Η θεατρική μεταφορά ενός εγκληματολογικού κειμένου: μία ενδιαφέρουσα αλλά και δύσκολη διαδικασία

της Αγγελικής Καρδαρά.

Στις 1248 σελίδες του Τιμητικού Τόμου για τον Ομ. Καθηγητή Εγκληματολογίας Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Γιάννη Πανούση, (βλ. σχετική παρουσίαση ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ: ΠΕΡΙΒΛΕΠΤΟΝ ΑΛΕΞΙΦΩΤΟΝ; Τιμητικός Τόμος για τον Καθηγητή Γ. Πανούση) δημοσιεύονται εξαιρετικά ενδιαφέροντα και πολυδιάστατα κείμενα σε μία ευρεία μάλιστα θεματολογία, με αντικείμενο την εγκληματολογία και το σωφρονιστικό σύστημα, τα ΜΜΕ, αλλά και την Τέχνη, το θέατρο, τον κινηματογράφο και το αστυνομικό μυθιστόρημα. Τα κείμενα, με επίκεντρο πάντα το έγκλημα, ταξινομούνται στις ακόλουθες θεματικές ενότητες: Εγκληματολογικά, Ποινικά, Σωφρονιστικά, ΜΜΕ, Αστυνομία, Λογοτεχνία, Γενικά, Βιωματικά και αναδεικνύουν ζητήματα υψίστης σοβαρότητας, επίκαιρα αλλά και διαχρονικά, πρωτότυπα και πολυσήμαντα.

Στο pm θα παρουσιάσω ορισμένα κείμενα του Τόμου, ξεκινώντας στο σημερινό μου άρθρο με μία συνοπτική παρουσίαση του κειμένου υπό τον τίτλο «Όταν ο εγκληματολογικός λόγος αποκτά δραματουργική υπόσταση» των Μιχάλη Μαυρή, Υπηρεσία Επιμελητών Ανηλίκων και Κοινωνικής Αρωγής Πειραιά, Υπουργείο Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Προϊσταμένου Τμήματος Κοινωνικής Αρωγής & Βαρβάρας Καρασιώτου, Κέντρο Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας Ζωγράφου, Στελέχους Πρόληψης (σσ. 903-913).

Η παρούσα εργασία κέντρισε το ερευνητικό μου ενδιαφέρον, καθώς θεώρησα πρωτότυπο το να αποτελέσει ένα εγκληματολογικό κείμενο αντικείμενο δραματουργικής επεξεργασίας και να μεταφερθεί ο αυστηρός, επιστημονικός λόγος σε ένα θεατρικό κείμενο που σίγουρα, ως είδος, διέπεται από μεγαλύτερη ελευθερία στη σκέψη και κυρίως στην έκφραση.

Η εργασία, όπως σημειώνεται στην εισαγωγή, πραγματεύεται τα προβλήματα που προκύπτουν κατά τη διαδικασία της θεατρικής μεταφοράς ενός εγκληματολογικού κειμένου, παραθέτοντας την προσωπική εμπειρία ενός εκ των συγγραφέων. Το πρωταρχικό ερώτημα που απασχολεί τους συντάκτες του κειμένου είναι πώς μπορεί τελικά να επιτευχθεί η δραματουργική επεξεργασία ενός επιστημονικού κειμένου χωρίς να χαθεί ή να μειωθεί η «δυναμική» του επιστημονικού λόγου.

Όπως επισημαίνεται στην προαναφερθείσα εργασία, το 2003 μετά από ενδελεχή μελέτη της διεθνούς κυρίως βιβλιογραφίας, η οποία συνοδεύτηκε από έρευνα πεδίου στη φυλακή του Αγίου Στεφάνου Πατρών, εκδίδεται το βιβλίο του Μ. Μαυρή «Το Πανοπτικό του Χρόνου»[1], το οποίο πραγματεύεται τη φθοροποιό επίδραση του χρόνου σε συνθήκες μακροχρόνιας στέρησης της ελευθερίας. Το σύγγραμμα χωρίζεται σε δύο μέρη, το θεωρητικό, με φιλοσοφικές προεκτάσεις, και το εμπειρικό που περιλαμβάνει τα αποτελέσματα της έρευνας στη φυλακή. Μάλιστα, όταν κυκλοφόρησε, πολλοί ήταν αυτοί που χαρακτήρισαν ενδιαφέρουσα την προσέγγιση του θέματος του χρόνου και ορισμένοι πρότειναν την ιδέα της μεταφοράς του κειμένου σε θεατρικό. Ωστόσο, οι επιφυλάξεις του συγγραφέα ήταν πολλές, αλλά μετά από σχεδόν μία δεκαετία, αναθεωρώντας τις πρότερες επιφυλάξεις, αποδόθηκε σε ένα κείμενο δέκα σελίδων η θεατρική δραματοποίηση της «πάλης» του έγκλειστου με τη φθοροποιό επίδραση του χρόνου, όπως αναφέρεται στην εργασία. Η σύγκρουση του κρατούμενου με τον χρόνο δραματοποιήθηκε μέσω δύο προσώπων/ρόλων:  του «Κρατούμενου» και του «Χρόνου» ως προσωποποιημένη θεατρική φιγούρα. Τα δύο αυτά πρόσωπα συνδιαλέγονται και αντιμάχονται για τη σχέση της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα από τον χρόνο και τη φθορά που επιφέρει σε συνθήκες εγκλεισμού. 

Το κείμενο με τον καιρό επεκτάθηκε συμπεριλαμβάνοντας και δύο νέα πρόσωπα: τον «Φύλακα» και τον «Σχολιαστή», προκειμένου να εμπλουτιστεί η θεατρικοποιημένη δράση. Την παράσταση πλαισίωσαν και τέσσερα τραγούδια για τη φυλακή που γράφτηκαν ειδικά για το έργο. Το αποτέλεσμα κρίθηκε ικανοποιητικό. Η παράσταση έλαβε χώρα σε δύο φυλακές (στο Κατάστημα Απεξάρτησης Τοξικομανών Κρατουμένων και στο Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων Αυλώνα), σε δύο δήμους (Κορυδαλλού και Πειραιά), καθώς και σε τρία θέατρα της Αθήνας. 

Ωστόσο, η μεταφορά ενός εγκληματολογικού κειμένου σε θεατρικό κείμενο παρουσιάζει, όπως μπορούμε να καταλάβουμε, δυσκολίες, δεδομένου ότι πρόκειται για δύο διαφορετικά είδη που επιτελούν διαφορετικούς σκοπούς και είναι δομημένα με διαφορετικό τρόπο για να επιτελέσουν τους σκοπούς και τις λειτουργίες τους.

Εν προκειμένω, τα δύο προβλήματα που απασχόλησαν τη δραματουργική επεξεργασία του έργου, όπως καταγράφονται στην παρούσα μελέτη, ήταν τα εξής: 

  • Πρώτον, η συνεργασία σκηνοθέτη – συγγραφέα, η οποία, όπως σημειώνεται, «δοκιμάστηκε» ποικιλοτρόπως λόγω της διαφορετικής οπτικής των δύο δημιουργών και πιο συγκεκριμένα του σκηνοθέτη ως προς τη δραματοποίηση του κειμένου και του συγγραφέα ως προς την απαίτηση της διάσωσης του επιστημονικού λόγου. 
  • Δεύτερον, η μουσική επένδυση της παράστασης με τη συμπερίληψη τεσσάρων τραγουδιών. 
  • Ως προς το πρώτο πρόβλημα, υπογραμμίζεται ότι χρειάστηκε να ληφθούν γενναίες αποφάσεις τόσο από τον σκηνοθέτη όσο και από τον συγγραφέα, με απώτερο στόχο τη συνύπαρξη της δραματουργικής δράσης με τον επιστημονικό λόγο. 
  • Ως πρoς το δεύτερο ζήτημα, τη μουσική επένδυση, ως θεατρικό σημείο, δημιούργησε κάποιον προβληματισμό όχι ως προς την αναγκαιότητα ύπαρξής της, για την οποία ομόφωνα συμφώνησαν οι συντελεστές της παράστασης, όσο για τη σκηνική της παρουσία, εάν δηλαδή θα αποτελούσε «ζωντανό» κομμάτι της παράστασης ή όχι. Ο σκηνοθέτης επέλεξε τελικά την παρουσία του μουσικού πάνω στη σκηνή, με «ζωντανή» εκτέλεση των τεσσάρων τραγουδιών που είχαν γραφτεί από τον συγγραφέα (στίχοι και μουσική) για τη συγκεκριμένη παράσταση. 

Ειδικότερα τώρα ως προς τη δραματουργική επεξεργασία του επιστημονικού κειμένου, υπήρξαν επίσης δυσκολίες, με τις κυριότερες να συνοψίζονται στα ακόλουθα:

  • Πρώτον, στη διατήρηση της δυναμικής του κοινού, μέσω του επιστημονικού λόγου, ώστε το κοινό να κατανοήσει και να ταυτιστεί κατά το δυνατόν όχι με τον Κρατούμενο αλλά με τις συνθήκες που επικρατούν στον χώρο της φυλακής. 
  • Δεύτερον, η φυσιογνωμία του κρατούμενου που δεν θα έπρεπε να προκύψει συμπαθής, γιατί όπως εξηγείται στην εν λόγω μελέτη, εάν συνέβαινε το παραπάνω, ο θεατής δεν θα μπορούσε να οδηγηθεί προς μία κριτική σκέψη. Η μεταφορά δηλαδή της ιστορίας δεν είχε ως στόχο ούτε τη μυθοποίηση ούτε την απομυθοποίηση της υπόθεσης του ήρωα, γεγονός που πολλές φορές συμβαίνει στα θεατρικά και κινηματογραφικά έργα, αλλά η προσπάθεια που έγινε ήταν να αποδυναμωθούν στερεότυπα και προκαταλήψεις ως προς το έγκλημα και κυρίως ως προς τον εγκληματία. Όπως βέβαια τονίζεται στην εργασία, αυτή η προσπάθεια δεν είναι πάντα επιτυχημένη, γιατί το διαμεσολαβημένο μήνυμα προσλαμβάνεται και αποκωδικοποιείται από τον κάθε θεατή με τον προσωπικό του τρόπο. 

Στη συνέχεια της εργασίας πραγματοποιείται ανάλυση σχετικά με το θεμελιώδες ζητούμενο, τον τρόπο μεταφοράς της εγκληματολογικής σκέψης στον θεατή, χωρίς την οποία η δύναμη του κειμένου θα αποδυναμωνόταν και εξάγονται τα τελικά συμπεράσματα. 

Συνοψίζοντας, η εργασία των Μαυρή & Καρασιώτου καταγράφει την πολύ ενδιαφέρουσα, δημιουργική αλλά ταυτόχρονα δύσκολη διαδικασία της μεταφοράς του επιστημονικού, εγκληματολογικού λόγου σε ένα θεατρικό κείμενο. Ο επιστημονικός λόγος δεν πρέπει να χάσει τη δύναμή του κατά τη δραματουργική επεξεργασία, από την άλλη πλευρά πρέπει να είναι κατανοητός και να αγγίξει τις ψυχές των θεατών. Η ισορροπία είναι «λεπτή» και μπορεί να αποδειχθεί εύθραυστη, συνεπώς σκηνοθέτης και συγγραφέας θα χρειαστεί να δώσουν έναν αγώνα, προκειμένου να βρουν τη «χρυσή τομή», αναδεικνύοντας την ουσία του κειμένου, χωρίς όμως ο επιστημονικός λόγος να αποδυναμωθεί. Η τέχνη, αναμφίβολα, έχει τη δύναμη να μεταφέρει τα πιο σπουδαία μηνύματα, μπαίνοντας στην «ψυχή» ενός κειμένου και ενός χαρακτήρα. Είναι επομένως μία μεγάλη και σημαντική πρόκληση τόσο για τον επιστήμονα-συγγραφέα, όσο και για τον σκηνοθέτη, το να αποτελέσει ο επιστημονικός λόγος, με το πιο αυστηρό και επίσημο ύφος που τον διακρίνει, αντικείμενο δραματουργικής επεξεργασίας. Μία δύσκολη συνύπαρξη που όμως μπορεί να οδηγήσει σε πολύ ενδιαφέροντα μονοπάτια και προσωπικά θα ήθελα να δω τα αποτελέσματα αυτής της συνύπαρξης και σε άλλα επιστημονικά κείμενα που θα κριθεί ενδιαφέρον να μεταφερθούν σε θεατρικά κείμενα.

Φωτογραφία ανάρτησης: Θεατρική παράσταση “Στη Φυλακή του Χρόνου” από τη θεατρική ομάδα «Διαφυγή».


[1] Μαυρής, Μ. (2003) Το Πανοπτικό του Χρόνου. Αθήνα: Τυπωθήτω – Δαρδανός.

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Παν/μίου Αθηνών – Φιλόλογος. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός και είναι Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Παράλληλα, οργανώνει σεμιναριακά μαθήματα και δίνει διαλέξεις στο αντικείμενο της εξειδίκευσής της «Έγκλημα και Media». Συνεργάστηκε με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει τη συγγραφή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων: «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» & «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ», με Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας κ.Γιάννη Πανούση. Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αντικείμενο «Εγκληματολογία & ΜΜΕ». Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα, την αρθρογραφία και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts