Καταγγελίες στα ΜΜΕ και πληγές ετών που πρέπει να κλείσουν

της Αγγελικής Καρδαρά. 

Οι καταγγελίες που είδαν το φως της δημοσιότητας και αφορούν εργασιακό εκφοβισμό και σεξουαλική παρενόχληση στον χώρο εργασίας ανοίγουν βαθιές πληγές ετών που ήρθε η ώρα να κλείσουν.

Είναι υποθέσεις που δεν αφήνουν αδιάφορη την κοινωνία και εγείρουν ισχυρές αντιδράσεις, γιατί πολλοί από εμάς ως επαγγελματίες έχουμε έρθει αντιμέτωποι με εκφοβιστικές πρακτικές που μπορεί να έχουμε βιώσει οι ίδιοι, οι συνεργάτες μας, πρόσωπα του φιλικού μας περιβάλλοντος και γνωρίζουμε πολύ καλά πόσο δύσκολο, ψυχοφθόρο αλλά και οικονομικά επιζήμιο μπορεί να είναι για ένα άτομο να έρθει σε αντιπαράθεση με ένα πρόσωπο που έχει εξουσία και από το οποίο μπορεί να εξαρτάται η επαγγελματική του πορεία ή/ και μετέπειτα εξέλιξη.

Επομένως, το θετικό στοιχείο σε αυτές τις δημόσιες καταγγελίες είναι ότι μας δείχνουν πόσο σημαντικό είναι να ενώσουμε τη φωνή και τις δυνάμεις μας, χωρίς φόβο και χωρίς ντροπή. Οι εκφοβιστές στηρίζονται κυρίως στον φόβο που προκαλούν στα θύματά τους, εξασφαλίζοντας με αυτό τον τρόπο σιωπές ετών. Ένας δρόμος, συνεπώς, για να «σπάσει» ο φόβος για το άτομο που υφίσταται τον εκφοβισμό είναι να γνωρίζει ότι δεν παλεύει μόνο του. Ότι έχει δίπλα του ανθρώπους που θα τον/ την στηρίξουν δυναμικά στη δύσκολη δοκιμασία και θα υποστηρίξουν τον λόγο του/ της. Ότι υπάρχουν συνάδελφοι που ως αυτόπτες μάρτυρες, ή έχοντας επίγνωση αυτών των συμπεριφορών, ή ακόμα έχοντας και οι ίδιοι προσωπικό βίωμα, είναι έτοιμοι να μιλήσουν και να καταθέσουν στις αρμόδιες αρχές. Χωρίς τον φόβο που δυστυχώς «τρέφει» τους εκφοβιστές και δίνει την πιο ολοκληρωμένη απάντηση στο ερώτημα «γιατί τώρα;».

«Γιατί τώρα δεν φοβάμαι πια!», «Γιατί τώρα ενώνω τη φωνή μου και με άλλα θύματα και δεν ντρέπομαι πια!», «Γιατί τώρα οι αυτόπτες μάρτυρες είναι έτοιμοι και εκείνοι να μιλήσουν!», «Γιατί τώρα η κοινωνία είναι έτοιμη να ακούσει, να συναισθανθεί, χωρίς να δείξει με το δάχτυλο και χωρίς να ρωτήσει με ειρωνεία γιατί δεν αντέδρασες τότε που ο τρόμος σου έκλεισε το στόμα;»! «Γιατί τώρα όλοι καταλαβαίνουμε….»

Αυτόν λοιπόν τον σπουδαίο δρόμο ανοίγουν, κατά την άποψή μου, οι συγκλονιστικές -θα τις χαρακτηρίσω- καταγγελίες που είδαν το φως της δημοσιότητας τις τελευταίες ημέρες. Με αυτές τις καταγγελίες περνάμε, θα έλεγα, σε μία νέα εποχή, όπου αισθανόμαστε όλες και όλοι, ως ενεργά μέλη της κοινωνίας, τη σημαντική ευθύνη να τερματίσουμε αυτές τις απαράδεκτες συμπεριφορές. Την ευθύνη να μην κλείσουμε τα μάτια σε ό,τι συμβαίνει δίπλα μας και να συμβάλλουμε με τρόπο ουσιαστικό στο να σταματήσουμε έγκαιρα κάθε εκφοβιστική συμπεριφορά, είτε σε βάρος μας, είτε σε βάρος άλλων συναδέλφων μας.

Διάβασα τις τελευταίες ημέρες σχόλια για τα όρια «μεταξύ έντασης και βίας», ότι είναι ορισμένες φορές δυσδιάκριτα και ότι θα φτάσουμε σε σημείο υπερβολής καταγγέλλοντας ο ένας τον άλλον στα ΜΜΕ, γιατί «κάποιος/ κάποια μας κοίταξε στραβά» ή «γιατί μας μίλησε απότομα σε μία στιγμή έντασης». Θα τονίσω ότι οι διαχωριστικές γραμμές είναι σαφείς και πρέπει να εφαρμόζονται. Όσο ανταγωνιστικό κι αν είναι το εργασιακό περιβάλλον, όσο υψηλοί κι αν είναι οι στόχοι που πρέπει να επιτευχθούν, κανένα άτομο ακόμα κι αν κατέχει την πιο υψηλή θέση στην επαγγελματική ιεραρχία, δεν έχει το δικαίωμα να υβρίζει, να χειρονομεί, να χειροδικεί, ή να παρεμποδίζει με άμεσο ή έμμεσο τρόπο την εργασία ενός ή περισσότερων ατόμων. Εάν δεν μπορεί να διαχειριστεί τον θυμό του ή τις στρεσογόνες συνθήκες εργασίας του, ας ζητήσει βοήθεια. Δεν είναι άλλοθι για εκδήλωση εκφοβιστικών συμπεριφορών το ανταγωνιστικό περιβάλλον και η επίτευξη στόχων, διότι όλοι στην εργασία μας θέλουμε να επιτύχουμε σημαντικούς στόχους αλλά αυτή η επιδίωξη δεν μας δίνει το δικαίωμα να καταρρακώνουμε ανθρώπινες αξιοπρέπειες.

Κανένας δεν έχει το δικαίωμα και για κανέναν λόγο να χυδαιολογεί, να απαξιώνει προσωπικότητες και να εκφοβίζει με επίκληση της επαγγελματικής του δύναμης ή θέσης. Όλες αυτές οι κοινωνικά απαράδεκτες και ποινικά κολάσιμες συμπεριφορές δεν έχουν χώρο στα εργασιακά περιβάλλοντα και οι εργαζόμενοι που τις υφίστανται πρέπει να αντιδράσουν.

Σχετικά με τα χαρακτηριστικά του εργασιακού εκφοβισμού, το προφίλ των δραστών και των ατόμων που θυματοποιούνται συχνότερα, βλ. θέμα μας στο pm  Bία σε εργασιακούς χώρους – Postmodern

Στο σημείο αυτό όμως είναι αναγκαίο η Οργανωμένη Πολιτεία με τους θεσμούς της να προστατεύσει το δικαίωμα στην εργασία με αξιοπρεπείς όρους και ταυτόχρονα το δικαίωμα στον εργαζόμενο να νιώθει ασφάλεια να κάνει την καταγγελία, σε ένα προστατευμένο πλαίσιο, χωρίς τον φόβο ότι θα χάσει την εργασία του ή ότι θα στιγματιστεί και θα περιθωριοποιηθεί στον επαγγελματικό του χώρο, στο μέλλον. Αυτή είναι μία κρίσιμης σημασίας συζήτηση που πρέπει να γίνει, προκειμένου να υπάρξουν στην πράξη και όχι μόνο στη θεωρία οι δικλείδες ασφαλείας για κάθε εργαζόμενο που προβαίνει σε μία αντίστοιχη καταγγελία. Γιατί, σίγουρα, αυτές οι παράμετροι εάν δεν διασφαλιστούν θα συνεχίσουν να λειτουργούν ανασταλτικά στις καταγγελίες και τότε ο «δρόμος» θα γίνεται η πραγματοποίηση «τηλεδικών» για μία ηθική τουλάχιστον δικαίωση του ατόμου. Καταθέτοντας βέβαια την προσωπική μου άποψη, οι ονομαστικές καταγγελίες στα ΜΜΕ (χωρίς να έχουν τεθεί τουλάχιστον ορισμένα κριτήρια για να γίνονται αυτές) δεν με βρίσκουν σύμφωνη  για πολλούς λόγους, με κυριότερους την παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας και τον ευρύτερο «κανιβαλισμό» που συνοδεύει αυτές τις καταγγελίες, στοιχεία όμως που εδώ και πάρα πολλά χρόνια έχουν καταστρατηγηθεί, επομένως δεν είναι φαινόμενο της σύγχρονης εποχής ούτε αφορούν τις συγκεκριμένες μόνο καταγγελίες, συνεπώς αν θέλουμε να συζητήσουμε το φαινόμενο πρέπει να το εξετάσουμε σε βάθος και σε όλες τις διαστάσεις και προεκτάσεις του. Επίσης, θα ήθελα να τονίσω την αναγκαία προστασία των οικογενειών των φερόμενων ως δραστών εργασιακού εκφοβισμού που δεν πρέπει να στοχοποιούνται. Δυστυχώς και για αυτές τις οικογένειες ανοίγει μία βαθιά πληγή που καλούνται να διαχειριστούν, ειδικά σε υποθέσεις που δεν είχαν καμία γνώση των περιστατικών και βέβαια πάντοτε αναμένουμε και την τοποθέτηση της άλλης πλευράς.

Ωστόσο, δεν μπορούμε -ως κοινωνία- να μείνουμε αδιάφοροι στο «κύμα θυμού» που επιτέλους ξεσπά για αθέμιτες, ακραίες, βίαιες συμπεριφορές που διαχρονικά είχαν αποτελέσει ένα «απόστημα» σε εργασιακούς χώρους και καλύπτονταν από το «πέπλο» του φόβου. Η ολυμπιονίκης Σοφία Μπεκατώρου κατήγγειλε το αποτρόπαιο έγκλημα του βιασμού και έδωσε, όπως φαίνεται, τεράστια ψυχική δύναμη σε πολλές ακόμα γυναίκες αλλά και άντρες να «σβήσουν» από την ψυχή τους την ντροπή και τον φόβο ετών και να μιλήσουν σε μία κοινωνία που πλέον είναι έτοιμη να ακούσει, χωρίς να χλευάσει, χωρίς να επιρρίψει ευθύνες για την εγκληματική πράξη στο θύμα, χωρίς να «δείξει με το δάχτυλο» τους καταγγέλλοντες/ τις καταγγέλλουσες και να τους/ τις στιγματίσει.

Μία βαθιά ανάσα, λοιπόν, για αυτήν τη σπουδαία στιγμή που επιτέλους ήρθε και ελπίζουμε ότι η Πολιτεία, με τους θεσμούς της, θα διαφυλάξει όλους από την «ανθρωποφαγία», απονέμοντας δικαιοσύνη και θέτοντας τις βάσεις για ένα αύριο βασισμένο στην ισότητα, στον σεβασμό και στην προστασία θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον χώρο του αθλητισμού, της εκπαίδευσης και σε όλα τα εργασιακά περιβάλλοντα.

Συνοψίζοντας, πρόκειται για ένα πολύ σοβαρό ζήτημα, το οποίο πρέπει να κρατήσουμε ψηλά στη δημόσια συζήτηση μέχρι να δούμε ότι -στην πράξη- οι εκφοβιστικές συμπεριφορές τερματίζονται. Επιτέλους, ως ενεργά μέλη της κοινωνίας, ενώνουμε τη φωνή και τις δυνάμεις μας και αυτό το γεγονός, θα ήθελα να τονίσω ολοκληρώνοντας το σημερινό μου άρθρο, ότι με συγκινεί βαθιά!

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Εισηγήτρια-Συγγραφέας και Εκπαιδεύτρια στο Πρόγραμμα Συμπληρωματικής εξ Αποστάσεως Εκπαίδευσης (E-Learning) του Κέντρου Επιμόρφωσης και Δια Βίου Μάθησης (Κ.Ε.ΔΙ.ΒΙ.Μ.) του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Επικοινωνίας & ΜΜΕ του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Φιλόλογος (με εξειδίκευση στη μεσαιωνική και νεοελληνική φιλολογία) και Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Το θέμα της διδακτορικής διατριβής της, με Επιβλέποντα τον Καθηγητή Γιάννη Πανούση, αφορά τον ιδιαίτερο γλωσσικό κώδικα επικοινωνίας του έγκλειστου πληθυσμού. Από τον Φεβρουάριο του 2020 ανέλαβε και Επιστημονικά Υπεύθυνη του Crime & Media Lab του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος που αποτελεί Ομάδα Εργασίας για το Έγκλημα και την Απεικόνισή του στα ΜΜΕ. Έχει επάρκεια και άδεια διδασκαλίας τριών ξένων γλωσσών (αγγλικών, γαλλικών, ισπανικών). Εργάζεται στον συναρπαστικό χώρο της εκπαίδευσης, δίνει διαλέξεις και οργανώνει μαθήματα σεμιναριακού τύπου στο αντικείμενο εξειδίκευσής της «Έγκλημα & Media». Επίσης, είναι Επιστημονικά Υπεύθυνη ερευνών εγκληματολογικού, κοινωνικού και μιντιακού ενδιαφέροντος, αρθρογραφεί και συγγράφει. Έχει εκδώσει τα βιβλία: Τρομοκρατία και ΜΜΕ (εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα), Όταν η ψυχή μιλάει (εκδόσεις Υδρόγειος), Φυλακή και Γλώσσα (εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα), Εγχειρίδιο Εγκληματολογίας για τον Αστυνομικό και Δικαστικό Συντάκτη (εκδόσεις Παπαζήση), Σκιαγράφηση του ψυχολογικού προφίλ των εγκληματιών που απασχόλησαν τα ελληνικά ΜΜΕ (1993-2018): Criminal Profiling and Media (εκδόσεις Παπαζήση). Οι «Νέοι Παγιδευμένοι στα Παιχνίδια της Βίας: Εγκλήματα με Δράστες και Θύματα Νέους» είναι το έκτο βιβλίο της και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαζήση.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts