Η παραβίαση του ιδιωτικού πένθους από τον Λάκη Λαζόπουλο

του Δημήτρη Καλαντζή.

Η απώλεια ενός πολύ αγαπημένου ανθρώπου από καρκίνο δημιουργεί ένα συντριπτικό πένθος, καθώς, μαζί με την ίδια την απώλεια, βρίσκεσαι αντιμέτωπος με μία σειρά ερωτημάτων: «έκανες όσα μπορούσες για να κρατήσεις τον άνθρωπό σου στη ζωή;», «πήρες τις σωστές αποφάσεις;», «στάθηκες όσο καλύτερα μπορούσες κοντά του;», «προσέφερες ένα καλό φευγιό;».

Ακόμα πιο συντριπτικό είναι το παράλογο ερώτημα «μήπως εγώ, έστω σε κάποιον βαθμό, ήμουν υπαίτιος για την ασθένεια και τον θάνατο του;».

Όσο κι αν ΔΕΝ βασίζεται σε επιστημονικά δεδομένα, αυτό το ερώτημα μπορεί να σου φορτώσει δύσκολα διαχειρίσιμες ενοχές, καθώς πένθος και λογική δεν συμβαδίζουν για πολύ καιρό – ίσως και ποτέ.      

Το πένθος είναι μια ιδιωτική υπόθεση. Κανείς δεν μπορεί να έχει άποψη – και πολύ περισσότερο να κατακρίνει τον άνθρωπο για τον τρόπο που πενθεί – καθώς κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει την πραγματική συναισθηματική σχέση του με το άτομο που χάθηκε και πόσο καθοριστική αισθάνεται αυτή την απώλεια για το μέλλον της ζωής του.

Όσο συνηθισμένο είναι να «κατεβάσεις ρολά» μετά από μια μεγάλη απώλεια, άλλο τόσο είναι να προσκολληθείς στον πρώτο διαθέσιμο άνθρωπο που θα βρεθεί κοντά σου και να γαντζωθείς πάνω του, προσπαθώντας να αναπληρώσεις το κενό.

Οι ειδικοί προτείνουν πάντα τη μέση οδό: να δώσεις χρόνο στον εαυτό σου να πενθήσει και μετά να επιχειρήσεις να «τακτοποιήσεις» την απώλεια στο μυαλό και τη ψυχή σου, ώστε να προχωρήσες με μικρά και σταθερά βήματα παραπέρα, χωρίς να κουβαλάς «φαντάσματα», παρά μόνο επεξεργασμένες (ή επιλεκτικές) αναμνήσεις και συναισθήματα.  

Είναι όμως κι αυτή μία προσωπική διεργασία. Εντοπίζεται στον χώρο του ιδιωτικού βίου, που δεν χωρά «άποψη» και «κριτική».

Ο Λάκης Λαζόπουλος αποφάσισε να παραβιάσει το ιδιωτικό του πένθος και την προσωπική διαδικασία «επούλωσης» (ή «closure», όπως λένε οι Αμερικανοί), γράφοντας ένα συνταρακτικό βιβλίο για τη μάχη με τον καρκίνο και τον θάνατο της αγαπημένης του «Τασούλας» και την πολυκύμαντη σχέση 40 ετών που διατηρούσε μαζί της. Πρόκειται για ένα βιβλίο «ξεγύμνωμα» (όσο κλισέ κι αν ακούγεται) ψυχής, συναισθημάτων, πόθων, μυστικών, ματαιώσεων, διαψεύσεων, αποκαλύψεων αλλά και άγριας αλήθειας που σοκάρει, καθώς μοιράζεται χωρίς «εισιτήριο εισόδου» στον κάθε καλοπροαίρετο και κακοπροαίρετο, φίλο και εχθρό, «ψαγμένο» ή «ηδονοβλεψία ιδιωτικών ζωών», που θα πάρει στα χέρια του το βιβλίο «Άλλες γυναίκες φοράνε τα φουστάνια σου».  

Το βιβλίο κινείται σε τρία επίπεδα: α) σε αυτή καθεαυτή τη μάχη με τον καρκίνο, έναν μαραθώνιο διαψεύσεων που ακόμα και τα χρήματα και οι γνωριμίες δεν στέκονται τελικά ικανά να νικήσουν, β) την προσωπική σχέση του Λαζόπουλου με την «Τασούλα», την οποία το κοινό αγνοούσε κατ’ επιλογή του ζευγαριού και γ) το «ξεκαθάρισμα λογαριασμών» του συγγραφέα με δημοσιογράφους, καναλάρχες, πολιτικές παρατάξεις, ακόμα και το «κοινό».

ΤΟ «ΕΠΙΚΑΙΡΙΚΟ» ΕΠΙΠΕΔΟ

Το τελευταίο επίπεδο, το «ξεκαθάρισμα λογαριασμών» είναι και το πιο αδύναμο του βιβλίου, που, αν έλειπε, θα μπορούσε να εστιάσει καλύτερα ο αναγνώστης στη συγκλονιστική σχέση ζωής Λαζόπουλου – Τασούλας και στη μάχη με τον καρκίνο. Οι δημοσιογράφοι, ο Βερύκιος, ο Κοντομηνάς, οι «φίλοι που έγιναν εχθροί», οι «μεγάλες σκοτεινές δυνάμεις», η «αίσθηση καταδίωξης», το «κακό κοινό» που θα έπρεπε να αποθεώνει τον Λαζόπουλο για κάθε τι που λέει (ως αυθεντία;), η παντελής έλλειψη αυτοκριτικής για αποδεδειγμένα λανθασμένες επιλογές του συγγραφέα, ακόμα και η δημοσιοποίηση πιστοποιητικού ότι δεν έκανε χρήση ναρκωτικών (για την… αρχαία υπόθεση του κότερου – ποιός νοιάζεται αλήθεια;) αποτελούν «παράσιτα» στα μηνύματα του βιβλίου. Είναι «μικρά», «επικαιρικά» και «ασήμαντα» θέματα μπροστά στη διαχρονία των δύο πυλώνων της ανθρώπινης τραγωδίας: του έρωτα και του θανάτου.

Η ΜΑΧΗ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΡΚΙΝΟ

Από το βιβλίο του Λαζόπουλου καταλαβαίνει ο αναγνώστης ότι ο καρκίνος δεν κάνει διακρίσεις σε πλούσιους και φτωχούς, διάσημους ή άσημους, όμως η αντιμετώπιση του καρκίνου είναι ΚΑΙ θέμα πλούτου, ΚΑΙ διασημότητας.

Είναι αμφίβολο εάν κάποιος αναγνώστης, που έχει ζήσει την αγωνία να βρεθεί μια θέση αναμονής στη λίστα του Αγίου Σάββα, το ατελείωτο κυνήγι του γιατρού για την απόσπαση δύο λόγων στα όρθια για το ποιές είναι οι προβλέψεις, τη διάλυση όλης της οικογένειας με τις βάρδιες στο νοσοκομείο, την αδυναμία καταφυγής σε μια δεύτερη και τρίτη γνωμάτευση, είναι αμφίβολο εάν αυτός ο αναγνώστης μπορεί να ταυτιστεί με τον συγγραφέα, διαβάζοντας για Ελβετίες, Αμερικές, Γαλλίες και Αγγλίες, δωμάτια πανάκριβων νοσοκομείων, ελικόπτερα που είναι είναι έτοιμα να απογειωθούν για τη μεταφορά του ασθενούς, ασθενοφόρα που περιμένουν στα λιμάνια, σπίτια στο Σούνιο και την Πάρο για ανάρρωση δίπλα στην πισίνα… 

Ενδεχομένως ο Λαζόπουλος να κάνει αυτή την αναλυτική καταγραφή στο πλαίσιο της προσωπικής διαδικασίας «επούλωσης» και της απάντησης στο ερώτημα «έκανα ό,τι μπορούσα για να κρατήσω στη ζωή των άνθρωπό μου;». Η απάντηση είναι χωρίς αμφιβολία θετική. Έκανε τα πάντα. Όπως πιθανόν θα έκανε και η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων, εάν είχε τις ανάλογες δυνατότητες.

Ο τρόπος που έδωσε τη μάχη με τον καρκίνο ο Λάκης Λαζόπουλος τον διαφοροποιεί από τη μάχη που έδωσε ή δίνει ο μέσος πολίτης, δεν τον αποξενώνει όμως από τις καθολικές αλήθειες της ασθένειας.

Ο συγγραφέας γράφει χωρίς φόβο για το παζάρι εκατομμυρίων γύρω από τον καρκίνο, τους πανάκριβους γιατρούς, τους παραγιατρούς και τους απατεώνες που θησαυρίζουν από την απελπισία ασθενών και συγγενών, τα μαντζούνια, τις «αγωγές» και τα «συμπληρώματα» που μπορεί να «θρέφουν» τον καρκίνο μαζί με την ανακούφιση του ασθενούς και τη διαφθορά της Πολιτείας στην έγκριση ή μη εξειδικευμένων θεραπειών.  

«Κι εσύ αρχίζεις και τρέχεις. Πρώτα στους γιατρούς, ύστερα στον Θεό, μετά στους Αγίους, ύστερα στις εκκλησίες, ύστερα σε αυτούς που ξέρουν γιατροσόφια, ύστερα στους μυστικούς γιατρούς που ξέρουν τα φοβερά μυστικά για τον καρκίνο… Ένας ολόκληρος μηχανισμός έρχεται για να σου φάει ό,τι έχεις μαζέψει, προκειμένου να ζήσεις λίγο παραπάνω…»

«Είναι τεράστια συμφέροντα, είναι πολλά πολλά εκατομμύρια. Όχι, δεν είναι μέσα όλοι οι γιατροί στο κόλπο, είναι όμως πάρα πολλοί. Πρέπει να ψάξεις, να βρεις, να μάθεις, να καταλάβεις, να διαισθανθείς. Ποιος γιατρός αξίζει. Γιατί ο καρκίνος είναι μπίζνες. Οι εταιρείες φαρμάκων για τον καρκίνο, θα το πω ωμά, θέλουν να πάρεις όλα τα φάρμακά τους και ύστερα να πεθάνεις. Ή, αν δεν πεθάνεις, να ζήσεις για να πάρεις τα υπόλοιπα. Σαν να παίρνεις ένα φάρμακο που εμποδίζει τον θάνατο μέχρι να ξοδέψεις εσύ όλες σου τις ελπίδες…»

Σε σημεία σαν κι αυτά του βιβλίου, ο Λαζόπουλος γίνεται η φωνή χιλιάδων συγγενών που έδωσαν τη μάχη του καρκίνου. Της ατελειώτης αγωνίας και της απάνθρωπης εκμετάλλευσης που βίωσαν από ένα άρρωστο σύστημα που έχει κεντρικό σκοπό το κέρδος και όχι τη θεραπεία. Ο Λαζόπουλος είναι σε θέση να εκφράσει τις πικρές και δυσάρεστες αλήθειες και με γενναιότητα το κάνει.

Αλλά και η «Τασούλα του» γίνεται η φωνή των καρκινοπαθών. Μιλά ή υπονοεί την ανάγκη να «πιαστεί» από μία ελπίδα, την εσωτερική διαμάχη για το αν «αξίζει η μάχη», την ανακούφιση που παρέχει η  θρησκευτική και μεταφυσική εναποθέση της αγωνίας. Αλλά και του θυμού. Ενός θυμού που βρίσκει χώρο να βιωθεί ακόμα και με αφορμή τη συνηθισμένη ερώτηση «τι κάνεις;» (διαβάστε με προσοχή την επιστολή στη σελίδα 279 και ίσως αλλάξει για πάντα τον τρόπο που απευθύνεστε σε ασθενή).   

Τι είναι τελικά ο καρκίνος για τον Λαζόπουλο;

Ίσως μία υποσυνείδητη απόφαση αυτοκτονίας. Ίσως η σωματοποίηση της δυσαρμονίας αυτών που ζει το άτομο και αυτών που θέλει. Ίσως οι κακές επιλογές που προκαλούν την «επανάσταση» των κυττάρων του. Ίσως όμως και απλώς… αυτό που ήταν «γραφτό».

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΓΑΠΗΣ ΤΟΥ ΛΑΚΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΑΣΟΥΛΑΣ

Στο βιβλίο του Λαζόπουλου ο αναγνώστης παρακολουθεί μία ολοζώντανη περιγραφή των γεγονότων και των ψυχολογικών αποτυπώσεών τους στους πρωταγωνιστές μίας μακράς μάχης με τον καρκίνο. Ο κεντρικός πυρήνας όμως του οι «Άλλες γυναίκες φοράνε τα ρούχα σου» δεν είναι αυτός. Είναι η μοναδική ιστορία αγάπης του Λάκη και της Τασούλας, γραμμένη σε πρώτο πρόσωπο και απογυμνωμένη από κάθε φτιασίδι.

Οι περισσότεροι από όσους δεν αγαπούν την «κλειδαρότρυπα», ελάχιστα γνώριζαν μέχρι τώρα για την ιδιωτική ζωή του συγγραφέα. Ίσως να είχαν ακούσει για έναν γάμο που είχε γίνει κάποτε αλλά δεν κράτησε, ίσως να είχαν ακούσει για διάφορες εφήμερες ή μη σχέσεις του, αλλά καθώς ο ίδιος ήθελε να κρατήσει ιδιωτική την… ιδιωτική του ζωή, ελάχιστα ήταν γνωστά για τον Λαζόπουλο εκτός από τη δημόσια δουλειά του σε τηλεόραση και θέατρο.

Με το βιβλίο αυτό προκαλείται ένα σοκ στο κοινό. Από τη «θολή» εικόνα της ιδιωτικής του ζωής, ο Λαζόπουλος δημοσιοποιεί ο ίδιος την «ακτινογραφία» της σχέσης του με την «Τασούλα του». Διότι περί «ακτινογραφίας» πρόκειται. Γεγονότων, εικόνων και συναισθημάτων.

Στο βιβλίο περιγράφονται από τη γνωριμία, την πρώτη νύχτα που ολοκλήρωσαν τη σχέση τους, τον γάμο τους με στοιχεία γκροτέσκο, τα ταξίδια και την κοινή τους ζωή, μέχρι τις απιστίες, τις αποστάσεις, τον έρωτα που για τον Λάκη έγινε αγάπη, αλλά για την Τασούλα παρέμεινε έρωτας, από αυτούς που τρώνε τα σωθικά.

Η Τασούλα «πάντα όσα είχε να μου πει, τα έλεγε με το βλέμμα της, μου τα έλεγε με το σώμα της, αλλά δεν μου τα έλεγε με τα λόγια της. Όποια μορφή κι αν έπαιρνε η σχέση μας όλα αυτά τα χρόνια: της σταδιακής απομάκρυνσης, της έντονης ασυνεννοησίας, της ερωτικής απραξίας, της αγάπης χωρίς έρωτα πια, της αγάπης σε επίπεδο ανθρώπινο, της φιλίας, μίας αχώριστης σχέσης σαν η μοίρα να μας ήθελε συνέχεια να βρισκόμαστε με κάθε τρόπο, ο ένας δίπλα στον άλλον…».

Όσα δεν έλεγε όμως αυτά τα 40 χρόνια η Τασούλα, τα έγραφε. Σε γράμματα που ο Λάκης παρέλαβε μετά τον θάνατό της. Όταν πια όσα είχε γράψει δεν μπορούσαν να μπουν σε «διαπραγμάτευση», να αλλάξουν, να πάρουν μια άλλη τροπή…

Κι εδώ είναι που ο Λαζόπουλος κάνει το απόλυτο στριπτίζ: δημοσιεύει αυτούσιες κάποιες επιστολές της Τασούλας που σπαρακτικά αποκαλύπτουν τη ματαίωση που ένιωθε, το αδιέξοδό της σε μια σχέση που δεν ήταν όπως εκείνη ήθελε, αλλά δεν είχε και τη δύναμη να την τελειώσει. Μαθαίνουμε για έναν έρωτα βαθιά ριζωμένο, αναπόδραστο μέχρι το οριστικό τέλος.

Ο αναγνώστης μπορεί να νιώσει αμηχανία από τις προσωπικές περιγραφές του Λάκη και τα γράμματα της Τασούλας. Βρίσκεται μπροστά στα «ντοκουμέντα» μίας σχέσης, που οι περισσότεροι θα έσπευδαν να κάψουν και να διασκορπίσουν τις στάχτες τους, ώστε να μη μαθευτούν ποτέ και από κανέναν.

Ο Λαζόπουλος όμως τα κάνει κοινό κτήμα.

Δίνει δημόσια φωνή στην Τασούλα να τον «κατηγορήσει» για όσα ήθελε από εκείνον, αλλά δεν κατάφερε να εισπράξει.

Η Τασούλα γνώριζε ότι θα πεθάνει. Θα μπορούσε όλα αυτά τα γράμματα να τα είχε καταστρέψει. Να μην έφταναν ποτέ στα χέρια του Λάκη – δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι θα μπορούσαν να φτάσουν και στα χέρια του καθένα μας.

Δεν το έκανε όμως. Και εδώ βρίσκεται η γενναιότητα του συγγραφέα να δημοσιοποιήσει το προσωπικό του πένθος για την απώλεια της Τασούλας, μαζί με το πένθος της Τασούλας για τον τρελό, εγωιστικό, αποκλειστικό έρωτα που δεν κράτησε.

Οι «Άλλες γυναίκες…» είναι ένα βιβλίο σοκαριστικά ρεαλιστικό γύρω από το μυστήριο του έρωτα και της αγάπης. Μία εξομολόγηση για την απώλεια. Μία προσπάθεια για επούλωση, που – αλίμονο – για τις σχέσεις ζωής είναι βασανιστική διαδικασία.   

Φωτογραφία ανάρτησης: Λάκης και Τασούλα από το βιβλίο του Λάκη Λαζόπουλου “Άλλες γυναίκες φοράνε τα φουστάνια σου”, εκδόσεις ΔΙΟΠΤΡΑ.

The following two tabs change content below.

Δημήτρης Καλαντζής

Γεννήθηκε, μεγάλωσε και ζει στο κέντρο της Αθήνας. Σπούδασε δημοσιογραφία στο «Εργαστήρι» και Ελληνικό Πολιτισμό στο ΕΑΠ. Έχει δουλέψει σε εφημερίδες, ραδιοφωνικούς & τηλεοπτικούς σταθμούς και τώρα διερευνά τους κώδικες του διαδικτύου. Αγαπά τις ανθρώπινες ιστορίες και τις γάτες.

Comments

comments

Related Posts

Recent Posts