Ο Λεωνίδας της Παξινού και της Κάλλας, του Κουν και της Μελίνας…

LEONIDAS-112

του Βασίλη Μπουζιώτη.

Μεσημέρι Πέμπτης. Μια μέρα πριν ξεκινήσω για Επίδαυρο. Τρέχω… μαραθώνιο, αλλά βρίσκω λίγο χρόνο να ψάξω να βρω το παλιό κομμάτι μου για τον ιστορικό πλέον «Λεωνίδα» του Λυγουριού, που ξεκίνησα να το γράφω με συγκίνηση για το Έθνος της Κυριακής, το… αναθέρμανα τρυφερά για το Mediasoup και το ξανάπιασα τώρα για το νέο, δυνατό site του φίλου μου Δημήτρη Καλαντζή postmodern. Από το βράδυ που τον πρωτοπήγα εκεί, πηγαίνουμε ξανά και ξανά, με λαχτάρα… Γιατί ο «Λεωνίδας» είναι «μανία». Θα αποκαλύψω ότι ένα μεσημέρι Παρασκευής που ετοιμαζόμασταν για Επίδαυρο, του είπα μήπως το αφήναμε αφού είχα πληροφορηθεί ότι η παράσταση δεν ήταν τόσο καλή… «Ας πάμε μόνο για τον Λεωνίδα!», συμφωνήσαμε τελικά. Ένα άλλο βράδυ, ενώ βλέπαμε μια αδιάφορη παράσταση, γύρισα και του είπα «Κεφτεδάκια ή ψητό;». Και γελάσαμε «πνιχτά», πάνω στην κορύφωση του δράματος!

Μια ζωή στον «Λεωνίδα» με θυμάμαι. Από μικρό παιδί με τη μαμά μου, την αδελφή μου, με φίλους καλούς, με ανθρώπους που δεν είναι πια μαζί μας, με έρωτες που τέλειωσαν… Μνήμες-μνήμες-μνήμες. Ατέλειωτες. Γλυκές και πικρές. Με γέλια και χαρές. Με άγχη και αγωνίες… Γερνάω μαμά-στον Λεωνίδα.

Ο κύριος Λεωνίδας βάρυνε, μα όποτε τον πετυχαίνω, σκάει ένα μεγάλο χαμόγελο. Η κυρία Κάκια στα…τσουκάλια της πάντα, ενεργή και γλυκιά. Πόσο μεγάλωσαν και ο Νίκος με τον Γιώργο, τα παιδιά τους… Όλα μπορεί να χάνονται, το περίφημο «Ρεζερβέ Μπουζιώτης» όμως είναι πάντα εκεί και μου γλυκαίνει την καρδιά… Με το που τον βλέπω κάθε φορά να με περιμένει, χαμογελώ – εντάξει καμιά φορά φεύγει και κανένα δάκρυ…

Η Επίδαυρος θέλει τον Λεωνίδα της!

Και η Επίδαυρος θέλει τον… Λεωνίδα της. Γιατί δεν είναι απλά ένα στέκι, είναι «θεσμός». Και όποιος έχει πάει έστω και μια φορά σ’αυτόν, το γνωρίζει πολύ καλά. Γίνεται «σπίτι» σου πριν το καταλάβεις και οι άνθρωποί του, ο Λεωνίδας, η Κάκια, ο Νίκος, ο Γιώργος, οι γυναίκες και τα παιδιά τους, είναι πια οικογένεια όλων μας. Πάμε να το… πιάσουμε από την αρχή το νήμα όμως; Πρέπει να γυρίσουμε στο καλοκαίρι του ‘54.

Καλοκαίρι του ’54 κι ο Λεωνίδας Λιακόπουλος είναι στο ζεστό, μα και φιλόξενο καφενείο του στο Λυγουριό ,που βρίσκεται πέντε χιλιόμετρα απ’ το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου. Δεν υπάρχει ρεύμα ούτε τηλέφωνο, αφού δεν υπάρχουν καν δρόμοι… Αυτοκίνητα δεν περνούν, μα ξαφνικά εμφανίζεται η περίφημη… «Μαρμάρω», το λεωφορείο του Εθνικού Θεάτρου. Οι ηθοποιοί βρίσκουν κατάλυμα στο καφενείο του Λεωνίδα αλλά και στα σπίτια του χωριού… Η Κατίνα Παξινού ρίχνει την ιδέα να μπει και κανένα φαγητό στο τσουκάλι, για να μη μείνει ο θίασος νηστικός και είναι η ίδια που μαθαίνει την Κάκια, εικοσάχρονο κορίτσι τότε, να μαγειρεύει… Πενήντα χρόνια μετά, ο Λεωνίδας με την Κάκια διατηρούν τη ζεστή, φιλόξενη ταβέρνα τους στο Λυγουριό, που’ ναι πια σημείο κατατεθέν και «στέκι» μοναδικό για τους απανταχού θεατρόφιλους κι όχι μόνο… Γεμάτη από μνήμες η ταβέρνα. Για τον Λεωνίδα και την Κάκια-που μαγειρεύει πάντα αυτές τις μοναδικές συνταγές που της έμαθε η Παξινού-, για χιλιάδες ηθοποιούς- σκηνοθέτες – σκηνογράφους – μουσικούς – τεχνικούς που γεννήθηκαν αλλά κι ανδρώθηκαν εκεί και για τον γράφοντα. Δεκαετία του’80 και στην… «παραλία»- το χώρο που βρισκόταν απέναντι απ’το μαγαζί, με τραπέζια που είχαν θέα το χωριό και που πια δεν υπάρχει-γνωρίζω επιτέλους από κοντά τον Κάρολο Κουν. Η Λιλάντα Λυκιαρδοπούλου μας συστήνει και εκείνος, ευγενής και καπνιστής πάντα, σηκώνεται με το τσιγάρο στο χέρι και με χαιρετά. Τα πόδια μου κόβονται… Κι έπειτα έρχονται μνήμες με τη Μελίνα να… τσιμπολογάει πατάτες με τα χέρια, τον Μινωτή να μιλά δυνατά για το που πάει το θέατρο, τον Μίμη Κουγιουμτζή να παίζει ένα καυτό μεσημέρι του Αυγούστου τάβλι, την Καρέζη μελαγχολική απ’ την αρρώστιά της να καμαρώνει το ντεμπούτο του Κωνσταντίνου της στην Επίδαυρο, τη Λυδία Κονιόρδου να μπαίνει αγκαλιά με τον Τσιάνο, μετά την ιστορική τους «Ηλέκτρα»… Κι έπειτα… νόστιμοι κεφτέδες και κρασιά, πηγαδάκια και… κοινωνική-θεατρική κριτική, γλυκά και καφέδες, ψωμί με φρέσκο μέλι… Πρωινά, απογεύματα και ατέλειωτα ξενύχτια… Μέχρι πρωίας! Οι μνήμες όλων μας πολλές. Κυρίως όμως αυτές του κύριου Λεωνίδα και της κυρίας Κάκιας του, που γιόρτασαν τα πενηντάχρονα του «Λεωνίδα» τους και φίλεψαν ακριβές μνήμες μαζί με φωτογραφίες απ’ τα περασμένα…

13879445_10209309398525927_9062738394841170710_n

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΚΑΙ ΚΑΚΙΑ ΛΙΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

«Η Παξινού ακουγόταν ως το πάρκινγκ!»

«Παξινού δεν ξαναγεννιέται! Μοναδική ηθοποιός, μοναδικό πλάσμα… Και τι φωνή! Ακουγόταν μέχρι κι έξω, το πάρκινγκ… Βρες μου σήμερα τέτοια ηθοποιό… Τη λατρέψαμε απ’ τον πρώτο καιρό που ήρθε. Έξω καρδιά! Με χιούμορ τρομερό. Και τι μαγείρισσα! Πολυτάλαντη… Εκείνη έμαθε την Κάκια να μαγειρεύει. Εικοσάχρονο κορίτσι τότε, ήξερε δύο-τρία φαγητά απ’ τη μάνα της. Η Παξινού της έδειξε τα μυστικά της μαγειρικής. Έμπαινε πίσω απ’ τον πάγκο και τις έδειχνε τις δόσεις, το πόσο πρέπει να βραστεί ή ψηθεί ένα φαγητό για να ‘ναι πιο νόστιμο… Της άρεσε πολύ να παίζει και χαρτιά… Έχω ακόμα μια τράπουλά της. Ενθύμιο μεγάλο! Της φώναζε ο Μινωτής: φτάνει πια! Εκείνη κουνούσε το κεφάλι κοροϊδευτικά και δεν σταματούσε το παιχνίδι… Άστον να λέει, μου ’γνεφε… Είχε λατρεία στον ανιψιό της, τον Αλέξανδρο Αντωνόπουλο. Πως τον τάιζε. Ακόμα έχω στο μυαλό μου την εικόνα της. Και έπειτα τάιζε όλους τους ηθοποιούς… Έλα να τους σερβίρουμε, έλεγε στην Κάκια κι έβαζε χορταστικές μερίδες στα πιάτα τους… Να καρδαμώσουν για να παίζουν καλύτερα, έλεγε γελώντας. Την ξεχώρισα απ’ όσους ήρθαν αυτά τα πενήντα χρόνια. Ξεχώρισα και το Θάνο Κωτσόπουλο -μεγάλος ηθοποιός!- που μας πάντρεψε με την Κάκια και αργότερα βάφτισε και το Νίκο μας… Έγιναν πολλές κουμπαριές στο χωριό. Δεν υπήρχαν ξενοδοχεία και τους κοιμίζαμε στα σπίτια μας τους ηθοποιούς. Γίναμε μια οικογένεια κι έτσι ήρθαν και οι κουμπαριές… Ο Αλέξης Μινωτής; «Σφιχτοχέρης» μεγάλος. Πόσο χρωστάω, με ρώταγε. Χίλιες τριακόσιες κύριε Μινωτή, του απαντούσα… Με …γδέρνεις, μου έλεγε κοιτώντας με στα μάτια… Και μου έδινε ένα χιλιάρικο! Μεγάλος ηθοποιός όμως. Οιδίπους επι Κολωνώ και Τύραννος δεν ξαναγίνονται! Θυμάμαι και τον Νέζερ… Δεν ήξερε να διαβάζει. Του μάθαινε το ρόλο λέξη-λέξη η γυναίκα του η Μερόπη με τις ώρες. Κι εκείνος για να την ευχαριστήσει την τάιζε στο στόμα… Ο Μάνος Χατζιδάκις; Σπουδαίος συνθέτης. Έτρωγε κι έπειτα πήγαινε να κοιμηθεί πάνω… Ροχάλιζε! Ο Μίκης Θεοδωράκης, μεγάλος συνθέτης κι αυτός. Του αρέσει πολύ το φαγητό, οι νοστιμιές της Κάκιας! Η Μελίνα έμπαινε μέσα, πληθωρική κι έντονη και έλεγε στη γυναίκα μου «βάλε μου». Τρελαινόταν για το γιουβέτσι της και δεν χρειαζόταν να της πει τι φαγητό ήθελε… «Βάλε μου»! Κι όταν της πήγαινα το πιάτο και ήθελε να αστειευτεί μου’λεγε «Ρε, την πιο άσχημη μερίδα μου έβαλες» και ξέσπαγε σ’ αυτά τα γέλια τα δυνατά που δεν θα ξεχάσω ποτέ… Ο Κουν; Ψυχούλα μοναδική! Δεν σταματούσε να καπνίζει. Κι όλο «ταξίδευε»… Μιλούσε, έτρωγε μα δεν ήταν ποτέ απόλυτα …παρών!»

«Ποια φιγούρα φέρνω έντονα στο μυαλό μου; Αυτή της Μαρίας Κάλλας που είχε προκαλέσει κοσμοσυρροή στο αρχαίο θέατρο… Το ’59 και το ’61 με Νόρμα και Μήδεια! Πόσο έντονη προσωπικότητα, πέρα από συνταρακτική καλλιτέχνιδα! Αγέρωχο βλέμμα. Καθόταν στο γωνιακό τραπέζι του Μινωτή που ήταν σκηνοθέτης της και κοιτούσε έντονα… Πήγαινε στο κότερο του Ωνάση που ήταν στην Παλαιά Επίδαυρο και μου θύμιζε εγκλωβισμένο λιοντάρι στο κλουβί! Ο Τσαρούχης; Ψυχούλα, σαν τον Κουν. Είχε σάκχαρο, αλλά ήθελε να κάθεται πλάι στη βιτρίνα με τα γλυκά μας για να… γλυκαίνεται «νοερά». Ήρθε κι η Αλίκη Βουγιουκλάκη. Πανέξυπνο πλάσμα. Τσιμπολογούσε απ’ τα πιάτα και ενώ μιλούσε με την Κάκια γυρνάει και μου λέει: Το βλέπεις εκείνο το τραπέζι των δημοσιογράφων; Με… θάβουν! Προσιτός άνθρωπος, γλυκός κι οικείος. Και πόσο έξυπνη! Η Καρέζη ήταν πιο κλειστός άνθρωπος, πιο εσωστρεφής… Τη θυμάμαι, μετά από παράστασή της να παρηγορεί τον Κωνσταντίνο της μετά από ένα χωρισμό του… Η μάνα πίσω απ’ την σταρ. Κι έπειτα, λίγο πριν φύγει, που’ χε έρθει να τον δει με το Θέατρο Τέχνης, πόσο θλίψη είχε το κοίταγμά της και πόσο καμάρι για το αγόρι της…»

«Αν βρίσκω κάποια ικανή ηθοποιό που να πλησιάζει το μέγεθος του ταλέντου της Παξινού; Δεν μου αρέσουν οι συγκρίσεις, ο καθένας είναι μοναδικός. Αλλά σημαντικότατη ηθοποιό θεωρώ τη Λυδία Κονιόρδου-και τι γλυκός άνθρωπος-,όπως και την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη… Προχωράνε καλά».

13882364_10209309398765933_5600332938820521910_n

«ΕΜΕΙΣ ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΟΥΤΕ ΣΟΛΩΜΟΥΣ, ΟΥΤΕ ΑΣΤΑΚΟΥΣ!

«Εμείς δεν έχουμε ούτε… σολωμούς, ούτε… αστακούς», λένε με μια φωνή η κυρία Κάκια με τον κύριο Λεωνίδα. «Ό,τι τρώει ο τελευταίος… θνητός απ’ τα χέρια της κυρίας Κάκιας, αυτό θα φάει κι ο… πρωθυπουργός!». Και αυτή είναι η αλήθεια. Το… μενού του «Λεωνίδα» αποτελείται από φαγητά μαγειρευτά σε γενικές γραμμές -πεντανόστιμα γεμιστά, υπέροχα μπριάμ, κρέατα… λουκούμια, θαυμάσιες μακαρονάδες, ξεροψημένες πατάτες κλπ- τα οποία …έκλεψαν και αρκετούς έλληνες αλλά και ξένους πολιτικούς! «Και ξέρεις ποιο είναι το …μυστικό μας;» μου λέει η κυρία Κάκια. «Η πρώτη ύλη μας, το λάδι του παππού Λεωνίδα που κάνει τα φαγητά μας λουκούμια!». Πολλοί έχουν υποκύψει στις μαγειρικές της ικανότητες. Απ’ τον Φρανσουά Μιτεράν, τον Ανδρέα Παπανδρέου, το Χαρίλαο Φλωράκη έως τον Σημίτη, την Ντόρα Μπακογιάννη και την Όλγα Γεροβασίλη. «Όχι, δεν τους φροντίσαμε ξεχωριστά. Όλους τους αντιμετωπίζουμε το ίδιο, με σεβασμό κι αγάπη κι αυτό μας έχει κάνει τόσο αγαπητούς…». Ο κύριος Λεωνίδας είναι απόλυτος σ’αυτό. Και στα χρόνια που πηγαίνω να φάω στο μαγαζί του μετά τις παραστάσεις, το’ χω δει να γίνεται έργο αυτό το «Ό,τι τρώει ο τελευταίος… θνητός απ’ τα χέρια της Κάκιας, αυτό θα φάει κι ο… πρωθυπουργός». Κι όλοι ενθουσιάζονται!

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ ΚΑΙ Η… ΣΚΥΤΑΛΗ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ!

Οικογενειακή υπόθεση ο «Λεωνίδας». Ο κύριος Λεωνίδας είναι πανταχού παρών, παίρνει παραγγελίες, έχει ένα ζεστό λόγο για όλους, φροντίζει για το παραμικρό, αστειεύεται… Η κυρία Κάκια μαγειρεύει ασταμάτητα, αλλά με πολύ κέφι και μεράκι κι έτσι ζεστά σερβίρει ακόμα και όταν οι ουρές στον πάγκο της γίνονται τεράστιες κι… απαιτητικές. Ο Νίκος κι ο Γιώργος τα δύο παλικάρια τους, μπορεί να δουλεύουν κι οι δύο ως δάσκαλοι, μα τα καλοκαίρια δουλεύουν πλάι στους γονείς τους… Εκεί, στον «Λεωνίδα», γεννήθηκαν, εκεί έπαιξαν ανάμεσα σε μεγάλους σκηνοθέτες κι ηθοποιούς, εκεί ανδρώθηκαν, εκεί παντρεύτηκαν, εκεί έκαναν τους δικούς τους πολύ όμορφους… Λεωνίδες, εκεί παραμένουν σταθεροί και αποτελεσματικοί… «Διακοπές; Μην ξύνεις πληγές», μου λέει ο Νίκος, που παίρνει πάντα τις πρώτες… κριτικές-θετικές ή αρνητικές-απ’ τους πελάτες του μαγαζιού κι έχει κι άποψη-θέση αρτιότερη από πολλών… ειδημόνων. Προικιό απ’τον Λεωνίδα και την Κάκια κι αυτό.

«Βλέπαμε όλες τις παραστάσεις από τις πρόβες», μου λέει εκείνη «και μας ρωτούσαν με αγωνία οι ηθοποιοί. Τους ενδιέφερε η γνώμη ενός θεατή εκτός χώρου». «Η Παξινού έμπαινε μετά την παράσταση» συμπληρώνει εκείνος και μου έλεγε με το γνωστό τρόπο της «τι είπανε ρε οι χωρικοί; Αυτοί ξέρουν να κρίνουν καλά, όχι οι άλλοι». Καθώς φεύγω εύχομαι στον κύριο Λεωνίδα να τα εκατοστήσει ο ζεστός «Λεωνίδας» του. «Το εύχομαι να προχωρήσουν όλα καλά… Μεγάλωσα κι εγώ κι η Κάκια και δίνουμε σκυτάλη στα παιδιά και τα εγγόνια μας. Όσο αντέχουμε όμως είμαστε εδώ, παρόντες… Με αγάπη για τον κόσμο μας».

The following two tabs change content below.
Αστική ζωή, ιστορία, πρόσωπα, τέχνη και πολιτισμός, αφορμές για επανατοποθετήσεις και καταβυθίσεις στην ανθρώπινη σκέψη. Οι αναρτήσεις του postmodern δημοσιοποιούνται σε περιβάλλον Creative Commons 4, που απαγορεύει την εμπορική τους χρήση, αλλά επιτρέπει την ακέραιη αναπαραγωγή τους με αναφορές στον συντάκτη και την ιστοσελίδα.

Comments

comments

Related Posts

Recent Posts