Ο καθοριστικός ρόλος της πρόληψης στην καταπολέμηση της εγκληματικότητας – Υπόθεση Ασπασίας

aspasia

Ανάλυση Υπόθεσης/Case Study:

Απόπειρα δολοφονίας Ασπασίας από τον ίδιο τον πατέρα της στο Άργος, καλοκαίρι 2013

της Αγγελικής Καρδαρά. 

Μπορεί το έγκλημα να προληφθεί; Ποιος είναι ο ρόλος της πρόληψης στο πλαίσιο της αντεγκληματικής πολιτικής; Έχουν τα μίντια τη δυνατότητα να διαδραματίσουν ένα θετικό ρόλο στην κατεύθυνση της πρόληψης της εγκληματικότητας και πώς στην πράξη μπορεί αυτός ο στόχος να υλοποιηθεί;

Πολύ σοβαρά ερωτήματα, στα οποία επιχειρώ να δώσω απάντηση, αναλύοντας μια υπόθεση μεγάλου εγκληματολογικού ενδιαφέροντος που άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στην επιστημονική έρευνα και απασχόλησε εκτενώς τα ΜΜΕ.

Πρόκειται για την απόπειρα δολοφονίας της 17χρονης τότε Ασπασίας από τον πατέρα της που έλαβε χώρα τον Αύγουστο 2013 στο Άργος. Το κορίτσι σώθηκε ως εκ θαύματος και σήμερα με δύο σφαίρες σφηνωμένες στο κεφάλι, παλεύει για την αξιοπρεπή διαβίωσή του σε κέντρο αποκατάστασης. Ο πατέρας -δράστης αυτοκτόνησε μετά την τέλεση της αποτρόπαιης πράξης του.

Μέσα από τη συνέντευξη που πραγματοποίησα το περασμένο καλοκαίρι με τη μητέρα της Ασπασίας, κ. Σπυριδούλα Φατούρου, η οποία στέκεται άγρυπνος φρουρός όλα αυτά τα χρόνια δίπλα στην κόρη της, αναδείχθηκαν τρία πολύ σημαντικά μηνύματα, στα οποία πιστεύω ότι αξίζει να δώσουμε προσοχή, γιατί μπορεί να οδηγήσουν τη σκέψη αλλά και την έρευνα σε κάποιους νέους δρόμους.

Το πρώτο μήνυμα που αναδείχθηκε μέσα από τη συζήτηση με την κ. Φατούρου ήταν ότι η επιθετική συμπεριφορά και οι βίαιες «εκρήξεις» δύναται να οδηγήσουν ακόμα και στο έγκλημα, σε περιπτώσεις που δεν ελεγχθούν έγκαιρα.

Με μεγάλη ακρίβεια η κ. Φατούρου μου περιέγραψε τα «σημάδια» που προμήνυαν ότι το κακό δεν θα αργούσε να γίνει, αλλά, όπως η ίδια εμφατικά υποστήριξε, δεν τα αξιολόγησε την κατάλληλη στιγμή:

«Στη διάρκεια του έγγαμού βίου μας με χτύπησε 6 φορές. Την έβδομη φορά μου επιτέθηκε στην πλατεία Άργους, μπροστά σε κόσμο και η κόρη μας χίμηξε επάνω του σαν λιοντάρι. Όχι με μίσος για τον πατέρα της, αλλά με πολύ θυμό. Μέχρι εκείνη τη στιγμή έκανα τα αδύνατα δυνατά να μην καταλάβει κάτι το παιδί. Πέρα από τη σωματική βία, μου ασκούσε ψυχολογική βία. Με έκανε να αισθάνομαι ασήμαντη, ένα μηδενικό. Ότι εκείνος είναι πολύ σημαντικός και εγώ ένα τίποτα μπροστά του. Ήταν μηδενιστής. Απαξίωνε τους πάντες: τους άλλους γονείς, τους άλλους επαγγελματίες. Αυτός ήταν και κανένας άλλος».  

Είναι αξιοσημείωτο ότι η κ. Φατούρου μου είχε ζητήσει να περάσω μέσα από την δική της περιπέτεια ένα ηχηρό μήνυμα προς όλες τις γυναίκες που υφίστανται βία: «Όποια γυναίκα κακοποιείται, είτε σωματικά, είτε ψυχολογικά, να φύγει. Να φύγει γρήγορα».

Στις παραπάνω φράσεις θέλω να σταθώ και να αναδείξω τη βαρύτητά τους. Το βήμα, σαφώς, είναι πολύ δύσκολο. Ωστόσο, είναι αναγκαίο. Άλλωστε υπάρχουν φορείς, στις οποίες η γυναίκα μπορεί να καταφύγει, αναζητώντας βοήθεια και στήριξη μέχρι να σταθεί στα πόδια της. Ακόμα και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορούν να αποτελέσουν ένα δίχτυ προστασίας για τη γυναίκα που κινδυνεύει, λόγω της τεράστιας δύναμής τους. Πιο συγκεκριμένα, ειδικοί επιστήμονες –εγκληματολόγοι, δικηγόροι, ψυχολόγοι, ψυχίατροι- σε οργανωμένο επίπεδο και όχι μεμονωμένα, χρησιμοποιώντας τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορούν να συμβάλλουν στην εκστρατεία ενημέρωσης των γυναικών που κακοποιούνται, να τις καθοδηγήσουν στις ενέργειες που οφείλουν να ακολουθήσουν για να ξεφύγουν και να ανοίξουν ένα δίαυλο επικοινωνίας μαζί τους, ώστε να τις βοηθήσουν να καταπολεμήσουν το φόβο τους.

Εάν η γυναίκα αποφασίσει να μείνει και να υφίσταται την κακοποίηση, πρέπει να κατανοήσει ότι τόσο η δική της ακεραιότητα όσο και των παιδιών της κινδυνεύει, γιατί εύκολα μια σφαλιάρα μπορεί να μετατραπεί σε μια μαχαιριά ή σε έναν πυροβολισμό ακόμα και του παιδιού, όπως συνέβη στην περίπτωση της Ασπασίας. Εξίσου σοβαρές είναι η λεκτική και ψυχολογική βία που κρατούν την ψυχή «δέσμια», την χειραγωγούν και την τραυματίζουν.

Η κ. Φατούρου αποκάλυψε «ήμασταν πολλά χρόνια σε διάσταση, αλλά κάτω από την ίδια στέγη. Δεν έπαιρνα την απόφαση να φύγω». Αυτό είναι το μεγάλο βήμα που πολλές γυναίκες δεν κάνουν, γιατί συνήθως εγκλωβίζονται στη συνήθεια της σχέσης και στην υποτιθέμενη ασφάλεια που τους παρέχει, με το οικονομικό κομμάτι να είναι αυτό που τις κρατάει «δέσμιες», ειδικά όταν δεν εργάζονται. Η γυναίκα που βιώνει ανάλογες καταστάσεις πρέπει πρώτα να βοηθηθεί να βγει από την «ψυχολογία του θύματος» και να αισθανθεί ότι της αξίζει μια καλύτερη ζωή, έστω και χωρίς την οικονομική στήριξη του συζύγου.

Κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ και σε ένα άλλο σημείο που μου έκανε εντύπωση και με προβλημάτισε έντονα, από τα λόγια της κ. Φατούρου. Το σημείο αυτό αφορά το «παγωμένο» βλέμμα αυτού του ανθρώπου, όπως ακριβώς το περιγράφει η κ. Φατούρου:

«Αυτό που με τρόμαζε, πέρα από την επιθετικότητά του, και όταν το σκέφτομαι ανατριχιάζω, είναι το βλέμμα του. Είχε ένα σκοτεινό βλέμμα. Ένα βλέμμα που έδειχνε ότι είναι ικανός για τα πάντα». 

Ένα βλέμμα με το οποίο έρχονται αντιμέτωπες όλες οι γυναίκες που υφίστανται βία και οφείλει έγκαιρα να τις οδηγήσει σε λήψη αποτελεσματικών μέτρων πρόληψης.

Θα έλεγα ότι η σχέση βίας-εγκληματικής πράξης δεν είναι νομοτελειακή, αλλά είναι ένα στοιχείο που οφείλει να προβληματίσει, γιατί ακόμα κι αν δεν οδηγήσει στο έγκλημα, είναι από μόνη της μια ποινικά κολάσιμη πράξη που δεν πρέπει να γίνεται ανεκτή. Πρέπει να γίνει απολύτως κατανοητό από τα θύματα ότι η παθολογική ζήλια και η κακοποίηση δεν πηγάζουν από την αγάπη και το αληθινό ενδιαφέρον του θύματος γιατί θεωρώ ότι και αυτή είναι μια συνηθισμένη παρανόηση που οδηγεί το θύμα στην ανοχή και εν τέλει αποδοχή τέτοιων συμπεριφορών.

Συμφωνα με την κ. Φατούρου, η επιθετική συμπεριφορά στη διάρκεια του έγγαμου βίου -σωματική κακοποίηση και ψυχολογική βία- και εκρήξεις θυμού όσο το ζευγάρι ήταν σε διάσταση ήταν τα πρώτα «μηνύματα», τα οποία ωστόσο δεν αξιολογήθηκαν έγκαιρα.

Το τελευταίο χρονικό διάστημα πριν την τέλεση της πράξης μια επιθετική στάση του πατέρα προς την ίδια την κόρη, στην οποία μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε άψογη συμπεριφορά, σηματοδοτούν κατά την άποψή μου την αρχή του τέλους. Είναι χαρακτηριστικό ότι το τελευταίο καιρό, ο πατέρας σύμφωνα με τα λεγόμενα της κ. Φατούρου, έβριζε την κόρη, της απέδιδε ευθύνες, ενώ η φράση που της είπε στο τηλέφωνο λίγο καιρό πριν τελέσει το έγκλημα «τσακίσου κι έλα σπίτι. Με πρόδωσες» δείχνει ακριβώς την ψυχοσύνθεσή του.

Θα σταθώ στη λ. «προδοσία». Το ρήμα που χρησιμοποίησε φέρει ένα τεράστιο συμβολικό βάρος που πρέπει να αξιολογηθεί ερευνητικά. Σύμφωνα με την δική του διαστρεβλωμένη κοσμοθεωρία, η κόρη του τον πρόδωσε και ματαίωσε όλες τις προσδοκίες που είχε από εκείνη.

Η προδοσία ήταν αρκετή για να φτάσει στο έγκλημα; Ναι, πιστεύω ότι η σκέψη πως η κόρη του τον πρόδωσε σε συνδυασμό με τη διαταραχή από την οποία, ενδεχομένως έπασχε, είχε ως αποτέλεσμα να οργανώσει στο μυαλό του την πορεία προς την εγκληματική πράξη. Νιώθει προδομένος από την κόρη του, διακατέχεται από ακραία συναισθήματα για την εν διαστάσει σύζυγό του -μίσους και πάθους- και καταρρέει όλος ο κόσμος του, ο «απατηλός κόσμος ευτυχίας» που ήθελε να παρουσιάσει στους γύρω του.

Ενδεχομένως, κάποια λόγια που του είπαν συντοπίτες του -όπως δυστυχώς γίνεται σε ανάλογες περιπτώσεις, όπου ο στενός ή ευρύτερος κοινωνικός περίγυρος παρεμβαίνει συνήθως με αρνητικό τρόπο και επιδρώντας δυσμενώς σε μια ήδη βεβαρημένη ψυχοπαθολογία- τον επηρέασαν περισσότερο οδηγώντας τον στην πεποίθηση ότι πράττει το «σωστό» και επιβάλλει το «δίκιο» με όσα σχεδίαζε να κάνει.

Όπως επεξηγεί η κ. Φατούρου, η γνώμη του κόσμου ήταν εξαιρετικά σημαντική για εκείνον και εδώ η κ. Φατούρου ανέδειξε ένα ακόμα μείζον θέμα: την ανοχή της τοπικής κοινωνίας που βλέπει νοσηρές καταστάσεις, αλλά συχνά όχι μόνον δεν παίρνει θέση, αλλά τις καλύπτει και συγκαλύπτει. Αυτό είναι το δεύτερο μήνυμα, το οποίο αναδείχθηκε από το κείμενο: ότι οι κλειστές κοινωνίες πρέπει να μιλούν και να στηρίζουν τις γυναίκες που υφίστανται βία. Αλλιώς, σε ηθικό τουλάχιστον επίπεδο, γίνονται συνένοχοι στο έγκλημα.

Τρίτο σημείο που αναδείχθηκε είναι η έγκαιρη διάγνωση και θεραπευτική παρέμβαση όσον αφορά τον έλεγχο του θυμού. Συνεπώς, είναι σημαντικό το κοντινό περιβάλλον του -οικογενειακό, φιλικό- να αναγνωρίσει το πρόβλημα και να δει πώς θα βοηθήσει το άτομο να αντιμετωπίσει καταστάσεις που ξεφεύγουν από τον έλεγχό του και αδυνατεί να διαχειριστεί, προτού εξελιχθεί σε επικίνδυνη προσωπικότητα.

Συνοψίζοντας, τα σημεία που πρέπει να απασχολήσουν οικογένειες που βιώνουν τέτοιες νοσηρές συμπεριφορές είναι η έγκαιρη πρόληψη και αναζήτηση στήριξης από επίσημους φορείς, καθώς και ψυχολογική ή ψυχιατρική βοήθεια. Μια γυναίκα που για τον οποιονδήποτε λόγο αισθάνεται φόβο, είτε εξαιτίας μιας επιθετικής συμπεριφοράς, είτε εξαιτίας ψυχολογικής βίας, να μιλήσει έγκαιρα και να ζητήσει την κάθε πιθανή βοήθεια που μπορεί να λάβει. Επομένως, το σημαντικό μήνυμα είναι να μη φοβούνται και μην ανέχονται τη νοσηρότητα στη σχέση τους, για οποιονδήποτε λόγο.

Θα κλείσω το σημερινό κείμενο, με κάποιες σκέψεις μου και μια ευχή. Λένε ότι οι άνθρωποι που χαμογελάνε, πηγαία, έχουν βαθιά καλοσύνη μέσα τους και τεράστια δύναμη ψυχής. Η Ασπασία χαμογελούσε διαρκώς πριν την απόπειρα δολοφονίας εις βάρος της από τον ίδιο της το πατέρα κι έκανε όνειρα για ένα υπέροχο μέλλον. Η Ασπασία χαμογελά και σήμερα, παρά τον καθημερινό αγώνα ζωής που δίνει. Πρότυπό της η δημοσιογράφος Αγγελική Νικολούλη, την οποία θαύμαζε και παρακολουθούσε ανελλιπώς στις εκπομπές της, ενώ ονειρευόταν να γίνει εγκληματολόγος.

Εύχομαι να μεριμνήσει η οργανωμένη Πολιτεία ώστε αυτό το παιδί και όλα τα παιδιά-θύματα εγκληματικών ενεργειών να έχουν μια αξιοπρεπή διαβίωση και κάποτε να μπορέσουν να κυνηγήσουν τα όνειρα που τόσο άδικα στερήθηκαν.

aspasia6-1300-667x400

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Παν/μίου Αθηνών – Φιλόλογος. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός και είναι Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Παράλληλα, οργανώνει σεμιναριακά μαθήματα και δίνει διαλέξεις στο αντικείμενο της εξειδίκευσής της «Έγκλημα και Media». Συνεργάστηκε με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει τη συγγραφή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων: «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» & «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ», με Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας κ.Γιάννη Πανούση. Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αντικείμενο «Εγκληματολογία & ΜΜΕ». Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα, την αρθρογραφία και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts