Με αφορμή τη ληστεία και ανθρωποκτονία στα Γλυκά Νερά: Έγκλημα στη σύγχρονη εποχή & φυλακές

της Αγγελικής Καρδαρά.

Η πολύ σοβαρή υπόθεση στα Γλυκά Νερά, ληστεία και ανθρωποκτονία με θύμα 20χρονη γυναίκα, που διαπράχθηκε μάλιστα με χρήση υπέρμετρης βίας μπροστά στα μάτια του ανήλικου τέκνου της, μόλις 11 μηνών, επανάφερε στη δημόσια συζήτηση φλέγοντα θέματα, όπως είναι: οι σοβαρές ποιοτικές διαφοροποιήσεις στο έγκλημα και το εγκληματικό φαινόμενο και ως εκ τούτου το πιο σκληρό προφίλ εγκληματιών, η μετατόπιση της διάπραξης ληστειών κατά ευκολότερων στόχων, χαμηλού ρίσκου, όπως οι  οικίες, τα περίπτερα, τα πρατήρια βενζίνης, τα φαρμακεία, τα σούπερ/μίνι μάρκετ κλπ., λόγω των αυξημένων μέτρων πρόληψης που έχουν λάβει οι τράπεζες (βλ. Γλυκά Νερά: Τρεις ειδικοί αναλύουν το έγκλημα που έχει συνταράξει το πανελλήνιο (newsit.gr) ), ο ρόλος της αστυνομίας στην πρόληψη και έγκαιρη παρέμβαση, η αυστηροποίηση των ποινών σε ό,τι αφορά τη διάπραξη ειδεχθών εγκλημάτων,  αλλά και ο τρόπος λειτουργίας των φυλακών και η έννοια του «σωφρονισμού». Είναι άξιο επισημάνσεως ότι η σκληρότητα και η βαναυσότητα διάπραξης του εγκλήματος σε βάρος της νεαρής μητέρας, μπροστά στα μάτια του παιδιού της, συγκλόνισαν την ελληνική κοινωνία, προκάλεσαν ισχυρές κοινωνικές αντιδράσεις και οδήγησαν ακόμα και σε παρέμβαση του Εισαγγελέα.

Τα προαναφερθέντα ζητήματα που ήρθαν εκ νέου στη δημόσια συζήτηση είναι, αναμφίβολα, κρίσιμης σημασίας και πρέπει να διερευνηθούν σε βάθος. Είναι αναγκαίο κατ’ αρχάς να εστιάσουμε στον ρόλο της πρόληψης, ώστε οι πολίτες να νιώσουν και είναι πιο προστατευμένοι, αλλά και στη λειτουργία των καταστημάτων κράτησης της σύγχρονης εποχής. Δηλαδή, η συζήτηση για το έγκλημα θα έπρεπε, κατά την άποψή μου, να είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το τι συμβαίνει στον χώρο των φυλακών. Μπορεί να αποφεύγουμε αυτήν τη συζήτηση, που ενδεχομένως προκαλεί δυσάρεστα συναισθήματα σε ένα μεγάλο μέρος του κοινού, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι μόνο τεχνητά είναι τα τείχη που χωρίζουν την ελεύθερη κοινωνία από τις φυλακές. Οι κρατούμενοι σε μικρότερο ή μεγαλύτερο χρονικό διάστημα θα βρεθούν εκτός φυλακής, ενώ και όσο είναι έγκλειστοι έχουν τη δυνατότητα επικοινωνίας με τον έξω κόσμο. Επίσης, ας μην ξεχνάμε ότι υπάρχουν και κρατούμενοι που βρίσκονται στις φυλακές για μικρότερης ποινικής απαξίας πράξεις, συνεπώς είναι σημαντικό να μη βγουν από τις φυλακές με ένα πιο σκληρό εγκληματικό προφίλ. Στο σημείο αυτό τα σχολεία των φυλακών μπορούν να διαδραματίσουν έναν καθοριστικό ρόλο και οι εκπαιδευτικοί έχουν τη δύναμη να ασκήσουν θετική επιρροή στον έγκλειστο πληθυσμό. Εάν μάλιστα το δικό τους έργο συνδυαστεί με το έργο ψυχολόγων, ψυχιάτρων και άλλων εξειδικευμένων επιστημόνων, τα αποτελέσματα μπορεί να είναι θετικά και απτά.  

Εκτενής συζήτηση γίνεται αυτές τις ημέρες για τον «σωφρονισμό» και το ερώτημα που διατυπώνεται είναι εάν οι φυλακές «σωφρονίζουν» τους εγκληματίες. Είναι αξιοσημείωτο όμως ότι ακόμα και η λέξη «σωφρονισμός» αποφεύγεται. Οι φυλακές δεν λειτουργούν ως «σωφρονιστήρια», αλλά ως χώροι κράτησης. Επίσης η έννοια του «σωφρονισμού» θεωρείται, κατά μία άποψη, δύσκολα υλοποιήσιμη ή/και μη εφαρμόσιμη, ειδικά όταν αναφερόμαστε σε σκληρούς κακοποιούς, όπου πλέον το άτομο έχει μετατραπεί σε έναν «πωρωμένο» εγκληματία με πολύ σκληρά χαρακτηριστικά, με πλήρη απαξίωση της ανθρώπινης ζωής, με απουσία ενσυναίσθησης και τύψεων. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι η επιστημονική κοινότητα πρέπει να παραδώσει τα «όπλα» της και πιστεύω ότι το μήνυμά της, ειδικά αυτή την περίοδο, πρέπει να είναι δυνατό. Το ενδιαφέρον μπορεί και είναι σημαντικό να εστιαστεί στην πρόληψη και βέβαια στις πολύ νεαρές ηλικίες, όπου τα περιθώρια παρέμβασης είναι σαφώς μεγαλύτερα, γιατί -δυστυχώς- και ως προς το φαινόμενο της νεανικής παραβατικότητας οι επιστήμονες εκφράζουν ανησυχία και προβληματισμό. Συνεπώς η οργανωμένη Πολιτεία, ακούγοντας προσεκτικά τις επισημάνσεις τους, να λάβει αποτελεσματικά μέτρα πρόληψης και να δώσει βαρύτητα στην εκπαίδευση, την παιδεία αλλά και την κοινωνική μέριμνα για τους ανήλικους/τις ανήλικες που είναι εκτεθειμένοι/ες σε πολλαπλούς κινδύνους, εγκαταλείπουν πρώιμα τις σχολικές σπουδές και δεν έχουν ένα υποστηρικτικό, οικογενειακό περιβάλλον. Εντός των καταστημάτων κράτησης, είναι αναγκαίο να ενισχυθούν τα σχολεία των φυλακών που διαδραματίζουν θετικό ρόλο και από εκεί κι ύστερα να εξετάσουμε ποια άλλα επιστημονικά προγράμματα και δράσεις μπορούν να συμβάλλουν στο να μην αποκτήσουν οι κρατούμενοι ένα πιο σκληρό εγκληματικό προφίλ.   

Επομένως, βάσει των παραπάνω, πρέπει να συζητήσουμε τη σημασία του να προετοιμάζονται οι κρατούμενοι για την αποφυλάκισή τους, διότι το πώς βγαίνει από τις φυλακές ένα άτομο μας αφορά άμεσα. Είναι τόσο εκτεταμένη η «ιδρυματοποίηση» που υφίστανται, ώστε απαιτείται η προετοιμασία προτού βγουν από τις φυλακές, αλλά και το να υπάρξει πρόβλεψη για το «μετά» της φυλακής, προκειμένου να μην επιστρέψουν στους κύκλους της παρανομίας διαπράττοντας ενδεχομένως πολύ πιο βίαια εγκλήματα.  Σαφώς το έγκλημα δεν μπορεί να εκριζωθεί, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να επενδύσουν οι σύγχρονες κοινωνίες στην πρόληψη και στην πιο αποτελεσματική αντιμετώπιση τόσο κρίσιμων ζητημάτων που προκαλούν κοινωνικές αναταραχές και κλονίζουν το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη. Ακόμα και μία ανθρώπινη ζωή να σωθεί, το όφελος για τις κοινωνίες μας είναι πολύ μεγάλο!!

Ειδικά, ως προς τον «σωφρονισμό», δεν είναι τυχαίο ότι η εγκληματολογική έρευνα, διεθνώς, μετατοπίζει το ερευνητικό ενδιαφέρον από την πιο στενή, θα έλεγα, έννοια του «σωφρονισμού» στην πιο ευρεία έννοια της «αποχής από το έγκλημα». Το πώς δηλαδή, μετά την έκτιση της ποινής, το άτομο δεν θα διαπράξει την ίδια ή ακόμα πιο ειδεχθή πράξη από αυτή για την οποία βρέθηκε στη φυλακή. Η  συγκεκριμένη θεωρία εξηγεί τη διαδικασία κατά την οποία οι κρατούμενοι, μετά την έκτιση της ποινής τους επιστρέφουν στην κοινωνία «καθαροί», δηλαδή απέχουν από κάθε παραβατική δραστηριότητα. Ασφαλώς, συγκεκριμένοι παράγοντες διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο, σύμφωνα με την εν λόγω θεωρία. Δύο από τους κύριους παράγοντες είναι οι:

  • Ηλικία: Σύμφωνα με έρευνες, ειδικά οι νέοι σε ηλικία παραβάτες μεγαλώνοντας δύναται να απέχουν από την εγκληματική δράση, με την κατάλληλη ασφαλώς και έγκαιρη παρέμβαση. Στα μέσα της δεκαετίας του ‘80 έρευνες έδειξαν ότι η ηλικία κατά την οποία είναι πιο πιθανό το άτομο να διαπράξει μία παραβατική δραστηριότητα (peak age) ήταν τα μετεφηβικά χρόνια, κυρίως λόγω της πίεσης των συνομηλίκων (peer pressure) και λόγω της ανάγκης των νέων να «επαναστατήσουν» σε κάθε μορφή εξουσίας και κανόνα. Η πρόληψη και η έγκαιρη και έγκυρη παρέμβαση θεωρούνται, επομένως, καθοριστικής σημασίας.
  • Σταθερότητα στη ζωή: Η σταθερή ζωή και κυρίως η σταθερή εργασία βοηθάνε σε μεγάλο βαθμό τον παραβάτη να εστιάσει την προσοχή του σε πιο δημιουργικές διεξόδους και να μείνει μακριά από την εγκληματική δράση. Παράλληλα, του δίνουν τη δυνατότητα να διευρύνει τους φιλικούς του κύκλους και κατ’ επέκταση να αναπτύξει μια διαφορετική κοινωνική ζωή. Να σημειωθεί εδώ ότι και στις συνεντεύξεις μας με αποφυλακισμένους έχει καταγραφεί αυτό το στοιχείο, το ότι ακόμα κι αν θέλουν οι ίδιοι είναι δύσκολο να ξεφύγουν από τους κύκλους της παρανομίας που τους περιμένουν με την αποφυλάκισή τους, αλλά και να διευρύνουν τον κύκλο με πρόσωπα που θα τους εμπιστευτούν και θα τους δώσουν μία ουσιαστική ευκαιρία στη ζωή. Διαπιστώνεται ότι πρόκειται για πολυσύνθετα και πολυδιάστατα θέματα που πρέπει να εξεταστούν σε βάθος και τουλάχιστον κάποιες από τις κρίσιμες πτυχές τους να αντιμετωπιστούν.   

Η αποχή από το έγκλημα δεν μπορεί ωστόσο να επιτευχθεί εάν δεν υπάρξουν κάποιες πολύ σημαντικές προϋποθέσεις, όπως ενδεικτικά αναφέρω: εάν δεν εφαρμοστούν εντός φυλακών εξειδικευμένα, επιστημονικά προγράμματα βάσει ηλικίας, φύλου, διαπραττόμενου εγκλήματος, βαρύτητας (ποινικής και κοινωνικής) της εγκληματικής πράξης/των εγκληματικών πράξεων που θα προετοιμάζουν για την κοινωνική ένταξη / επανένταξη / ενσωμάτωση. Δεύτερον, εάν δεν υπάρχει πρόβλεψη για όσους έχουν εκτίσει την ποινή φυλάκισης, αλλά κρίνεται ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να υποτροπιάσουν. Τρίτον, πολύ σημαντικά τα προγράμματα αντιμετώπισης των εξαρτήσεων και καταχρήσεων από ουσίες και αλκοόλ. Και τονίζω ξανά, το έγκλημα δεν θα εκριζωθεί, αλλά και μία ανθρώπινη ζωή να σωθεί είναι μεγάλο κέρδος.

Όσον αφορά, τέλος, τη συζήτηση για αυστηροποίηση των ποινών, ιδίως σε ειδεχθή εγκλήματα όπως είναι η διάπραξη ανθρωποκτονίας με δόλο, που αφαιρεί το ύψιστο αγαθό -την ανθρώπινη ζωή- είναι αναμφίβολα μία πολύ σοβαρή συζήτηση με πολυσύνθετες διαστάσεις. Θα έλεγα όμως ότι σχετίζεται άμεσα και με μία πολύ σημαντική παράμετρο που δεν μπορεί να αγνοηθεί, ιδίως στη σύγχρονη εποχή όπου καταγράφονται αυτές οι σοβαρές ποιοτικές διαφοροποιήσεις στο έγκλημα και το εγκληματικό φαινόμενο. Αυτή η παράμετρος αφορά την ηθική, τουλάχιστον, δικαίωση για τα έμμεσα θύματα του εγκλήματος που καλούνται να διαχειριστούν την απώλεια του αγαπημένου τους προσώπου και να αντιμετωπίσουν τις πολύ σοβαρές συνέπειες αυτής της απώλειας σε κομβικούς τομείς της ζωής και δράσης τους. Συνεπώς η συζήτηση για τα δικαιώματα των θυμάτων και τους τρόπους με τους οποίους η Πολιτεία μπορεί να υποστηρίξει με τρόπο ουσιαστικό τους παθόντες/ τις παθούσες και τις οικογένειές τους είναι εξίσου σημαντική. Η αυστηροποίηση όμως των ποινών για ιδιαζόντως ειδεχθή εγκλήματα πρέπει να συνοδευτεί από σημαντικά, ολοκληρωμένα και αποτελεσματικά μέτρα πρόληψης και έγκαιρης παρέμβασης.

Συνοψίζοντας, τα υπό διερεύνηση θέματα πρέπει να φωτιστούν από τα ΜΜΕ, να εξεταστούν από τους αρμόδιους φορείς και να ληφθούν μέτρα που θα συμβάλλουν πρωτίστως στην πρόληψη. Η πρόληψη είναι το πιο δυνατό μας «όπλο», τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο και είναι σημαντικό αυτό το «όπλο» να αξιοποιηθεί, στο μέγιστο βαθμό, στο πλαίσιο της αντεγκληματικής πολιτικής.

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Παν/μίου Αθηνών – Φιλόλογος. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός και είναι Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Παράλληλα, οργανώνει σεμιναριακά μαθήματα και δίνει διαλέξεις στο αντικείμενο της εξειδίκευσής της «Έγκλημα και Media». Συνεργάστηκε με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει τη συγγραφή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων: «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» & «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ», με Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας κ.Γιάννη Πανούση. Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αντικείμενο «Εγκληματολογία & ΜΜΕ». Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα, την αρθρογραφία και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts