Κατάθεση σκέψεων και προτάσεων με αφορμή τον βάναυσο ξυλοδαρμό 17χρονου μαθητή από ομάδα συμμαθητών του

της Αγγελικής Καρδαρά.

«Περιστατικό bullying και βίαιας επίθεσης κατά ενός 17χρονου μαθητή έλαβε χώρα χθες (Τρίτη, 12-2-2020) το μεσημέρι, στο προαύλιο σχολείου όπου στεγάζονται το 1ο Γυμνάσιο και το 1ο Λύκειο […] Αττικής. Σύμφωνα με αστυνομικές πηγές, ομάδα ανηλίκων προέβη σε πειράγματα κατά της αδελφής του 17χρονου, εκείνος αντέδρασε και τότε δέχθηκε κι αυτός bullying καθώς και επίθεση με γροθιές και κλοτσιές. Ο νεαρός τραυματίστηκε στο κεφάλι και διακομίσθηκε σε νοσοκομείο, όπου αργότερα αποχώρησε, αφού του προσφέρθηκαν οι πρώτες βοήθειες. Στη συνέχεια ο 17χρονος κατονόμασε έξι ανηλίκους ως δράστες της επίθεσης εναντίον του, οι οποίοι και συνελήφθησαν, ενώ ασκήθηκε εναντίον τους δίωξη για επικίνδυνες σωματικές βλάβες. Τελικά, με εισαγγελική παραγγελία, οι έξι ανήλικοι αφέθηκαν ελεύθεροι»[1].

Με αφορμή τον βάναυσο ξυλοδαρμό 17χρονου μαθητή που έλαβε χώρα τον Φεβρουάριο του 2020 σε δημόσιο σχολείο της Αθήνας από ομάδα συμμαθητών του, θα ήθελα να καταθέσω κάποιες σκέψεις και να εστιάσω το ερευνητικό μου ενδιαφέρον σε ορισμένα σημεία που κρίνω πολύ σοβαρά: πρώτον, στην πλήρη απαξίωση του θεσμού του σχολείου, καθώς ένα τόσο ακραίο και βίαιο περιστατικό που εκτυλίσσεται μέσα στον χώρο του σχολείου αποκαλύπτει την παντελή έλλειψη σεβασμού για το σχολείο ως θεσμό πλέον, αλλά και για τις αξίες που πρεσβεύει. Επίσης, φέρνει στο φως την αδιαφορία των ανήλικων μαθητών για τις συνέπειες που έχει μία τόσο βίαιη συμπεριφορά. Αυτό το στοιχείο είναι εξαιρετικά σοβαρό και αποτελεί πηγή όξυνσης των εντάσεων και των συγκρούσεων στο σύγχρονο σχολείο, δεδομένου ότι όταν δεν υπάρχει σεβασμός ούτε στο πρόσωπο του συμμαθητή, ούτε στον ρόλο του εκπαιδευτικού αλλά ούτε στο έργο που το σχολείο επιτελεί, τότε αρχίζουν και κλυδωνίζονται επικίνδυνα οι παράγοντες εκείνοι που θα μπορούσαν να κρατήσουν τον νέο μακριά από την παραβατική δράση και την υιοθέτηση αποκλινουσών συμπεριφορών ακόμα και μέσα στο σχολικό περιβάλλον.

Δεύτερον, θα αναφερθώστην ηλικία των ατόμων που υιοθετούν αυτές τις αποκλίνουσες συμπεριφορές, η οποία κρούει δυνατό «καμπανάκι κινδύνου». Όπως διαπιστώνεται στις υπό διερεύνηση υποθέσεις, πλέον αναφερόμαστε σε μαθητές μεγαλύτερων ηλικιών, 16-17 ετών (και άνω), στοιχείο που κατά την ερευνητική μου άποψη είναι ανησυχητικό, γιατί έρχεται σε αντίθεση με τα έως τώρα ερευνητικά πορίσματα, βάσει των οποίων οι μαθητές στις μεγαλύτερες τάξεις του σχολείου και ειδικά στο Λύκειο επικεντρώνονται περισσότερο στις σχολικές τους σπουδές και στην επίτευξη των στόχων τους, με αποτέλεσμα να μειώνονται οι εντάσεις και οι συγκρούσεις με τους συμμαθητές τους.

Το γεγονός ότι μαθητές Λυκείου επιτίθενται με τόση μεγάλη βιαιότητα, θέτοντας σε κίνδυνο τη σωματική ακεραιότητα και την ψυχική υγεία συμμαθητών τους, καταδεικνύει όχι μόνο τη σοβαρότητα αλλά και την πολυπλοκότητα του θέματος και πιο συγκεκριμένα, φέρνει στην επιφάνεια ένα ακόμα μείζον ζήτημα που σχετίζεται με τη μη συνειδητοποίηση της κοινωνικής και ποινικής απαξίας πράξεων από μαθητές που θα έπρεπε να είναι πιο συνειδητοποιημένοι, καθώς ετοιμάζονται να μπουν στον κόσμο των ενηλίκων. Αποδεικνύεται όμως ότι, αποφοιτώντας από το Λύκειο, κάνουν τα πρώτα τους βήματα στην ενήλικη ζωή, με ένα σοβαρό έλλειμα παιδείας και κοινωνικής ευαισθησίας. Άρα, το ζήτημα είναι πολύ πιο σύνθετο και με πολύ πιο βαθιές ρίζες. Θα τονίσω επομένως ότι, εάν δεν αντιμετωπιστεί με τρόπο αποτελεσματικό η κρίση αξιών που ταλανίζει τη σύγχρονη κοινωνία και κατά συνέπεια το σχολείο ως μικρογραφία της κοινωνίας, οι συμπεριφορές από κάποιες ομάδες μαθητών, μεγαλύτερης μάλιστα ηλικίας (από 16-20 ετών το προσδιορίζω ηλικιακά) θα γίνονται πολύ πιο σκληρές και βίαιες.

Τρίτον, θα εστιάσωστον ρόλο που διαδραματίζει το σύγχρονο ελληνικό σχολείο, σε μία κοινωνία που υφίσταται ισχυρούς τριγμούς. Όταν το σχολείο που, υπό ομαλές συνθήκες, θα έπρεπε να είναι το πιο ασφαλές μέρος για κάθε παιδί και να δίνει τη δυνατότητα στην κάθε μαθήτρια και στον κάθε μαθητή να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του, δεν καλύπτει την πρωταρχική ανάγκη του ανήλικου να νιώθει ασφαλής, να δημιουργεί ισχυρούς φιλικούς δεσμούς και -έστω και σε μεμονωμένες περιπτώσεις- τίθεται σε κίνδυνο η ίδια του η ζωή, τότε είναι επιτακτική ανάγκη οι παρεμβάσεις του Υπουργείου Παιδείας να είναι πολύ πιο δυναμικές και το ζήτημα να προσεγγιστεί ολιστικά και με πολύ μεγάλη κοινωνική ευαισθησία, με στόχο την προστασία της ανηλικότητας.

Θα επιμείνω, παράλληλα, στο να ειπωθούν αλήθειες και από την εκπαιδευτική κοινότητα για καταστάσεις που αντιμετωπίζουν από ομάδες μαθητών και δυσχεραίνουν το έργο τους, οδηγώντας σε δυσλειτουργία του σχολείου ή συγκεκριμένων τάξεων και στο σημείο αυτό το ερώτημα που θα θέσω είναι πώς τελικά αντιμετωπίζεται το φλέγον ζήτημα της απαξίωσης στο πρόσωπο του εκπαιδευτικού και στον θεσμό του σχολείου;

Τέταρτον,  θα δώσω βαρύτητα στο φλέγον θέμα των τιμωριών/ συνεπειών για μαθητές που υιοθετούν αποκλίνουσες συμπεριφορές. Συνήθως, σε αυτές τις υποθέσεις οι αποβολές και η αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος  είναι τα «παιδαγωγικά μέτρα» που εφαρμόζονται, ως απάντηση στη βία, στην επιθετικότητα, την απαξίωση στον θεσμό του σχολείου και στην έλλειψη σεβασμού στο πρόσωπο του συμμαθητή. Πρόκειται, δηλαδή, για «ημίμετρα» που σε καμία περίπτωση δεν επιλύουν την ουσία του προβλήματος, καθώς εάν οι μαθητές που εκδηλώνουν βίαιες συμπεριφορές δεν φτάσουν στο σημείο να αντιληφθούν τη σοβαρότητα και απαξία της πράξης τους και εάν δεν τροποποιήσουν τη συμπεριφορά τους, πιθανότητα θα την επαναλάβουν στο νέο σχολικό περιβάλλον στο οποίο θα μεταφερθούν, ενώ σε ακόμα πιο ακραίες περιπτώσεις θα οδηγηθούν σε εγκατάλειψη των σχολικών τους σπουδών και σε εμπλοκή σε εγκληματική δράση στην ενήλικη ζωή τους.

Συνεπώς, αυτό είναι το μεγάλο «στοίχημα» που το Υπουργείο Παιδείας πρέπει να κερδίσει, το πώς δηλαδή -μέσα από μία πιο εξειδικευμένη, επιστημονική και ολιστική προσέγγιση- θα μπορέσει, πέρα από την προφανή καταδίκη της βίας και των επιθέσεων στο σχολείο από ανήλικους μαθητές- να προχωρήσει σε αντιμετώπιση της ρίζας του προβλήματος και σε τροποποίηση της συμπεριφοράς των νέων που υιοθετούν αποκλίνουσες συμπεριφορές στους κόλπους του σχολείου. Αυτό ασφαλώς είναι ένα ζήτημα που υπερβαίνει τον ρόλο και την ευθύνη που έχει ο εκπαιδευτικός και πρέπει να υπάρξει τοποθέτηση της επιστημονικής κοινότητας με την κατάθεση συγκεκριμένων προτάσεων (και κυρίως θετικών δράσεων), με σεβασμό πάντοτε στο πρόσωπο του ανήλικου.

Αναμφίβολα, το πρώτο σημαντικό βήμα είναι να ενισχυθεί η πρόληψη, μέσω της ενίσχυσης του ρόλου του εκπαιδευτικού και της αναβάθμισης του ρόλου του σχολείου. Όταν το σχολείο ανέχεται συμπεριφορές που προσβάλλουν κατάφωρα το εκπαιδευτικό έργο και έρχονται σε απόλυτη σύγκρουση με τις αξίες του σχολείου, τότε ομάδες μαθητών που έχουν μία επιθετική προδιάθεση και σε πολλές περιπτώσεις δεν έχουν την ουσιαστική υποστήριξη και καθοδήγηση του οικογενειακού περιβάλλοντός τους, δύναται να οδηγηθούν σε πολύ ακραίες συμπεριφορές κατά συμμαθητών αλλά και εκπαιδευτικών τους.  Συνεπώς, το Υπουργείο Παιδείας πρέπει να μεριμνήσει, ώστε να αποκτήσει το σύγχρονο ελληνικό σχολείο μία βαθύτερη ουσία. Να ενισχυθεί η έννοια της «παιδείας» μέσω δημιουργικών και συνεργατικών δράσεων, ομαδικών εργασιών και μαθημάτων όπως είναι η λογοτεχνία, το θέατρο, η μουσική, τα εικαστικά, ο αθλητισμός. Επίσης, εξαιρετικά σημαντική η επίβλεψη των μαθητών στα διαλλείματα, ώστε να μην είναι «ξέφραγο αμπέλι» το σχολείο αλλά και οι εποικοδομητικές συζητήσεις μαθητών-εκπαιδευτικών για ζητήματα που απασχολούν και προβληματίζουν την ανηλικότητα, καθώς και η πιο ουσιαστική συνεργασία με τις οικογένειες μέσω και της καθιέρωσης ορισμένων δημιουργικών δράσεων, στις οποίες θα μπορούσαν να συμμετέχουν και οι γονείς των μαθητών προκειμένου να έρθουν πιο κοντά στα ίδια τους τα παιδιά, στους συμμαθητές των παιδιών τους και να γνωρίσουν καλύτερα το εκπαιδευτικό έργο.

Συνοψίζοντας, το ζήτημα είναι κατά την κρίση μου πολύ σοβαρό, όμως μπορεί να αντιμετωπιστεί με την προϋπόθεση ότι θα ξεφύγουμε από τις λογικές της συγκάλυψης, των ημίμετρων ή των βεβιασμένων «λύσεων» και  με ουσιαστικό ενδιαφέρον για την ανηλικότητα θα ληφθούν πολύ πιο στοχευμένα και ολοκληρωμένα μέτρα που θα θέτουν ως στόχο την ανάδειξη της αξίας κάθε μαθήτριας και κάθε μαθητή και της αναβάθμισης του εκπαιδευτικού ρόλου και του εκπαιδευτικού έργου.


[1] Τσαλδάρης, Μ. «Έξι συλλήψεις για τον ξυλοδαρμό μαθητή σε σχολείο του […]» στο https://www.efsyn.gr/ που δημοσιεύθηκε εδώ https://www.efsyn.gr/ellada/astynomiko/231006_exi-syllipseis-gia-ton-xylodarmo-mathiti-se-sholeio-toy-[..] στις 12-2-2020. Η διαδικτυακή πηγή ανακτήθηκε στις 16-2-2020.

Φωτογραφία ανάρτησης: Bullying cr Tom Hole Issue 177 Features 05 @flickr.

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Παν/μίου Αθηνών – Φιλόλογος. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός και είναι Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Παράλληλα, οργανώνει σεμιναριακά μαθήματα και δίνει διαλέξεις στο αντικείμενο της εξειδίκευσής της «Έγκλημα και Media». Συνεργάστηκε με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει τη συγγραφή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων: «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» & «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ», με Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας κ.Γιάννη Πανούση. Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αντικείμενο «Εγκληματολογία & ΜΜΕ». Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα, την αρθρογραφία και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts