Η νομολογιακή έρευνα (1970-2000) για τις επιθέσεις με οξύ στην Ελλάδα – Σχολιασμός της επίθεσης στην Καλλιθέα από τον Παναγιώτη Γ.Παπαϊωάννου

της Αγγελικής Καρδαρά.

H νομολογιακή έρευνα από το 1970 έως το 2000 αποδίδει τέσσερεις χαρακτηριστικές περιπτώσεις επιθέσεων με οξύ στη χώρα μας, για τις τρεις εκ των οποίων γνωρίζουμε ότι έχει εκδοθεί καταδικαστική απόφαση από τον Άρειο Πάγο. Οι εν λόγω υποθέσεις έχουν αναλυτικά καταγραφεί στο εξαιρετικό βιβλίο, σημείο αναφοράς για την εγκληματολογική έρευνα, του Δικηγόρου παρ’ Αρείω Πάγω και Δρος Εγκληματολογίας Παναγιώτη Γ. Παπαϊωάννου, υπό τον τίτλο «Εγκλήματα Ζηλοτυπίας – Εγκληματολογική Θεώρηση και Νομολογία», εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη 2001.

Όσον αφορά την ύπαρξη και άλλων επιθέσεων με οξύ στη χώρα μας και τη δικαστική τους εξέλιξη, όπως επεσήμανε ο κ. Παπαϊωάννου στο πλαίσιο επικοινωνίας μας και στο ερώτημά μου για την αναζήτηση και παράθεση και άλλων στοιχείων «η νομολογία στα νομικά περιοδικά ειδικά όπως δημοσιεύονταν τότε, επιλεκτικά, σε περίληψη, κ.λπ. δεν μας δίνουν περισσότερα στοιχεία. Η νομολογιακή έρευνα 1970 με 2000 αποδίδει αυτές τις χαρακτηριστικές περιπτώσεις, όπως κατηγοριοποιήθηκαν στο βιβλίο μου».

Συμπεραίνουμε ότι η δυσκολία της ιστορικής έρευνας σε αυτές τις υποθέσεις έγκειται στο ότι πρέπει να γίνει παράλληλα και η αντίστοιχη νομολογιακή έρευνα για να μπορέσουμε να παραθέσουμε επιστημονικά τεκμηριωμένα στοιχεία. Ακολούθως, παρουσιάζονται αναλυτικά οι τέσσερις υποθέσεις που απασχόλησαν τα ποινικά χρονικά, τα έτη 1970 έως 2000, οι οποίες έχουν ιδιαίτερο νομικό ενδιαφέρον.

Περίπτωση 1: Α.Π. 966/1984 [Σε Συμβούλιο], Ποιν. Χρον. ΛΕ’:802-803:

«Η αναιρεσείουσα η οποία από το έτος 1979 είχε συνδεθεί ερωτικώς με τον Ι.Κ., επειδή απέτυχε στην προσπάθειά της να τον μεταπείσει και αλλάξει την απόφασή του για την διακοπή του ερωτικού της δεσμού, ήθελε να τον εκδικηθεί. Για τον λόγο αυτό, τον κάλεσε στο Τζάννειο Νοσοκομείο όπου εργαζόταν και συναντήθηκαν μέσα στο γραφείο του (…) την 21/4/1982. Εκεί, όταν αυτός της ανακοίνωσε ότι η απόφασή του για διακοπή του ερωτικού της δεσμού είναι οριστική, εκείνη από φιάλη που περιείχε θειικό οξύ (βιτριόλι ) του έριξε στο πρόσωπο αρκετή ποσότητα (…) με αποτέλεσμα να του προκαλέσει εγκαύματα βαριάς μορφής…»

Περίπτωση 2: Ο Άρειος Πάγος (Α.Π. 1390/1994) αναίρεσε λόγω ποικίλων περί την αιτιολογία ελλείψεων, αθωωτική (κατά πλειοψηφία 5-2) απόφαση του Μ.Ο.Ε. Αθηνών για βαριά σκοπούμενη σωματική βλάβη εις βάρος του «διακόψαντα την ερωτική σχέση, εγκαταλείψαντα την έγκυο κατηγορουμένη, και συνάψαντα νέον ερωτικό δεσμό». Η περίπτωση της Β.Σ. και του εραστή της Κ.Π. τον οποίο και η πρώτη περιέλουσε με βιτριόλι επειδή «την εγκατέλειψε» αφού πρώτα η ίδια είχε αφήσει την οικογένειά της για να ζήσει μαζί του, είναι μια υπόθεση που συνέβη την Πρωτομαγιά του 1986 στην Γλυφάδα. Χαρακτηριστικό του ότι είχαν προηγηθεί απειλητικές επιστολές της δράστιδος προς το θύμα. Στην απόφαση αυτή: α) διαπιστώνεται αντίφαση μεταξύ των δεχθέντων ως επιβαρυντικών στοιχείων και του περιγραφέντος σκοπού της κατηγορουμένης, β) γίνονται «επιλεκτικά» δεκτές, ως «ειλικρινείς», καταθέσεις ορισμένων μόνον από τους καταθέσαντες μάρτυρες, γ) δεν παρατίθενται τα αποδεικτικά μέσα και οι συλλογισμοί του δικαστηρίου σχετικά με το διαγνωσθέν άλλοθι, δ) υπάρχουν ασαφείς αιτιολογίες και ελλείψεις στην παράθεση και την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών.

Η μετ’ αναίρεσιν καταδικαστική απόφαση (Μ.Ο.Ε. Αθηνών 114-117/1997, μετ’ αναίρεσιν), τελικώς έκρινε ένοχη την κατηγορουμένη, καταδικάζοντάς την για βαριά σκοπούμενη σωματική βλάβη. Οι αυτοτελείς ισχυρισμοί για ελαττωμένη ικανότητά της προς καταλογισμό απερρίφθησαν, όπως και η αναγνώριση του ελαφρυντικού της καλής συμπεριφοράς της μετά την πράξη, έγινε όμως δεκτή στο πρόσωπο της κατηγορουμένης η συνδρομή δύο ελαφρυντικών περιστάσεων 84 παρ. 2 α’ και γ’ Π.Κ.. Μεσολάβησαν πάντως από την τέλεση του αδικήματος 11 έτη, μέσα στα οποία υπήρξε μια πρωτόδικη καταδίκη και χρειάστηκε για να φθάσει η υπόθεση στο πέρας της να ανατραπεί μια τελεσίδικη αθωωτική απόφαση, στοιχείο που προκαλεί προβληματισμούς για το κύρος του συστήματος απονομής ποινικής δικαιοσύνης.

Περίπτωση 3: Α.Π. 862/1972 : Η υπόθεση αφορά αδίκημα που τελέστηκε στις 13/9/1970 στην Καλαμπάκα.«Ο παθών Α.Μ. εμνηστεύθη την αναιρεσείουσα Β.Ν. και ενεφανίσθησαν εις δημόσια κέντρα και καταστήματα εις Καλαμπάκαν και Καστράκιον Ούτος όμως εντός βραχέως χρονικού διαστήματος (…) είχεν ενδοιασμούς ως προς το εάν θα ηυδοκίμει ο μεταξύ των γάμος (…) εκ των κακών πληροφοριών αίτινες μετά την μνηστείαν περιήλθον αυτώ εξ ανωνύμων επιστολών. Ένεκα τούτου, ο παθών προκάλεσε συνάντησιν των γονέων της αναιρεσειούσης και ταύτης μετ’ αυτού και των οικείων του, και κατ΄ αυτήν ανέφερε ότι η μνηστεία εκλονίζετο εκ της ζωηράς ως εφαίνετο αυτώ συμπεριφοράς της αναιρεσειούσης. Οι γονείς ταύτης υπεσχέθησαν ότι από της πλευράς αυτής θα εξομαλυνθούν οι σχέσεις και θα γίνη το επιβαλλόμενον (…). Την επομένην όμως, όλως αιφνιδίως εδημοσιεύθη εις την τοπικήν εφημερίδα «Τρικαλινά Νέα» αναγγελία του παθόντος περί διαλύσεως της μνηστείας. Μετά ταύτα, η αναιρεσείουσα, βαρέως φέρουσα την διάλυσιν της μνηστείας και τον τρόπον καθ’ ον αύτη εγένετο, προς εκδίκησιν τούτου, καιροφυλακτήσασα μετά διήμερον της διαλύσεως, έρριψε εις το πρόσωπον αυτού ικανήν ποσότητα θειικού οξέως, καθ΄ ον χρόνον ούτος εκάθητο εις κέντρον της Καλαμπάκας μετά γνωστών του προσώπων (…), προκαλώντας του μερική τύφλωση.

Περίπτωση 4: Συμβ. Εφετ. Θεσ/νίκης 293/1992 (παραπεμπτικό βούλευμα)

«Διαπράττει το έγκλημα της σκοπούμενης βαρειάς σωματικής βλάβης (310 § 3 ΠΚ) η κατηγορουμένη, που έριξε με άμεσο δόλο α’ βαθμού βιτριόλι στο πρόσωπο, στον τράχηλο και στα χέρια της παθούσης, προκαλώντας σ’ αυτήν σοβαρά εγκαύματα. Η προσπάθεια της τελευταίας να αποτρέψει την περαιτέρω και εις βάρος της, έκχυση του βλαπτικού υγρού, με αποτέλεσμα να υποστεί και η κατηγορουμένη ελαφρά εγκαύματα, δεν διακόπτει τον αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς της δράστιδος και του επελθόντος αποτελέσματος της βαρειάς σωματικής βλάβης. Ορθώς, συνεπώς, ο Εισαγγελέας εισηγήθηκε την απόρριψη της έφεσης της κατηγορουμένης καθώς και την επικύρωση του πληττομένου βουλεύματος».

Ποιά η ποινική μεταχείριση σήμερα:

Άρθρο 310 Βαριά σωματική βλάβη.

1. Όποιος προκαλεί σε άλλον βαριά σωματική βλάβη τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν επεδίωκε την πρόκληση της βαριάς σωματικής βλάβης, τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη.

2. Βαριά σωματική βλάβη υπάρχει ιδίως αν η πράξη προξένησε στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά και μακροχρόνια αρρώστια ή σοβαρό ακρωτηριασμό ή αν τον εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα ή τη διάνοιά του.

Τα στοιχεία αντλούνται από το βιβλίο του Δικηγόρου παρ΄Αρείω Πάγω και Δρος Εγκληματολογίας Παναγιώτη Γ. Παπαϊωάννου: “Εγκλήματα Ζηλοτυπίας – Εγκληματολογική Θεώρηση και Νομολογία”, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, 2001, σελ. 89-112.

Στηριζόμενοι στο πολύτιμο, καταγεγραμμένο στο βιβλίο, υλικό του κυρίου Παπαϊωάννου διαπιστώνουμε ότι την περίοδο 1970-2000 δεν απασχόλησαν την ελληνική δικαιοσύνη σε μεγάλη συχνότητα αντίστοιχες υποθέσεις. Λαμβάνοντας όμως υπ’ όψιν μας την αποτρόπαια μορφή αυτή της επίθεσης, με τις διά βίου συνέπειες για τα θύματα, μπορούμε να αντιληφθούμε τη σοβαρότητα αυτών των υποθέσεων, τόσο σε νομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Δράστιδες, σύμφωνα με τις καταδικαστικές αποφάσεις ήταν και στις τέσσερεις υπό εξέταση υποθέσεις γυναίκες και θύματα, στις τρεις από αυτές, άντρες, ενώ στην μία υπόθεση που έφτασε στο Εφετείο (δεν έχουμε στοιχεία εάν έχει φτάσει στον Άρειο Πάγο) γυναίκα. Συνεπώς, η πρόσφατη υπόθεση της Καλλιθέας με δράστιδα και θύμα γυναίκα, δεν είναι μοναδική στα ποινικά χρονικά της χώρας μας, αλλά πάντως είναι σπάνια, βάσει της καταγεγραμμένης νομολογίας της περιόδου (1970-2000). Επομένως, κατά την άποψή μου, καταρρίπτεται η στερεοτυπική εικόνα ότι το βιτριόλι υπήρξε διαχρονικά το μέσο επίλυσης διαφορών μεταξύ γυναικών, καθώς γυναίκες δράστιδες φαίνεται να στρέφονται κυρίως κατά αντρών στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, μία εικόνα που από την άλλη, αλλάζει στη σύγχρονη εποχή, με τα στοιχεία της έρευνας σε διεθνές επίπεδο να χαρακτηρίζουν το συγκεκριμένο έγκλημα ως «gender based crime», όπως έχουμε αναλυτικά παρουσιάσει στο pm. Η δέ υπόθεση με βιτριόλι στην Καλλιθέα που μας απασχολεί ερευνητικά, διέπεται από ορισμένα χαρακτηριστικά, τα οποία, εάν ασφαλώς αποδειχθούν αληθή κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, παρουσιάζουν ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα ελληνικά εγκληματολογικά και ποινικά χρονικά και μάλιστα της σύγχρονης εποχής. Αυτά είναι:

Πρώτον, η κατηγορία -στην παρούσα ασφαλώς στιγμή- αφορά την απόπειρα ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως, ενώ οι κατηγορίες για τις συγκεκριμένες επιθέσεις αφορούσαν ως τώρα τη βαριά σκοπούμενη βλάβη.

Δεύτερον, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ήταν αυτά που φέρεται να διαδραμάτισαν έναν σημαντικό ρόλο στο να τροφοδοτούν τα όποια αρνητικά συναισθήματα της φερόμενης ως δράστιδος, εάν ασφαλώς αποδειχθούν στο δικαστήριο αληθή τα συγκεκριμένα στοιχεία που είδαν το φως της δημοσιότητας.

Τρίτον, με τα έως τώρα στοιχεία  που έχουν καταγραφεί στο αστυνομικό ρεπορτάζ, η εμμονή που φέρεται -σύμφωνα με τους ειδικούς οι οποίοι έχουν τοποθετηθεί επί του θέματος να είχε η φερόμενη ως δράστιδα- δεν αφορούσε πραγματικά γεγονότα, όπως μία συναισθηματική σχέση του θύματος που υπήρχε στην πραγματικότητα.

Τονίζω ότι όλα αυτά είναι στοιχεία που πρέπει να αποδειχθούν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης και μόνον τότε θα εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα και παράλληλα θα αναδειχθούν καίριες πτυχές της υπόθεσης με εγκληματολογικό και κοινωνικό ενδιαφέρον.

Ολοκληρώνοντας τη διερεύνηση της επίθεσης με βιτριόλι στην Καλλιθέα, καθώς είναι ένα θέμα που παρουσιάσαμε με εκτενή αρθρογραφία στο pm, ο κ. Παπαϊωάννου μού έκανε την τιμή ενός σύντομου σχολιασμού.

Παναγιώτης Γ. Παπαϊωάννου, μαχόμενος Δικηγόρος, διδάκτωρ Εγκληματολογίας. Συγγραφέας του βιβλίου “Εγκλήματα Ζηλοτυπίας – Εγκληματολογική Θεώρηση και Νομολογία”, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, 2001, σελ. 89-112. 

Ειλικρινά με ενοχλεί η τάση που διαχρονικά εμφανίζεται στο δημόσιο λόγο να επιχειρείται να «ψυχολογικοποιηθεί» το εγκληματικό φαινόμενο, να προσεγγιστεί το «γιατί» με όρους καφενειακούς. Στη χώρα μας εξακολουθούμε να υποφέρουμε από επαρχιωτισμό. Νομίζουμε ότι τα ξέρουμε όλα και τείνουμε να μην επιθυμούμε να αναγνωρίζουμε επιστημονικές ειδικότητες. Εύκολα και άκοπα «οργιζόμαστε», «πέφτουμε από τα σύννεφα». Και κυρίως, δε διστάζουμε να «πούμε τη γνώμη μας», ενώ στερούμεθα τα βασικά στοιχεία που θα μας επέτρεπαν να τη διαμορφώσουμε.

Με άλλα λόγια: όταν ένας ασθενής πρέπει να χειρουργηθεί, απευθυνόμαστε στον εξειδικευμένο χειρούργο και στον εξειδικευμένο εργαστηριακό γιατρό. Όχι στον φοιτητή ιατρικής, σε τελειόφοιτο ιατρικής, σε ορθοπαιδικό ή οδοντίατρο. Πολλώ μάλλον, δεν απευθυνόμαστε σε χειροπρακτικό, ή ομοιοπαθητικό. Ανάλογη ανάγκη προσφυγής στον ειδικό υπάρχει και στη δημόσια διαχείριση της ζητημάτων γύρω από το εγκληματικό φαινόμενο.

Δεν μπορεί να εξακολουθήσει να μας ενδιαφέρει η ικανοποίηση της περιέργειας του κοινού, ούτε η τροφοδότησή του με άτακτες πληροφορίες. Το σημαντικό είναι να γνωρίζει ο κόσμος ποιά ποινή προβλέπεται για το συγκεκριμένο αδίκημα (5 με 10 χρόνια κάθειρξη), πώς αυτή επιβάλλεται, σε ποιό χρόνο, πώς και πού εκτίεται και όχι να ασχολείται με τα ηδονοβλεπτικά ντεσού. Τα δε φαινόμενα της με δόσεις διαρροής της δικογραφίας στα Μ.Μ.Ε. είναι πράξη ευθέως παράνομη (αρ. 252 Π.Κ.), αφού όλη  η προδικασία είναι μυστική, συνιστά, δε, ακυρότητα της προδικασίας το να διαρρέουν επιλεγμένα στοιχεία προς τα Μ.Μ.Ε. πριν καν ο κατηγορούμενος απολογηθεί – υπάρχει εξάλλου επ’ αυτού αδιαπραγμάτευτη νομολογία του Ε.Δ.Δ.Α. την οποία προσποιούμαστε ότι αγνοούμε. Η δε αναπαράσταση ποινικής διαδικασίας μέσα από τα τηλεοπτικά δίκτυα (και στη συνέχεια από μέσα κοινωνικής δικτύωσης) είναι ενέργεια αντιδεοντολογική, όσον αφορά το δικηγορικό λειτούργημα. Ανεξάρτητα από πρόσωπα, το φαινόμενο να δηλώνεται δημόσια από συνήγορο υπεράσπισης ότι «θεωρεί την προφυλάκιση σίγουρη», πριν καν απολογηθεί η κατηγορουμένη, ακούγεται και είναι παράδοξο.

Από την άλλη, η ευκολία με την οποία προσπαθούν οι κάθε λογής δημοσιολογούντες να εκθρέψουν την οργή του κοινού, ζητώντας «αυστηροποίηση ποινών», χωρίς να ενημερώνουν το κοινό το υπό ποιές συνθήκες οι ποινές εκτίονται, τί σημαίνει «μειωμένος καταλογισμός», ότι δεν υφίσταται το διαδεδομένο και ημιμαθές κλισέ «ο κατηγορούμενος τα πήρε πίσω» (μόνη δικονομικώς υποστατή θέση του κατηγορουμένου είναι αυτή που διατυπώνει στην απολογία του ενώπιον του φυσικού του δικαστή), θεωρώ ότι είναι βαθιά υποκριτική και δεν προσφέρει καμία υπηρεσία στο κοινό. Εκτός αν θεωρούμε την παραπλάνηση υπηρεσία.

Όσον αφορά τον τύπο του συγκεκριμένου αδικήματος, δηλαδή η «εκδίκηση με βιτριόλι», όπως αυτός μορφοποιείται από τη δημοσιευμένη νομολογία της χώρας μας, συνδέεται συνήθως με έγκλημα ζηλοτυπίας. Πρόκειται για τρόπο τέλεσης βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης – και κατά κανόνα όχι απόπειρα ανθρωποκτονίας – και συνδέεται με δόλο πρώτου βαθμού του δράστη. Είναι ένα έγκλημα στο οποίο ο δράστης σκοπεί και καταφέρνει να εξαφανίσει το πρόσωπο του θύματος. Τα θύματα – αυτά πρέπει να είναι τα κεντρικά πρόσωπα της δημόσιας ευαισθησίας – υποφέρουν φρικτά μέχρι το τέλος της ζωής τους. Στην ουσία χάνουν εν ζωή την ταυτότητά τους, χωρίς να μπορούν να την αποκαταστήσουν.

Η δέ απειλή ότι «θα σου ρίξω βιτριόλι», επειδή ακριβώς έχει περάσει από την εγκληματολογική παράδοση στις κοινωνικές σχέσεις, επιβιώνει ακόμη και σήμερα σε συμπεριφορές τοξικών προσωπικοτήτων, μπορεί, δέ, να χαρακτηριστεί ποινικά από απλή ή εξακολουθητική απειλή έως και ενδοοικογενειακή βία και να επισύρει τη λήψη μέτρων (βλ. μ.α. Μον. Πρωτ. Θεσ/νίκης 482/2014 [Τμ. Ασφ. Μέτρων], όπου ο καθ’ ου «απειλούσε κατ’ επανάληψη ότι θα σκοτώσει την αιτούσα, ότι θα την ανατινάξει, ή θα της ρίξει βιτριόλι για να τον θυμάται για πάντα για να πονέσει κι εκείνη όπως πόνεσε και ο καθ’ ού με την απώλεια των χρημάτων του».

 

 

Κεντρική φωτογραφία ανάρτησης: Γλυπτό του Βελγο-Ιρανού καλλιτέχνη Kaveh Owliaie (λεπτομέρεια).

Διαβάστε ακόμα: 

Επιθέσεις με οξύ: σκιαγράφηση προφίλ δραστών/δραστιδών και ανάλυση κινήτρων

Επιθέσεις με οξύ (2): Καταρρίπτοντας τον μύθο ότι το βιτριόλι είναι το «όπλο» ξεκαθαρίσματος λογαριασμών μεταξύ γυναικών

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Παν/μίου Αθηνών – Φιλόλογος. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός και είναι Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Παράλληλα, οργανώνει σεμιναριακά μαθήματα και δίνει διαλέξεις στο αντικείμενο της εξειδίκευσής της «Έγκλημα και Media». Συνεργάστηκε με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει τη συγγραφή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων: «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» & «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ», με Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας κ.Γιάννη Πανούση. Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αντικείμενο «Εγκληματολογία & ΜΜΕ». Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα, την αρθρογραφία και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts