Η συγκλονιστική επιστολή θύματος βιασμού

της Αγγελικής Καρδαρά.

«Δες ένα σημείο που έχουμε κοινό και οι δύο, δεν μπορέσαμε να σηκωθούμε το πρωί. Δεν είμαι ξένη προς τον πόνο. Με θυματοποίησες. Στις εφημερίδες το όνομά μου ήταν ‘γυναίκα αναίσθητη και μεθυσμένη’, 10 συλλαβές, και τίποτε άλλο. Για λίγο, πίστεψα ότι αυτό ήμουν μόνο. Έπρεπε να αναγκάσω τον εαυτό μου να ξαναδιαβάσει το πραγματικό μου όνομα, την ταυτότητα μου. Να ξαναμάθω ότι δεν είμαι εγώ όλο αυτό. Ότι δεν είμαι, απλώς, ένα μεθυσμένο θύμα σε ένα χαζοπάρτι που βρέθηκε πίσω από ένα σωρό μπάζα».

Μία συγκλονιστική επιστολή θύματος βιασμού που απηύθυνε στον καταδικασθέντα κατηγορούμενο και που διαβάστηκε στο ακροατήριο κατά τη διαδικασία επιβολής της ποινής παρουσιάζουμε σήμερα στο pm ως συνέχεια του θέματός μας υπό τον τίτλο Οι επιπτώσεις του εγκλήματος στη ζωή της οικογένειας του θύματος μέσα από την ανάγνωση επιστολών στο Δικαστήριο https://www.postmodern.gr/oi-epiptoseis-toy-egklimatos-sti-zoi-t/.

Η επιστολή μεταφράστηκε από τα αγγλικά από τον Ομ.Καθηγητή Εγκληματολογίας Παντείου Πανεπιστημίου, κ. Αντώνη Μαγγανά και αντλείται από το πολύτιμο εγκληματολογικό υλικό του, στο πλαίσιο της επιστημονικής συνεργασίας μας για την παρουσίαση ζητημάτων υψηλού εγκληματολογικού ενδιαφέροντος και ανάλυσής τους, με στόχο την ενημέρωση, αφύπνιση και ευαισθητοποίηση του κοινού.

Η ανάγνωση παρόμοιων επιστολών μπορεί, κατά την άποψή μου, να επιφέρει πολύ θετικά αποτελέσματα εάν εφαρμοστεί και στη χώρα μας σε εγκλήματα κατά της ζωής και κατά της γενετήσιας ελευθερίας, διότι το θύμα -εάν έχει επιβιώσει της εγκληματικής πράξης- ή η οικογένειά του έχουν την πολύτιμη ευκαιρία να νιώσουν ότι και η δική τους φωνή ακούγεται και λαμβάνεται υπ’ όψιν κατά την επιμέτρηση της ποινής. Ταυτόχρονα ο κατηγορούμενος τίθεται -ίσως για πρώτη φορά- ενώπιον των ευθυνών του. Υπό αυτή την έννοια, οι επιστολές αποτελούν μία μορφή «αποκαταστατικής δικαιοσύνης», όπως επισημαίνει και ο Καθηγητής.

Το τραύμα της θυματοποίησης, ασφαλώς, δεν μπορεί να ξεπεραστεί με την ανάγνωση μίας επιστολής, αλλά η έκφραση του βιώματος και των συναισθημάτων είναι ένα σημαντικό, πρώτο βήμα για το θύμα και την οικογένειά του, να τους δώσει δύναμη προκειμένου να μπορέσουν να έρθουν αντιμέτωποι με τη σκληρή πραγματικότητα, να μιλήσουν ανοιχτά για αυτήν φέρνοντας στην επιφάνεια όλα εκείνα τα συναισθήματα που τους εμποδίζουν να συνεχίσουν τη ζωή τους και εκφράζοντας παράλληλα τις προσωπικές τους σκέψεις ως προς το τι θεωρούν «δικαιοσύνη» και πώς μπορούν να συνεχίσουν τη ζωή τους.

Επίσης, αυτές οι επιστολές έχουν μία πολύ σημαντική κοινωνική χρησιμότητα, καθώς ρίχνουν φως σε σκοτεινές πτυχές του εγκλήματος που μπορεί να ευαισθητοποιήσουν περισσότερο το ευρύ κοινό αλλά και τους αρμόδιους φορείς χάραξης αντεγκληματικής πολιτικής ως προς την ενίσχυση της πρόληψης.

Τέλος, διαβάζοντας τη συγκεκριμένη επιστολή αμέσως μου ήρθε στο μυαλό το φλέγον ζήτημα της μιντιακής προσέγγισης των εγκλημάτων κατά της ζωής και πρωτίστως κατά της γενετήσιας ελευθερίας, το οποίο αναφέρεται σε αρκετά σημεία της επιστολής. Θεωρώ επομένως ότι έχουν και έναν ειδικό εκπαιδευτικό χαρακτήρα οι συγκεκριμένες επιστολές για τον δημοσιογραφικό κόσμο, προκειμένου οι δημοσιογράφοι να κατανοήσουν την πολύ μεγάλη κοινωνική ευθύνη τους όταν ενημερώνουν το ευρύ κοινό για ανάλογες υποθέσεις και ότι είναι υποχρέωσή τους -και νομικά και βάσει του κώδικα δεοντολογίας-  να μη στιγματίζουν και να μη θυματοποιούν δευτερογενώς, ούτε όμως και να αναπαράγουν επικίνδυνους εγκληματικούς μύθους, μέσω της διακωμώδησης περιστατικών ή με έναν δημοσιογραφικό λόγο που δεν είναι τεκμηριωμένος, είναι ασαφής και αφήνει υπονοούμενα κατά των θυμάτων. 

Στην υπόθεση που σήμερα παρουσιάζουμε, πρώην αθλητής […] του Πανεπιστημίου […], ο οποίος κακοποίησε σεξουαλικά μία κοπέλα, η οποία είχε χάσει τις αισθήσεις της, καταδικάσθηκε και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 6 μηνών, διότι ο Δικαστής έκρινε ότι μία αυστηρότερη ποινή θα είχε σοβαρές επιπτώσεις για τον καταδικασθέντα. Στην επιβολή της ποινής, η γυναίκα που κακοποιήθηκε διάβασε στον δράστη μία επιστολή που περιέγραφε  τις σοβαρές επιπτώσεις που είχε η κακοποίηση για τη δική της ζωή.

Ένα βράδυ του Ιανουάριου του 2015, δύο πτυχιούχοι του [….], που έκαναν ποδηλατάδα στους κάμπους, διέκριναν έναν νεαρό άντρα να κινεί το σώμα του πάνω από μία ημίγυμνη γυναίκα, η οποία είχε χάσει τις αισθήσεις της, πίσω από κάτι μπαζα. Τον Μάρτιο το Δικαστήριο έκρινε τον πρώην φοιτητή, 20 ετών, ένοχο για τρεις κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης. Η μέγιστη ποινή που αντιμετώπιζε ήταν 14 έτη σε ομοσπονδιακή φυλακή. Ωστόσο, ο Δικαστής του επέβαλε ποινή 6 μηνών σε φυλακή της Πολιτείας προσθέτοντας και περίοδο δοκιμασίας, επισημαίνοντας ότι μία αυστηρότερη ποινή θα είχε σοβαρές επιπτώσεις στη ζωή του ως Πρωταθλητή […], ο οποίος, κάποτε, είχε βλέψεις για τους Ολυμπιακούς Αγώνες.

Την ίδια ημέρα η γυναίκα αντιμετώπισε απευθείας τον καταδικασθέντα, στην αίθουσα του Δικαστηρίου, διαβάζοντας την επιστολή που είχε γράψει σχετικά με τις σοβαρές επιπτώσεις που είχε και στη δική της ζωή η εγκληματική πράξη- από τη στιγμή που έμαθε ότι ένας άγνωστος την κακοποίησε ενώ ήταν αναίσθητη, μέχρι την εξαντλητική δίκη όπου διατυπώθηκε ο ισχυρισμός ότι ο κατηγορούμενος είχε τη συναίνεση του θύματος.

Η γυναίκα θύμα, 23 ετών πλέον, δήλωσε στο Πρακτορείο Ειδήσεων ότι ήταν απογοητευμένη με αυτή την «ήπια» ποινή και θυμωμένη, γιατί ο καταδικασθείς ακόμη αρνείται ότι την κακοποίησε σεξουαλικά.

«Ακόμη και αν η ποινή είναι μικρή, ελπίζω ότι θα ξυπνήσει τον κόσμο», δήλωσε. Θέλω να ξέρει ο Δικαστής ότι άναψε μία μικρή φωτιά. Τουλάχιστον, αυτός είναι ένας λόγος για όλους μας να μιλήσουμε ακόμη πιο δυνατά».

Κι εδώ ακριβώς θα σταθώ, υπογραμμίζοντας ότι πέρα από την επιβολή της ποινής που ασφαλώς είναι εξαιρετικά σημαντική για τη δικαίωση του θύματος, δεν πρέπει να παραβλέπουμε το μείζον ζήτημα της «ηθικής δικαίωσης» που έρχεται μέσα από την αντιμετώπιση του εγκλήματος από την ευρύτερη κοινωνία, η οποία ενημερώνεται για το έγκλημα από τα ΜΜΕ. Άρα, επιμένω ότι η προσέγγιση από τον δημοσιογραφικό κόσμο ανάλογων υποθέσεων, ειδικά όταν αφορούν τα ύψιστα αγαθά της ζωής και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, πρέπει να είναι πάντα τεκμηριωμένη, νηφάλια και ολοκληρωμένη. Χωρίς να γίνονται οι δημοσιογράφοι δικαστές και να περνούν στο άλλο άκρο, αλλά ενημερώνοντας και αφυπνίζοντας το κοινό.

Αξίζει η παρακάτω επιστολή να διαβαστεί από όλο τον δημοσιογραφικό κόσμο.  

Η καταθεση- επιστολη του θυματος. [μεταφραση απο τα αγγλικα]

Εντιμότατε, θα ήθελα να απευθυνθώ απευθείας στον κατηγορούμενο.

Δεν με γνωρίζεις και όμως βρέθηκες μέσα μου και γι’ αυτό είμαστε σήμερα εδώ.

Στις […] Ιανουαρίου του 2015, περνούσα ένα ήσυχο σαββατόβραδο στο σπίτι μου. Ο πατέρας μου ετοίμασε βραδινό και κάθισα στο τραπέζι με τη μικρή μου αδελφή που μας είχε επισκεφθεί για το Σαββατοκύριακο. Τότε είχα δουλειά πλήρους απασχόλησης και ετοιμαζόμουν να πάω στο κρεβάτι. Σχεδίαζα να μείνω σπίτι μόνη, να δω λιγο τηλεόραση και να διαβάσω, ενώ η αδελφή μου θα πήγαινε σε ένα πάρτι με τους φίλους της.. Τότε αποφάσισα να πάω, επειδή θα ήταν η μόνη βραδιά που θα έμενα με την αδελφή μου και δεν είχα κάτι καλύτερο να κάνω, γιατί όχι, θα ήταν ένα χαζό πάρτι δέκα λεπτά από το σπίτι μου, θα πήγαινα, θα χόρευα σαν τρελή, και θα πείραζα τη μικρή μου αδελφή. Στον δρόμο αστειευόμουν ότι οι πρωτοετείς φοιτητές θα φορούσαν τιράντες. Η αδελφή μου με πείραζε, γιατί φορούσα μία μπεζ ζακέτα και ήμουν σαν βιβλιοθηκονόμος σε πάρτι αδελφότητας. Εγώ αποκαλούσα τον εαυτό μου «μεγάλη μαμά», γιατί ήξερα ότι θα είμαι η μεγαλύτερη στο πάρτι. Έκανα αστείες γκριμάτσες, δεν κρατήθηκα και κατανάλωσα αλκοόλ πολύ γρηγορά μην υπολογίζοντας ότι η αντοχή μου είχε σημαντικά μειωθεί από την εποχή του κολλεγίου.

Το επόμενο πράγμα που θυμάμαι είναι ότι βρισκόμουν σε ένα φορείο σ ‘έναν διάδρομο. Είχα ξεραμένα αίματα με επιδέσμους στα χέρια και τους αγκώνες. Θεώρησα ότι μάλλον είχα πέσει και βρισκόμουν σ ‘ένα κτήριο της διοίκησης του Πανεπιστήμιου. Ήμουν πολύ ήρεμη και αναρωτιόμουν πού είναι η αδελφή μου. Ένας αστυνομικός μου εξήγησε ότι είχα πέσει θύμα επίθεσης.. Παρέμεινα ακόμη ήρεμη, ούσα σίγουρη ότι μιλούσε σε λάθος πρόσωπο. Όταν, τελικά, μου επέτρεψαν να πάω στην τουαλέτα, έβγαλα τη νοσοκομειακή ρόμπα που μου είχαν βάλει πήγα να κατεβάσω το εσώρουχό μου και δεν αισθάνθηκα τίποτα. Ακόμη θυμάμαι την αίσθηση των χεριών μου που ακουμπούσαν στο δέρμα μου χωρίς να αισθάνομαι τίποτε.

[…]

Δεν έχω, ακόμη, λέξεις γι’ αυτό το συναίσθημα. Σκέφτηκα ότι οι αστυνομικοί χρησιμοποίησαν ψαλίδι για να κόψουν το εσώρουχό μου ως αποδεικτικό στοιχείο.

[…]

Τότε αισθάνθηκα πευκοβελόνες να με γρατζουνούν πίσω από το λαιμό και άρχισα να τις βγάζω από τα μαλλιά μου. Σκέφθηκα ότι μάλλον θα έπεσαν από κάποιο δέντρο στο κεφάλι μου. Tο μυαλό μου έλεγε στο ένστικτό μου να μη λιποθυμήσω. Γιατί το ένστικτό μου φώναζε «βοηθήστε με, βοηθήστε με». Πήγαινα από δωμάτιο σε δωμάτιο τυλιγμένη με μία κουβέρτα, ενώ οι πευκοβελόνες έμεναν πίσω μου. Άφηνα και από λίγες σε κάθε δωμάτιο. Μου ζήτησαν να υπογράψω κάτι χαρτιά που έλεγαν «Θύμα Βιασμού» και σκέφθηκα ότι πράγματι κάτι μου συνέβη. Τα ρούχα μου είχαν κατασχεθεί και ήμουν γυμνή ενώ οι νοσοκόμες μετρούσαν με έναν χάρακα το μέγεθος των εκχυμώσεων στο σώμα μου και τις φωτογράφιζαν. Οι τρεις τους προσπαθούσαν να βγάλουν τις πευκοβελόνες από τα μαλλιά μου, έξι χέρια γέμιζαν μία χαρτοσακούλα. Για να με ηρεμήσουν μου είπαν ότι επρόκειτο, απλώς, για κομμάτι της χλωρίδας και πανίδας.

[….]

Μετά από λίγες ώρες με όλα αυτά, μου επέτρεψαν να κάνω μπάνιο. Έμεινα εκεί κοιτάζοντας το σώμα μου κάτω από το νερό που κυλούσε και σκέφτηκα ότι δεν ήθελα πια το σώμα μου. Ήμουν τρομοκρατημένη με αυτήν τη σκέψη, δεν ήξερα τι του είχε συμβεί, αν είχε κολλήσει κάποια ασθένεια, ποιος το άγγιξε. Ηθελα να αφαιρέσω το σώμα μου όπως μία ζακέτα και να το αφήσω στο νοσοκομείο μαζί με όλα τα άλλα.

Εκείνο το πρωί, το μόνο που μου είπαν, είναι ότι με βρήκαν πίσω από κάτι μπάζα προφανώς βιασμένη από κάποιον άγνωστο  και ότι θα έπρεπε να ξαναπεράσω τον έλεγχο για AIDS, γιατί τα ιατρικά αποτελέσματα δεν δείχνουν πάντα κάτι αμέσως μετά την πράξη. Αλλά προς το παρόν θα έπρεπε να επιστρέψω σπίτι και στην κανονική μου ζωή. Φαντασθείτε να επιστρέφετε στην καθημερινή ζωή με αυτές τις πληροφορίες μόνο. Μου έκαναν σφιχτές αγκαλιές πριν φύγω και βγήκα στο παρκινγκ του νοσοκομείου φορώντας τα νέα, ιδρωμένα ρούχα που μου έδωσαν αφού μου επέτρεψαν να κρατήσω μόνο το κολιέ και τα παπούτσια μου.

Η αδελφή μου ήρθε να με πάρει, το πρόσωπο μουσκεμένο από τα δάκρυα και σφιγμένο από την αγωνία. Ενστικτωδώς και άμεσα θέλησα να πάρω μακριά τον πόνο της. Της χαμογέλασα. Της είπα να με κοιτάξει, είμαι εδώ, είμαι οκ. Είμαι εδώ. Τα μαλλιά μου είναι λουσμένα και καθαρά, μου έδωσαν περίεργο σαμπουάν, με ηρέμησαν και με φρόντισαν. Κοίτα αυτά τα αστεία ρούχα που μου έδωσαν, φαίνομαι σαν δασκάλα , πάμε σπίτι, πάμε να φάμε κάτι. Δεν γνώριζε ότι, κάτω από τα ρούχα μου είχα γρατσουνιές και επιδέσμους στο δέρμα μου, […], εσώρουχο δεν υπήρχε και αισθάνθηκα πολύ κενή για να μπορέσω να συνεχίσω να μιλάω. Να πω, επίσης, ότι ήμουν φοβισμένη, ότι ήμουν αναστατωμένη. Εκείνη την ημέρα πήγαμε σπίτι και για ώρες σιωπηρές, η μικρή μου αδελφή με κρατούσε στην αγκαλιά της.

Ο φίλος μου δεν ήξερε τι έγινε, αλλά μου τηλεφώνησε εκείνη τη μέρα και μου είπε «Ανησύχησα για σένα χτες βράδυ, με τρόμαξες, κατάφερες να φτάσεις σπίτι;».  Είχα τρομοκρατηθεί. Αυτό συνέβη όταν έμαθα ότι τον είχα καλέσει εκείνη τη νύχτα σε κατάσταση μπλακάουτ, άφησα ένα ασυνάρτητο φωνητικό μήνυμα, ότι μίλησα στο τηλέφωνο, αλλά ήμουν τόσο μπερδεμένη ώστε τρόμαξε για μένα, επαναλαμβάνοντας να πάω να βρω [την αδελφή μου]. Με ξαναρώτησε, «τι έγινε εκείνο το βράδυ; Έφτασες στο σπίτι οκ;». Απάντησα «ναι» κι έκλεισα το τηλέφωνο για να κλάψω.

Δεν ήμουν έτοιμη να πω στον φίλο και τους γονείς μου ότι είχα βιασθεί πίσω από κάτι μπάζα, αλλά δεν ήξερα από ποιον, πότε και πώς.. Αν τους το έλεγα, θα έβλεπα τον φόβο στα πρόσωπά τους και ο δικός μου θα πολλαπλασιάζονταν επί δέκα, προσπάθησα να το διώξω από το μυαλό μου αλλά ήταν τόσο βαρύ που δεν μπορούσα να μιλήσω, να φάω, να κοιμηθώ. Δεν επικοινωνούσα με κανέναν και έκοψα κάθε επικοινωνία με αυτούς που αγαπούσα περισσότερο. Για μία εβδομάδα σχεδόν μετά το περιστατικό, δεν είχα κανένα τηλεφώνημα ή ενημέρωση για εκείνη τη νύχτα και για το τι μου συνέβη. Το μόνο σημάδι που έδειχνε ότι δεν ήταν, απλώς, ένα κακό όνειρο, ήταν τα ρούχα που μου έδωσαν στο νοσοκομείο που βρισκόταν στο στεγνωτήριο.

Μία μέρα που ήμουν στη δουλειά και διάβαζα τα νέα στο κινητό μου, τυχαία έπεσα σε ένα άρθρο. Εκεί, για πρώτη φορά, διάβασα και έμαθα ότι με βρήκαν αναίσθητη, με τα μαλλιά ανάκατα, ένα μακρύ κολιέ γύρω από το λαιμό μου, το σουτιέν βγαλμένο, το φόρεμα κατεβασμένο από τους ωμούς, ότι ήμουν σχεδόν ολόγυμνη μέχρι τις μπότες, τα πόδια ανοιχτά, και ότι με ένα ξένο αντικείμενο κάποιος που δεν γνώριζα είχε μπει μέσα μου. Έτσι έμαθα τι μου συνέβη, καθισμένη στην καρέκλα του γραφείου μου και διαβάζοντας τα νέα. Έμαθα τι μου συνέβη, την ίδια στιγμή που ο οποιοσδήποτε το μάθαινε. Έτσι οι πευκοβελόνες στα μαλλιά μου απέκτησαν νόημα, δεν είχαν πέσει από δέντρο.

[…]

Και ποτέ δεν είχα γνωρίσει αυτόν τον άνθρωπο. Ακόμη δεν γνωρίζω αυτό το άτομο. Όταν διάβασα αυτά για μένα, σκέφτηκα αυτή δεν είμαι εγώ, δεν μπορεί να είμαι εγώ. Δεν μπορώ να χωνέψω, ούτε να δεχτώ κάποια από αυτές τις πληροφορίες. Δεν μπορώ να φανταστώ την οικογένειά μου να έχει διαβάσει αυτά τα νέα. Συνέχισα να διαβάζω. Στην επόμενη παράγραφο διάβασα κάτι που, ποτέ δεν θα μπορέσω να συγχωρήσω, διάβασα ότι, σύμφωνα με εκείνον, μου άρεσε. Ότι το ευχαριστήθηκα. Και πάλι, δεν έχω λόγια γι’ αυτά τα συναισθήματα.

Είναι σαν να διαβάζεις ένα άρθρο όπου ένα αυτοκίνητο χτυπήθηκε και βρέθηκε χτυπημένο σε ένα χαντάκι. Αλλά ίσως του άρεσε που χτυπήθηκε. Ίσως το άλλο αυτοκίνητο που το τράκαρε να μην το ήθελε,  του προκάλεσε μόνο λίγα βαθουλώματα. Τα αυτοκίνητα συγκρούονται καθημερινά, οι άνθρωποι δεν δίνουν προσοχή, δεν μπορούμε να πούμε ποιος φταίει.

Και μετά και αφού διάβασα τις γραφικές λεπτομέρειες της σεξουαλικής επίθεσης που μου έγινε, το άρθρο έδινε μία λίστα με τους [αθλητικούς χρόνους] του δράστη [!!!!!!].

«Βρέθηκε να αναπνέει αλλά αναίσθητη με τα εσώρουχά της σε απόσταση 6 ιντσών, με άδειο στομάχι κουλουριασμένη σε εμβρυακή θέση».

[…]

Το βράδυ, που κυκλοφορήσαν τα νέα, κάθισα κάτω τους γονείς μου και τους είπα ότι έπεσα θύμα επίθεσης, να μη διαβάσουν τα νέα γιατί είναι σοκαριστικά, απλώς να ξέρουν ότι είμαι οκ, ότι είμαι εκεί και είμαι οκ. Αλλά στα μισά, ενώ έλεγα αυτά, η μητέρα μου έπρεπε να με κρατήσει γιατί ήμουν έτοιμη να καταρρεύσω.

Τη νύχτα που συνέβη, αυτός είπε ότι δεν ήξερε το όνομά μου, δεν θα μπορούσε να αναγνωρίσει το πρόσωπό μου σε μία λίστα μαρτύρων, δεν ανέφερε κανένα διάλογο μεταξύ μας, καμία λέξη, μόνο χορό και φιλιά. Ο χορός είναι κάτι το όμορφο, ήταν, όμως ένας χορός με σφιχτοπλεγμένα δάχτυλα και κολλητά σώματα η χορός όπου όλοι στριφογυρίζουν ο ένας πάνω στον άλλο σε μία γεμάτη αίθουσα; Αναρωτιέμαι εάν τα φιλιά ήταν πρόσωπα κολλημένα το ένα πάνω στο άλλο;  Όταν ο αστυνομικός τον ρώτησε αν είχε σχεδιάσει να με πάει στο δωμάτιο, του απάντησε αρνητικά. Όταν τον ρώτησε πώς καταλήξαμε πίσω από το σωρό των μπάζων, απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Παραδέχθηκε ότι φίλησε κι άλλα κορίτσια στο πάρτι, ένα από τα οποία ήταν η αδελφή μου η οποία, όμως, τον απώθησε. Παραδέχθηκε ότι ήθελε να ψαρέψει κάποια. Ήμουν η πληγωμένη αντιλόπη του κοπαδιού, εντελώς μόνη και ευάλωτη, ανίκανη να υπερασπίσω, σωματικά, τον εαυτό μου, και έμενα διάλεξε. Μερικές φορές σκέφτομαι, εάν δεν είχα πάει σε αυτό το πάρτι, δεν θα είχε συμβεί. Αλλά, έπειτα, σκέφτομαι ότι, απλώς θα είχε συμβεί σε κάποια άλλη. Για τέσσερα χρόνια μπήκες σε έναν κόσμο με πάρτι και μεθυσμένες κοπέλες και αν μ’ αυτό το μυαλό πισωγυρίζεις τότε είναι σωστό να μη συνεχίσεις.

Την επόμενη νύχτα, αφότου συνέβη, είπε ότι πίστευε ότι μου άρεσε γιατί του έτριψα την πλάτη. Ένα τρίψιμο στην πλάτη. Ουδέποτε ανέφερε ότι με άκουσε να συναινώ, ουδέποτε ανέφερε ότι μίλησα, ένα απλό τρίψιμο.

[Δίνονται οι συγκλονιστικές λεπτομέρειες του βιασμού, όπως το θύμα τις διαβάζει στα νέα.]

Πίστευα ότι οπωσδήποτε η υπόθεση θα πήγαινε στα Δικαστήρια, υπήρχαν μάρτυρες, υπήρχε βρομιά στο σώμα μου, ξέφυγε άλλα τον έπιασαν. Θα θελήσει να συμβιβαστεί, θα απολογηθεί επίσημα και η υπόθεση θα πάρει την πορεία της. Αντ’ αυτού, μου είπαν ότι προσέλαβε έναν δυνατό δικηγόρο, εμπειρογνώμονες, μάρτυρες, ιδιωτικούς πράκτορες που θα προσπαθούσαν να βρουν λεπτομέρειες για την προσωπική μου ζωή ώστε να τα χρησιμοποιήσει εναντίον μου, να βρει κενά στην ιστορία μου διαψεύδοντας εμένα και την αδελφή μου και δείχνοντας ότι η σεξουαλική κακοποίηση δεν ήταν παρά μία παρεξήγηση. Ότι θα προσπαθούσε, με κάθε τρόπο, να πείσει τον κόσμο ότι, απλώς, μπερδεύτηκε.

Δεν μου είπαν μόνο ότι δεν έπεσα θύμα επίθεσης, άλλα ότι επειδή δεν μπορούσα να θυμηθώ, τεχνικά [νομικά] δεν θα μπορούσα να αποδείξω ότι ήταν παρά τη θέλησή μου. Και αυτό με διέλυσε, με έβλαψε σχεδόν με καταρράκωσε. Ήταν η πιο θλιβερή μορφή σύγχυσης να μου πουν ότι με κακοποίησαν, σχεδόν με βίασαν, ανοιχτά στο ύπαιθρο, άλλα δεν γνωρίζουμε ακόμη αν θα θεωρηθεί επίθεση. Έπρεπε να δώσω μάχη για έναν ολόκληρο χρόνο για να αντιληφθώ ότι κάτι πήγαινε στραβά με αυτή την κατάσταση.

Όταν μου είπαν να είμαι έτοιμη στην περίπτωση που δεν θα κερδίζαμε, είπα ότι δεν μπορώ να το κάνω. Για μένα ήταν ένοχος από τη στιγμή που με ξυπνήσαν. Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει το μέγεθος του τραύματος που μου προξένησε. Το χειρότερο απ’ όλα, ήταν όταν κατάλαβα ότι επειδή τώρα ξέρει ότι δεν θυμόμουν θα γράψει το δικό του παραμύθι. Μπορεί να πει ό,τι θέλει και κάνεις δεν μπορεί να τον αντικρούσει. Δεν είχα δύναμη, δεν είχα φωνή, ήμουν ανυπεράσπιστη. Το ότι δεν θυμόμουν θα χρησιμοποιηθεί εναντίον μου. Η μαρτυρική μου κατάθεση ήταν αδύνατη, ελλιπής και αυτό με έκανε να πιστεύω ότι, ίσως, δεν είμαι επαρκής για να κερδίσω. Ο συνήγορος του υπενθύμιζε συνέχεια στους ενόρκους ότι ο μόνος που μπορούμε να πιστέψουμε είναι ο κατηγορούμενος, γιατί εκείνη δεν θυμάται. Το ότι ήμουν τόσο αβοήθητη ήταν πολύ τραυματικό.

Αντί να χρησιμοποιήσω τον χρόνο για να γιατρέψω τις πληγές μου, τον χρησιμοποιούσα για να θυμηθώ αυτή τη νύχτα με τις μικρότερες λεπτομέρειες με στόχο να προετοιμασθώ για τις ερωτήσεις του συνηγόρου που θα ήταν αόριστες, επιθετικές με σκοπό να αντικρούσω τον εαυτό μου, την αδελφή μου και χρησιμοποιώντας φράσεις που θα διαστρέβλωναν τις απαντήσεις μου. Αντί να μου πει δηλαδή, «Παρατήρησες κάποιες εκχυμώσεις;», μου είπε «Δεν είδες κάποια εκχύμωση, σωστά;». Αυτό ήταν ένα παιχνίδι στρατηγικής, ήταν ένα κόλπο για να με παρασύρει μακριά από τις δικές μου αξίες. Η σεξουαλική επίθεση ήταν τόσο εμφανής, άλλα εγώ ήμουν στη δίκη προσπαθώντας να απαντήσω σε ερωτήσεις του τύπου: «Πόσων ετών είσαστε; Τι βάρος έχετε; Τι φάγατε εκείνη την ημέρα; Τι είχατε για δείπνο; Ποιος το ετοίμασε; Ήπιατε με το δείπνο;  Όχι, ούτε καν νερό;  Πότε ήπιατε αλκοόλ και πόσο; Από πού ήπιατε; Ποιος σας το πρόσφερε; Πόσο συνήθως πίνετε; Ποιος σας πήρε από το πάρτι; Τι ώρα; Σε ποιο σημείο ακριβώς; Τι φορούσατε; Γιατί πήγατε σε αυτό το πάρτι; Τι κάνατε όταν πήγατε εκεί; Είστε σίγουρη ότι αυτό κάνατε; Αλλά τι ώρα; Τι ακριβώς σημαίνει αυτό το μήνυμα; Για ποιον το γράφατε; Πότε ουρήσατε; Πού; Με ποιον βγήκατε έξω για να ουρήσετε; Ήταν το τηλέφωνο σας σε σίγαση όταν σας κάλεσε η αδελφή σας; Θυμόσαστε αν το βάλατε σε σίγαση; Πίνατε στο κολλέγιο; Είπατε ότι είσαστε παθιασμένη με τα πάρτι; Πόσες φορές είχατε μπλακάουτ; Κάνατε πάρτι με φρικιά; Έχετε σοβαρό δεσμό με τον φίλο σας; Κάνετε σεξ με εκείνον; Πότε αρχίσατε να βγαίνετε; Έχετε ποτέ εξαπατήσει κάποιον; Έχετε στο παρελθόν ιστορία απιστίας; Θυμόσαστε τι ώρα ξυπνήσατε; Φορούσατε τη ζακέτα σας; Θυμόσαστε κάτι άλλο από εκείνο το βράδυ; Όχι; Οκ, ωραία θα αφήσουμε τον […] να συμπληρώσει τα κενά».

Με σφυροκοπούσε με συγκεκριμένες, στενευμένες ερωτήσεις που έθιγαν την προσωπική μου και ερωτική ζωή μου, το παρελθόν μου, την οικογένειά μου, συγκεντρώνοντας πληθώρα λεπτομερειών στην προσπάθεια να βρει μία συγγνώμη για αυτόν που με είχε ημίγυμνη χωρίς ούτε καν να ενδιαφερθεί για το πώς με λένε. Μετά τη φυσική επίθεση, με κακοποιούσαν με ερωτήσεις που στόχευαν εμένα την ίδια για να πουν «κοίτα, τα γεγονότα που αναφέρει δεν ταιριάζουν, δεν ξέρει τι λέει, είναι, ουσιαστικά, μία αλκοολική, θέλει μάλλον να ψαρέψει, είναι σαν οποιοδήποτε αθλητή, ήταν και οι δύο μεθυσμένοι, εν πάσει περιπτώσει το προσωπικό του νοσοκομείου που θυμάται ήταν μετά το συμβάν, γιατί να το λάβουμε υπ’ όψιν; Ο […] έχει πολλά να ρισκάρει, περνά μία πραγματικά δύσκολη δοκιμασία τώρα».

Και ήλθε ο καιρός να καταθέσει και έμαθα καλά τι σημαίνει να θυματοποιηθείς ξανά. Θέλω να σας θυμίσω, τη νύχτα που συνέβησαν αυτά, είπε ότι δεν σκόπευε να με πάει στο δωμάτιο του. Είπε ότι δεν ήξερε πώς βρεθήκαμε πίσω από το σωρό των μπάζων. Και αν έφυγε, είναι γιατί δεν αισθανόταν καλά, όταν ξαφνικά τον κυνήγησαν και του επιτέθηκαν. Τότε έμαθε ότι εγώ δεν θυμόμουν.

Έναν χρόνο αργότερα, όπως είχα προβλέψει, ένας νέος διάλογος ξεκίνησε. Ο […] παρουσίασε μία περίεργη, καινούργια ιστορία που ακουγόταν σαν μία κακογραμμένη νεανική νουβέλα με φιλιά και χορούς, χέρια σφιγμένα και ερωτικά πεσίματα στο έδαφος και το πιο σημαντικό στη νέα ιστορία εμφανίστηκε, ξαφνικά, η συναίνεση. Έναν χρόνο μετά το περιστατικό, θυμήθηκε, ω ναι, ότι, παρεμπιπτόντως, είπα «ναι» σε όλα.

Είπε ότι ρώτησε αν ήθελα να χορέψω. Φαίνεται ότι εγώ είπα «ναι». Με ρώτησε αν ήθελα να πάω στο δωμάτιο του, είπα «ναι». Μετά με ρώτησε αν μπορούσε να […] και είπα «ναι». Τα περισσότερα αγόρια δεν ρωτούν […]. Συνήθως, υπάρχει μία σταδιακή εξέλιξη των πραγμάτων που δείχνουν συναίνεση ή όχι. Αλλά, όπως φαίνεται, εγώ έδωσα πλήρη συναίνεση. Είναι πολύ σαφής. Είπα μόνο τρεις λέξεις «ναι», «ναι», «ναι», πριν να βρεθώ ημίγυμνη στο έδαφος.

[…]

Σύμφωνα με εκείνον, ο μονός λόγος που βρέθηκα στο έδαφος είναι γιατί έπεσα. Να σημειωθεί ότι εάν ένα κορίτσι πέσει, μπορείς να την βοηθήσεις να σηκωθεί. Αν είναι πολύ μεθυσμένη ώστε δεν μπορεί ούτε να περπατήσει και πέσει, δεν την κάνεις κουβάρι, δεν βγάζεις τα εσώρουχα της, ούτε [….].

[…]

Στη συνέχεια της ιστορίας, δυο ποδηλάτες σε πλησιάζουν και εσύ παίρνεις δρόμο. Όταν σε τσακώνουν, γιατί δεν λες «Στοπ! Όλα είναι εντάξει, ρωτήστε την, βρίσκεται ακριβώς εκεί, θα σας πει εκείνη».  Εννοώ ότι μόλις είχες ζητήσει τη συναίνεση μου, οκ; Ήμουν ξύπνια, οκ; Όταν οι αστυνομικοί έφθασαν και ρωτήσαν αυτόν που σε έπιασε, ούρλιαζε τόσο που δεν μπορούσε να μιλήσει από αυτό που είδε.

Ο συνήγορος σου επανειλημμένα υπογράμμισε, ωραία, άλλα δεν ξέρουμε πότε ακριβώς έχασε τις αισθήσεις της. Έχεις δίκιο, μπορούσε ακόμη να ανοιγοκλείσει τα ματιά και δεν παρέπαιε εντελώς Αυτό ουδέποτε ήταν το θέμα. Ήμουν πολύ μεθυσμένη ώστε να μιλώ αγγλικά, πολύ μεθυσμένη για να μπορέσω να συναινέσω πολύ πριν βρεθώ στο έδαφος. Δεν έπρεπε να με αγγίξει καθόλου. Ο […] κατέθεσε «Σε καμία στιγμή δεν είδα ότι δεν ανταποκρινόταν. Αν σε κάποια στιγμή είχα σκεφθεί ότι δεν ανταποκρινόταν, θα είχα σταματήσει αμέσως».  Εδώ είναι το θέμα. Αν το σχέδιο σου ήταν να σταματήσεις μόνον όταν δεν ανταποκρινόμουν, τότε ακόμη δεν καταλαβαίνεις. Εδώ δεν σταμάτησες όταν είχα χάσει τις αισθήσεις μου. Κάποιος άλλος σε σταμάτησε. Δυο ποδηλάτες παρατήρησαν ότι ήμουν αναίσθητη στα σκοτεινά και έπρεπε να σε πιάσουν. Πώς δεν το παρατήρησες όταν ήσουν πάνω μου;».  

Είπες ότι έπρεπε να σταματήσεις και να ζητήσεις βοήθεια. Το λες αυτό, άλλα θέλω να μου εξηγήσεις πώς θα με βοηθούσες συγκεκριμένα βήμα προς βήμα, να αντεπεξέλθω. Θέλω να ξέρω εάν αυτοί οι ποδηλάτες δεν με είχαν βρει, πώς θα εξελισσόταν η νύχτα; Σε ρωτώ, θα μου ξαναέβαζες τα εσώρουχα πάνω από τις μπότες μου; Θα ξανακούμπωνες το κολιέ γύρω από το λαιμό μου; Θα έκλεινες τα πόδια μου, θα με σκέπαζες; Θα έβγαζες τις πευκοβελόνες από τα μαλλιά μου; Θα με ρωτούσες αν οι εκχυμώσεις στο λαιμό και τα οπίσθια μου με πονούν; Θα πήγαινες τότε να βρεις έναν φίλο και να του πεις «Θα με βοηθήσεις να την πάμε κάπου ζεστά και στεγνά; Δεν μπορώ να κοιμηθώ όταν σκέφτομαι τι θα είχε συμβεί αν τα δυο παιδιά δεν είχαν εμφανισθεί. Τι θα μου είχε συμβεί; Είναι αυτό για το οποίο δεν θα έχεις ποτέ μία καλή απάντηση να δώσεις, είναι αυτό που δεν μπορείς να εξηγήσεις ακόμη και μετά από έναν χρόνο.

Και πάνω απ’ όλα αυτά, είχες το θράσος να ισχυρισθείς ότι έφθασα στον οργασμό […]. Η νοσοκόμα είπε ότι υπήρχαν γρατσουνιές, κοψίματα και σκουπίδια στα γεννητικά μου όργανα. Αυτά άραγε ήταν πριν η μετά που έφθασα στον οργασμό; Να καταθέτεις ενόρκως και να μας πληροφορείς όλους ότι το ήθελα, ότι το επέτρεψα και ότι εσύ είσαι το πραγματικό θύμα που του επιτέθηκαν οι ποδηλάτες για αγνώστους λόγος είναι παράλογο, τρελό, εγωιστικό και τραυματικό.

[…]

Η οικογένεια μου έπρεπε να δει φωτογραφίες από το κεφάλι μου δεμένο σε ένα φορείο γεμάτο από πευκοβελόνες, το σώμα μου μες στη βρομιά, με μάτια κλειστά, τα μαλλιά ανάκατα, τα πόδια να κρέμονται και το φόρεμα να σέρνεται κάτω. Και ακόμη υστέρα απ’ αυτό η οικογένεια μου έπρεπε ν ‘ακούει τον συνήγορο σου να λέει ότι οι φωνογραφίες ήταν μετά το περιστατικό, μπορούμε  να τις παραλείψουμε.

[…]

Είσαι ένοχος. Δώδεκα ένορκοι σε έκριναν ένοχο τριών κακουργημάτων, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, που σημαίνει 12 ψήφους για κάθε αδίκημα, 36 ναι που επιβεβαιώνουν την ενοχή ήτοι ποσοστό εκατό τοις εκατό, ομόφωνη απαγγελία ενοχής. Και σκέφθηκα ότι επιτέλους θα έχει αυτό που του αξίζει γι’ αυτό που έκανε, να ζητήσει πραγματικά συγγνώμη, να μπορέσουμε να συνεχίσουμε και να αισθανθούμε καλύτερα. Μετά διάβασα την κατάθεσή σου.

Αν ελπίζεις να εκραγεί ένα από τα όργανά μου και να πεθάνω, σχεδόν το κατάφερες, είσαι πολύ κοντά. Αυτό δεν είναι ένα απλό ψάρεμα σε κολλέγιο χωρίς καθαρό μυαλό. Η επίθεση δεν είναι ατύχημα. Κατά κάποιο τρόπο δεν έχεις καταλάβει ακόμη. Κατά κάποιο τρόπο φαίνεσαι ακόμη μπερδεμένος. Τώρα θα διαβάσω κομμάτια από την κατάθεση του κατηγορουμένου και θα απαντήσω.

Είπες, «όντας μεθυσμένος δεν μπορούσα να πάρω τη σωστή απόφαση ούτε κι εκείνη».

Το αλκοόλ δεν είναι ένα μέσο υπεράσπισης. Είναι, όμως, ένας παράγοντας; Ναι. Αλλά το αλκοόλ δεν ήταν εκείνο που με έγδυσε, μου […], μου έσυρε το κεφάλι στο έδαφος ενώ ήμουν γυμνή. Το να πιώ πολύ ήταν ένα παιδαριώδες λάθος, το παραδέχομαι, άλλα δεν είναι έγκλημα. Ο καθένας σε αυτή την αίθουσα είχε μία νύχτα που μετάνιωσε, όπου μέθυσε πολύ, ή γνωρίζει κάποιον γνωστό του που είχε μία τέτοια νύχτα. Το να μετανιώνεις που μέθυσες δεν είναι το ίδιο με το να μετανιώνεις για μία σεξουαλική επίθεση. Ήμασταν και οι δυο μεθυσμένοι, η διαφορά είναι ότι δεν σου έβγαλα το παντελόνι και το εσώρουχα, ούτε σε άγγιξα σε πρόσωπο και σε άλλα μέρη, ούτε το έβαλα στα πόδια. Αυτή είναι η διαφορά.  

Είπες, αν ήθελα να την γνωρίσω, θα έπρεπε να ζητήσω το τηλέφωνό της και όχι να της ζητήσω να έρθει στο δωμάτιο μου.

 Δεν είμαι τρελή που δεν σου έδωσα το τηλέφωνό μου. Ακόμη κι αν σε γνώριζα, δεν θα ήθελα να είμαι σε αυτή την κατάσταση.

[…]

Και πάλι δεν έκανες λάθος που ήπιες. Ο καθένας γύρω σου, δεν με κακοποίησε σεξουαλικά. Έκανες λάθος κάνοντας αυτό που κανένας άλλος δεν έκανε, […] στο γυμνό και ανυπεράσπιστο σώμα μου κρυμμένο σ ‘ένα σκοτεινό μέρος όπου αυτοί που πήγαιναν στο πάρτι δεν θα μπορούσαν να με δουν η να με προστατέψουν και η αδελφή μου δεν θα μπορούσε να με βρει. Το να πίνεις σφηνάκια δεν είναι το έγκλημα σου.

[…]

Είπες, κατά τη δίκη, δεν ήθελα καθόλου να την θυματοποιήσω. Αυτό έγινε με τον τρόπο με τον οποίο ο συνήγορος μου χειρίσθηκε την υπόθεση. Ο συνήγορος δεν είναι ο αποδιοπομπαίος τράγος σου, εκπροσωπεί εσένα.

[…]

Είπες, ότι έχεις αναλάβει πρωτοβουλία για να ιδρύσεις ένα πρόγραμμα για μαθητές του λυκείου και του κολλεγίου, όπου θα μιλάς για την εμπειρία σου, να καταγγείλεις την κουλτούρα κατανάλωσης αλκοόλ και την σεξουαλική ασυδοσία που την συνοδεύει.

Η κουλτούρα κατανάλωσης αλκοόλ στους φοιτητικούς χώρους. Είναι γι’ αυτό που μιλάμε κατά; Θεωρείς ότι αυτό προσπάθησα να καταπολεμήσω την προηγουμένη χρονιά; Όχι, άλλα την πληροφόρηση για τις σεξουαλικές επιθέσεις σ ‘αυτούς τους χώρους, η τους βιασμούς η πώς να ξέρεις ποτέ υπάρχει συναίνεση.

[…]

Αν θες να μιλήσεις για το αλκοόλ, πήγαινε σε μία συνάντηση ΑΑ. Καταλαβαίνεις ότι το να έχεις πρόβλημα με το αλκοόλ είναι διαφορετικό από το να πίνεις και μετά να προσπαθείς με τη βία να κάνεις σεξ με κάποιον άλλον; Να δείξεις στους άνδρες πώς να σέβονται τις γυναίκες, όχι πώς να πίνουν λιγότερο.

[…]

Τέλος είπες, θέλω να δείξω στον κόσμο ότι μία νύχτα με μεθύσι μπορεί να καταστρέψει μία ζωή.

Μία ζωή, μία ζωή, τη δική σου, ξέχασες όμως τη δική μου. Άσε με να το παραφράσω για σένα, θέλω να δείξω στους ανθρώπους ότι μία νύχτα με μεθύσι μπορεί να καταστρέψει δύο ζωές. Εσένα και έμενα. Είσαι η αίτια, είμαι το αποτέλεσμα. Με παρέσυρες σ’ αυτή την κόλαση μαζί σου, με ξαναγύρισες πίσω σ ‘αυτή τη νύχτα ξανά και ξανά. Γκρέμισες τους πύργους και των δύο μας. Κατέρρευσα την ίδια ώρα με σένα. Αν πιστεύεις ότι βγήκα από αυτό άθικτη, ότι σήμερα μπορώ να απολαύσω το ηλιοβασίλεμα, ενώ εσύ υπέστης το μεγαλύτερο χτύπημα , κάνεις λάθος. Κάνεις δεν κερδίζει. Όλοι μας αναστατωθήκαμε, προσπαθήσαμε όλοι να βρούμε κάποιο νόημα για όσα υποφέραμε. Η δική σου ζημιά ήταν συγκεκριμένη, αποστέρηση τίτλων, πτυχίων, υποψηφιοτήτων για πρόσληψη. Η δίκη μου ήταν εσωτερική και αόρατη, την κουβαλάω μαζί μου. Μου πήρες την αξιοπρέπεια, την ιδιωτικότητα, την ενέργεια, τον χρόνο, την προσωπική μου ζωή, την αυτοεκτίμηση, την εμπιστοσύνη, τη δική μου φωνή μέχρι σήμερα.

Δες ένα σημείο που έχουμε κοινό και οι δύο, δεν μπορέσαμε να σηκωθούμε το πρωί. Δεν είμαι ξένη προς τον πόνο. Με θυματοποίησες. Στις εφημερίδες το όνομά μου ήταν ‘γυναίκα αναίσθητη και μεθυσμένη’, 10 συλλαβές, και τίποτε άλλο. Για λίγο, πίστεψα ότι αυτό ήμουν μόνο. Έπρεπε να αναγκάσω τον εαυτό μου να ξαναδιαβάσει το πραγματικό μου όνομα, την ταυτότητα μου. Να ξαναμάθω ότι δεν είμαι εγώ όλο αυτό. Ότι δεν είμαι, απλώς, ένα μεθυσμένο θύμα σε ένα χαζοπάρτι που βρέθηκε πίσω από ένα σωρό μπάζα, ενώ εσύ είσαι ο πρωταθλητής […] Αμερικής σε ένα κορυφαίο Πανεπιστήμιο, αθώος μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή του, με τόσα πράγματα να διακυβεύονται. Είμαι ένας άνθρωπος που χτυπήθηκε αμείλικτα, η ζωή μου μπήκε σε τέλμα για έναν χρόνο, περιμένοντας τελικά να διαπιστώσω αν αξίζω κάτι.

H ανεξαρτησία μου, η φυσική χαρά μου, η ευγένεια μου, και η ζωή που απολάμβανα διαστρεβλωθήκαν, έγιναν αγνώριστες. Κλείστηκα στον εαυτό μου, απέκτησα θυμό, έχασα την αυτοεκτίμηση, κουράζομαι, έγινα ευερέθιστη, ένιωσα άδεια.

Η απομόνωση μερικές φορές δεν αντέχεται. Δεν μπορείς να μου δώσεις πίσω τη ζωή που ζουσα πριν από αυτή τη νύχτα. Ενώ εσύ νοιάζεσαι για την κηλιδωμένη φήμη σου, εγώ ένιωθα παγωμένη το πρωί που ξυπνούσα, με τα μάτια πρησμένα από το κλάμα και το πρωί έβαζα πάγο στα μάτια μου για ν ‘ανοίξουν και να μπορέσω να δω. Εμφανιζόμουν στη δουλειά μία ώρα αργότερα κάθε πρωί,  ζητούσα συγγνώμη για να πάω να κλάψω στις σκάλες.

[….]

Δεν μπορείς να μου δώσεις πίσω τις νύχτες χωρίς ύπνο. O τρόπος που διαλύθηκα μου προκαλεί ανεξέλεγκτη λύπη, όταν για παράδειγμα βλέπω ένα έργο όπου μία γυναίκα κακοποιείται, για να το πω διαφορετικά, αυτή η εμπειρία μου αύξησε την ενσυναίσθησή μου για τα άλλα θύματα. Έχασα βάρος από το στρες και όταν με ρωτούν απαντώ ότι άρχισα να αθλούμαι τελευταία. Είναι φορές που δεν θέλω να με αγγίζουν. Πρέπει να ξαναμάθω ότι δεν είμαι εύθραυστη, είμαι ικανή, είμαι υγιής, όχι εύθραυστη και αδύναμη.

Όταν βλέπω τη μικρότερη αδελφή μου, να υποφέρει, όταν δεν μπορεί να τα καταφέρει στο σχολείο, όταν είναι λυπημένη, όταν δεν κοιμάται, όταν κλαίει τόσο πολύ στο τηλέφωνο που με κόπο μπορεί να αναπνεύσει, επαναλαμβάνοντας ξανά και ξανά ότι λυπάται που με άφησε μόνη εκείνη τη νύχτα, ζητώντας συνέχεια συγγνώμη, όταν αισθάνεται περισσότερο από σένα τότε δεν μπορώ να σε συγχωρήσω.

[…]

Δεν έπρεπε ποτέ να κάνεις αυτό σε μένα. Κατά δεύτερο λόγο δεν έπρεπε να με κάνεις να παλέψω για τόσο διάστημα για να σου πω ότι δεν έπρεπε να μου είχες κάνει αυτό. Αλλά φτάσαμε ως εδώ. Η ζημιά έγινε, κανένας δεν μπορεί να το αρνηθεί. Και τώρα και οι δυο έχουμε μία επιλογή. Μπορούμε να το αφήσουμε να μας καταστρέψει. Μπορώ να μείνω θυμωμένη και πληγωμένη και εσύ να συνεχίσεις να αρνείσαι ή να το αντιμετωπίσουμε κατά πρόσωπο, αποδέχομαι τον πόνο, αποδέχεσαι την ποινή και συνεχίζουμε.

Η ζωή σου δεν τέλειωσε, έχεις δεκάδες χρόνια μπροστά σου για να ξαναγράψεις την ιστορία σου. Ο κόσμος είναι τεράστιος […] και θα βρεις ένα μέρος όπου θα είσαι χρήσιμος και ευτυχισμένος.

Καταδικάσθηκες ότι με κακοποίησες, με πρόθεση, με τη βία, σεξουαλικά, με πονηρό σκοπό και το μόνο που παραδέχεσαι είναι ότι ήπιες. Μη μιλάς για τον λυπηρό τρόπο με τον οποίο η ζωή σου αναποδογύρισε, γιατί το αλκοόλ σε οδήγησε να κάνεις κακά πράγματα. Σκέψου πώς θα γίνεις υπεύθυνος εσύ ο ίδιος.

Τώρα όσον αφορά την ποινή. Όταν διάβασα την έκθεση του υπεύθυνου επιτήρησης, ήμουν δύσπιστη, είχα πολύ θυμό που σταδιακά μειώθηκε σε βαθιά λύπη. Οι καταθέσεις μου διαστρεβλωθήκαν και τέθηκαν εκτός πλαισίου. Πάλεψα πολύ σε όλη αυτήν τη δίκη και δεν θα ήθελα τα αποτελέσματα να ελαχιστοποιηθούν από έναν υπεύθυνο επιτήρησής που προσπάθησε να αποτιμήσει την κατάσταση και τις προσδοκίες της σε μία συζήτηση 15 λεπτών, όπου ο περισσότερος χρόνος ήταν αφιερωμένος σε ερωτήσεις για το πώς λειτουργεί η ποινική δικαιοσύνη.

[…]

Δυστυχώς μετά την ανάγνωση της έκθεσης του κατηγορουμένου, είμαι πολύ απογοητευμένη και αισθάνομαι ότι δεν επέδειξε αυθόρμητη μεταμέλεια και υπευθυνότητα για τη συμπεριφορά του. Σεβάστηκα απόλυτα το δικαίωμά του να πάει σε δίκη , άλλα αφού δώδεκα ένορκοι τον έκριναν ομόφωνα ένοχο τριών κακουργημάτων, το μόνο που παραδέχθηκε ήταν ότι κατανάλωσε αλκοόλ. Κάποιος που δεν μπορεί να αναλάβει την πλήρη ευθύνη των πράξεών του δεν αξίζει μειωμένη ποινή . Είναι βαθιά προσβλητικό ότι προσπάθησε να υποβαθμίσει τον βιασμό με την υπόνοια της ασυδοσίας. Εξ ορισμού, ο βιασμός σημαίνει απουσία ασυδοσίας, συναίνεσης, και με ενοχλεί έντονα το ότι δεν μπορεί να κάνει αυτή τη διάκριση.

[…]

Λόγω του ότι αυτό είναι το πρώτο του αδίκημα η επιείκεια φαίνεται δελεαστική. Από την άλλη, ως κοινωνία, δεν μπορούμε να συγχωρούμε την πρώτη σεξουαλική επίθεση. Δεν έχει λογική. Η σοβαρότητα του βιασμού πρέπει να γίνει γνωστή ευρέως, δεν πρέπει να δημιουργήσουμε μία κουλτούρα που να αφήνει να εννοηθεί ότι ο βιασμός γίνεται κακός μέσω δίκης και σφαλμάτων. Οι ποινικές συνέπειες της σεξουαλικής επίθεσης πρέπει να είναι αρκετά σοβαρές ώστε ο κόσμος να αισθάνεται αρκετό φόβο και να ενεργεί με καθαρό μυαλό ακόμη και αν είναι μεθυσμένος, αρκετά σοβαρές ώστε να δρουν προληπτικά.

[…]

Κλείνοντας, θέλω να σας ευχαριστήσω. Να πω «ευχαριστώ» σε όλο το προσωπικό του νοσοκομείου που με φρόντισαν όταν ξύπνησα εκείνο το πρωί, στον υπάλληλο που έμεινε διπλά μου, στις νοσοκόμες που με ηρέμησαν, στον ντετέκτιβ ο οποίος με άκουσε χωρίς ποτέ να με κρίνει, στους δικηγόρους μου που έστεκαν άγρυπνοι διπλά μου, στον θεραπευτή μου που με δίδαξε να βρισκω δύναμη στο ευάλωτο, στον προϊστάμενό μου που έδειξε κατανόηση, στους υπέροχους γονείς μου που με δίδαξαν πώς να γυρίζω τον πόνο σε δύναμη, στη γιαγιά μου που κατάφερε να περάσει σοκολάτα στην αίθουσα δικαστηρίου για μένα, στους φίλους που μου θύμισαν ξανά πώς να γίνεις ευτυχισμένος, στον φίλο μου που έδειξε υπομονή και αγάπη, στην υπέροχη αδελφή μου που είναι το άλλο μισό της καρδιάς μου […]

Ευχαριστώ όλους όσοι ενεπλάκησαν στη δίκη για τον χρόνο και την προσοχή τους. Ευχαριστώ όλα τα κορίτσια που μου έστειλαν κάρτες, τόσοι ξένοι που ενδιαφέρθηκαν για μένα. Το πιο σημαντικό,  ευχαριστώ τους δύο άνδρες που με έσωσαν, τους οποίους πρέπει να συναντήσω. Κοιμάμαι με δύο ποδήλατα κολλημένα με ταινία στο κρεβάτι μου για να μου θυμίζουν ότι υπάρχουν ήρωες στην ιστορία μου. Αυτό ζητάμε ο ένας από τον άλλο. Το ότι γνώρισα όλους αυτούς, αισθάνθηκα την προστασία τους και την αγάπη είναι κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ.

Και τέλος στα κορίτσια, όπου κι αν είναι. Είμαι μαζί σας. Τις νύχτες όταν αισθάνεστε μονές, είμαι μαζί σας. Όταν οι άνθρωποι σας αμφισβητούν ή απορρίπτουν, είμαι μαζί σας. Πάλευα κάθε μέρα για σας. Μη σταματάτε ποτέ να μάχεστε. Σας εμπιστεύομαι. Όπως έγραψε κάποτε η συγγραφέας Anne Lamott  «Οι φάροι δεν γυρνούν γύρω από το νησί για να βρουν και να σώσουν καράβια, μένουν εκεί λάμποντας». Αν και δεν μπορώ να σώσω κάθε βάρκα, ελπίζω ότι, μιλώντας σήμερα, πήρατε λίγο από το φως, λίγη γνώση ότι δεν πρέπει να σιωπάτε, λίγη ικανοποίηση ότι αποδόθηκε δικαιοσύνη, λίγη βεβαιότητα ότι κάπου πάμε, και μία μεγάλη, μεγάλη γνώση ότι χωρίς αμφιβολία είσαστε σημαντικές, δεν μπορούν να σας αγγίξουν, είσαστε όμορφες, αξίζει να σας εκτιμούν κάθε στιγμή της κάθε μέρας, είσαστε δυνατές και κανείς δεν μπορεί να σας πάρει αυτά τα πράγματα. Στα κορίτσια, όπου κι αν βρίσκεστε. Είμαι μαζί σας. Σας ευχαριστω.

Συνοψίζοντας, αξίζει να αναφέρω ότι η νεαρή αυτή γυναίκα που τότε και για χρόνια επιθυμούσε να διαφυλάξει την ανωνυμία της -την ανωνυμία του θύματος- αποφάσισε να μιλήσει με το όνομά της, να βγει από το «σκοτάδι του εγκλήματος» στο φως της ζωής. Τον Σεπτέμβριο του 2019 εκδόθηκε το βιβλίο της με τον τίτλο Know My Name : A Memoir και μίλησε ανοιχτά, με όνομα και επίθετο πλέον, για την τραυματική εμπειρία της κακοποίησής της. Κατά την άποψή μου, είναι το μεγαλύτερο «δώρο» που αυτή η γυναίκα έκανε σε όλα τα κορίτσια και όλες τις γυναίκες που έχουν υποστεί κακοποίηση, γιατί τους έδειξε ότι δεν πρέπει να ζουν με τον φόβο, ότι δεν ευθύνονται για το έγκλημα που διαπράχθηκε σε βάρος τους και ότι μπορούν να συνεχίσουν τη ζωή τους στο φως και όχι πια στο σκοτάδι.

Πολύ ιδιαίτερη και η αναφορά που κάνει στους ποδηλάτες οι οποίοι έσωσαν τη ζωή της. Γιατί πάντα θα υπάρχουν ήρωες που δεν κλείνουν τα μάτια σε όσα συμβαίνουν δίπλα μας αλλά έχουν το σθένος και τη δύναμη ψυχής να σταματούν την ανεξέλεγκτη δράση όσων χρησιμοποιούν τη βία για την επίτευξη των σκοπών τους.   

Επίσης, ολοκληρώνοντας, θα ήθελα να δώσω έμφαση σε ένα σημείο που αναφέρει στην επιστολή της η νεαρή γυναίκα ότι «δεν είναι το αλκοόλ μέσο υπεράσπισης του βιασμού», όπως δεν είναι το αλκοόλ μέσο υπεράσπισης της ενδοοικογενειακής βίας. Σαφώς το άτομο που αντιμετωπίζει πρόβλημα με το αλκοόλ πρέπει να βοηθηθεί, αλλά σε καμία περίπτωση αυτό δεν του δίνει άλλοθι να βιάζει ή να χτυπά μέχρι θανάτου τη σύζυγο/τη σύντροφό ή/και τα παιδιά του. Κρίνω αναγκαίο να αναδειχθεί αυτή η παράμετρος, διότι διαβάζω και σε σχετικά δημοσιεύματα του διεθνούς Τύπου ότι ένας αριθμός γυναικών θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας μένει δίπλα στον αλκοολικό σύζυγο που τις κακοποιεί, δίνοντάς «άλλοθι» στη βιαιότητα.  Επομένως, πρέπει να καταστεί απολύτως σαφές ότι ένας άνθρωπος που αντιμετωπίζει τόσο σοβαρά προβλήματα, με ουσίες, με αλκοόλ, επιβαρυμένη ψυχοπαθολογία κ.λπ., πρέπει να βοηθηθεί από ειδικό και το να υπομένουν οι οικείοι του τα βίαια ξεσπάσματά του αποτελεί μία αδιέξοδη κατάσταση τόσο για το θύμα όσο και για τον ίδιο τον δράστη που μόνο, εάν αποδεχτεί το πρόβλημά του και αναζητήσει την κατάλληλη στήριξη, μπορεί να έχει την ευκαιρία να βοηθηθεί.

Ένα ακόμα στοιχείο που αναδεικνύεται από την συγκλονιστική επιστολή είναι η έλλειψη ενσυναίσθησης του δράστη που δυστυχώς καταγράφεται σε πολλές αντίστοιχες υποθέσεις, ο οποίος αδυνατεί ή δεν επιθυμεί να κατανοήσει τη βαρύτητα της πράξης του. Δεν είναι τυχαίο ότι και στη γλώσσα του εγκλήματος η λ. «έγκλημα» αντικαθίσταται, κατά κανόνα, από τη λ. «αδίκημα» που υποβαθμίζει την ποινική αλλά και κοινωνική απαξία της πράξης. Επομένως, ένας πολύ δύσκολος αγώνας για να κερδηθεί είναι να φτάσει και ο δράστης στο σημείο, αν όχι να κατανοήσει, να προβληματιστεί, να αναρωτηθεί, να αναζητήσει απαντήσεις. Γιατί τότε και ο εγκληματίας, ο οποίος κατά την άποψή μου υποφέρει επίσης αλλά με έναν άλλον τρόπο και για άλλους λόγους που σίγουρα δεν μπορούν να συγκριθούν με το τραύμα του θύματος, θα έχει ίσως φτάσει στα «μισά του δρόμου»….

Τέλος, οι θλιβερές κοινοτοπίες που δυστυχώς διατυπώνονται και στα ΜΜΕ σε ανάλογες υποθέσεις και αφήνουν υπονοούμενα ότι «η γυναίκα τα ήθελε, γιατί ήπιε ή γιατί ήταν προκλητική με τη συμπεριφορά ή με το ντύσιμό της», στη σύγχρονη τουλάχιστον εποχή πρέπει επιτέλους να ξεπεραστούν γιατί είναι απολύτως θεμιτό και όμορφο θα έλεγα, για μία γυναίκα, ειδικά στα φοιτητικά της χρόνια, να βγει, να πάει σε πάρτι, να πιει, να φλερτάρει, ακριβώς όπως  ένας άντρα. Αλλά αυτό δεν συνεπάγεται ότι έχει το «άλλοθι»,  ένας άντρας ή μία γυναίκα, να βιάσει, να σκοτώσει ή να κάνει οποιανδήποτε άλλη εγκληματική ενέργεια.

Το μήνυμά μας, επομένως, κατά της βίας -σε κάθε έκφανση και μορφή της- ας είναι σαφές, ξεκάθαρο και δυνατό!  

Πηγές

Katie J.M. Baker, Buzz Feed Reporter, June 3, 2016.

https://www.theguardian.com/us-news/2019/sep/05/stanford-sexual-assault-survivor-identifies-herself-before-release-of-memoir

Βλ. σχετικό βίντεο https://www.youtube.com/watch?v=RpQUCw0C934

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Παν/μίου Αθηνών – Φιλόλογος. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός και είναι Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Παράλληλα, οργανώνει σεμιναριακά μαθήματα και δίνει διαλέξεις στο αντικείμενο της εξειδίκευσής της «Έγκλημα και Media». Συνεργάστηκε με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει τη συγγραφή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων: «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» & «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ», με Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας κ.Γιάννη Πανούση. Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αντικείμενο «Εγκληματολογία & ΜΜΕ». Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα, την αρθρογραφία και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts