Λειτουργικός αναλφαβητισμός και το σχολείο του μέλλοντος

της Αγγελικής Καρδαρά.

Υψηλός αριθμός μαθητών διατρέχει αυξημένο κίνδυνο να είναι λειτουργικά αναλφάβητος ολοκληρώνοντας τις σχολικές του σπουδές, σύμφωνα με την αρμόδια αρχή του Υπουργείου Παιδείας. Πιο συγκεκριμένα, η ανεξάρτητη Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση (ΑΔΙΠΠΔΕ) στην ετήσια έκθεση της για το 2019 κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, παρουσιάζοντας τις πολύ χαμηλές επιδόσεις των μαθητών της Β΄ Λυκείου στα γενικά και στα επαγγελματικά λύκεια.

Ενδεικτικά, στη Νεοελληνική Γλώσσα το 7,1% των μαθητών γενικού λυκείου έχει βαθμολογηθεί κάτω από τη βάση κατά το σχολικό έτος 2017-2018. Πολύ χειρότερη είναι η κατάσταση στη Φυσική, όπου ο ένας στους δύο (48,4%) βαθμολογήθηκε κάτω από τη βάση. Επίσης, άσχημη είναι η εικόνα των επιδόσεων στα Μαθηματικά: στην Άλγεβρα κάτω από τη βάση είχε το 38,9% και στη Γεωμετρία το 44,2%. Δυσμενέστερη είναι η εικόνα στις επιδόσεις των μαθητών της Β΄ Τάξης των επαγγελματικών λυκείων.

Η ΑΔΙΠΠΔΕ αναφέρει ότι οι μαθητές αυτοί έχουν αυξημένη πιθανότητα να είναι λειτουργικά αναλφάβητοι και προβαίνει σε μία σημαντική διευκρίνιση, σύμφωνα με την οποία «τα προβλήματα που εμφανίζονται στο λύκειο, σε σύγκριση με το δημοτικό σχολείο και το γυμνάσιο, δεν είναι προβλήματα αποκλειστικά του λυκείου, αλλά όλων των βαθμίδων, τα οποία συσσωρευτικά κατέληξαν στο λύκειο.

Όσον αφορά τον όρο “λειτουργικά αναλφάβητος” να επισημανθεί ότι το έτος 1978, η Γ.Σ. της UNESCO υιοθέτησε μία νέα προσέγγιση στην προσπάθεια καλύτερης εννοιολογικής περιγραφής του αναλφαβητισμού, εισάγοντας την έννοια του ατόμου που είναι λειτουργικά αναλφάβητο. Βάσει αυτής της προσέγγισης «λειτουργικά αναλφάβητο είναι κάθε άτομο που είναι ανίκανο να ασκήσει όλες τις δραστηριότητες για τις οποίες είναι απαραίτητος ο αλφαβητισμός, ώστε να λειτουργεί καλύτερα η ομάδα του και η κοινότητά του και να μπορεί επίσης, ο ίδιος, να διαβάζει, να γράφει και να μετράει, για την προσωπική του ανάπτυξη και για την ανάπτυξη της κοινότητάς του». Για το ίδιο θέμα το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τοποθετήθηκε ως εξής: «Λειτουργικά αναλφάβητο είναι το άτομο που δεν είναι σε θέση να γνωρίζει ικανοποιητικά ανάγνωση, γραφή και αριθμητική για να ενταχθεί ως άτομο στην κοινωνία, απολαμβάνοντας πλήρως τα δικαιώματά του».

Τα παραπάνω θλιβερά πορίσματα καθιστούν επιτακτική την ανάγκη να αλλάξει το σχολείο του μέλλοντος και αυτό είναι το πολύ μεγάλο στοίχημα που καλείται να κερδίσει η νέα ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας.

“Η γνώση είναι δύναμη”. Επομένως, η εμβάθυνση στη γνώση, η ανάπτυξη της κριτικής σκέψης και η καλλιέργεια του συνεργατικού πνεύματος πρέπει να αποτελέσουν προτεραιότητες της εκπαιδευτικής πολιτικής, με τις αλλαγές να ξεκινούν ασφαλώς από κάτω προς τα πάνω, δηλαδή από το Νηπιαγωγείο στο Λύκειο και όχι αντίστροφα.

Οι αλλαγές όμως προϋποθέτουν ένα σαφές πλάνο που να απαντά με απόλυτη ακρίβεια σε καίρια ερωτήματα, εκ των οποίων τα πρωταρχικά είναι “ποιος είναι ο προσανατολισμός που θέλουμε να έχει το σύγχρονο ελληνικό σχολείο” και “ποιες είναι οι δεξιότητες που πρέπει να αποκτήσει ο σύγχρονος μαθητής ώστε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της εποχής, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο”.

Το σύγχρονο σχολείο του μέλλοντος δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση,  να μένει στάσιμο όταν διεθνώς τα πάντα αλλάζουν σε όλες τις θεμελιώδεις δομές της κοινωνίας. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ανοίξει δρόμους, να διευρύνει τους ορίζοντες και ταυτόχρονα τις προοπτικές του σύγχρονου νέου, λαμβάνοντας σοβαρά υπ’ όψιν τα νέα δεδομένα: ότι στο σύγχρονο πολυπολιτισμικό σχολείο φοιτούν πλέον μαθητές με διαφορετικό προφίλ σε σχέση με παρελθούσες εποχές,  νέοι τύποι μάθησης, με τα θετικά και τα αρνητικά αυτής της παραμέτρου. Όπως ενδεικτικά αναφέρω ορισμένα χαρακτηριστικά του  μαθητικού πληθυσμού,  σήμερα: πολύ μεγάλη εξοικείωση με την τεχνολογία, καλύτερη  γνώση ξένων γλωσσών, μεγαλύτερη ενασχόληση με αθλητικές δραστηριότητες, αλλά μεγαλύτερη δυσκολία συγκέντρωσης, περισσότερες, διαγνωσμένες πλέον, μαθησιακές δυσκολίες, μία όξυνση κρίσεων στην οικογένεια -στοιχείο που επιδρά αρνητικά στην επίδοση των μαθητών κ.λπ.

Από τα παραπάνω εξάγεται το συμπέρασμα ότι το σύγχρονο ελληνικό σχολείο πρέπει, επιτέλους, να τολμήσει ριζικές και ουσιαστικές αλλαγές. Ο σύγχρονος νέος δυσκολεύεται  να μάθει με τους παραδοσιακούς τρόπους διδασκαλίας, όπως αποκαλύπτουν οι τόσο χαμηλές βαθμολογίες σε “βασικά/πρωτεύοντα” για το ελληνικό σχολείο μαθήματα. Γι’ αυτό το εκπαιδευτικό πρόγραμμα πρέπει να εισάγει καινοτομίες και σύγχρονους τρόπους διδασκαλίας που θα βασίζονται κυρίως στην αρχή του “learn by doing” (μαθαίνω πράττοντας), με ταυτόχρονα ενίσχυση της χρήσης των ηλεκτρονικών υπολογιστών για μαθησιακούς σκοπούς -που είναι άλλωστε αναγκαία δεξιότητα για το μέλλον των νέων-. Παράλληλα να δοθεί έμφαση στη διδασκαλία των ξένων γλωσσών, γιατί διαπιστώνουμε ότι οι νέοι μαθαίνουν πιο εύκολα ξένες γλώσσες, ειδικά με την αγγλική έχουν μεγαλύτερη επαφή σε σχέση με το παρελθόν -λόγω και της πρώιμης χρήσης των υπολογιστών- και προσθήκη στο υποχρεωτικό σχολικό πρόγραμμα μαθημάτων τέχνης και πολιτισμού, γιατί μόνο μέσω αυτής της οδού ο νέος αποκτά ολοκληρωμένη παιδεία. Εάν ασφαλώς θέλουμε να αποκτήσει παιδεία ο νέος και όχι μόνον εκπαίδευση.

Τέλος, να ενισχυθεί ο ρόλος των εργασιών – ατομικών και ομαδικών- για την ολοκλήρωση των οποίων είναι απαραίτητη η εμβάθυνση στη γνώση. Με αυτό τον τρόπο η αφομοίωση της ύλης,  ακολουθώντας δημιουργικούς διδακτικούς τρόπους, γίνεται μία πιο εύκολη και ευχάριστη διαδικασία. 

Αναμφίβολα,  το σύγχρονο σχολείο πρέπει να δώσει χώρο και χρόνο σε όλους τους τύπους μάθησης: στον τυπικά καλό μαθητή, δίνοντάς του την πολύτιμη ευκαιρία να προοδεύσει, μακριά από επικίνδυνες, στερεοτυπικές λογικές που δυστυχώς αναπαράγονται ακόμα από ένα μέρος της κοινωνίας που προσπαθεί να στιγματίσει τον “άριστο μαθητή”. Και εδώ εντοπίζω ένα παράδοξο: ο άριστος μαθητής είναι το “φυτό”. Η κοινωνία όμως, στο μέλλον, θέλει τον άριστο γιατρό,  τον άριστο δικηγόρο,  τον καλύτερο καθηγητή για τα παιδιά τους που θα τα αναλάβει για προετοιμασία των πανελλαδικών.  Εάν αυτοί λοιπόν οι επιστήμονες δεν αφιερώσουν τη ζωή τους -και στο σχολείο και αργότερα στην ενήλικη ζωή τους- στη μελέτη, πώς θα γίνουν οι καλύτεροι;  Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας,  κάποιοι επαγγελματικοί τομείς, πέρα από δεξιότητες, προϋποθέτουν συνεχή μελέτη (και αποστήθιση ακόμα) και βέβαια επικαιροποίηση γνώσης και καλλιέργεια κριτικής σκέψης και ναι,  δεν είναι ντροπή ούτε “στίγμα” να θέλουν κάποιοι να προσπαθήσουν να γίνουν οι καλύτεροι στον τομέα τους.  

Το σύγχρονο σχολείο όμως θα δίνει χώρο και χρόνο και στον μαθητή που θέλει να διευρύνει τους ορίζοντές του με μη συμβατικούς/ παραδοσιακούς τρόπους διδασκαλίας, όπως μέσα από το θέατρο, τη ζωγραφική και τη μουσική -μαθήματα που σε ένα σύγχρονο σχολείο είναι ανεπίτρεπτο να υποβαθμίζονται. Είναι πολύ σημαντικά και τα θεωρώ πρωτεύοντα,  καθώς δίνουν γνώση,  καλλιεργούν το πνεύμα,  την κοινωνική ευαισθησία και πλέον δίνουν στην ενήλικη ζωή αξιόλογες επαγγελματικές διεξόδους.  Εξίσου όμως θα δίνει χώρο και χρόνο στον μαθητή που δυσκολεύεται και δεν μπορεί να ακολουθήσει τον ρυθμό της τάξης. Δεν θα τον περιθωριοποιεί. Αντίθετα,  θα του δείχνει σεβασμό και θα του ενισχύσει την αυτοπεποίθησή του, βοηθώντας τον να ανακαλύψει τη δική του κλίση και τους τομείς που τον ενδιαφέρουν.

Συμπερασματικά, το σχολείο του μέλλοντος για να “αγκαλιάσει” όλη τη μαθητική κοινότητα πρέπει να ξεφύγει από βαθιά ριζωμένες νοοτροπίες, σύμφωνα με τις οποίες όλοι οι μαθητές “πρέπει” να μαθαίνουν με τον ίδιο τρόπο και όλοι οι μαθητές “πρέπει” να ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο, που για την ελληνική νοοτροπία είναι, συνήθως,  ο δρόμος του Πανεπιστημίου, ακόμα και για τα παιδιά που δεν αγαπούν καθόλου το διάβασμα και ονειρεύονται άλλες διεξόδους στη ζωή τους. Τη συνέπεια των παραπάνω την βιώσαμε, έμπρακτα, με την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των εισαγωγικών εξετάσεων, όπου υποψήφιοι με λευκή κόλλα “κατάφεραν” να εισαχθούν σε Πανεπιστημιακές Σχολές που προφανώς ούτε τους ενδιέφεραν, ούτε τις ονειρεύονταν, γιατί και η προσπάθεια που καταβάλλουμε ακόμα κι αν δεν οδηγήσει σε κατάκτηση του στόχου,  είναι τουλάχιστον ενδεικτική του πόσο πολύ επιθυμούμε να υλοποιήσουμε έναν στόχο μας.  

Από την άλλη,  όλοι οι μαθητές, αποφοιτώντας από το Λύκειο, είτε ακολουθήσουν τον δρόμο των ακαδημαϊκών σπουδών, είτε ενός τεχνικού επαγγέλματος ή τον δρόμο της τέχνης κ.λπ., έχουν δικαίωμα στη γνώση. Το δικαίωμα αυτό είναι αναφαίρετο: να καλλιεργήσουν το πνεύμα τους και να διαμορφώσουν μία δυνατή και ολοκληρωμένη προσωπικότητα, ώστε στο μέλλον να μπορέσουν να κάνουν τις επιλογές που τους εκφράζουν, απαλλαγμένοι από την πίεση των κοινωνικών στερεοτύπων και των “πρέπει”.

Θα παραπέμψω, ολοκληρώνοντας, σε ένα άρθρο που κρίνω πολύ ενδιαφέρον.  Αναφέρομαι στο άρθρο του Απόστολου Λακασά, υπό τον τίτλο “Βαρέα και ανθυγιεινά μαθητών” στην εφημερίδα “Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ” που μπορείτε να διαβάσετε και διαδικτυακά εδώ.

Φωτογραφία ανάρτησης: Hans Splinter @flickr.

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Παν/μίου Αθηνών – Φιλόλογος. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός και είναι Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Παράλληλα, οργανώνει σεμιναριακά μαθήματα και δίνει διαλέξεις στο αντικείμενο της εξειδίκευσής της «Έγκλημα και Media». Συνεργάστηκε με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει τη συγγραφή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων: «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» & «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ», με Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας κ.Γιάννη Πανούση. Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αντικείμενο «Εγκληματολογία & ΜΜΕ». Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα, την αρθρογραφία και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts