Η καυτή ανάσα της επιβίωσης και άλλα δαιμόνια

grimm

της Μαρίκας Αρβανιτοπούλου. 

Δεν ξέρω ποιος μου ψιθύρισε πρώτος αυτή την υπέροχη φράση: «νοιώθω τη σκληρή ανάγκη της επιβίωσης σαν καυτή ανάσα στον σβέρκο μου» (ή κάπως έτσι).

Θαρρώ πως ήταν ένας ξακουστός συγγραφέας, που τα έπινα μαζί του τις προάλλες… Ή μήπως δεν το είπε αυτός, αλλά το επινόησα εγώ κάποια προχωρημένα μεσάνυχτα που καταπιάνομαι με το αγαπημένο μου χόμπι της τελευταίας διετίας, «αριθμομηχανή και υπολογισμοί εξόδων»;

Όσα δεν έμαθα από πρόσθεση και αφαίρεση τότε που έπρεπε, τα έμαθα τώρα με υπερεντατικά μαθήματα στο κομπιουτεράκι μου. Ρώτησέ με και τα χαράματα, αν θέλεις, πριν καλά καλά ξυπνήσω, «τι μένει από 1000 ευρώ τον μήνα μετά τις τρεις πρώτες μέρες;» και θα σου έχω την απάντηση στην κωλότσεπη του παντελονιού του Σόιμπλε: Μηδέν!

Δε θα καταχραστώ τον χρόνο σου με το χόμπι μου.

Ευτυχώς έμαθα να κάνω κι άλλα πράγματα στη ζωή μου εκτός από υπολογισμούς. Από το να στρώνω τα κρεβάτια με χάρη μέχρι να ζυμώνω ψωμί, την ώρα που σκέφτομαι τις ερωτήσεις που θα κάνω στον μέγιστο (τρισμέγιστο πες ηθοποιό), να διαβάζω βιβλία με τις ώρες και να ακούω μουσικές που με ταξιδεύουν σε όλον τον κόσμο.

Ευτυχώς ανήκω στη γενιά που πρόλαβε να ζήσει μια άλλη εποχή, που δεν ήταν καθημερινότητα οι σέλφι, τα διόδια της Αττικής Οδού και τα παιδικά πάρτι με ανιματέρ.

Μαθηματικά βέβαιο είναι, και σας το λέω μετά λόγου γνώσης, ότι βαδίζουμε ολοταχώς …όπισθεν.

Η μετακίνηση θα είναι ολέθρια. Κάτι σαν μετωπική με 120 χιλιόμετρα την ώρα. Με φωτιά. Τα αποκαΐδια θα πετάγονται παντού. Και κάποιοι πολύ γρήγοροι -και ουχί δειλοί- θα τρέχουν με 200 για να σωθούν.

Το σοκ μεγάλο. Της κοινωνίας συνολικά.

Καμαρωτοί και μη, απαισιόδοξοι και χαμογελαστοί βλακωδώς τύποι, ζόρικοι τύπου Πολάκης, αλλά και χαζοχαρούμενες κυριούλες της ενορίας, μας το αποδεικνύουν καθημερινά.

Η κρίση άρχισε, συνεχίστηκε και χορεύει άγρια μέχρι να θυμηθούμε την υπέροχη ταινία του Πόλλακ ”Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν”. Κάπως έτσι θα γίνει και με εμάς…

Αυτή την ύστατη ώρα αναζητείται ομαδικός ψυχοθεραπευτής και ενέσεις χαράς.

Ο καθένας μπορεί να έχει τις δικές του κάπου κρυμμένες σε ντουλάπι του σπιτιού του, εκεί που φυλάει και κάτι τελευταία 50άρικα, μαζί με την ελπίδα για ανάκαμψη.

Αυτήν ακριβώς την εποχή νοιώθω πολύ έντονη την ανάγκη να αναζητήσω νέες δομές, νέες σχέσεις, νέες σκέψεις, νέες φιλοδοξίες, νέες ματιές.

Την ώρα που η καυτή ανάσα της επιβίωσης κάνει εγκαύματα στο τρυφερό μου σβέρκο, εγώ ακόμη ονειροπολώ.

Λέω ότι θα υπάρχει κάτι άλλο από το οποίο αξίζει να πιαστούμε για να ζεσταθούμε. Κι ας μην ανάβει το αυτόνομο καλοριφέρ, κι ας μη φοράει η Ελένη Μενεγάκη απαστράποντα πολυτελή φορέματα στο εορταστικο ρεβεγιόν – γιατί κι αυτή δεν μπορεί (λέω εγώ), κάπου θα την άγγιξε η κρίση, όπως όλους μας.

Κι ενώ σκέφτομαι, παράλληλα τρέχω γιατί βλέπω τα αποκαΐδια να έχουν αρχίσει να είναι ανεξέλεγκτα και νοσταλγώ με περηφάνια τα χρόνια που δεν υπήρχαν οι σέλφι και οι ανιματέρ.

Και λέω με σιγουριά υπεραιωνοβίας που κάνει σωστή διατροφή στον Καύκασο: θα σωθούν όσοι τρέχουν. Κι όσοι ξέρουν να δίνουν μάχες. Κι όσοι έμαθαν να ζουν λιτά και ψάχνουν την ομορφιά στα πιο απλά πράγματα αυτού του κόσμου, όπως τα βιβλία…

(Φωτογραφία John Grimm@Flickr)

The following two tabs change content below.
Η Μαρίκα Αρβανιτοπούλου γεννήθηκε στον Πειραιά. Είναι δημοσιογράφος από το 1983. Πολιτιστικό ρεπορτάζ μια ζωή... στα θέατρα, στο υπουργείο Πολιτισμού, θαμώνας στο φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης πριν γίνει ακόμη Διεθνές. Σπούδασε στο Πολιτικό Τμήμα της Νομικής Σχολής της Αθήνας, απ΄όπου πήρε το πτυχίο της το 1987. Γαλλικά -όχι πιάνο- και αγγλικά. Ζει από τη δουλειά της και μεγαλώνει τον γιο της στην Αθήνα που ονειρεύεται κάποτε να αλλάξει νοοτροπία και αισθητική.

Comments

comments

Related Posts

Recent Posts