Nεανική παραβατικότητητα & «σχολική αποτυχία»: πώς μπορεί το σχολείο να δράσει θετικά

της Αγγελικής Καρδαρά.

Τον Φεβρουάριο του 2021 πραγματοποιήσαμε με τη δημοσιογράφο Πελιώ Παπαδιά μία εκτενή συζήτηση, που δημοσιεύεται στο talcmag (βλ.σχετικά ΠΑΡΑΒΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΑΝΗΛΙΚΩΝ: ΜΟΡΦΕΣ, ΑΙΤΙΕΣ, ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ), για το φαινόμενο της νεανικής παραβατικότητας, για τις μορφές, τις αιτίες και τους τρόπους αντιμετώπισης, με έμφαση στον καθοριστικό ρόλο του σχολείου και της τοπικής κοινότητας στην πρόληψη, καθώς και την προσέγγιση του φαινομένου από τα ΜΜΕ.  Επιχειρήσαμε να φωτίσουμε ορισμένες καίριες πτυχές και διαστάσεις του και λόγω της σοβαρότητας του θέματος σκεπτόμαστε να προχωρήσουμε σε μία νέα δράση το επόμενο χρονικό διάστημα. 

Στο παρόν άρθρο θα αναφερθώ ειδικά σε μία από τις πτυχές του θέματος που αφορά τη συσχέτιση μεταξύ νεανικής παραβατικότητας και «σχολικής αποτυχίας». Το Προφίλ του ανήλικου παραβάτη στη χώρα μας επιβεβαιώνει τη σύνδεση μεταξύ των δύο, αναδεικνύοντας τον σημαίνοντα ρόλο του σχολείου ως προς το να κρατήσει στους κόλπους του τα παιδιά και να τους δώσει ισχυρά κίνητρα για θετική δράση, για προσωπική εξέλιξη και επίτευξη στόχων. Όπως αναλυτικά έχουμε διερευνήσει σε μία σειρά άρθρων για τους ανήλικους παραβάτες, στη συντριπτική τους πλειονότητα πρόκειται για αγόρια, ηλικίας κυρίως 14 έως 18 ετών, τα οποία σε μεγάλο ποσοστό προέρχονται από χαμηλά κοινωνικοοικονομικά στρώματα. Συχνά διαπιστώνεται δυσλειτουργία στο οικογενειακό περιβάλλον. Ένα πολύ σημαντικό στοιχείο που συνθέτει το προφίλ των ανήλικων παραβατών αφορά τη σχέση τους με το σχολείο, η οποία δυστυχώς παρουσιάζει πολλά προβλήματα. Η πλειοψηφία των ανήλικων παραβατών φέρεται να έχει ολοκληρώσει με χαμηλές επιδόσεις τη βασική εκπαίδευση. Ωστόσο, μεγάλο είναι και το ποσοστό εκείνων που την έχουν διακόψει προτού την ολοκληρώσουν. Ένας αξιοσημείωτος αριθμός ανήλικων εμφανίζει εμπλοκή με εξαρτησιογόνες ουσίες. Σε κάποιο ποσοστό εκδηλώνουν συναισθηματικές διαταραχές, διαταραχές διαγωγής ή προβλήματα ψυχικής υγείας. Ένα, επίσης, κοινό χαρακτηριστικό των ανήλικων που εκδηλώνουν παραβατικότητα είναι η έλλειψη στόχων, κινήτρων και προσδοκιών  για προσωπική, εκπαιδευτική ή επαγγελματική ανέλιξη, στοιχείο επίσης πολύ σοβαρό που πρέπει να αναδειχθεί.

Συνεπώς, από τα προαναφερθέντα διαπιστώνεται ότι η σχέση του ανήλικου παραβάτη με το σχολείο είναι προβληματική και χρήζει περαιτέρω διερεύνησης το πώς αυτή η σχέση μπορεί να βελτιωθεί και κάθε παιδί να νιώθει ότι είναι ενεργό μέλος του σχολικού περιβάλλοντος, να έχει τον χώρο και τον χρόνο του για να εξελιχθεί και να θέσει τους προσωπικούς του στόχους. Όπως πολλές φορές έχουμε τονίσει, ο ανήλικος που θα εγκαταλείψει πρώιμα τις σχολικές του σπουδές και θα βρεθεί στους δρόμους, χωρίς τα κατάλληλα εφόδια για να αντιμετωπίσει τις σημαντικές προκλήσεις, διατρέχει σοβαρούς κινδύνους. Αυτό είναι ένα σημείο που έχουν τονίσει στις συνεντεύξεις τους, στο πλαίσιο των ερευνών μας, αποφυλακισμένοι, το πώς δηλαδή η εγκατάλειψη του σχολείου, σε συνδυασμό με την έλλειψη ενός υποστηρικτικού οικογενειακού περιβάλλοντος, έχει διαδραματίσει έναν πολύ αρνητικό ρόλο στην πορεία ζωής που ακολούθησαν. Παιδιά χωρίς επίβλεψη, χωρίς έλεγχο και όρια που δεν θέτουν στόχους, αναζητούν απεγνωσμένα πολλές φορές την προσοχή, το ενδιαφέρον και βέβαια την αποδοχή σε ομάδες ομηλίκων τους και προκειμένου να γίνουν αποδεκτοί και να αποδείξουν τη «μαγκιά» τους δεν διστάζουν να υιοθετήσουν αποκλίνουσες ακόμα και παραβατικές συμπεριφορές. Τα πράγματα περιπλέκονται στη σύγχρονη εποχή, όπου ο οικογενειακός ιστός υφίσταται ακόμα πιο ισχυρούς τριγμούς, απόρροια της οικονομικής, κοινωνικής, αξιακής και υγειονομικής κρίσης. Οι γονείς βρίσκονται αντιμέτωποι με μία νέα πραγματικότητα που δεν μπορούν να διαχειριστούν πάντα με τρόπο αποτελεσματικό, όπως για παράδειγμα η ευρύτατη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από το παιδί και τον έφηβο και οι επιδράσεις που αυτά ασκούν σε κομβικούς τομείς της ζωής του σύγχρονου νέου.

Προτού όμως εξετάσουμε ποιος θα μπορούσε να είναι ο ρόλος του σχολείου ώστε να ενισχύσει τη θετική εικόνα των μαθητών, θα προχωρήσω σε μία συνοπτική παρουσίαση των πορισμάτων του πολύ ενδιαφέροντος κειμένου που δημοσιεύεται στον Τιμητικό Τόμο για τον Ομ. Καθηγητή Γιάννη Πανούση, υπό τον τίτλο «Σχολική Αποτυχία και Παραβατικότητα: Αναζητώντας το κοινό αίτημα δύο εμφανώς ασύνδετων φαινομένων» της Μπετίνας Ντάβου, Καθηγήτριας Ψυχολογίας,  Τμήμα ΕΜΜΕ Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (σσ. 265-278).

Όπως επισημαίνεται στην περίληψη, στο κείμενο αναπτύσσεται και τεκμηριώνεται η στενή σχέση μεταξύ σχολικής αποτυχίας και παραβατικότητας και η κοινή τους ρίζα στις πρώιμες εμπειρίες του ατόμου.  Τα δύο αυτά φαινόμενα έχουν κοινή αιτιολογία και μολονότι δεν εκδηλώνονται πάντα μαζί,  σε πολλές περιπτώσεις υπάρχει μία λανθάνουσα τάση στο παιδί που βιώνει μαθησιακά προβλήματα να εκδηλώνει επίσης και προβλήματα συμπεριφοράς,  είτε ταυτοχρόνως είτε σε μεταγενέστερη χρονική στιγμή. Στο κείμενο παρουσιάζονται κλινικές και πειραματικές μελέτες οι οποίες επιβεβαιώνουν τη στενή σχέση μεταξύ σχολικής αποτυχίας και αντικοινωνικής τάσης και οι οποίες αναδεικνύουν τη σημασία της έγκαιρης διάγνωσης και παρέμβασης ήδη από τη νηπιακή και την πρώτη σχολική ηλικία. Οι μελέτες αυτές καταδεικνύουν ότι στις ρίζες και των δύο φαινομένων βρίσκονται συναισθηματικά και σχεσιακά προβλήματα παρόμοιας φύσης, τα οποία όμως συχνά παραβλέπονται όχι μόνον από τους ενδιαφερόμενους ενήλικους, αλλά και από ολόκληρα θεσμικά συστήματα. Η προσεκτική αξιολόγηση των αιτιακών παραγόντων της σχολικής αποτυχίας, καθώς και η έγκαιρη και κατάλληλη παρέμβαση, μπορούν να αποτρέψουν πιο θεαματικές εκδηλώσεις του συναισθηματικού ελλείμματος που οδηγεί αργότερα σε αντικοινωνική συμπεριφορά.

Στην Εισαγωγή του άρθρου διευκρινίζονται οι όροι του τίτλου, προσδιορίζεται η έννοια και το περιεχόμενό τους αλλά και ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούνται στο κείμενο. Αφού αναπτυχθεί η προβληματική και οι ασάφειες των όρων, η συγγραφέας ως προς τον πρώτο όρο καταλήγει στο ότι «όπως λοιπόν κι αν οριστεί η σχολική αποτυχία, πάντοτε συνδέεται με συναισθήματα και αντανακλά την αδυναμία του παιδιού να ωφεληθεί από τη μαθησιακή εμπειρία που του προσφέρει το σχολείο. Αυτή η αδυναμία συνήθως οφείλεται σε συνδυασμό αλληλοσχετιζόμενων παραγόντων και εκδηλώνεται είτε μέσω της δυσκολίας του παιδιού να μάθει στο ξεκίνημα της σχολικής ζωής είτε με ξαφνική πτώση της επίδοσης αργότερα κατά τη σχολική ζωή, συνήθως με την είσοδο στην εφηβεία».

Η έννοια της παραβατικότητας νοείται στο κείμενο ως «παραβίαση εκ μέρους του παιδιού ή του εφήβου των κανόνων στους οποίους υπόκεινται οι σχέσεις (είτε εντός είτε εκτός του σχολείου), η οποία προκαλεί την αντίδραση της άμεσης ή ευρύτερης κοινωνικής ομάδας».

Στη συνέχεια αναλύεται η δυναμική σχέση της σχολικής αποτυχίας και της παραβατικότητας και παρατίθενται τα πορίσματα ερευνών. Η συγγραφέας καταλήγει στη σημαντική διαπίστωση ότι «πίσω από τις μαθησιακές δυσκολίες μασκαρεύονται συχνά πολύ περίπλοκα, δυναμικά συναισθήματα, συγκρούσεις και ασυνείδητες ανάγκες που δεν αντιμετωπίζονται με απλές μαθησιακές παρεμβάσεις αλλά απαιτούν τη βαθύτερη κατανόηση κάθε ενός μεμονωμένου παιδιού».

Τα επόμενα δύο Κεφάλαια αφιερώνονται στις ρίζες της μάθησης, καθώς και στην αντικοινωνική τάση και τις ρίζες της κοινωνικοποίησης. Η συγγραφέας υπογραμμίζει ότι αυτό που επιχείρησε να επισημάνει είναι ότι οι διεργασίες που είναι σημαντικές για την κοινωνική προσαρμογή ενός παιδιού είναι επίσης σημαντικές για την ανάπτυξη της ικανότητάς του να μαθαίνει, δεδομένου ότι και τα δύο προϋποθέτουν ένα στοιχειώδες επίπεδο συναισθηματικής και σχεσιακής ωρίμασης, το οποίο επιτυγχάνεται μέσα από ασφαλείς συναισθηματικούς δεσμούς και από τη θετική εμπειρία σχέσεων με σημαντικούς άλλους στο ξεκίνημα της ζωής. 

Το κείμενο ολοκληρώνεται με τη διερεύνηση και ανάλυση των απαιτήσεων της σχολικής ζωής και με την παράθεση των τελικών συμπερασμάτων. Η συγγραφέας επισημαίνει «ξεκίνησα αυτό το κείμενο με την παραδοχή ότι δεν συνδέονται όλες οι περιπτώσεις σχολικής αποτυχίας με την παραβατικότητα, αλλά ότι υπάρχουν περιπτώσεις που τα δύο φαινόμενα συνδέονται στενά. Τελειώνοντας το κείμενο, ελπίζω να έδειξα ότι μία προσεκτική αξιολόγηση των αιτιακών παραγόντων, της σχολικής αποτυχίας, καθώς και η έγκαιρη και κατάλληλη παρέμβαση, μπορούν να αποτρέψουν πιο θεαματικές εκδηλώσεις του συναισθητικού ελλείμματος που οδηγεί στην αντικοινωνική συμπεριφορά».

Πρόκειται για μία πολύ ενδιαφέρουσα προσέγγιση που φωτίζει τον στενό ρόλο ανάμεσα στις δύο έννοιες «νεανική παραβατικότητα» και «σχολική αποτυχία». Το φλέγον ερώτημα είναι τι μπορεί να γίνει και πώς ο ρόλος του σχολείου μπορεί να ενισχυθεί ως προς την πρόληψη του φαινομένου της νεανικής παραβατικότητας. Όπως υπογραμμίζει στον επίλογο του κειμένου της η κ. Ντάβου, και με βρίσκει απολύτως σύμφωνη, είναι πολύ σημαντική η προσεκτική αξιολόγηση των αιτιακών παραγόντων της σχολικής αποτυχίας αλλά και η έγκαιρη και κατάλληλη παρέμβαση. Ως προς τη διάγνωση, πρέπει να εξετάζονται σε βάθος τα δυναμικά συναισθήματα, οι συγκρούσεις και οι ασυνείδητες ανάγκες που δύναται να ελλοχεύουν πίσω από τη «σχολική αποτυχία».

Το γεγονός ότι ένας ανήλικος/ μία ανήλικη εγκαταλείπει σε πολύ μικρή ηλικία το σχολείο και βρίσκεται στους δρόμους της παρανομίας, πρέπει σίγουρα να μας προβληματίσει. Το γεγονός ότι το προφίλ των ανήλικων παραβατών φέρνει στο φως την πολύ κακή σχέση τους με το σχολείο, αν όχι σε όλες σε πολλές περιπτώσεις, με αδικαιολόγητες απουσίες, με πολύ χαμηλές επιδόσεις, με έλλειψη στόχων και κινήτρων σχετιζόμενων με το σχολικό περιβάλλον, πρέπει επίσης να μας προβληματίσει και να εξετάσουμε ακόμα πιο συστηματικά τι μπορεί να γίνει στην πράξη. Κατά την άποψή μου, ένα πολύ σημαντικό και τολμηρό βήμα είναι να προσπαθήσει το εκπαιδευτικό σύστημα να ανταποκριθεί στις ανάγκες όλου του μαθητικού πληθυσμού και όχι μόνο του «τυπικά καλού μαθητή». Να αποτελέσει πρωταρχικό ζητούμενο του εκπαιδευτικού συστήματος το να ενισχυθεί η θετική εικόνα κάθε μαθητή/ μαθήτριας και να καλλιεργηθεί περισσότερο το ομαδικό πνεύμα με ενδιαφέρουσες και δημιουργικές δράσεις. Εάν ο κάθε μαθητής/ η κάθε μαθήτρια αποκτήσει μία θετική εικόνα για τον εαυτό του/ της θα σταθεί πιο γερά στα πόδια του/ της και θα αναζητήσει δημιουργικές διεξόδους.

Πολύ σημαντικό επίσης, όπως τονίζει στο κείμενό της η κ. Ντάβου, είναι η έγκαιρη διάγνωση και παρέμβαση να λαμβάνουν χώρα από τη νηπιακή και πρώτη σχολική ηλικία, όπου σίγουρα τα περιθώρια παρέμβασης είναι περισσότερα σε σχέση για παράδειγμα με την εφηβική ηλικία όπου οι δυσκολίες αυξάνονται. Στο σημείο αυτό είναι απαραίτητη η ουσιαστική και εποικοδομητική συνεργασία σχολείων με επιστημονικούς φορείς, διότι καταγράφονται στους κόλπους του σχολείου και περιστατικά τα οποία δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν από την εκπαιδευτική κοινότητα και μία λανθασμένη προσέγγιση αυτών των περιστατικών δύναται να έχει πολύ αρνητική έκβαση στο μέλλον. Συνεπώς, οι πολύ δύσκολες στον χειρισμό τους υποθέσεις δεν πρέπει να «κρύβονται κάτω από το χαλί» αλλά να αντιμετωπίζονται έγκαιρα από τους αρμόδιους. Τέλος, η στελέχωση των σχολείων από παιδοψυχολόγους που θα έχουν έναν ουσιαστικό ρόλο τόσο ως προς την ενημέρωση των γονέων όσο και ως προς την υλοποίηση προγραμμάτων που θα φέρουν τους μαθητές πιο κοντά, κρίνεται πολύτιμη.

Συνοψίζοντας, υπάρχουν αρκετά βήματα που μπορούν να γίνουν στο σύγχρονο σχολείο, με απώτερο στόχο την πρόληψη της νεανικής παραβατικότητας και την ενίσχυση της ανηλικότητας. Απαραίτητα στοιχεία κρίνω ότι είναι η ολιστική προσέγγιση του φαινομένου, η εποικοδομητική συνεργασία με επιστημονικούς φορείς και η ενδυνάμωση του ρόλου του σχολείου με συγκεκριμένες και στοχευμένες δράσεις από την οργανωμένη Πολιτεία.  

Διαβάστε ακόμα:

Νεανική παραβατικότητα στην Ελλάδα της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης – O ρόλος των επιμελητών ανηλίκων

Νεανικές Συμμορίες.

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Παν/μίου Αθηνών – Φιλόλογος. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός και είναι Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Παράλληλα, οργανώνει σεμιναριακά μαθήματα και δίνει διαλέξεις στο αντικείμενο της εξειδίκευσής της «Έγκλημα και Media». Συνεργάστηκε με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει τη συγγραφή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων: «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» & «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ», με Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας κ.Γιάννη Πανούση. Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αντικείμενο «Εγκληματολογία & ΜΜΕ». Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα, την αρθρογραφία και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts