Νεανικές συμμορίες

της Αγγελικής Καρδαρά.

Στο παρόν άρθρο παρουσιάζουμε ένα μέρος από την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εισήγηση της κυρίας Θεανούς Μανουδάκη υπό τον τίτλο «Μελετώντας τις Νεανικές Συμμορίες: Θεωρητικές και μεθοδολογικές επισημάνσεις και προβληματισμοί», η οποία παρουσιάστηκε στο Συνέδριο «Εγκληματολογία: Διδασκαλία και Έρευνα στην Ελλάδα», ΤΕΙ Μεσολογγίου, 28-29/5/09. Πρόκειται, αναμφίβολα, για ένα πολύ σοβαρό ζήτημα που τους τελευταίους μήνες βρίσκεται ξανά στην επικαιρότητα και απασχολεί με εκτενή ρεπορτάζ τα ΜΜΕ. Η ερευνήτρια έχει εξετάσει το εν λόγω θέμα, ενδελεχώς, στο πλαίσιο της διδακτορικής της διατριβής με Επιβλέποντα τον Ομ.Καθηγητή Εγκληματολογίας Παντείου Πανεπιστημίου κ. Αντώνη Μαγγανά.

Τα βασικά ερευνητικά πορίσματα της εισήγησής της, που παρουσιάζονται ακολούθως, μας δίνουν το έναυσμα για μία γόνιμη συζήτηση, ταυτόχρονα όμως μας προβληματίζουν. Ο ρόλος ενός υποστηρικτικού οικογενειακού περιβάλλοντος, μίας εκπαιδευτικής κοινότητα που νοιάζεται ουσιαστικά για την ανηλικότητα, ενός σχολείου που καταφέρνει να κρατήσει στους κόλπους του όλα τα παιδιά και να τους παρέχει δημιουργικές διεξόδους στα όποια αδιέξοδά τους αλλά και επιστημονικές δράσεις και άρτια οργανωμένα προγράμματα από την πλευρά της Πολιτείας για τους ανήλικους και τους νέους είναι, αναμφίβολα, καθοριστικός στη μη ένταξη ή στην αποχώρηση των ανήλικων και νεαρών ατόμων από τις συμμορίες. Είναι βέβαιο ότι στις σύγχρονες κοινωνίες, με τους ισχυρούς κλυδωνισμούς που υφίστανται, η κοινωνική μέριμνα για την ανηλικότητα πρέπει να είναι ακόμα μεγαλύτερη.

Θεανώ Μανουδάκη.

Σύντομο Βιογραφικό: Η Θεανώ Μανουδάκη γεννήθηκε το 1974 στα Χανιά και σπούδασε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. Είναι κοινωνιολόγος και στο διδακτορικό της έχει ασχοληθεί με τη νεανική παραβατικότητα και τις συμμορίες ανηλίκων. Συνεργάστηκε σε ερευνητικό επίπεδο με τον Καθηγητή Εγκληματολογίας Αντώνη Μαγγανά και υπήρξε βοηθός του στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Είναι ειδική  σε θέματα Παραβατικότητας Νέων και Νεανικών Συμμοριών, Παιδικής Κακοποίησης, Trafficking, Σχολικού Εκφοβισμού, Σχεδιασμού και οργάνωσης προγραμμάτων παρέμβασης  στον χώρο της κοινωνικής φροντίδας. Υπήρξε ιδρυτικό στέλεχος και Αντιπρόεδρος της Μη Κερδοσκοπικής Οργάνωσης «Αθηνά» και ήταν μέλος της οργανωτικής επιτροπής για τη δημιουργία της «Βουλής της Κοινωνίας των Πολιτών». Έχει συνεργαστεί με κοινωνικούς φορείς και οργανώσεις όπως το Χαμόγελο του Παιδιού, τη ΜΚΟ Home-Start Ελλάς, το Κέντρο Ερευνών «Ρίζες» κ.λπ.

Σε επιστημονικό επίπεδο, έχει σχεδιάσει, υλοποιήσει και συμμετάσχει σε έρευνες και προγράμματα στα παραπάνω επιστημονικά αντικείμενα. Τα αποτελέσματα των ερευνών αυτών έχουν παρουσιαστεί σε επιστημονικά περιοδικά, συλλογικούς τόμους αλλά και στον ημερήσιο Τύπο.  Έχει συμμετάσχει ως εισηγήτρια σε επιστημονικά συνέδρια σε Ελλάδα και Γερμανία ενώ υπήρξε υπεύθυνη διοργάνωσης επιστημονικών συνεδρίων και ημερίδων.

Είναι εκπαιδεύτρια ενηλίκων σε σχολές γονέων, σύμβουλος προσωπικής ανάπτυξης και εμψυχώτρια σε βιωματικές ομάδες ενηλίκων. 

Από το 2014 συμμετέχει ως κοινωνιολόγος στο Ιατρικό «Ευμορφία» και είναι υπεύθυνη ψυχοκοινωνικής υποστήριξης των ασθενών του προγράμματος. Ασχολείται με την καλλιτεχνική φωτογραφία και έχει λάβει μέρος σε ομαδικές εκθέσεις.

«Μελετώντας τις νεανικές συμμορίες: Θεωρητικές και μεθοδολογικές επισημάνσεις και προβληματισμοί»

Μανουδάκη Θεανώ
Κοινωνιολόγος, Αντιπρόεδρος Μ.Κ.Ο Κοινωνικής Παρέμβασης και Σχεδιασμού «Αθηνά»

Τις περισσότερες φορές όταν χρησιμοποιούμε τον όρο «νεανική συμμορία» οι πρώτες εικόνες που μας έρχονται στο μυαλό είναι εκείνες των συμμοριών που εμφανίζονται και δρουν στις μεγαλουπόλεις της Αμερικής, έτσι όπως έχουν αποτυπωθεί στο μυαλό μας μέσα από κινηματογραφικές σκηνές.

Στη χώρα μας ακόμα και σήμερα ή χρήση του όρου «νεανική συμμορία»  αποτελεί πεδίο θεωρητικών συγκρούσεων και αντιπαραθέσεων, σχετικά με την ύπαρξη της ή μη και ταυτόχρονα αντικείμενο τηλεοπτικής εκμετάλλευσης και παραμόρφωσης της πραγματικότητας.

Σε επιστημονικό επίπεδο το φαινόμενο εμφανίζεται σε υβριδική μορφή, με έντονη ακόμα την αμηχανία στους κοινωνικούς επιστήμονες αναφορικά με την υιοθέτηση ή όχι του όρου για την περιγραφή νεανικών ομάδων που διαφοροποιούνται ποιοτικά από τις αυθόρμητες νεανικές ομάδες του παρελθόντος αλλά και που δεν ταυτίζονται ούτε με τις στερεοτυπικές αναπαραστάσεις των νεανικών συμμοριών έτσι όπως εμφανίζονται σε άλλες δυτικές κοινωνίες. 

Αντίθετα τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων και τα κεντρικά δελτία ειδήσεων περιγράφουν την «αγωνία» και τον «φόβο» «ανυπεράσπιστων» πολιτών και εφήβων που καθημερινά γίνονται θύματα «αδίστακτων» νεανικών συμμοριών.

Από την παραπάνω αντιφατική εικόνα, προκύπτει η αναγκαιότητα αφενός για διασαφήνιση του όρου «νεανική συμμορία», και αφετέρου αναζήτηση των προϋποθέσεων, σύμφωνα με τις οποίες, μία νεανική ομάδα μπορεί να θεωρηθεί ως συμμορία.

Με αφετηρία τη γενικότερη προβληματική της αδυναμίας απόδοσης κοινά αποδεκτών ορισμών στο πεδίο των κοινωνικών επιστημών και της ρευστότητας που τους χαρακτηρίζει, ο προσδιορισμών του περιεχομένου που αποδίδεται στον όρο νεανική συμμορία, όπως αναφέρει ο Daniel J Monti[1],  μπορεί να διαφέρει ανάλογα με την οπτική γωνία που υιοθετείται, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ή τις ιδιότητες του ατόμου που καλείται να τοποθετηθεί σχετικά με το ζήτημα αυτό, καθώς και τους στόχους που εξυπηρετεί κάθε φορά ο προσδιορισμός αυτός.

Οι κυρίαρχες αναπαραστάσεις, για το τι είναι νεανική συμμορία, ανταποκρίνονται στην παρακάτω περιγραφή: Πρόκειται για μία νεανική ομάδα, που αποτελείται κυρίως από νεαρά αγόρια και ανήκουν συχνά σε μία μη ευυπόληπτη εθνική μειονότητα. Διαμένουν σε υποβαθμισμένες περιοχές μεγάλων αστικών κέντρων, με χαμηλό οικονομικό και κοινωνικό status.

Σύμφωνα με την έρευνα του Monti, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ασαφής εικόνα σχετικά με την οριοθέτηση της έννοιας της συμμορίας, η οποία συναντάται κυρίως στους νέους, μέλη και μη μέλη συμμοριών. Οι αντιλήψεις τους επηρεάζονται, ταυτόχρονα, από τα στερεότυπα και τις αναπαραστάσεις των ΜΜΕ, και από τα βιώματα της καθημερινή τους ζωής  στις συνοικίες, στις οποίες δρουν ανάλογες ομάδες.

Κυρίως για τα μέλη των συμμοριών, είναι συχνό το φαινόμενο να μην είναι σε θέση να εξηγήσουν τι ακριβώς είναι μία συμμορία, ενώ συχνά δείχνουν να αγνοούν και τις συνέπειες ή τις επιπτώσεις που έχει η ένταξη τους σε αυτή. Αντιμετωπίζουν τη συμμορία ως ένα ακόμα φυσικό τμήμα της κοινωνικής τους ζωής και δραστηριότητας, απόλυτα συμβιβασμένο και αρμονικό με το ευρύτερο κοινωνικό τους περιβάλλον.

Την αδυναμία διατύπωσης και αποδοχής κοινά αποδεκτού ορισμού υπογραμμίζει και ο  James C. Howell[2]. Αναφέρει χαρακτηριστικά ότι, οι πολιτείες και οι τοπικές δικαιοδοσίες στην Αμερικήτείνουν να αναπτύσσουν δικούς τους ορισμούς με στόχο την αντιμετώπιση των συγκεκριμένων κάθε φορά προβλημάτων οργανωμένης συλλογικής νεανικής παραβατικότητας.  Μεταξύ  των διαφορετικών αυτών ορισμών, κοινό στοιχείο αποτελεί η παραδοχή ότι πρόκειται για αυτοδημιούργητες ομάδες νεαρών ατόμων ίδιας ηλικίας, οι οποίες  έχουν τα παρακάτω χαρακτηριστικά: αναγνωριστικό όνομα και σύμβολα, αναγνωρισμένη ηγεσία, γεωγραφική περιοχή δράσης ή διεκδίκησης, τακτικές συναντήσεις των μελών και συλλογική δράση για την διάπραξη παράνομων πράξεων.

Σύμφωνα με τον Thrasher[3] η συμμορία ορίζεται ως «μία ενδιάμεση ομάδα που διαμορφώνεται αρχικά αυθόρμητα και μεταβάλλεται στη συνέχεια μέσω της σύγκρουσης. Τα χαρακτηριστικά που καθορίζουν το χαρακτήρα της ως τέτοια είναι: Η διαπροσωπική επαφή, πρόσωπο με πρόσωπο των μελών της ομάδας, η παρουσία και κίνηση της ομάδας στο χώρο ως μία ενιαία και ξεχωριστή οντότητα, η σύγκρουση με άλλες ομάδες, και ο προγραμματισμός των δραστηριοτήτων τους. Ως αποτέλεσμα, της συλλογικής αυτής συμπεριφοράς, προκύπτει η ανάπτυξη κάποιας παράδοσης μίας  μη σταθερής εσωτερικής δομής, ομαδικού πνεύματος, αισθήματος αλληλεγγύης, συνειδητοποίησης της ομάδας και σύνδεση με μία τοπική περιοχή.

Ακολουθώντας την παράδοση της Οικολογικής Σχολής του Σικάγου, ο ορισμός που υιοθετεί η Joan Moore[4], περιγράφει τις νεανικές συμμορίες «ως τις ομάδες νεαρών συνομηλίκων που δίχως επίβλεψη κοινωνικοποιούνται στους δρόμους των συνοικιών και όχι σε συμβατικούς χώρους και ιδρύματα. Η συμμορία καθορίζεται και οριοθετείται ως τέτοια από την ικανότητα της να αναπαράγεται συνήθως στο πλαίσιο μίας συγκεκριμένη γειτονίας» υποστηρίζει ακόμα ότι ως συμμορίες θα έπρεπε να θεωρούνται μόνο εκείνες οι ομάδες που χαρακτηρίζουν τους εαυτούς τους  ως τέτοιες.

Στην Ευρώπη παρατηρείται η τάση, οι μελετητές του φαινομένου να ακολουθούν τις θέσεις των κλασικών της Αμερικάνικης Εγκληματολογίας.

Στο σημείο αυτό εντοπίζεται και ο βασικότερος ίσως παράγοντας σύγχυσης  και αδυναμίας αναγνώρισης των πραγματικών διαστάσεων του προβλήματος των νεανικών συμμοριών.

Θέσεις και απόψεις όπως αυτές που παρατέθηκαν παραπάνω, αναφέρονται και συνδέονται με την Αμερικάνικη κοινωνία, μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Σήμερα προβάλλει έντονη η ανάγκη για επανεξέταση του φαινομένου και ανάπτυξης νέων θεωρητικών σχημάτων για την προσέγγιση του, έτσι όπως αυτό διαμορφώνεται στη σύγχρονη πραγματικότητα[5].

Μεταξύ των Ευρωπαίων επιστημόνων και μελετητών της νεανικής παραβατικότητας, εμφανίζεται  μία σταθερή τάση άρνησης της ύπαρξης και δράση νεανικών συμμοριών. Οι ομάδες αυτές των νέων συχνά, περιγράφονται κάτω από διαφορετικούς φαινομενολογικούς μανδύες ή ταυτίζονται λανθασμένα με μουσικές, αθλητικές ή άλλες υποκουλτούρες. Ταυτόχρονα ομάδες με ιδεολογική δράση και πολιτική δομή (π.χ. νεοναζί,  ρατσιστικές ομάδες, κ.λπ.) αναφέρονται λανθασμένα ως συμμορίες. Στην άρνηση ή την επιφυλακτικότητα του όρου συμμορία συμβάλει και οι επίδραση των στερεοτυπικών εντυπώσεων που δημιουργούνται από τα ΜΜΕ, όπου παρουσιάζονται με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά (υψηλό βαθμός οργάνωσης, συγκεκριμένο στυλ κ.λπ. )[6]  

Το γεγονός αυτό επισημαίνει και ο M. Klein[7], συμπληρώνοντας μάλιστα ότι, το πρόβλημα της άρνησης ύπαρξης συμμοριών, της υιοθέτηση και χρήση του όρου αυτού, για την περιγραφή οργανωμένων παραβατικών ομάδων, εμφανίζεται και μεταξύ διαφορετικών πολιτειών τις Αμερικής. Το γεγονός αυτό οφείλετε σε στερεοτυπικές αντιλήψεις, και συνδέονται με αναπαραστάσεις, ταυτιζόμενες με εικόνες από κινηματογραφικές ταινίες, όπως το «West Side Story» και το «Colors», καθώς και διαστρεβλωμένες εικόνες και περιγραφές των ΜΜΕ. 

Τέλος υπογραμμίζοντας για μία ακόμα φορά το γεγονός της σχετικότητας των ορισμών, πρέπει να τονίσουμε και τον καθοριστικό ρόλο, που διαδραματίζουν, τόσο στο πεδίο της θεωρητικής μελέτης και της εμπειρικής έρευνας, όσο και στο πεδίο της χάραξης πολιτικών για την αντιμετώπιση τους. Όσο επικίνδυνο είναι να χαρακτηρίζονται αυθαίρετα ως «συμμορίες» νεανικές ομάδες, με παρεκκλίνουσα ή αντικοινωνική δράση,  χωρίς ωστόσο να εμφανίζουν χαρακτηριστικά οργάνωσης, άλλο τόσο επικίνδυνο, για την εξέλιξη του φαινομένου, είναι ομάδες με σαφή στοιχεία οργάνωσης της παραβατικής συμπεριφοράς νέων, να χαρακτηρίζονται ως απλές παρέες, μετατοπίζοντας την ευθύνη από το συλλογικό στο ατομικό επίπεδο δράσης.

Σύμφωνα με τον Michaël S. Jankowski (1991), αν επιθυμούμε να κατανοήσουμε τις συμμορίες, τη συμπεριφορά και την ύπαρξη τους, θα πρέπει να μελετήσουμε την ικανότητα τους να οργανώνονται να ανανεώνονται και να γίνονται ολοένα και πιο περίπλοκες.

Υιοθετώντας την άποψη Jankowski, περί αναγκαιότητας μελέτης του Φαινομένου μία πρώτη οργανωμένη προσπάθεια πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια διδακτορικής διατριβής με θέμα την μελέτη των Νεανικών συμμοριών έτσι όπως εμφανίζονται και δραστηριοποιούντα στη χώρα μας.

Η εμπειρική έρευνα αναφορικά με τις νεανικές παραβατικές ομάδες στο λεκανοπέδιο της Αττικής βασίσθηκε σε ένα συνδυασμό μεθόδων κοινωνιολογικής έρευνας. Την παρατήρηση και τη συνέντευξη. Πιο συγκεκριμένα.

Τύπος  παρατήρησης

Ανάμεσα στα τρία είδη παρατήρησης[8], την πλήρη παρατήρηση, την ενεργή συμμετοχή και την περιφερειακή συμμετοχή, επιλέχθηκε εκείνη της περιφερειακής συμμετοχής.

Η έρευνα χρονικά είχε διάρκεια πέντε χρόνια περίπου, από τον Ιούνιο του 1999 έως τον Οκτώβριο του 2004. Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής πραγματοποιήθηκαν πολλαπλές συναντήσεις με τα ερευνητικά υποκείμενα αλλά και συμμετοχή, με δηλωμένη την ιδιότητα του ερευνητή, σε ορισμένες από τις δραστηριότητες της ομάδας, στους χώρους συνάντησης και συνεύρεσης των μελών. […]

Δομή και σχεδιασμός των συνεντεύξεων

Στο πεδίο της μελέτης των νεανικών συμμοριών, η χρήση συνεντεύξεων ως κύριο ερευνητικό εργαλείο ξεκινάει από τη Σχολή του Σικάγου και την μελέτη του Thrasher για τις συμμορίες και συνεχίζετε ως τις μέρες μας από πλήθος ερευνητών. Στην παρούσα μελέτη πραγματοποιήθηκαν δύο ήδη συνεντεύξεων. Συνεντεύξεις πρόσωπο με πρόσωπο (face to face) και ομαδικές συνεντεύξεις. […]

Επιλογή των περιοχών στις οποίες πραγματοποιήθηκε η έρευνα

Η έρευνα επικεντρώθηκε στην περιοχή του λεκανοπεδίου της Αττικής.

Σε ένα πρώτο επίπεδο, οι περιοχές χωρίσθηκαν σε πέντε γεωγραφικά διαμερίσματα του νομού επιδιώκοντας τη μελέτη και διερεύνηση  του φαινομένου σε περιοχές με διαφορετικά δημογραφικά οικονομικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά. Έτσι η έρευνα προσανατολίσθηκε σε περιοχές δυτικής, βόρειας, νότιας αττικής, περιοχών στο κέντρο της Αθηνάς, και περιοχές του δήμου Πειραιώς. Στη συνέχεια προστέθηκαν ένας από τους πιο πολυπληθής δήμους της πρωτεύουσας και ένας ακόμα μετά από υπόδειξη υποκειμένων της έρευνας.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο οι περιοχές στην οποία πραγματοποιήθηκε η συμμετοχική παρατήρηση επιλέχθηκαν σύμφωνα α) με στοιχεία και αναφορές στις περιοχές αυτές των αστυνομικών στατιστικών και παρουσιάσεων στον τύπο και β) μετά από υπόδειξη και καθοδήγηση υποκειμένων της έρευνας τα οποία και θέλησαν να βοηθήσουν ή να διευκολύνουν το ερευνητικό έργο. […]

Παρακάτω παρουσιάζονται συνοπτικά τα κεντρικά ερευνητικά πορίσματα, έτσι όπως προκύπτουν από την ανάλυση των συνεντεύξεων και τη συλλογή δεδομένων παρατήρησης από το πεδίο της έρευνας.

Δημογραφικά Χαρακτηριστικά Μελών συμμοριών

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας τα αγόρια ηλικίας 16-19 ετών φαίνεται να αποτελούν και το μεγαλύτερο μέρος των νέων που εντάσσονται σε μία οργανωμένη παραβατική ομάδα. Στην παρούσα μελέτη τα μέλη συμμοριών ελληνικής εθνικότητας αποτελούν και το μεγαλύτερο ποσοστό, γεγονός που εξηγείται κυρίως λόγω της συνεργασίας που επιτεύχθηκε με αυτά, σε αντίθεση με μέλη διαφορετικής εθνικότητας που αντιμετώπισαν τη μελέτη με δυσπιστία και καχυποψία και  με φόβο στο να απαντήσουν στις σχετικές ερωτήσεις.

Εθνικότητα

Τα μέλη των οργανωμένων παραβατικών ομάδων που εξετάστηκαν, έχουν, τις περισσότερες φορές, την ίδια εθνικότητα, με διαφοροποίηση κυρίως των ομάδες που έχουν ως κύρια δραστηριότητα τη διακίνηση ναρκωτικών. Στις περιπτώσεις αυτές οι οικονομικές απολαβές των μελών αξιολογούνται ως βαρύτερες της εθνικής προέλευσης. Λόγω της μειωμένης ή και μηδενικής  αποδοχής από τους συνομηλίκους τους, τα παιδιά με διαφορετική προς τους Έλληνες εθνικότητας, σχηματίζουν ομοιογενείς ομάδες, αμυντικού χαρακτήρα αρχικά, οι οποίες διεκδικούν με τη σειρά τους, χώρο δράσης και ύπαρξης, και δρουν ανταγωνιστικά με τις ομάδες των αυτοχθόνων. Με βάση την εθνικότητα, δημιουργούνται συμμαχίες και αντιπαλότητες. Σημαντικό ρόλο στις σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των ομάδων διαφορετικών εθνικοτήτων, διαδραματίζουν οι αναπαραστάσεις και οι αντιλήψεις των ενηλίκων, του οικογενειακού και κοινωνικού περιβάλλοντος. Εχθρικά συναισθήματα προς μία ορισμένη εθνικότητα, μεταφράζονται σε πράξεις βίας από τα μέλη νεανικών συμμοριών.

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες νεαρών μεταναστών που δραστηριοποιούνταν σε μία οργανωμένη παραβατική ομάδα, η ένταξη τους σε αυτή, μεταφραζόταν σε συμβολικό επίπεδο, ως μία προσπάθεια για διατήρηση πολιτισμικών και εθνικών τους χαρακτηριστικών. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι, στις ομάδες αυτές, τα μέλη συνδέονται μεταξύ τους και με συγγενικούς δεσμούς. Η αντιμετώπιση κοινών προβλημάτων, η αίσθηση αποδοχής,  συμπαράστασης  αλλά και προστασίας, που βίωναν μέσα από τη συμμετοχή τους στην ομάδα, αποτελούσαν βασικούς λόγους ένταξης και παραμονής σε αυτή.

Δράσεις των νεανικών συμμοριών και σύνδεση τους με την τοπική κοινότητα

Οι παραβατικές συμπεριφορές, στόχος των οποίων είναι το υλικό κέρδος, και οι συγκρούσεις μεταξύ αντίπαλων ομάδων για την κυριαρχία και επικράτηση σε μία ορισμένη γεωγραφική περιοχή (γειτονία, συνοικία), αποτελούν τους κύριους άξονες δράσης των νεανικών συμμοριών.

Πιο συγκεκριμένα, οι επιθέσεις σε συνομήλικους,  με σκοπό την απόσπαση χρημάτων ή άλλων αντικειμένων (κινητά τηλέφωνα, κοσμήματα κ.λπ.), αποτελούν αφενός μία πηγή υλικού κέρδους, το οποίο ανάλογα με τον βαθμό οργάνωσης της ομάδας, θα  παραμείνει στους δράστες της επίθεσης ή μέρος αυτού θα μοιραστεί στα υπόλοιπα μέλη της ομάδας, αλλά και ένα τρόπο επιβολής και ενίσχυση του επιθυμητού εκ μέρους των δραστών γοήτρου. Παράλληλα σημειώνεται αύξηση του βαθμού βίας,  η οποία εκφράζεται όχι μόνο εκτός ομάδας, σε σχέση με εξωτερικούς προς αυτή στόχους,  αλλά και στο εσωτερικό της ίδιας της ομάδας, στο πλαίσιο ενός ιδιότυπου συστήματος επιβολής  ισορροπιών και πειθαρχίας μεταξύ των μελών.

Η σύνδεση των ομάδων αυτών με μία καθορισμένη γεωγραφική περιοχή είναι ιδιαίτερα έντονη. Όχι μόνο στο επίπεδο δράσης, αλλά κυρίως στο επίπεδο συναισθηματικής ταύτισης και αλληλεγγύης που αναπτύσσεται στις συνειδήσεις των μελών της ομάδας.  Έτσι ενώ οι παραβατικές δράσεις με σκοπό το υλικό κέρδος πραγματοποιούνται κυρίως σε γειτονικές ή πιο απομακρυσμένες περιοχές, οι υπόλοιπες δραστηριότητες πραγματοποιούνται εντός των συνόρων της συνοικίας. Το πάρκο, ή η πλατεία,  λαμβάνουν τον συναισθηματικό χώρο της οικογενειακής εστίας.

Η σύνδεση των ομάδων αυτών με την τοπική κοινότητα, προκύπτει και από τη οικειοποίηση του ονόματος, μιας συγκεκριμένης περιοχής ή τοποθεσίας στο εσωτερικό της κοινότητας, που χρησιμοποιεί η ομάδα για να αυτοπροσδιοριστεί ή το αποδίδουν τρίτοι σε αυτή, ως αναγνώριση της ξεχωριστή κοινωνική  οντότητα.

Καμία από τις ομάδες που αποτέλεσαν αντικείμενο μελέτης και παρατήρησης στη συγκεκριμένη έρευνα, δεν είχε επιλέξει ένα ορισμένο όνομα, διαμέσου μίας συνειδητής διαδικασίας επιλογής. Η ταύτιση της ομάδας με ένα ορισμένο όνομα, προκύπτει ως αποτέλεσμα αυτής της συναισθηματικής αλλά και ουσιαστικής σύνδεση της με την τοπική κοινότητα.

Ο ρόλος της οικογένειας

Με τον ίδιο τρόπο, που τμήματα της κοινότητας αντικαθιστούν την οικογενειακή εστία,  η ομάδα καταλαμβάνει τον συναισθηματικό  χώρο της οικογένειας. Ο ανήλικος θα βρει σε αυτήν τον σεβασμό, την αποδοχή, τη συναισθηματική κάλυψη που δεν απολαμβάνει από την οικογένεια του, και πολλές φορές, ακόμα και την οικονομική στήριξη. Ο αρχηγός της συμμορίας αντικαθιστά την πατρική φιγούρα του προστάτη των μελών της οικογένειας/ συμμορίας. Εμπνέει σεβασμό αλλά και φόβο.

Δεν είναι τυχαίο που τα περισσότερα άτομα που συμμετείχαν στην έρευνα, δήλωσαν ότι διατηρούν  άσχημες ή στην καλύτερη περίπτωση αδιάφορες σχέσεις με την οικογένεια τους. Οι γονείς εμφανίζονται να αδυνατούν να ελέγξουν τη δράση και τη συμπεριφορά των ανηλίκων που ανήκουν σε τέτοιες ομάδες, ενώ έχουν αναφερθεί και περιπτώσεις που η συμμετοχή αυτή γίνεται ανεκτή από το οικογενειακό περιβάλλον εφόσον προσφέρει τόσο σε αυτή όσο και στον  ανήλικό κάποιο οικονομικό όφελος.

Υψηλό επίσης είναι το ποσοστό των μελών που προέρχονται από μονογονεϊκές ή διαλυμένες οικογένειες, ενώ αρκετοί είναι αυτοί που δηλώνουν ότι διαμένουν είτε με ένα φυσικό γονέα και το σύντροφο του, είτε με  άλλα συγγενικά πρόσωπα, συνήθως με ηλικιωμένους συγγενείς. Την ίδια στιγμή, ένα μικρότερο ποσοστό δήλωσε ότι έχει εγκαταλείψει την οικογενειακή εστία,  και δεν διατηρεί καμία σχέση με τα μέλη της οικογένειας τους, ενώ κάποιο άλλο αναφέρει ότι, επιστρέφει σε αυτή μόνο όταν δεν έχει άλλη επιλογή.

Αντίθετα στις περιπτώσεις όπου η οικογένεια προκάλεσε ή λειτούργησε υποστηρικτικά, στην απόφαση του ανηλίκου να αποχωρήσει από την ομάδα, αυτό πραγματοποιήθηκε με μεγαλύτερη ευκολία αλλά και επιτυχία σε σχέση με τα μέλη που δεν έτυχαν της ίδιας αντιμετώπισης.

Εσωτερική δομή της νεανικής συμμορίας

Εξετάζοντας την εσωτερική δομή των ομάδων αυτών, παρατηρούμε ότι, υπάρχει ένας βασικός πυρήνας, 4-5 το πολύ ατόμων, με τα χαρακτηριστικά που παρατέθηκαν παραπάνω, και αποτελούν την ηγετική ομάδα.  Η ηγετική αυτή ομάδα σχηματίζεται άτυπα και εδραιώνεται στη συνείδηση των άλλων μελών της λόγω των ατομικών χαρακτηριστικών των συμμετεχόντων σε αυτή.

Τα ηγετικά μέλη απολαμβάνουν τον σεβασμό και συχνά τον φόβο των υπολοίπων  χωρίς όμως  να έχουν προκύψει από τυπικές διαδικασίες επιλογής.

Η ομάδα αυτή είναι υπεύθυνη για την τήρηση των ισορροπιών μεταξύ των μελών και τον συντονισμό των ενεργειών. Δίνει την έγκριση ή απορρίπτει προτάσεις μελών για διάφορες δράσεις, παραβατικές ή μη. Η γνώμη της, αν και δεν είναι δεσμευτική ή απαγορευτική, εντούτοις γίνεται  σχεδόν πάντα σεβαστή.


Η δεύτερη ομάδα αποτελείται από τα σταθερά μέλητα οποία και αναλαμβάνουν να φέρουν σε πέρας τις διάφορες δράσεις – αποστολές. Τις περισσότερες φορές τα μέλη της ομάδας αυτής δεν δρουν όλα μαζί αλλά σε μικρότερες ομάδες των δύο ή τριών ατόμων, κυρίως στις περιπτώσεις κλοπών,  έτσι ώστε να έχουν μεγαλύτερη ευελιξία και να ελαχιστοποιούν τους κινδύνους για τα υπόλοιπα μέλη. Τα οικονομικά οφέλη από τις δράσεις αυτές, ανάλογα με την βαθμό οργάνωσης  της συμμορίας, μοιράζονται βάση προκαθορισμένων ποσών με τα άλλα μέλη και υπό την επίβλεψη της ηγετικής ομάδας.

Η τρίτη ομάδα αποτελείται από τα περιφερειακά μέλη που συμμετέχουν περιστασιακά ή επικουρικά σε σχέση την υπόλοιπη ομάδα και συχνά αποτελούνται από άτομα που επιθυμούν να ενταχτούν σε αυτήν.

