Ιδιαιτερότητες και συνέπειες της προσφοράς σεξουαλικών υπηρεσιών με οικονομικό αντάλλαγμα

της Αγγελικής Καρδαρά.

Το σημερινό μας θέμα είναι από τα πιο δύσκολα στην προσέγγισή τους ζητήματα, καθώς λαμβάνει σύνθετες εγκληματολογικές και κοινωνικές προεκτάσεις και διαστάσεις. Αφορά την εργασία στη βιομηχανία του σεξ και τα επιχειρήματα υπέρ και κατά.

Ακολούθως παρουσιάζουμε το άρθρο του Ομ. Καθηγητή Εγκληματολογίας Παντείου Πανεπιστημίου, κ. Αντώνη Μαγγανά, υπό τον τίτλο Ιδιαιτερότητες και συνέπειες της προσφοράς σεξουαλικών υπηρεσιών με οικονομικό αντάλλαγμα, περίληψη του οποίου παρουσιάστηκε στο Επιστημονικό Συνέδριο: ΠΡΟΛΗΨΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑΣ  «Έλληνες εγκληματολόγοι από την Ελλάδα και το εξωτερικό συνομιλούν για την πρόληψη του εγκλήματος»[1] τον Ιανουάριο του 2019.  Το θεμελιώδες ερώτημα που διερευνάται στο άρθρο είναι εάν, τελικά, η προσφορά σεξ με οικονομικό αντάλλαγμα αποτελεί επίμεμπτη και επιβλαβή πράξη ή, αντίθετα, ελεύθερη επιχειρηματική δραστηριότητα.

Θα ξεκινήσω με την επισήμανση ότι, για τους υπέρμαχους της εργασίας στη βιομηχανία του σεξ, αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα του ατόμου να προσφέρει τις σεξουαλικές του υπηρεσίες με οικονομικό αντάλλαγμα και το ενδιαφέρον πρέπει να εστιαστεί στην κατοχύρωση των επαγγελματικών τους δικαιωμάτων και γενικότερα στην προστασία τους.

Να σημειωθεί ότι με  τον όρο «sex worker» (εργάτης/εργάτρια του σεξ) αναφερόμαστε σε ενήλικους που λαμβάνουν χρήματα ή αγαθά με αντάλλαγμα συναινετικές σεξουαλικές υπηρεσίες ή συμμετοχή τους σε ερωτικές παραστάσεις, είτε σε τακτική είτε σε περιστασιακή βάση. Για τους υπέρμαχούς του, ο όρος «sex worker» διαφοροποιείται, τόσο σε πρακτικό όσο και σε συμβολικό επίπεδο, από τον όρο «πορνεία», καθώς αναγνωρίζει ως «δουλειά» τη σεξουαλική εργασία. Ο όρος «πορνεία», από την άλλη πλευρά, στη συνείδηση του κοινού, συσχετίζεται με ζητήματα εγκληματικότητας και «ανηθικότητας». Πολλοί άνθρωποι που πωλούν σεξουαλικές υπηρεσίες προτιμούν τον όρο «sex worker» και εκλαμβάνουν τους όρους «πόρνη/ πορνεία» ως απαξιωτικούς και στιγματιστικούς, γεγονός που συμβάλλει στον αποκλεισμό τους από τις υγειονομικές, νομικές και κοινωνικές υπηρεσίες.

Οι εργάτες και εργάτριες του σεξ πωλούν σεξουαλικές υπηρεσίες για μία σειρά λόγων. Άλλοι για να κερδίσουν τα προς το ζην. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πολλές εργαζόμενες και πολλοί εργαζόμενοι στη βιομηχανία του σεξ, ανά τον κόσμο, παλεύουν με τη φτώχεια και έχουν περιορισμένες επιλογές εργασίας. Από την άλλη πλευρά άλλα άτομα θεωρούν ότι η σεξουαλική εργασία προσφέρει καλύτερες αμοιβές και πιο ευέλικτες συνθήκες εργασίας σε σχέση με άλλες θέσεις εργασίας, ενώ κάποιοι επιδιώκουν να  εξερευνήσουν και να εκφράσουν τη σεξουαλικότητά τους μέσω αυτής της εργασίας.

Η ποινικοποίηση της σεξουαλικής εργασίας, σύμφωνα με τους υπέρμαχούς της, κρύβει σοβαρούς κινδύνους, καθώς υπονομεύει την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων του σεξ και δυσκολεύει τους επαγγελματίες του σεξ να διαπραγματευτούν τους όρους με τους πελάτες, να συνεργαστούν με άλλους εργάτες του σεξ για ασφάλεια ή ακόμα και να μεταφέρουν προφυλακτικά χωρίς φόβο ότι θα χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό στοιχείο πορνείας.

Από την άλλη πλευρά, οι πολέμιοι της σεξουαλικής εργασίας αναγνωρίζουν τις βλάβες που προκύπτουν από την ποινικοποίηση των εργαζομένων του σεξ και στηρίζουν ένα σύστημα που ποινικοποιεί τους αγοραστές και τρίτα μέρη-όπως διευθυντές ή ιδιοκτήτες οίκων- αλλά όχι τους ίδιους τους εργάτες του σεξ. Αυτό το είδος της ποινικοποίησης, η οποία συχνά αναφέρεται ως  «σουηδικό ή σκανδιναβικό μοντέλο», επιδιώκει να τερματίσει τη ζήτηση για σεξουαλική εργασία, ενώ αντιμετωπίζει τους εργαζομένους του σεξ ως θύματα και όχι ως εγκληματίες.

Ωστόσο, η ποινικοποίηση των πελατών και των τρίτων δεν θεωρήθηκε αποτελεσματική στην επίτευξη του στόχου της κατάργησης ή ακόμη και μείωσης της σεξουαλικής εργασίας. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, η αγορά σεξουαλικών υπηρεσιών ποινικοποιήθηκε το 2016 και δύο χρόνια αργότερα, μία μελέτη κατέδειξε ότι ο αντίκτυπος στους εργαζομένους του σεξ ήταν σοβαρός, συμπεριλαμβανομένης της σημαντικής επιδείνωσης των συνθηκών διαβίωσης και της μεγαλύτερης έκθεσής τους στη βία. Στη Σουηδία, όπου η ποινικοποίηση της αγοράς σεξουαλικών υπηρεσιών εισήχθη το 1999, οι διαδικτυακές διαφημίσεις για σεξουαλικές υπηρεσίες αυξήθηκαν σε πολύ μεγάλο βαθμό την τελευταία δεκαετία.

Η αποποινικοποίηση σημαίνει αφαίρεση ποινικών και διοικητικών κυρώσεων που ισχύουν ειδικά για τη σεξουαλική εργασία, δημιουργώντας ένα ευνοϊκό περιβάλλον για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων στο σεξ. Σύμφωνα με τους υπέρμαχους της αποποινικοποίησης, για να έχει νόημα η αποποινικοποίηση, πρέπει να συνοδεύεται από αναγνώριση της σεξουαλικής εργασίας ως «επάγγελμα», επομένως να στηρίζεται στο εργατικό δίκαιο και γενικότερα να παρέχει νομικές προστατευτικές δικλείδες.

Αναμφίβολα, γίνεται μία πολύ σημαντική διάκριση ανάμεσα στους δύο όρους «human trafficking» και «sex work». Η εμπορία ανθρώπων αποτελεί κατάφωρη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που συνεπάγεται την απειλή ή τη χρήση βίας, απαγωγής, εξαπάτησης ή άλλων μορφών εξαναγκασμού για σκοπούς εκμετάλλευσης. Μπορεί να περιλαμβάνει καταναγκαστική εργασία, σεξουαλική εκμετάλλευση, δουλεία κ.λπ. Η σεξουαλική εργασία, από την άλλη πλευρά, θεωρείται ως μία συναινετική συναλλαγή μεταξύ ενηλίκων, όπου η πράξη πώλησης ή αγοράς σεξουαλικών υπηρεσιών δεν αποτελεί παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων[2].

Ωστόσο, δεν μπορούμε να μη δώσουμε έμφαση και στον αντίλογο, γιατί αναμφισβήτητα το ζήτημα είναι παρά πολύ σοβαρό και οι ισορροπίες λεπτές. Σε ένα απόσπασμα από το βιβλίο της, η ακτιβίστρια Kat Banyard επιχειρηματολογεί ότι η πορνεία είναι σεξουαλική εκμετάλλευση. Η αποποινικοποίηση αυτής της βιομηχανίας, τονίζει εμφατικά, ότι «νομιμοποιεί μόνο την κακοποίηση των γυναικών».

Ο όρος «sex work» είναι ένας μύθος για τους πολέμιους του που συγκαλύπτει την κακοποίηση -πρωτίστως των γυναικών εργαζόμενων του σεξ- τόσο σωματική όσο και λεκτική και ψυχολογική. Οι πολέμιοί του δεν δέχονται ότι μπορεί να υπάρξει ουσιαστική «συναίνεση» και θέτουν τα εξής ερωτήματα:  

«Πώς μπορεί η σεξουαλική συναίνεση να αγοραστεί και να πωληθεί; Αν, ενώ κάνεις σεξ με κάποιον, νιώθεις να σε απωθεί αυτός που σε αγγίζει, φοβάσαι για αυτό που μπορεί να σου κάνει, νιώθεις να σε υποτιμά και να σε εξευτελίζει με τις πράξεις του, πληγώνεσαι από τα υβριστικά λόγια του, πονάς επειδή είναι ο πέμπτος άντρας που έκανες σεξ σήμερα, μετά από όλα αυτά, εξαντλημένη, τραυματισμένη, κακοποιημένη, δεν αλλάζει κάτι το γεγονός ότι στο τέλος ο πελάτης θα σε πληρώσει. Δεν υπάρχει ένα αόρατο χέρι στην αγορά πορνείας που να εξαφανίζει μαγικά την τραυματική εμπειρία της σεξουαλικής κακοποίησης;»[3].

Επίσης, σύμφωνα με πολλούς μελετητές η σεξουαλική εργασία είναι ένα εξαιρετικά επικίνδυνο επάγγελμα. Η εφαρμογή των αρχών μείωσης των επιβλαβών συνεπειών/ harm-reduction principles  μπορεί να συμβάλει στη διαφύλαξη της ζωής των εργαζόμενων στο σεξ με τον ίδιο τρόπο που οι χρήστες ναρκωτικών ουσιών  επωφελούνται από τη μείωση της βλάβης στη χρήση ναρκωτικών. Οι εργαζόμενοι στο σεξ εκτίθενται σε σοβαρές κινδύνους, απειλητικούς για τη σωματική και ψυχική τους υγεία, όπως χρήση ουσιών, ασθένειες, βία, διακρίσεις, χρέη, εγκληματικές ενέργειες και εκμετάλλευση. Ως ελπιδοφόρες και επιτυχημένες στρατηγικές για τη μείωση των βλαβών, εκλαμβάνονται οι: εκπαίδευση, ενδυνάμωση, πρόληψη, φροντίδα, υγεία και ασφάλεια στην εργασία, αποποινικοποίηση των εργαζομένων του σεξ και προσεγγίσεις βασισμένες στα ανθρώπινα δικαιώματα[4].

Συνοψίζοντας, θα ήθελα να σταθώ στον εξευτελισμό και στην υποτίμηση που σε πολλές περιπτώσεις βιώνουν οι εργάτριες και οι εργάτες του σεξ, καθώς και στη βία, στην οποία εκτίθενται αλλά και σε άλλους σοβαρούς κινδύνους τόσο για τη σωματική όσο και για την ψυχική τους υγεία, στοιχείο που με οδηγεί στο να συμφωνώ με την άποψη ότι δεν μπορεί να εκληφθεί ως απολύτως «συνειδητή επιλογή» να εργάζεται ένα άτομο στο σεξ, γιατί κανένας εργαζόμενος -υπό κανονικές συνθήκες- δεν θα επιθυμούσε να εξευτελίζεται ή να διακινδυνεύει ακόμα και τη ζωή του. Από την άλλη πλευρά,  κάθε ζήτημα πρέπει να αντιμετωπίζεται σε ρεαλιστική βάση και λαμβάνοντας υπ’ όψιν μας τα πραγματικά δεδομένα, το ενδιαφέρον πρέπει οπωσδήποτε να εστιαστεί στην προστασία των εργαζόμενων και στη διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους.  

Γράφει ο Καθηγητής Α. Μαγγανάς

Α. Εννοιολογικοί προσδιορισμοί

Οι αναξιόπιστες στατιστικές για την πορνεία

Οι στατιστικές του ΟΗΕ είναι αναξιόπιστες για να μας βοηθήσουν να προσδιορίσουμε εννοιολογικά την πορνεία. Χώρες που καυχώνται ότι έχουν εξαλείψει την πορνεία μέσω κυρίως της ποινικοποίησης του πελάτη, όπως η Σουηδία και ο Καναδάς, παρουσιάζουν σχεδόν μηδενικά ποσοστά. Η Σουηδία δίνει 3 περιπτώσεις στις 10000 ενώ ο Καναδάς δεν δίνει στοιχεία, πράγμα λογικό εφόσον ο ορός «πορνεία» δεν υφίσταται πλέον στη νομοθεσία.. Σχετικά με τη Σουηδία η Αστυνομία στις στατιστικές της παρουσιάζει την κατάσταση εντελώς διαφορετικά. Σε ορισμένες πόλεις λόγω της μαζικής άφιξης κοριτσιών από τη Ρουμανία υπάρχουν σημαντικές αυξήσεις στα ποσοστά. Από την άλλη χώρες της Αφρικής, Ασίας Νοτίου Αμερικής αλλά και Ευρώπης παρουσιάζουν ανεξήγητα υψηλά ποσοστά. Το Κογκό 358/10000 η Σιέρα Λεόνε 323 η Σλοβενία 140 ενώ το Αφγανιστάν 4 και το Τσαντ 3. Οι τεράστιες αυτές διάφορες μπορεί να οφείλονται στο πώς κάθε κράτος μετρά το φαινόμενο ή στην Αντεγκληματική Πολιτική που ακολουθείται και τους στόχους που κάθε Κράτος έχει θέσει. Δημιουργείται επομένως σύγχυση ως προς το τι εκλαμβάνεται ως πορνεία.

Β. Η προσφορά σεξουαλικών υπηρεσιών με οικονομικό αντάλλαγμα

Μετά από πολύχρονους δικαστικούς αγώνες οι εργάτριες του σεξ του Καναδά μέσω της απόφασης Bedford του Ανώτατου Δικαστηρίου ζήτησαν την εξάλειψη του ορού «πορνεία» από όλα τα άρθρα του Ποινικού Κώδικα του Καναδά,  πράγμα που υλοποίησε η Καναδική Κυβέρνηση Ο ορός «πορνεία» είχε ήδη ερμηνευθεί από τα Εφετεία ως προσφορά σεξουαλικών υπηρεσιών με χρηματικό αντάλλαγμα. Αυτή η προσφορά μπορεί να εμφανισθεί με διάφορες μορφές. Οι πιο σκληρές βρίσκονται στα θύματα trafficking που μεταφέρονται ως εμπορεύματα υπό άθλιες συνθήκες στη χώρα οπού τους έχουν υποσχεθεί δουλειά και καταλήγουν θύματα στυγνής και βίαιης μεταχείρισης, στα κακοποιημένα σεξουαλικά παιδιά που βγαίνουν στο πεζοδρόμιο όπως στη περίπτωση της […] εκδιδόμενης σεξουαλικά κακοποιημένης σε μικρή ηλικία από τον πατέρα της και στις γυναίκες που εκδίδονται από σκληρούς μαστροπούς και προαγωγούς. Μπορεί να είναι οι γυμνές χορεύτριες, οι υπάλληλοι σαλονιών μασάζ, οι τηλεφωνήτριες στα ροζ τηλέφωνα, οι κοπέλες που το κάνουν για καθαρά οικονομικούς λόγους ή για να εξοικονομήσουν χρήματα για τις σπουδές. Τους. Το αν στις τελευταίες περιπτώσεις το κάνουν με τη θέλησή τους ή εξαναγκάζονται από τις κοινωνικές συνθήκες είναι ένα θέμα που διχάζει τα φεμινιστικά κινήματα Πολλές γυναίκες υιοθετούν την άποψη ότι και εδώ ο άνδρας επιβάλλεται στη γυναίκα μέσω της εξουσίας που του προσδίδει το χρήμα. Βέβαια ο […] συνοδός ‘μεγάλων’ κυρίων εκδίδεται και εκείνος για χρήματα ή εξυπηρετήσεις.

Γ. Ο [δαιμονικός] Πελάτης κύριος υπεύθυνος για όλα

Εδώ και 40 χρόνια τα φεμινιστικά κινήματα στοχεύουν τη ζήτηση σεξουαλικών υπηρεσιών και τον άνδρα πελάτη ο οποίος έχει σχεδόν «δαιμονοποιηθεί».  Μπορεί να είναι οποιοσδήποτε άνδρας από το νέο αγόρι των 16 ετών που θέλει να επιβεβαιώσει την ανδρική του ταυτότητα μέχρι τον οικογενειάρχη που έχει βαρεθεί τη μονοτονία της σεξουαλικής του ζωής. Η ανδρική σεξουαλικότητα στηρίζεται κυρίως στην εκτόνωση. Ο άνδρας από τη νεανική του ηλικία έχει ορμές τις οποίες πρέπει να εκτονώσει. Ο Καθηγητής Γρήγορης Λάζος στη διδακτορική του διατριβή και μετέπειτα βιβλίο «Η σεξουαλικότητα ως αξία στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία» παρουσιάζει στα στοιχεία της έρευνάς του ότι τα νέα αγόρια επιδιώκουν την εκτόνωση καθώς και τις απροϋπόθετες σεξουαλικές σχέσεις σε ποσοστό 75 με 80% ενώ οι κοπέλες σε ποσοστά 65-75 τοις εκατό αποζητούσαν τη στοργή και την ασφάλεια στις σχέσεις τους. . Εξαιρέσεις βέβαια υπάρχουν όπως όταν ο [αποφυλακισμένος] μιλώντας στους φοιτητές για το τι έκανε όταν βγήκε από τη φυλακή, ανέφερε:

-Πρώτη μέρα ρε παιδιά βγαίνοντας από τη φυλακή τι θά ‘κανα; Για πέστε μου.

Φοιτ. – Θα πας να γ…, τι θα έκανες;

-Όχι ρε φίλε, δεν είμαι εγώ έτσι. Να πάω στο μπουρδ@λο για γ… Όχι ρε μάγκα, όπως οι λιγούρηδες σε παρακαλώ πολύ που θα πάω εγώ στο μπουρδ@λο. Να παν αυτοί που είναι ανίκανοι. Εγώ δεν είμαι ανίκανος. Με συγχωρείς. Εκείνη την ημέρα, εμένα, εκείνο που μ’ ένοιαζε ήταν να πιώ. Εκείνη τη μέρα (―) ούτε να γ…, ούτε τίποτα. Σιγά-σιγά (―) να βρεις ένα καλό κορίτσι. Να κάνετε ένα καλό διακανονισμό πάνω απ’ όλα- Όχι να γ… Εγώ τα λέω ψυχρά ρε παιδιά. Να βρεις μία γυναίκα που θα την αγαπήσεις και θα σ’ αγαπήσει. Να αισθανθεί η γυναίκα τον πόνο του αγοριού. Να αισθανθεί το αγόρι τον πόνο της γυναίκας. Να πει τα προβλήματα η γυναίκα στο αγόρι της, όπως και το αγόρι στη γυναίκα.

Από την άλλη πλευρά, στην πιλοτική έρευνα που διεξήγαγε η φοιτήτρια του Μεταπτυχιακού Εγκληματολογίας του Παντείου το 2013 Ιωάννα Λαμπάκη, 20 από τις 39 φοιτήτριες που ρωτήθηκαν απάντησαν ότι είναι χρήσιμο να έχουν την εμπειρία περισσότερων ερωτικών συντρόφων.

Ποιος είναι λοιπόν αυτός ο ‹δαιμονικός› πελάτης που ευθύνεται για την ύπαρξη και διαιώνιση της πορνείας;

Νομίζω ο καλύτερος τρόπος να συλλάβουμε ποιος είναι ο πελάτης, τι ρολό παίζει, τι συνέπειες έχει η συμπεριφορά του καθώς και η ποινικοποίηση της συμπεριφοράς του είναι να παρουσιάσουμε μία συγκεκριμένη υπόθεση σε μία χώρα που έχει ποινικοποιήσει τη συμπεριφορα του πελάτη όπως ο Καναδάς.

Στις 20 Ιουνίου 2007, γύρω στις 17.00, η αστυνομία της πόλης του Κεμπέκ εκτελεί μία επιχείρηση που στοχεύει στη σύλληψη πιθανών πελατών της πορνείας του δρόμου στην οδό St-Vallier [Είναι σημαντικό να τονισθεί ότι πρόκειται για υποβαθμισμένη περιοχή του Down Town της πόλης].

H αστυνομικός Κ. προσποιείται μία πόρνη ντυμένη με παλιά ρούχα, ένα jean και ένα t-shirt. Τα μαλλιά της είναι ξέπλεκα, η συμπεριφορά της ανέμελη σαν να μην έχει τίποτα να κάνει και να περιμένει. Δυο μέλη του περιπολικού, δυο ανακριτές και ένας ντετέκτιβ [!!!!!] συμμετέχουν επίσης σ’ αυτή την επιχείρηση. Οι τελευταίοι παρακολουθούν από απόσταση τις συζητήσεις που μπορεί να κάνει η Κ. η οποία στέκεται στη γωνία δυο δρόμων και, χαζεύοντας, μετακινείται ελαφρά. Οι οδηγίες που της έχουν δοθεί είναι να έχει ύφος ξέγνοιαστο και να μην κάνει πρώτη τις επαφές με τους πιθανούς υπόπτους. Είχαν μάλιστα συμφωνήσει για το σινιάλο που θα τους έκανε αν η επικοινωνία είχε σκοπό τις σεξουαλικές υπηρεσίες. Θα ανασήκωνε το πανταλόνι της από τις πιέτες. Γύρω στις 17 και 40 ένα αυτοκίνητο […] μπλε σκούρο σταματά στην απέναντι πλευρά από όπου είναι η αστυνομικός και κορνάρει. Η Κ δεν κινείται καθόλου. Το αμάξι μένει στη θέση αυτή για τρία- τέσσερα λεπτά κα μετά φεύγει. Tριάντα δεύτερα αργότερα το αυτοκίνητο επιστρέφει από την αντίθετη πλευρά του δρόμου. Περνά μπροστά από εκεί που στεκόταν η Κ. και ακινητοποιείται στα τρία μετρά από την αστυνομικό. Εκείνη βλέπει το πίσω μέρος του οχήματος. Δεν κάνει τίποτα. Το αυτοκίνητο παραμένει στο σημείο αυτό για 3-4 λεπτά οπότε κάνει όπισθεν για να τοποθετηθεί τρία μέτρα από την αστυνομικό ακριβώς απέναντί της. Εκείνη βλέπει το μπρος μέρος του αυτοκινήτου χωρίς να διακρίνει τον οδηγό. Μετά από 30 δευτερόλεπτα, ο οδηγός αναβοσβήνει τα φώτα κατεβάζοντας το τζάμι της πόρτας του συνοδηγού. Η Κ. δεν αντιδρά, ο οδηγός-κατηγορούμενος σκύβει προς το παράθυρο. Με τη σειρά της η Κ. σκύβει για να τον δει. Είναι 17 και 45 περίπου και ακολουθεί η παρακάτω συνομιλία:

-Πόσο χρεώνεις για μία π…. ?

Κ.: 20 δολ.

-Είσαι σίγουρη ότι θα τα καταφέρεις; Φαίνεσαι αρκετά «φευγάτη».

Κ.: Ναι, ναι δεν υπάρχει πρόβλημα. Έλα να με βρεις στον χώρο στάθμευσης.

Στο σημείο αυτό τελειώνει η συνομιλία.. Ταυτόχρονα, η Κ. υποδεικνύει στον οδηγό να πάει στο γειτονικό χώρο δημοτικής στάθμευσης στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Ο κατ/νος πάει κατ’ ευθείαν εκεί. Τότε η αστυνομικός κάνει το σινιάλο ανεβάζοντας το πανταλόνι της. Οι συνάδελφοί της, μεταξύ των οποίων ο Ρ. βρίσκονται στον χώρο στάθμευσης. Ο Ρ βλέπει ένα όχημα μάρκας […] μπλε σκούρο να σταματά στο ύψος της Κ. Η τελευταία συνομιλεί με κάποιον επιβαίνοντα και/ στη συνέχεια κάνει το σινιάλο. Δυο ντετέκτιβ προσεγγίζουν το αυτοκίνητο του κατ/νου, του ζητούν να κλείσει τη μηχανή και να κατέβει. Όταν εκείνος ανοίγει την πόρτα, έχει στο αριστερό του χέρι ένα χαρτονόμισμα των 20 δολ. το οποίο αφήνει να πέσει στο πάτωμα μεταξύ καθίσματος και πόρτας του οδηγού. Ο Ρ τον ρωτά τότε γιατί άφησε να «πέσει» το χαρτονόμισμα και εκείνος απαντά ότι έψαχνε ,απλά, τις τσέπες του. Όταν ο ντετέκτιβ Γ προβαίνει στη σύλληψη του κατ/νου, ο τελευταίος του δηλώνει ότι είναι ιδιωτικός ανακριτής. Ότι έχει συνεργασθεί στο παρελθόν τόσο με την Ομοσπονδιακή όσο και με την Αστυνομία της Επαρχίας του Κεμπέκ, ότι το «κορίτσι» έδινε την εντύπωση τοξικομανή και ότι εκείνος δουλεύει για να τη βοηθήσει, ότι εργάζεται για έναν μη κερδοσκοπικό οργανισμό που βοηθά τους άπορους και ότι όλα αυτά ανήκουν στο λειτούργημά του να «ψαρεύει» (solliciter) τέτοια άτομα στον δρόμο. Συγχαίρει, μάλιστα, τους αστυνομικούς για τη δουλειά που κάνουν. Η σύλληψη του κατ/νου ήταν μία από τις 7-8 που έγιναν σ ‘εκείνη την «επιχείρηση» της αστυνομίας και η μόνη όπου η αστυνομικός Κ. έπαιξε το ρόλο της πόρνης. Μετά από κάθε σύλληψη η Κ. συντάσσει Έκθεση σχετικά με την επικοινωνία με τον ύποπτο.

Από την πλευρά της η υπεράσπιση καταθέτει ότι ο κατ/νος δεν είναι από την πόλη του Κεμπέκ. Διαμένει σε ξενοδοχείο σε προάστιο της πόλης. Πριν από τα επίμαχα γεγονότα είχε αποσύρει χρήματα από ένα ΑΤΜ στην Άνω Πόλη και προσπαθούσε να βρει την κεντρική αρτηρία που έψαχνε διασχίζοντας την Κάτω Πόλη. Στο σημείο της σύλληψης είδε μία γυναίκα ακίνητη στη γωνία δύο δρόμων τους οποίους δεν γνωρίζει. Η γυναίκα δεν έχει καμία επικοινωνία με τους περαστικούς, πεζούς ή αυτοκινητιστές. Φαίνεται να βρίσκεται στον «κόσμο» της γεγονός που δημιουργεί ερωτηματικά στον κατ/νο. Νομίζει ότι μπορεί να χρειάζεται βοήθεια. Περιμένοντας το φανάρι στη διασταύρωση παρατηρεί τη συμπεριφορά της γυναίκας για μερικά λεπτά. Μόλις άναψε πράσινο ο κατ/νος διασχίζει τον δρόμο και σταθμεύει λίγο πιο κάτω. Παρακολουθεί ακόμη τη γυναίκα για λίγα λεπτά. Τοποθετεί τον καθρέφτη έτσι ώστε να τη βλέπει. Δεν θυμάται να κορνάρησε. Εκείνη παραμένει πάντα ακίνητη στη γωνία. Ο κατ/νος πιστεύει ότι έχει ψυχιατρικά προβλήματα. Πρόθεσή του είναι να τη βοηθήσει. Αν πράγματι έχει ανάγκη από βοήθεια σκοπεύει να καλέσει το 911 ώστε να την αναλάβει η αστυνομία. Φεύγει από το σημείο που είχε σταματήσει και συνεχίζει την πορεία του. Λίγο πιο πέρα κάνει στροφή επί τόπου και επιστρέφει από την αντίθετη πλευρά για να έλθει σε επαφή με αυτή τη γυναίκα και να πάρει πληροφορίες.

Κατά την άποψή του, η συμπεριφορά της δεν είναι φυσιολογική. Δεν ανταποκρίνεται σ ’εκείνην που συναντάμε στις εκδιδόμενες. Καταθέτοντας στο δικαστήριο τονίζει ότι πίστευε ότι είχε ψυχιατρικά προβλήματα. Εξεταζόμενος, όμως, κατ’ αντιπαράθεση, αναφέρει ότι μάλλον επρόκειτο για τοξικομανή αποκλείοντας την περίπτωση να ήταν εκδιδόμενη. Όταν τον πλησιάζει, κατεβάζει το παράθυρο της πόρτας του συνοδηγού και στρέφεται προς την Κ. που είχε λυγίσει τα γόνατα και ακουμπούσε στην πόρτα. Ακολουθεί, τότε, η συνομιλία που αναφέραμε παραπάνω.

Ως προς την επικοινωνία που είχε μαζί της, ο κατ/νος την εξηγεί από την επιθυμία του να δει τι σκεφτόταν και πώς εξηγείτο η συμπεριφορά της. Δεδομένου ότι στη δουλειά του υιοθετεί μία άμεση προσέγγιση των πελατών τη επιχείρησης, χρησιμοποίησε την ίδια προσέγγιση για να διαγνώσει τα προβλήματα τη Κ. ρωτώντας για το πόσο στοιχίζει μία […]. Εξηγεί, ακόμη, ότι οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση λιγότερο άμεση θα οδηγούσε τη γυναίκα να μην αποκαλύψει την κατάσταση στην οποία βρισκόταν.. Μόλις σταμάτησε θέλησε να βγει από το αυτοκίνητο βλέποντας τη γυναίκα να τρέχει. Του είπαν, τότε, να μείνει στη θέση του διότι τελεί υπό σύλληψη. Ο κατ/νος τονίζει ότι έβγαλε το 20δόλαρο από τη δεξιά τσέπη από ένα πακέτο 200 δολ. που μόλις είχε αποσύρει από το ΑΤΜ. Πρόθεσή του ήταν να χρησιμοποιήσει τα χρήματα για να ωθήσει τη γυναίκα να μιλήσει μαζί του. Ξανακαθίζοντας στο κάθισμα όπως του ζήτησαν οι αστυνομικοί το χαρτονόμισμα γλίστρησε από το χέρι του όταν προσπαθούσε να πιάσει το τιμόνι.

Τη μέρα που είχε ορισθεί, αρχικά, για την ακρόαση, ο κατ/νος κατέθεσε πρόσθετα στοιχεία ως προς το ότι υποφέρει από διαβήτη εδώ και 9 χρόνια πράγμα που δημιουργεί προβλήματα στη [σεξουαλική του λειτουργία]. Τα φάρμακα δεν τον βοήθησαν και τελικά ένας γιατρός του έδωσε ενέσεις που λειτουργούν δύο στις 3 φορές και τις οποίες κάνει εδώ και 5 χρόνια. Στις 20/6/2007 ο κατ/νος δεν έκανε την ένεση όπως έπρεπε άρα δεν μπορούσε να έχει [σεξουαλική λειτουργία], στοιχείο που, κατ’ εκείνον, αποκλείει να ζήτησε σεξουαλικές υπηρεσίες.

Η δικαστική απόφαση

Σύμφωνα με τον δικαστή το αδίκημα της επικοινωνίας για σεξουαλικές υπηρεσίες που προβλέπει το αρθ. 213 1) c) Kαν.Π.Κ. περιλαμβάνει τρία στοιχεία

  • Τον δημόσιο χώρο ή χώρο ορατό από το κοινό
  • Μία συμπεριφορά ήτοι το να σταματήσεις κάποιον ή να επικοινωνήσεις μαζί του ή ακόμη να αποπειραθείς να προβείς σε κάποια από τις ενέργειες που αναφέρονται στο άρθρο και
  • Την ειδική πρόθεση [πρόκειται για αδίκημα ειδικού δόλου], στην περίπτωση κάποιου που επιδίδεται στην πορνεία να προβεί σε πορνική σχέση με τον «πελάτη» και στην περίπτωση ατόμου που δεν επιδίδεται στην πορνεία να έχει σεξουαλικές υπηρεσίες από κάποιον άλλο (R. c. Pake, (1995) 103 C.C.C. (3d) 524, par. 17 ss. (C.A. Alb.).

Ο δικαστής υιοθετεί την άποψη ότι στην περίπτωση ατόμου που δεν επιδίδεται στην πορνεία δεν είναι απαραίτητο το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται η επικοινωνία να εκδίδεται. Η πρόθεση που λαμβάνεται υπ’οψιν είναι εκεινη του προσώπου που προβαίνει στην επικοινωνία και όχι εκείνου που τη δέχεται (Ruest c. La Reine, (1991) 67 C.C.C. (3d) 476 (C.A.Q.); Zandnowbari c. La Reine, R.J.P.Q. 1989-154 (C.S.).

Ο δικαστής εκτιμά ότι πράγματι ο κατ/νος επικοινώνησε με την αστυνομικό όντας σε δημόσιο χώρο για να έχει σεξουαλικές υπηρεσίες επί πληρωμή. Το ζήτημα είναι αν είχε την ειδική πρόθεση που απαιτείται. Εκείνος το αρνείται ισχυριζόμενος ότι ήθελε να βοηθήσει την Κ. πράγμα όμως που δεν πείθει το δικαστή και δεν δημιουργεί μία εύλογη αμφιβολία για την ενοχή του για τους ακόλουθους λόγους.

Ο κατ/νος λόγω της εμπειρίας του ως ανακριτής (ντετέκτιβ) και της μόρφωσής του δεν μπορεί να αγνοεί τι σήμαιναν τα λόγια που αντάλλαξε με την αστυνομικό. Άρα πρόκειται για επικοινωνία με στόχο την πορνεία. Παραδόξως, αν και είχε συμπεράνει ότι δεν επρόκειτο για πόρνη, την προσεγγίζει ως τέτοια. Με την εμπειρία που ισχυρίζεται ότι έχει αν επρόκειτο για τοξικομανή ή διαταραγμένο άτομο η προσέγγιση έπρεπε να ήταν διαφορετική. Επιπρόσθετα ο κατ/νος βγάζει το 20δόλαρο που αντιστοιχεί στην τιμή που του πρότεινε η Κ. Ο ισχυρισμός του ότι ήθελε έτσι να την κάνει να μιλήσει δεν φαίνεται αξιόπιστος. Ούτε και τα ότι το χαρτονόμισμα του γλίστρησε από τα χέρια μπορεί να γίνει πιστευτό. Το γεγονός ότι δεν βρέθηκε στο πάτωμα το νόμισμα αλλά μεταξύ πόρτας και καθίσματος αποδεικνύει ότι σκόπιμα το άφησε να «πέσει». Όσον αφορά το επιχείρημα του ιατρικού προβλήματος που παρουσιάζει ο κατ/νος δεν έχει τις γνώσεις για να αποφανθεί και όφειλε να έχει παρουσιάσει εμπειρογνώμονα. Εξάλλου, η στυτική λειτουργία και η εκσπερμάτιση δεν είναι απαραίτητες για να υπάρξουν σεξουαλικές υπηρεσίες. Επομένως οι «απίθανες» εξηγήσεις που έδωσε ο κατ/νος δεν είναι ικανές να δημιουργήσουν μία εύλογη αμφιβολία ως προς την ειδική πρόθεση που απαιτεί το άρθρο 213 κι ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος.

Το 1978, σε μία προσπάθεια του Καναδά να πατάξει την πορνεία του πεζοδρομίου με ό,τι αυτό συνεπάγεται (οχλήσεις για τους περιοίκους, κινδύνους για τη δημόσια υγεία κ.λπ.), το Ανώτατο Δικαστήριο του Καναδά είχε βάλει ένα φρένο στις διώξεις εκδιδομένων με την υπόθεση Hutt, απαιτώντας η προσέγγιση (το «ψάρεμα») από την πλευρά της πόρνης να είναι «πιεστικό και επίμονο» (pressing and persistent).

Η απάντηση του Καναδού Νομοθέτη ήλθε το 1983 όταν μέσα στο σύνολο των μεταρρυθμίσεων που αφορούσαν τα σεξουαλικά αδικήματα θέλησε να ποινικοποιήσει και τη συμπεριφορά του πελάτη θεωρώντας, υπό την πίεση των φεμινιστικών κινημάτων κυρίως, ότι ο κύριος υπεύθυνος για τη διαιώνιση του φαινομένου είναι ο πελάτης και όχι η εκδιδόμενη. Το αδίκημα δεν είναι σοβαρό αφού δικάζεται με τη συνοπτική διαδικασία ( summary conviction), όμως το στίγμα της ποινικής καταδίκης είναι σημαντικός παράγων για άτομα που μπορεί να είναι «ευυπόληπτα» ή υπεράνω υποψίας.

Το ότι ο δικαστής, στην περίπτωση που ο/η αποδέκτης της πρόσκλησης δεν εκδίδεται αρκείται στην πρόθεση του κατ/νου να επιτύχει σεξουαλικές υπηρεσίες από κάποιον άσχετα αν εκδίδεται ή όχι, φαίνεται να αντιβαίνει σε βασικές αρχές του Ποινικού Δίκαιου και δημιουργεί προβλήματα. Φαίνεται λοιπόν να ποινικοποιείται το απλό γεγονός ότι ζητά κάποιος από κάποιον άλλο σεξουαλικές υπηρεσίες. Η πρόθεση όμως του νομοθέτη ήταν να ποινικοποιήσει τη συμπεριφορά του πελάτη-«πόρνης».

R. c. Gagne, Cour Municipale (Δημοτικό Δικαστήριο της πόλης του Κεμπεκ), 20/8/2009, Νο 20070548

Το Δεκέμβριο του 2013 το Ανώτατο Δικαστήριο του Καναδά στην υπόθεση […] [2013] 3 SCR 1101 έκρινε αντισυνταγματικές όλες τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα που αφορούσαν την πορνεία [βλ. Ενδεικτικα τις υποθεσεις του Καναδικού Ανωτάτου Δικαστηρίου Ηutt v. R [1978] 2 SCR 476 με ανάλυση στο Α. Μαγγανάς, Θέματα Εγκληματολογίας και Ποινικού Δικαίου, Αθήνα Νομική Βιβλιοθήκη 1999 R.v. Skinner [1990] 1 SCR 476 R.v. Downey [1992] 2 SCR 1001 με ανάλυση στο Α. Μαγγανάς Το εγκληματικό Φαινόμενο στην πράξη, Αθήνα, Νομικη Βιβλιοθηκη 2004 και R. v. Labaye, [2005] 3 SCR 728 με ανάλυση στο Α. Μαγγανάς, Ιδιαίτερα ζητήματα Ποινικού Δικαίου και Ποινικής Δικονομίας], δεδομένου ότι δεν εξασφάλιζαν την υγεία και ασφάλεια των εκδιδομένων και ζήτησε από την Κυβέρνηση να ψηφίσει νέα νομοθεσία που να διασφαλίζει τις εκδιδόμενες μέσα σε έναν χρόνο. Οι εκδιδόμενες του Καναδά (και όχι μόνο) χαιρέτισαν με ενθουσιασμό την απόφαση αυτή.

Η Κυβέρνηση προετοίμασε (πολύ γρήγορα σχετικά με τη δυσκολία και λεπτότητα του θέματος και για να σεβαστεί το χρονοδιάγραμμα που έθεσε το Ανώτατο Δικαστήριο) το νέο Σχέδιο Νόμου (Bill c-36) το οποίο έχει συναντήσει πολλές αντιδράσεις αφού τη μόνη ουσιαστική αλλαγή που φαίνεται να επιφέρει είναι ότι απαλείφει τον όρο «πορνεία» από όλα τα άρθρα του Κώδικα. Σύμφωνα με τις δηλώσεις του Υπουργού, η γυναίκα θεωρείται θύμα και στόχος είναι να χτυπηθεί η ζήτηση με απώτερο στόχο να εξαλειφθεί η πορνεία. Η γυναίκα είναι ελεύθερη να εξασκεί το επάγγελμα, εκείνος όμως που δημοσιεύει τις αγγελίες της (στον Τύπο η μέσω facebook) καθώς και ο πελάτης κινδυνεύουν να διωχθούν [!!!! ] Εκτός του οτι οι ρυθμίσεις αυτές ουδεμία σχέση έχουν με το πνεύμα της απόφασης […](ratio decidendi) oύτε οι ίδιες οι εκδιδόμενες φαίνονται ικανοποιημένες (Βλ. σχετικά δημοσιεύματα ηλεκτρονικά και στον έντυπο Τύπο).

Δ. Το κρίσιμο ερώτημα συνίσταται στο εάν είναι η προσφορά σεξ με οικονομικό αντάλλαγμα επίμεμπτη ή επιβλαβής πράξη ή ελεύθερη επιχειρηματική δραστηριότητα;

Μέχρι σήμερα σε δύο θέματα έχω αναθεωρήσει ριζικά τις απόψεις μου Το πρώτο είναι ο βιασμός. Ενοχλημένος από τις αυτοκτονίες γυναικών-θυμάτων βιασμού αλλά και των τραγικών συνέπειων στα θύματα και βέβαια οντάς άνδρας που δεν μπορεί να καταλάβει πως νιώθει μία γυναίκα είχα υποβαθμίσει τις συνέπειες του βιασμού, πράγμα που κατάλαβα με το πέρασμα του χρόνου και τη συσσώρευση περιπτώσεων και μαρτυριών.

Έτσι κι εδώ με στόχο να υποστηρίξω τις εργάτριες του σεξ ώστε να αποφευχθεί οποιοσδήποτε στιγματισμός τους αλλά και δεδομένης της κοινοτοποίησης του σεξ υποβάθμισα τη σημασία και τις συνέπειες της προσφοράς σεξουαλικών υπηρεσιών με χρηματικό αντάλλαγμα

Πριν από 40 χρόνια ο αείμνηστος αγαπητός συνάδελφος Denis Szabo, Διευθυντής της Σχολής Εγκληματολογίας του Πανεπιστήμιου του Μόντρεαλ, είχε πει στους φοιτητές του με τον χαρακτηριστικό τρόπο που τον διέκρινε «Δεν είναι το ίδιο να πουλάς τα οπίσθια σου με το να πουλάς πατάτες στη Λαϊκή Αγορά».  Από τότε βέβαια το σεξ κοινοτοποιήθηκε,  έγινε μία πράξη μηχανική άσχετα εάν ορισμένοι εξακολουθούν να πιστεύουν στο σεξ της αμοιβαίας απόλαυσης.

Κατά την άποψή μου το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται είναι «Αποτελεί το σεξ με οικονομικό αντάλλαγμα μία επιχειρηματική δραστηριότητα σαν οποιαδήποτε εργασία ή έχει ιδιαίτερες δυσάρεστες συνέπειες;».

Η […] που δούλευε στα ‹ροζ τηλέφωνα› είχε πει στη φοιτήτρια μου Κατερίνα Πλατανησιώτου

«Αυτοί που θα πάρουν τηλέφωνο, θέλουν να σου κάνουν έστω στην φαντασία τους αυτά που δεν μπορούν να ζητήσουν από τον σύντροφό τους. Πίσω από την ανωνυμία της γραμμής ενός τηλεφώνου μπορείς να κάνεις τα πιο χυδαία πράγματα. Έτσι νόμιζα πως εγώ εκμεταλλευόμουν την κατάσταση όμως κάθε πρωί που σχόλαγα αισθανόμουν άδεια και αηδιασμένη. Τι να σου πω, σαν ένα χαλάκι που το ποδοπατήσανε όλοι και το πέταξαν!!! Πολλή μοναξιά!!».

Και ο […], συνοδός ώριμων κυριών, είχε πει στη φοιτήτρια μου Κόντη Σοφία

«Και το πιο σημαντικό πώς να ξεχάσεις αυτά που έχεις βιώσει; Καταλαβαίνεις, ότι κάνω πράγματα που ένας άλλος 23χρονος δεν θα τα έκανε; Δεν θεωρώ ότι ζω την ηλικία μου, αλλά ότι την σκορπίζω. Αν φτάσω στα πενήντα, θα είμαι ένα άψυχο κουφάρι, ένα σώμα ταλαιπωρημένο, γιατί δεν θα κοιμάμαι τα βράδια από τους εφιάλτες, όσο κι αν λέω στον εαυτό μου ότι δεν με νοιάζει, είμαι άντρας, οι άντρες είναι αλλιώς. Ο καθένας πιστεύω θέλει να κάνει πράγματα και να ζει ανάλογα με την ηλικία του. Εγώ, έχω δει την σαπίλα της κοινωνίας από πολύ μικρός, αλλά τότε είχα όνειρα, για να φτιάξω μία καλή ζωή».

………………..

«Ποτέ μην κάνεις ό,τι εγώ, δεν είναι ωραίο να γίνεσαι ζιγκολό, για να φτάσεις ψηλά, γιατί όταν φτάσεις θα είναι σαν να μην έφτασες, γιατί θα ξέρεις ότι έχεις πέσει πολύ χαμηλά και δεν θα κοιμάσαι κιόλας τα βράδια».

Καταλυτική, όμως, υπήρξε η επίδραση ενός από τα πολλά και σημαντικά κείμενα της Επιτροπής κατά της σεξουαλικής εκμετάλλευσης του Κεμπέκ (C.L.E.S) (2013)

Φανταστείτε μία εκδιδομένη γυναίκα. Ας την αποκαλέσουμε Μαρία. Δεν πρόκειται ούτε για μία εθισμένη τοξικομανή του δρόμου ούτε για ένα κορίτσι «πολυτέλειας» με 700 ευρώ τη ‘βίζιτα’ . Ας πούμε ότι είναι ένα κορίτσι «συνοδείας». Είναι είκοσι πέντε ετών. Λέει ότι επέλεξε η ίδια να εκδίδεται και δεν είναι θύμα αυτού που είναι κοινώς γνωστό ως σωματεμπορία. Με τα χρήματα από την πορνεία, πληρώνει την εκπαίδευσή της και προσπαθεί να εξοικονομήσει χρήματα για την αγορά ενός σπιτιού , αλλά ξοδεύει περισσότερα από όσα θα έπρεπε. Είναι η τυπική περίπτωση που χρησιμοποιείται από μερικούς για να κοινοτοποίησουν και δικαιολογήσουν την πορνεία.

Η Μαρία προσλήφθηκε από την Εταιρεία, στην οποία εργάζεται με το όνομα Λόλα. Της λένε ότι πρέπει να ‘πάει’ στον […] που είναι στο κέντρο της πόλης. Δεν τον έχει συναντήσει ποτέ προφανώς αφού οι εκδιδόμενες δεν μπορούν να επιλέξουν τον πελάτη (είναι αποδεκτός ο κανόνας ότι ο «επαγγελματισμός» των  ΄συνοδων’ τις «υποχρεώνει» να αποδεχθούν οποιοδήποτε πελάτη εκτός αν είναι εξαιρετικά βίαιος).

Όταν ο […] κάλεσε την Εταιρεία, προσδιόρισε το είδος της γυναίκας που ήθελε καθώς και το είδος του σεξ εν προκειμένω […] και […]. Του προτείναν την Λόλα, της οποίας θα μπορούσε να δει μερικές ρετουσαρισμένες φωτογραφίες στον ισότοπο της Εταιρείας. Η Μαρία φθάνει εγκαίρως, συζητά λίγο με τον […] με προσποιητό ύφος και του ζητά τα χρήματα, πράγμα που εκείνος κάνει.

Η Μαρία είναι μπροστά σε έναν άνδρα που βλέπει για πρώτη φορά και που δεν έχει καμία επιθυμία γι’ αυτόν. Είναι ένας άνδρας, με τον οποίο δεν θα είχε ποτέ σεξουαλικές σχέσεις στην προσωπική της ζωή. Αλλά τώρα την πλήρωσε και πρέπει να παίξει τον ρολό της Λόλα. Πρέπει να υποστεί τα επίμονα χάδια του για να τον κάνει να πειστεί ότι είναι ευχαριστημένη μαζί του, άσχετα αν δεν την ενδιαφέρει καθόλου, αν είναι στον πέμπτο ‘πελάτη’ της μέρας, πεθαίνει της πείνας και η μόνη επιθυμία της είναι να γυρίσει σπίτι. Κάθε φορά που τη χαϊδεύει, θέλει να τον απωθήσει αλλά φοβάται μην προσβληθεί, την διωξει ή κάνει αρνητικά παράπονα στην Εταιρεία της ή τέλος αρνητικά για εκείνη σχόλια στο διαδίκτυο. Έτσι η Μαρία παίζει τον ρολό της Λόλας υποδυομένη ότι της αρέσουν αυτού του τύπου τα ΄χάδια’ προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό της ότι δεν είναι παρά ένας ρόλος, ότι δεν είναι Εκείνη.

Η Μαρία βρίσκεται τώρα [λεπτομέρειες για την σεξουαλική πράξη]. Δεν έχει καμία όρεξη να […], όμως έχει πάρει τα χρήματα και πρέπει να το εκτελέσει. Δεν μπορεί να πει «όχι, δεν θέλω». Σκέφτεται άλλα πράγματα για να αντέξει αυτή τη στιγμή που την απεχθάνεται και την εξευτελίζει. Ο […] αποφάσισε να σταματήσει η […] και επιθυμεί να […]. Εκείνη όμως δεν θέλει διότι […] πονάει δεδομένων των 4 προηγούμενων πελατών. Αλλά η επιθυμία μίας εκδιδόμενης δεν είναι σε καμία περίπτωση ένας όρος για μία πορνική σχέση. Η γυναίκα πληρώνεται για προσφέρει τις «σεξουαλικές υπηρεσίες» της σύμφωνα με την πιο αμιγή πατριαρχική παράδοση. Η Μαρία […] προσπαθώντας να σκεφθεί άλλα πράγματα, ενώ ο […] την […]. Για να τον κάνει να τελειώσει γρηγορότερα προσποιείται ότι το ευχαριστιέται με μικρές ηδονικές φωνές. Ο […] που έχει σαδομαζοχιστικές τάσεις [χρησιμοποιεί υβριστικό λεξιλόγιο]. Η Μαρία αισθάνεται σοκαρισμένη με αυτές τις λέξεις. Αναμφίβολα αυτός ο άνδρας της προκαλεί αποτροπιασμό. Ένας άθλιος τιποτένιος που διεγείρεται αποκαλώντας τη γυναίκα «βρομιάρα» ρωτώντας την «αν της αρέσει» σε μία πόρνη που νομίζει ότι αυτό την διεγείρει να σπάσει δηλαδή τα παραδοσιακά ταμπού και να το ‘παίξει’ βρομιάρα.

Η Μαρία φυσικά θα ήθελε να πει στον άνδρα αυτό να σταματήσει, επειδή δεν έχει καμία ευχαρίστηση και αισθάνεται πληγωμένη από αυτά που της λέει. Αλλά εξακολουθεί να παίζει τον ρόλο της Λόλα προσποιουμένη ότι δεν την πειράζει και μάλιστα το βρίσκει διασκεδαστικό.

[…]

Έχει συνάντηση με άλλον πελάτη. Εκείνη θα επιθυμούσε να γυρίσει σπίτι της, άλλα πρέπει να ξαναπαίξει τον ρόλο της Λόλα, να καταπιεί τον πόνο της, να είναι το σεξουαλικό αντικείμενο ανδρών που ούτε γνωρίζει, ούτε επιθυμεί.

Η μικρή σκηνή (φανταστική) που περιγράψαμε αντιπροσωπεύει την καθημερινή ζωή των γυναικών που εκδίδονται.

Οι περισσότερες γυναίκες που το βιώνουν, δεν θα πουν ότι έχουν βιαστεί. Στην πραγματικότητα, ο πελάτης πορνείας έκανε ό, τι είπε ότι θα έκανε (γενικά, επειδή υπάρχουν πάντα και απροσδόκητα πράγματα, όπως συνομιλίες ή προσβολές). Υπήρξε μία προκαταρκτική «σύμβαση», δεν υπήρχε επομένως δυνατότητα να σταματήσει ή να αρνηθεί η Μαρία (από την οπτική της βιομηχανίας του σεξ).  Ήταν εκεί για αυτό και το πώς αισθάνεται, αυτό είναι πρόβλημά της. Εξάλλου, επέλεξε αυτή τη «δουλειά» και έτσι, πρέπει να κοιμηθεί με άνδρες με τους οποίους δεν θέλει και που λένε πράγματα που την πληγώνουν ή την αηδιάζουν. Αυτό δεν είναι ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο η Μαρία και οι όμοιές της μπορούν να εκφράσουν την παρουσία και συμμετοχή τους στο επίπεδο της σεξουαλικότητας. Δεν μπορούν να αρνηθούν αυθόρμητα κάτι που θεωρείται ως

«επαγγελματικό καθήκον».

Κι όμως αυτή η αυθόρμητη επιλογή είναι απαραίτητη και κομβική για να υπάρξει η συμμετοχικότητα στη σεξουαλική πράξη, η δυνατότητα να λέει «ναι»  ή «οχι» και να σταματά ανά πάσα στιγμή. Σε πολλές στιγμές η Μαρία θα ήθελε να πει όχι: κατά τη διάρκεια των επίμονων χαδιών, κατά τη διάρκεια του […] κατά τη διάρκεια της […] και τέλος, όταν αυτός ο άνθρωπος την αποκαλούσε […]. Κατά πρώτον θα είχε αρνηθεί να περάσει τη βραδιά της με κάποιον που την θεωρεί «σεξουαλική υπηρέτρια» που είναι υποχρεωμένη να κάνει ό,τι της ζητήσει. Αυτό το βράδυ η Μαρία θα δει 8 πελάτες, που αποτελεί τον μέσο ορό για τις κοπέλες συνοδείας. Για 4 βραδιές την εβδομάδα. Δεν μπορεί να πει «όχι» σε κάτι που δεν επιθυμεί σεξουαλικά 32 φορές την εβδομάδα. Ασφαλώς μπορεί να αρνηθεί κάτι που δεν συμφωνήθηκε ή να ζητήσει περισσότερα χρήματα για κάτι που απεχθάνεται όπως […]. Αλλά δεν μπορεί να ζήσει μία πραγματική σεξουαλική σχέση, να εκφράσει αυτό που θέλει, να αποφασίσει ποια θα είναι η σεξουαλική σχέση, να πει «ναι» ή «όχι», ανά πάσα στιγμή, αυθόρμητα.    

 Μερικές φορές, η Μαρία συναντά έναν «πελάτη» για τον οποίο αισθάνεται κάτι. Αλλά αυτό δεν κάνει απαραίτητα τα πράγματα ευκολότερα , αφού μαζί του, πρέπει να είναι η “Lola” και όχι ο εαυτός της. Για αυτόν, είναι μία «πόρνη», οπότε είναι καλύτερο να μην συνδεθείς, να μη δείξεις τρυφερότητα. Είναι καλύτερο για εκείνη να αποσυνδεθεί, να τον δει σαν όλους τους άλλους που βλέπει κάθε φορά που είναι η Λόλα, σαν όλους εκείνους που την τρομάζουν, εκείνους που της φέρθηκαν κακοποιητικά, που την έβλαψαν, εκείνους που της φέρονται απάνθρωπα, αντιμετωπίζοντας την ως απλό […] αντικείμενο και όχι ως άτομο.

Αυτή την προβληματική απεικονίζει αυτή η διάκριση μεταξύ του εαυτού της Μαρίας και του ρόλου της Λόλα, που δεν είναι απλώς  ένας ρόλος που μπορεί να παίξει μία ηθοποιός. Πρώτον, γιατί απαιτεί την ολοκληρωτική εξοικείωση της Μαρίας και δεύτερον, γιατί εμφανίζεται ως αληθινός, ο πορνικός πελάτης τον θεωρεί αληθινό. Όπως σημειώνει ο Ekman (2013: 117): «Ο άνθρωπος θέλει την πόρνη να είναι ένα προσιτό εμπόρευμα. (…) Την ίδια στιγμή, μόλις γίνει η πληρωμή, απαιτεί αυτό το αγαθό να μετατραπεί σε κοινωνική σχέση, σε στενή σχέση».

Αυτή η κατάσταση οδηγεί το εκδιδόμενο άτομο να αποσπασθεί σε κοματια για να προστατεύσει τον εαυτό του. Η μετατροπή του σε αντικείμενο στην αγορά του σεξ οδηγεί το άτομο να διαχωριστεί από το σώμα του και να επιτελέσει αυτές τις πράξεις με μηχανικό τρόπο ως μέρος της «εργασίας» του. Είναι ένας αμυντικός μηχανισμός να μην συμπεριλάβει όλες τις μορφές του εαυτού του. Την ίδια στιγμή όμως γνωρίζει ότι ο πορνικός πελάτης θέλει να την πιστέψει ολοκληρωτικά σε αυτό που κάνει. Έτσι πρέπει να αποδεχτεί αυτό το παιχνίδι, πράγμα που του δημιουργεί μία σχιζοφρενική κατάσταση: η πόρνη διασπάται, αλλά πρέπει να κάνει πιστευτό ότι δεν επιτελεί ένα «μηχανικό έργο», πρέπει να προσποιηθεί ότι είναι στοργική, ενώ δεν επιτρέπει ορισμένες χειρονομίες ή φιλιά που θίγουν το εσώτερο Εγώ της.. Όπως επανειλημμένα σημειώνει ο Ekman: «Τελικά, δεν μπορούμε πλέον να κρατήσουμε ξεχωριστούς τους δύο εαυτούς μας” (Όπ.π.: 123). Ούτε μπορεί κανείς να σκεφτεί «το σεξ ως στερούμενο ευαισθησίας και το σώμα ως απλό εργαλείο» (Όπ.π.: 127), επειδή το σώμα δεν είναι ιδιοκτησία του ατόμου, είναι το ίδιο το άτομο. Επιπλέον, το αιδοίο και το στόμα είναι μέρη τόσο στενά συνδεδεμένα με το εγώ, τόσο οικεία, ότι δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν με απολύτως ανεξάρτητο τρόπο χωρίς να αλλοτριωθεί το άτομο».

Επομένως, η πορνεία βασίζεται σε ψέμα. Η συγγραφέας Nelly Arcan (2001) θυμίζει στο αυθεντικό μυθιστόρημά της τον φόβο της εκδιδόμενης να βρεθεί αντιμέτωπη με τον πατέρα της όταν περιμένει τον «πελάτη» σε ένα διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης. Το σεξ δεν είναι ασήμαντο παρά αυτά που ισχυρίζονται οι πρόμαχοι της βιομηχανίας του σεξ…..

Συμπερασματικά, πρόκειται για ένα πολυσύνθετο ζήτημα, με σημαντικές παραμέτρους που πρέπει να αξιολογηθούν, αλλά σε κάθε περίπτωση η βασική προτεραιότητα πρέπει να είναι η προστασία της ανθρώπινης ζωής και η διασφάλιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.  


[1] Βλ. σχετικά http://www.hscriminology.gr/%ce%b5%cf%80%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%b7%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%bf-%cf%83%cf%85%ce%bd%ce%b5%ce%b4%cf%81%ce%b9%ce%bf-%cf%80%cf%81%ce%bf%ce%bb%ce%b7%cf%88%ce%b7/

Η διαδικτυακή πηγή ανακτήθηκε στις 3-12-2019.

[2] Τα στοιχεία αντλούνται από: https://www.opensocietyfoundations.org/explainers/understanding-sex-work-open-society Η διαδικτυακή πηγή ανακτήθηκε στις 3-12-2019.

[3]Τα στοιχεία αντλούνται από:  https://www.theguardian.com/lifeandstyle/2016/jun/06/prostitution-sex-work-pimp-state-kat-banyard-decriminalisation Η διαδικτυακή πηγή ανακτήθηκε στις 3-12-2019.

[4]Τα στοιχεία αντλούνται από:  https://www.thelancet.com/journals/lancet/article/PIIS0140-6736(05)67732-X/fulltext  Η διαδικτυακή πηγή ανακτήθηκε στις 3-12-2019.

Φωτογραφία ανάρτησης: Ithmus @flickr.

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Παν/μίου Αθηνών – Φιλόλογος. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός και είναι Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Παράλληλα, οργανώνει σεμιναριακά μαθήματα και δίνει διαλέξεις στο αντικείμενο της εξειδίκευσής της «Έγκλημα και Media». Συνεργάστηκε με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει τη συγγραφή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων: «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» & «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ», με Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας κ.Γιάννη Πανούση. Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αντικείμενο «Εγκληματολογία & ΜΜΕ». Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα, την αρθρογραφία και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts