνω και σχεδιάζοντας προσεκτικά τα βήματά μας, προχωρήσαμε στη διεξαγωγή της έρευνας.  Δείγμα μας αποτέλεσαν οι εργαζόμενοι κρατούμενοι και οι μαθητές του σχολείου δεύτερης ευκαιρίας της φυλακής, διότι ο πληθυσμός των σωφρονιστικών καταστημάτων είναι πολύ μεγάλος και ήταν αναγκαίο να θέσουμε ένα κριτήριο προσέγγισης των τροφίμων. Επισημαίνουμε ότι οι συνεντευξιαζόμενοι κρατούνταν για διαφορετικά εγκλήματα, γιατί θεωρήσαμε σημαντικό να μην απευθύνουμε μόνο σε «ειδικές κατηγορίες» εγκλείστων αλλά να αποκομίσουμε μία σφαιρική εικόνα για τον «κόσμο» της φυλακής, συνομιλώντας με τρόφιμους όλων των ηλικιών, οι οποίοι βρίσκονταν από πολύ μικρό μέχρι πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα στη φυλακή και κατηγορούνταν για τέλεση μίας σειράς αδικημάτων (οικονομικά εγκλήματα, εγκλήματα κατά της ζωής, παραβιάσεις του Ν. περί ναρκωτικών κ.λπ.).

Ύστερα από την προτροπή του εγκληματολόγου της φυλακής, κρατήσαμε ημερολόγιο των συνεντεύξεων, το οποίο μας βοήθησε να συγκροτήσουμε καλύτερα τη σκέψη μας και γενικότερα να οργανώσουμε πιο αποτελεσματικά τους επιδιωκόμενους στόχους μας.  Πραγματοποιήσαμε δέκα συνεντεύξεις και ήρθαμε σε επαφή με 70 κρατούμενους, Η πρώτη επίσκεψη έλαβε χώρα στις 15 Σεπτεμβρίου 2005. Ξεκινήσαμε τις συνεντεύξεις με κρατούμενους που εργάζονταν στο Τυπογραφείο και Βιβλιοδετείο, τις οποίες ολοκληρώσαμε κατά τη δεύτερη επίσκεψή μας την επόμενη μέρα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2005. Με μεγάλη ικανοποίηση διαπιστώσαμε ότι οι κρατούμενοι που συμμετείχαν στην έρευνα ήταν πρόθυμοι να απαντήσουν στις ερωτήσεις μας λεπτομερώς και μας παρείχαν πολύτιμο υλικό. Αποδώσαμε το εν λόγω γεγονός πρώτον, στην ανάγκη των εγκλείστων για επικοινωνία με τον έξω κόσμο, δεύτερον, στο ότι το αντικείμενο της έρευνας τους κέντρισε την προσοχή και το ενδιαφέρον και τρίτον, στα νέα κοινωνικά δεδομένα που έχουν καλλιεργήσει γόνιμο έδαφος για τη συζήτηση ζητημάτων, όπως η γλώσσα της φυλακής, που στο παρελθόν θεωρούνταν ταμπού.

Πραγματοποιήσαμε την τρίτη επίσκεψη στις φυλακές την Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2005. Ο χώρος όπου έλαβαν χώρα οι συνεντεύξεις ήταν το Σιδουρουργείο. Εν αντιθέσει με την αντιμετώπιση των εργαζομένων του Βιβλιοδετείου, η πλειοψηφία των εργαζομένων στο Σιδηρουργείο ήταν δύσπιστη ως προς το αντικείμενο της έρευνας, γιατί φοβήθηκαν ότι θα χρησιμοποιήσουμε σε βάρος τους τις πληροφορίες που θα μας έδιναν. Επίσης, κάποιοι θίχτηκαν, διότι ένιωσαν ότι το ερευνητικό θέμα τούς υποτιμά. Χρειάστηκε να τους παρέχουμε αρκετές διευκρινίσεις για να κατανοήσουν το υπό εξέταση θέμα. Ακόμα και τότε όμως συνέχισαν να μας απαντούν με καχυποψία και αμηχανία. Αξίζει να αναφέρουμε ότι ένας κρατούμενος μας άσκησε δριμεία κριτική, ισχυριζόμενος ότι τα προβλήματα στη φυλακή είναι πολύ σοβαρά και εμείς ασχολούμαστε με ανούσια θέματα. Εν τούτοις, παρά τις όποιες δυσκολίες συναντήσαμε στην αρχή, στην πορεία της συζήτησης καταγράψαμε ενδιαφέρουσες απόψεις που φώτισαν και άλλες πλευρές της έρευνάς μας και τελικά δημιουργήθηκε ένα πολύ καλό κλίμα κατά τη διάρκεια διεξαγωγής της συνέντευξης.

Η τέταρτη επίσκεψη έλαβε χώρα την Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου.  Επισκεφτήκαμε για μία ακόμα φορά το Βιβλιοδετείο και Τυπογραφείο με σκοπό να συνομιλήσουμε με κρατούμενους που απουσίαζαν κατά τις πρώτες συνεντεύξεις. Η πέμπτη επίσκεψη πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου. Πήραμε συνέντευξη από εργαζόμενους στην Αποθήκη Υλικού και ελαιοχρωματιστές. Η έκτη επίσκεψη στις φυλακές έλαβε χώρα την Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου. Οι συνεντεύξεις αυτήν τη φορά πραγματοποιήθηκαν στην Ε’ Πτέρυγα, όπου κρατούνται οι εργαζόμενοι σε συνεργεία και εργαστήρια, καθώς και όσοι ήταν υπό μεταγωγή και προς απέλαση. Πραγματοποιήσαμε την έβδομη επίσκεψη την Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου. Ξεκινήσαμε τις συνεντεύξεις στο κυλικείο του Αρχιφυλακείου. Η όγδοη επίσκεψη έγινε την Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου. Ο χώρος όπου πραγματοποιήθηκαν οι συνεντεύξεις ήταν το σχολείο δεύτερης ευκαιρίας, το οποίο μάλιστα είχε εγκαινιαστεί εκείνη την περίοδο, τη Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου. Αποφασίσαμε να συνομιλήσουμε με μαθητές, διότι προέρχονται από όλες τις πτέρυγες και γι’ αυτό θεωρήσαμε ότι η εμπειρία τους θα ήταν σημαντική. Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου πραγματοποιήσαμε την ένατη επίσκεψή μας στη φυλακή. Συνεχίσαμε τις συνεντεύξεις με μαθητές του σχολείου της δεύτερης ευκαιρίας.  Η δέκατη και τελευταία επίσκεψή μας πραγματοποιήθηκε στις 25 Οκτωβρίου, ημέρα Τρίτη. Κατά τη διάρκεια αυτής ολοκληρώσαμε τις συνεντεύξεις μας με τους μαθητές.

Ολοκληρώνοντας πρέπει να αναφέρουμε τα εξής στοιχεία: η συντριπτική πλειοψηφία των συνεντευξιαζομένων, όχι μόνο δέχτηκε να συμμετάσχει στην έρευνα αλλά μίλησε πολύ ανοιχτά για το υπό διερεύνηση θέμα καταθέτοντας πολύτιμες εμπειρίες και προσφέροντάς μας πολλές πληροφορίες και υλικό που χρησιμοποιήθηκαν στην έρευνά μας. Όσον αφορά τις συνθήκες πραγματοποίησης των συνεντεύξεων, ήταν πολύ ευνοϊκές για την έρευνα, γιατί μας δόθηκε η δυνατότητα να πραγματοποιήσουμε ατομικές συνεντεύξεις, χωρίς την παρουσία άλλων συγκρατουμένων που θα μπορούσαν να φέρουν σε κατάσταση αμηχανίας το συνεντευξιαζόμενο πρόσωπο και το κυριότερο χωρίς την επίβλεψη του φυλακτικού προσωπικού ή άλλων σωφρονιστικών υπαλλήλων που αναμφίβολα θα αλλοίωναν το αποτέλεσμα. Το αποτέλεσμα ήταν να αισθάνονται άνετα οι συνεντευξιαζόμενοι και να προσεγγίζουν ελεύθερα το ζήτημα, φωτίζοντας ποικίλες όψεις του. Υπογραμμίζουμε αυτό το στοιχείο, διότι στο κλειστό περιβάλλον της φυλακής είναι πολύ δύσκολο να έχει κάποιο μέλος της ελεύθερης κοινωνίας άμεση επαφή με έναν κρατούμενο. Σε μία μόνο περίπτωση οι συνθήκες ήταν δύσκολες, όταν αναγκαστήκαμε να πραγματοποιήσουμε τις συνεντεύξεις σε έναν χώρο όπου ήταν παρόντες πέντε κρατούμενοι και δυο σωφρονιστικοί υπάλληλοι. Κατά συνέπεια, έγκλειστοι που συμμετείχαν στην έρευνα απαντούσαν με δυσκολία στις ερωτήσεις και ήταν δύσπιστοι. Ενδεικτική της δυσπιστίας είναι η ερώτηση που μας έθεσε ένας κρατούμενος «πώς ξέρω εγώ ότι δεν θα μας καταδώσετε στην ασφάλεια αύριο μεθαύριο; Όχι εσείς προσωπικά, αλλά όταν μαθευτούν αυτές οι λέξεις. Μας έμειναν και εμάς λίγες λέξεις της αργκό που δεν τις ήξεραν οι μπάτσοι, τώρα θα τις μάθουν και αυτές».

Συμπερασματικά, η έρευνα στηρίχτηκε σε έναν συνδυασμό μεθόδων και τεχνικών: ερωτηματολόγια, δομημένη συνέντευξη και παρατήρηση, με απώτερο στόχο τη συλλογή όσο το δυνατών πληρέστερων αποτελεσμάτων. Το επόμενο χρονικό διάστημα θα παρουσιάσουμε την εξελικτική πορεία της επαναληπτικής μας έρευνας «Φυλακή και Γλώσσα: Επαναληπτική Έρευνα» στο Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος και ειδικότερα των συνεντεύξεων με αποφυλακισμένους καθώς και τις συνεντεύξεις που έχουμε πραγματοποιήσει με αποφυλακισμένους.


[1] Β. Φίλιας, Εισαγωγή στη Μεθοδολογία και τις Τεχνικές των Κοινωνικών Ερευνών, 2η έκδ., Αθήνα: Gutenberg, 1996, σελ. 132.

[2] R. Sapsford, V. Jupp, επιμ, Data Collection and Analysis, London-Thousand Oaks-New Delhi: Sage Publications in association with the Open University, 1996, σσ. 94-96.

[3] F. Fowler, Th. Mangione, Standardized Survey Interviewing: Minimizing Interviewer-Related Error, Newburry Park-London-New Delhi: Sage Publications, 1990, σσ. 142-144. Σημειώνουμε επίσης ότι ο W. Labov έχει ασχοληθεί εκτεταμένα με το «παράδοξο του παρατηρητή». 

[4] C. Lévi-Strauss, «Language and the Analysis of Social Laws» στο B.G. Blount (επιμ), Language, Culture and Society: A Book of Readings, 2η έκδ., Long Grove, Illinois: Waveland Press, 1995, σελ. 144.

Φωτογραφία ανάρτησης: “Metal Steps” by SoulRider.222 @flickr.

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Παν/μίου Αθηνών – Φιλόλογος. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός και είναι Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Παράλληλα, οργανώνει σεμιναριακά μαθήματα και δίνει διαλέξεις στο αντικείμενο της εξειδίκευσής της «Έγκλημα και Media». Συνεργάστηκε με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει τη συγγραφή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων: «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» & «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ», με Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας κ.Γιάννη Πανούση. Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αντικείμενο «Εγκληματολογία & ΜΜΕ». Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα, την αρθρογραφία και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Recent Posts