Παράλληλα όμως με την οργανωμένη, τα οργανωμένα μέλη, υπάρχει και ένα ευρύτερο δίκτυο συνεργασίας και γνωριμιών, που βασίζεται στις προσωπικές – φιλικές ή συγγενικές σχέσεις με τρίτους. Τα άτομα αυτά προέρχονται συνήθως από την ίδια περιοχή και καλούνται για βοήθεια σε διευρυμένες συγκρούσεις μεταξύ αντίπαλων ομάδων, ή για να παρέχουν διευκολύνσεις, επαφές ή συμβουλές. Είναι στην πλειοψηφία τους ενήλικα άτομα και παρουσιάζουν παραβατική συμπεριφορά ανεξάρτητα από την ομάδα.

Η ένταξη στις συμμορίες  αυτές δεν προϋποθέτει  κάποια τυπική διαδικασία. Άτυπα όμως, το υποψήφιο μέλος καλείται να κερδίσει την εμπιστοσύνη των υπολοίπων, παίρνοντας μέρος σε κάποια παραβατική πράξη, ή διαπράττοντας ατομικά κάποιο αδίκημα, συνήθως κάποια κλοπή. Η ηλικιακή κλίμακα των μελών κυμαίνεται από τα 13-22 περίπου χρόνια, και συνήθως η απομάκρυνση τους γίνεται με την ένταξη τους στο στρατό. Μετά το πέρας της στρατιωτικής θητείας, είτε ακολουθούν μία παραβατική πορεία μεμονωμένα, ή σε συνεργασία με αλλά ενήλικα άτομα είτε απομακρύνονται από κάθε παραβατική δραστηριότητα. Με βάση μαρτυρίες και συνεντεύξεις μελών προκύπτει ότι η σύνδεση με τη συμμορία ακόμα και αν διακοπεί  σε επίπεδο δράσης, τα παλαιότερα μέλη, διατηρούν χαλαρούς δεσμούς με αυτή, όπου στηρίζονται στην ανταπόδοση βοήθειας ή την παροχή συμβουλών.

Η χαλαρή αυτή μορφή οργάνωσης των νεανικών συμμοριών, δεν αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα μόνο των ομάδων που δραστηριοποιούνται στη χώρα μας.  Oι περισσότερες συμμορίες δρόμων δεν έχουν κάποια επίσημη ηγετική δομή[9]. Είναι πολύ δύσκολο να οριοθετήσουμε την ακριβή δομή μίας συμμορίας, λόγω του διαφορετικού βαθμού οργάνωσης αλλά και των διαφορετικών μορφών που αυτή λαμβάνει. Δεν είναι λίγες οι φορές που ομάδες με χαλαρή εσωτερική δομή, εμφανίζει υψηλό βαθμό οργάνωση κατά τη διάρκεια τέλεσης κάποιας παραβατικής πράξης.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο ρόλος των κοριτσιών στις ομάδες αυτές. Τα κορίτσια εντάσσονται, στις νεανικές αυτές συμμορίες, κυρίως ως φίλες ή ως κοπέλες κάποιων μελών και σπάνια ως ισότιμα μέλη. Παραμένουν στην ομάδα ακόμα και αν σταματήσουν να έχουν σχέση με το συγκεκριμένο μέλος. Εξοστρακίζονται όμως, με έμμεσο ή άμεσο τρόπο,  αν επιλέξουν να συναναστραφούν με άτομα από διαφορετική ή αντίπαλη ομάδα ή περιοχή. Η προστασία που παρέχουν τα μέλη, στα κορίτσια των ομάδων αυτών,  αποτελεί συχνά αφορμή συγκρούσεων, μεταξύ ατόμων και ομάδων, λόγω της κτητικής συμπεριφοράς που εκφράζουν προς αυτά τα αρσενικά μέλη της ομάδας. Όπως προκύπτει από τις συνεντεύξεις, τα κορίτσια μέλη τέτοιων ομάδων, γίνονται συχνά θύματα άσκησης βίας, κυρίως ψυχολογικής αλλά και σεξουαλικής προκειμένου να παραμείνουν στην ομάδα.

Χρήση ναρκωτικών ουσιών

Η χρήση και διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, αποτελεί για τις περισσότερες ομάδες, μία από τις βασικές τους δραστηριότητες. Σύμφωνα με τα όσα υποστήριξαν κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων, η πλειοψηφία των μελών, κάνουν χρήση, σε περισσότερο ή λιγότερο σταθερή βάση, ελαφρών ναρκωτικών ουσιών, ενώ τα περισσότερα από αυτά, διακινούν μικροποσότητες ανάλογων ουσιών, είτε στο εσωτερικό των ομάδων είτε έξω από αυτές. Την ίδια στιγμή, τα ίδια τα μέλη των ομάδων αυτών, συχνά αντιμετωπίζουν με χλευασμό και αποδοκιμασία τους εθισμένους χρήστες σκληρών ναρκωτικών.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι ομάδες που έχουν ως κύρια δραστηριότητα τους τη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών. Οι ομάδες αυτές, εμφανίζουν υψηλό βαθμό οργάνωσης, τόσο στον τρόπο με τον οποίο οργανώνουν τη δράση τους, όσο και στον τρόπο με τον οποίο μοιράζουν τα χρήματα στα μέλη που ασχολούνται με τη συγκεκριμένη δραστηριότητα. Σύμφωνα πάντα με τα όσα τα ίδια τα μέλη υποστηρίζουν, αρκετές από τις συγκρούσεις με αντίπαλες ομάδες, που ξεκινάνε με φαινομενικά ασήμαντη αφορμή, έχουν ως αφετηρία την προσπάθεια ελέγχου μίας ορισμένης γεωγραφικής περιοχής, που λειτουργεί ως χώρος διακίνησης των ουσιών αυτών.

Η συζήτηση περί αιτιών και ευθυνών για την εμφάνιση των συμμοριών, σίγουρα δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο στο θέμα της μετανάστευσης, της ξενοφοβίας και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών, ατομικών και κοινωνικών των νεαρών μελών της κοινωνίας μας. Η οικογένεια, το σχολείο, το φάντασμα της ανεργίας που στοιχειώνει το μέλλον των νέων του καιρού μας και  η οργανωμένη πολιτεία με την απουσία ολοκληρωμένων μακροπρόθεσμων προγραμμάτων και προτάσεων, επωμίζονται ένα μεγάλο κομμάτι των ευθυνών.

Ο  Tj. A. Hadefield, είχε υποστηρίξει ότι ο σχηματισμός συμμοριών αποτελεί μία φυσική παρόρμηση των παιδιών που δημιουργούν τέτοιες ομάδες για να αντιμετωπίσουν μία «κοινή ανάγκη, η δυστυχία ή ακόμα και ένα κοινό παράπονο». Είναι ανάγκη να συνειδητοποιήσουμε ότι στο πρόσωπο των μελών αυτών των συμμοριών, δεν βρίσκονται «στυγνοί εγκληματίες», σύμφωνα με τις ετικέτες που η κοινή γνώμη βιάζεται να τους αποδώσει, αλλά παιδιά θύματα. Θύματα παραμέλησης, κακοποίησης, φτώχιας και αδιαφορίας, τόσο από την οικογένεια τους όσο και από το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο. Ανήλικοι παραβάτες που γίνονται φορείς της βίας που έχουν πρώτα είσπραξη από τους ενήλικους,  κατά τη διάρκεια της σύντομη ζωή τους.

Οι αφορισμοί, ο στιγματισμός, και η ποινική καταστολή, δεν έχουν τίποτα να προσφέρουν στην αντιμετώπιση του προβλήματος, αντίθεση με την πρόληψη που εμφανίζεται ως η πλέον κατάλληλη απάντηση. Οργανωμένα προγράμματα πρόληψης σε τοπικό επίπεδο, με δράσεις ενημέρωσης και καταπολέμησης της βίας,  στους χώρους του σχολείου και της κοινότητας, στρατηγικές στήριξης της οικογένειας και των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, δυστυχώς δεν λειτουργούν στη χώρα μας, τουλάχιστον όχι με τη σταθερότητα και τη διάρκεια που απαιτείται. Μία κοινωνία που δεν είναι σε θέση να φροντίσει και να υπερασπίσει τα παιδιά, τα πιο ανήμπορα και ανυπεράσπιστα μέλη της, πρέπει να είναι προετοιμασμένη για διεύρυνση  ανάλογων προβλημάτων στα επόμενα χρόνια, και σίγουρα δεν μπορεί να είναι καθόλου αισιόδοξη για το μέλλον της.


[1] Daniel J. Monti, Wannabe. Gangs in Suburbs and Schools, Blackwell inc, Oxford Auk and Cambridge Usa, 1994

[2] Howell, J. C. 1997, Juvenile Justice and Youth Violence, Thousand Oaks, C.A: Sage Publications

[3] Thrasher, F.M. 1927, The Gang. Chicago, IL: University of Chicago Press

[4] Moore, J. W. 1990. Gangs, drugs, and violence. In Drugs and Violence: Causes Correlates, and Consequences, edited by M. De La Rosa, E.Y. Lambert and B. Gropper. Research Monograph No 103. Rockville, MD. National Institute on Drug Abuse PP. 160-176

[5] Malcolm W. Klein at all «The Eurogang Paradox. Street Gangs and Youth Groups in the US and Europe»,Kluwer Academic Publishers, Dordrecht, Boston, London, 2001, σελ 3

[6] W. Klein, 2001, σελ 3

[7] Malcom W. Klein, Resolving the eurogang Paradox, at The Eurogang Paradox, eds M.W Klein at all, Kluwer Academic Publishers, Netherlands 2001 σελ 14-17

[8] Αποδεχόμενη την τυπολογία Adler και Adler, έτσι όπως περιγράφονται από τον Γ. Λάζο σελ. 275 στο «το πρόβλημα της ποιοτικής έρευνας στις κοινωνικές επιστήμες. Θεωρία και πράξη» Αθήνα 1998, εκδόσεις Παπαζήση.

[9] Βλ και California Attorney General’s Office, Gangs, A community response, pg. 28, Crime and Violence Prevention Center,  2003.

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Παν/μίου Αθηνών – Φιλόλογος. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός και είναι Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Παράλληλα, οργανώνει σεμιναριακά μαθήματα και δίνει διαλέξεις στο αντικείμενο της εξειδίκευσής της «Έγκλημα και Media». Συνεργάστηκε με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει τη συγγραφή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων: «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» & «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ», με Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας κ.Γιάννη Πανούση. Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αντικείμενο «Εγκληματολογία & ΜΜΕ». Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα, την αρθρογραφία και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts