Ο σκληρός κόσμος των εξαρτήσεων: Γ’ Μέρος, Συνέντευξη με νεαρή που μπήκε στη χρήση κατά την εφηβεία της

της Αγγελικής Καρδαρά.

Συνεχίζουμε και ολοκληρώνουμε το σκληρό θέμα των εξαρτήσεων που επιχειρούμε να προσεγγίσουμε στο pm μέσα από τις συγκλονιστικές ιστορίες ζωής συνανθρώπων μας (βλ. σχετικά το Α’ Μέρος: Βιοαφήγηση τοξικοεξαρτημένου και Β’ Μέρος: Όσο κυλάει το δηλητήριο μέσα μας).

Θα επανέλθουμε ασφαλώς στο πολύ σοβαρό αυτό ζήτημα που απαιτεί συνεχή διερεύνηση. Στο Τρίτο Μέρος, εξετάζουμε το θέμα από την πλευρά μίας νεαρής κοπέλας η οποία βρέθηκε στην εφηβεία της στον πολύ σκληρό κόσμο των ναρκωτικών. Αναλύοντας τη συνέντευξη, προβληματίζομαι σχετικά με το εάν και το πώς αυτές οι πληγές της ψυχής μπορούν να επουλωθούν. Όπως θα διαπιστώσετε, το κορίτσι να αναγκάστηκε να φτάσει σε ακραία σημεία, «πούλησε» σώμα και ψυχή για τη δόση της, αλλά όταν την ρωτάει ο συνεντευκτής τι θα ήθελε στη ζωή της, απαντάει ότι θα ήθελε «να έχει φίλες». Η συγκεκριμένη απάντηση με συγκινεί βαθιά, γιατί αποδεικνύει ότι η ψυχή ενός παιδιού, όσο κι αν τραυματιστεί, δεν χάνει ποτέ το κομμάτι εκείνο της αθωότητας που συνάδει με την ανηλικότητα, ούτε την ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα βγει από το αδιέξοδο και θα βρει τον χαμένο δρόμο της. Η ανήλικη ψυχή αναζητά μία φίλη που θα αποτελέσει το στήριγμα για να περάσει στην απέναντι όχθη και να απολαύσει τις  μικρές αλλά ουσιαστικές χαρές και στιγμής της ζωής, όπως είναι μία βόλτα με φίλους και μία αγκαλιά.

Να αναφέρω στο σημείο αυτό ότι και αυτή η συνέντευξη αντλείται από το πολύτιμο υλικό του Ομ. Καθηγητή Εγκληματολογίας Παντείου Πανεπιστημίου, κ. Αντώνη Μαγγανά, στο πλαίσιο της συνεργασίας μας, με στόχο την ενημέρωση και ευαισθητοποίηση του κοινού για ζητήματα υψηλού εγκληματολογικού ενδιαφέροντος. Η εργασία εκπονήθηκε στο μάθημά του Καθηγητή, με τίτλο  ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ II, στο ΤΜΗΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ του Παντείου (προπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών), τον Ιούνιο του 2014, από τον κ. Κατσίπη Ανάργυρο-Παναγιώτη. Ο κ. Κατσίπης επισημαίνει στην εισαγωγή του: «Στο πλαίσιο της εργασίας που μας ανατέθηκε για το μάθημα ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΙΙ αποφάσισα να πραγματοποιήσω συνάντηση με την ανήλικη, 18 χρονών πλέον [….] η οποία κατάγεται από […] και ζει στην Ελλάδα τα τελευταία […] χρόνια. Επιδίωξα να πραγματοποιήσω συνάντηση μαζί της λόγω του γεγονότος ότι γνώριζα από [αναφορά σε κοινούς φίλους] ότι έκανε χρήση ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα χαπιών έκσταση, χασίς και ηρωίνη. Το γεγονός ότι γνωριζόταν με [αναφορά στους κοινούς φίλους] από το Internet café της περιοχής, με διευκόλυνε στο να αποκτήσω την εμπιστοσύνη της και να κανονίσουμε τη συνάντηση για να μου μιλήσει για την έως τώρα πορεία της ζωής της και τον παράνομο βίο της. Οι ερωτήσεις που της έκανα ήταν ανοιχτές και έτσι της έδωσα τη δυνατότητα να μου μιλήσει για αυτήν. Πολλά από αυτά που μου είπε μου φάνηκαν υπερβολικά, αλλά δεν την διέκοψα για να μην χάσω την εμπιστοσύνη της».

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

  • Πότε ήρθες στην Ελλάδα; Πες μας δύο λόγια για το πώς βρέθηκες εδώ.

Ήρθα στην Ελλάδα πριν από […] χρόνια. Ήρθα μόνη μου και πήγα στη μαμά μου που δούλευε ήδη εκεί σε ένα ξενοδοχείο ως καθαρίστρια (αναφορά στο νησί). Έκατσα στο νησί 4 μήνες και μετά ήρθαμε μαζί στην Αθήνα. Η μάνα μου ήταν ήδη 13 χρόνια στην Ελλάδα. Εγώ όλο αυτό το διάστημα έμενα με τη γιαγιά μου (αναφορά στη χώρα καταγωγής της). Ο μπαμπάς μου έχει άλλο παιδί. Οι γονείς μου είναι χωρισμένοι και ο πατέρας μου έχει ξαναπαντρευτεί. Η μητέρα μου έμαθε ότι έχω μπλέξει με ναρκωτικά από τον πατέρα μου που την πήρε τηλέφωνο και έτσι ήρθα στην Ελλάδα για να είμαι κοντά της. Δεν είμαι σίγουρη αν έχω χαρτιά, αν και αφού έχει η μητέρα μου θα έχω  και εγώ (αυτό δεν μπόρεσα να το επιβεβαιώσω). Οι Έλληνες με δέχτηκαν καλά, αλλά θα ήθελα να γυρίσω κάποια στιγμή στη χώρα μου. Με τη μητέρα μου σκεφτόμαστε να πάμε και (αναφορά σε άλλη χώρα). Σχολείο πήγαινα στη χώρα μου, αλλά το σταμάτησα. Ήθελα ένα χρόνο για να το τελειώσω (προφανώς εννοεί ότι θα τελείωνε το αντίστοιχο Ελληνικό Γυμνάσιο).

  • Πότε ήταν η πρώτη σου επαφή με τα ναρκωτικά;

Η πρώτη μου επαφή με τα ναρκωτικά έγινε όταν ήμουν 12 ετών. Ξεκίνησα με χασίς και πολύ σύντομα έμαθα και τα χάπια. Στα 13 μου ξεκίνησα πρέζα. Δεν ήθελα, με ανάγκασαν κάποιοι στη χώρα μου. Ξέρεις πώς είναι αυτά. Αν ξεκινήσεις με χάπια και τσιγαριλίκια, μετά θες να δοκιμάσεις και άλλα, αλλά και να μην ήθελες, όπως εγώ, δεν σε αφήνει η παρέα να μην πάρεις. Είχαν γίνει πολύ πιεστικοί. Έτσι ξεκίνησα και εγώ. Ήταν την περίοδο που εξαιτίας του χωρισμού των γονιών μου και της απουσίας της μητέρας μου στην Ελλάδα και επειδή  μου την είχε βαρέσει και ο πατέρας μου που είχε ξαναπαντρευτεί, εγώ μόνο τα παιδιά είχα παρέα και τη γιαγιά μου. Για να βρω λεφτά για την χρήση ζητιάνευα στο δρόμο και όταν έκανα πρέζα το ίδιο έκανα, έβρισκα χρήματα από την τράκα. Ζήταγα από τον κόσμο. Άμα καθόμουν από το πρωί έως το απόγευμα έβγαζα 20-30 ευρώ που μου έφταναν για τη χρήση. Ζητούσα χρήματα για εισιτήρια που έκαναν 60 λεπτά. Με έπιασαν αργότερα, γιατί πήγαινα με άντρες. Αυτό έγινε λίγο καιρό μετά την άφιξη μου στην Ελλάδα, στα 16 μου. 5-6 φορές το έχω κάνει να πάω με άντρες για χρήματα για να βγάλω τα λεφτά για την πρέζα.

  • Πες μου δύο λόγια για εκείνη την περίοδο (της πορνείας και της σύλληψης).

Με έπιασαν (αναφορά σε περιοχή της Αθήνας). Τότε είχα φύγει από το σπίτι και έμενα με άλλους χρήστες, αγόρια και κορίτσια. 6-7 μήνες έμενα στο δρόμο ή σε κάνα φιλαράκι. Μετά έπιασε κρύο και αρρώστησα από ηπατίτιδα και με πήγαν στο Νοσοκομείο. Ήταν άσχημη η φάση να μένεις στο δρόμο. Εγώ κοιμόμουν [αναφορά σε περιοχή]. Αφού βγήκα από το νοσοκομείο με βίασαν [αναφορά σε περιοχή], με πήγαν σε ένα εργοστάσιο, μου έκλεψαν τα λεφτά και το κινητό, με χτύπησαν και με παράτησαν εκεί. Από αυτά τα παιδιά που το έκαναν ήξερα το κορίτσι που ήταν μαζί τους. Μετά από αυτό δεν άντεξα και ζήτησα βοήθεια από πρόγραμμα απεξάρτησης. Μου ζήτησαν να ενημερώσω τη μητέρα μου και να δηλώσω συμμετοχή σε πρόγραμμα απεξάρτησης. Η μητέρα μου δεν με πιστεύει και παρά τις προσπάθειες να κλείσω ένα ραντεβού στο πρόγραμμα, η μητέρα μου δεν έρχεται.

  • Τώρα τι κάνεις στη ζωή σου;

Έχω φίλους που την πίνουν ακόμα. Τώρα που δεν πίνω πρέζα, δεν πηγαίνω από το σπίτι τους γιατί δεν θέλω να τους βλέπω να πίνουν. Λένε ότι με καταλαβαίνουν. Έχω αγόρια φίλους, αλλά κοπέλες φίλες δεν έχω. Το αγόρι μου είναι 24 ετών και είναι χρήστης. Θέλω να γνωρίσω φίλες καθαρές στο πρόγραμμα όταν πάω. Έκανα αλλαγές στη ζωή μου. Επειδή βαρέθηκα να σου πω την αλήθεια να κάνω τα ίδια τόσα χρόνια. Τώρα ξυπνάω γύρω στις 12. Είχα ένα σκυλάκι, αλλά μου το έκλεψαν λίγες μέρες πριν. Το πήρα, γιατί η μαμά  μου έλειπε πολλές ώρες και δεν είχα τι να κάνω αφού είχα κόψει με τους άλλους και η μητέρα μου λείπει πολλές ώρες από το σπίτι για δουλειά. Για να περάσει η ώρα μου πλέον βλέπω τηλεόραση, dvd, ζωγραφίζω και περνάω πολλές ώρες στο Internet café που παίζω ηλεκτρονικά παιχνίδια. Παρόλα αυτά κάνω και βόλτες [αναφορά σε περιοχή], το οποίο το λατρεύω. Εκεί ζητάω λεφτά για χασίς και χάπια. Με βοηθάνε να κοιμηθώ και να χαλαρώσω τώρα που έχω κόψει την πρέζα και πονάω.

  • Πώς αισθάνεσαι μετά από όλα αυτά που έχουν συμβεί;

 Ντρέπομαι για πολλά από αυτά που έχω κάνει. Από αυτά που έχω ζήσει όλα ήταν χάλια. Το χειρότερο όμως ήταν το να είμαι στο δρόμο. Αυτό πραγματικά δεν θα ήθελα να το ξαναζήσω ποτέ στη ζωή μου. Ήταν πάρα πολύ άσχημη φάση. Θα ήθελα να τελειώσω το σχολείο, να βρω μία δουλειά που να μου αρέσει και να είμαι στο πρόγραμμα. Επίσης θα ήθελα να κάνω παρέες καινούριες.

Συνοψίζοντας, αν και η συνέντευξη είναι σύντομη και περιεκτική, είναι πολύ σημαντικά όσα μας καταθέτει η νεαρή και έχει μεγάλο ερευνητικό ενδιαφέρον η προσέγγιση του θέματος από τη γυναικεία πλευρά, γιατί αναδεικνύονται και άλλες κρίσιμες πτυχές του θέματος που αφορούν τη γυναίκα που βρίσκεται στη χρήση.

Η γυναίκα που κάνει χρήση ουσιών και φτάνει σε τόσο οριακά σημεία, δυστυχώς συχνά βρίσκεται αντιμέτωπη με το πολύ σοβαρό ζήτημα της εκπόρνευσής της ή με τις ασφυκτικές πιέσεις που δέχεται από άντρες, οι οποίοι την εκμεταλλεύονται ποικιλοτρόπως για την εξασφάλιση της δόσης της, με τις δυσμενέστατες επιπτώσεις αυτής της κατάστασης στην ψυχική της υγεία, αλλά και με σοβαρούς, καθημερινούς κινδύνους για τη ζωή και τη σωματική της ακεραιότητα.

Επίσης, ο κοινωνικός στιγματισμός της γυναίκας που είναι εξαρτημένη από ουσίες είναι ακόμα μεγαλύτερος λόγω των κοινωνικών στερεοτύπων για τον ρόλο και τη θέση της γυναίκας, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει ότι και οι άντρες που βρίσκονται στη χρήση δεν είναι περιθωριοποιημένοι. Δυστυχώς, η κοινωνική περιθωριοποίηση των εξαρτημένων από ουσίες ατόμων είναι πολύ μεγάλη και είναι ένα οξύτατο πρόβλημα που και οι ίδιοι αναγνωρίζουν. Μάλιστα, στο πλαίσιο των συνεντεύξεών μας για την επαναληπτική έρευνα «Φυλακή και Γλώσσα», στο Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος, διαπιστώνουμε ότι με πολύ μεγάλη πικρία συζητούν γι’ αυτό κατανοώντας ότι όσο οι «φίλοι» τους παραμένουν άνθρωποι που βρίσκονται στη χρήση, δεν μπορούν ούτε οι ίδιοι να ξεφύγουν και να δουν διαφορετικά τη ζωή. Από την άλλη, λόγω της πολύ δύσκολης κατάστασης στην οποία βρίσκονται, η οποία αλλοιώνει και την εξωτερική τους εικόνα και βέβαια διαλύει την ψυχολογία τους, διστάζουν/ντρέπονται/φοβούνται/δεν θέλουν, να πλησιάσουν ανθρώπους που ζουν μία διαφορετική ζωή πέρα από τις εξαρτήσεις, όπως τονίζουν στις συνεντεύξεις που μας έχουν παραχωρήσει.  

Επιπροσθέτως, είναι σαφές ότι οι οικογένειες που παρουσιάζουν τόσο σοβαρές δυσλειτουργίες όπως αυτές που περιγράφονται από τη συνεντευξιαζόμενη, με γονείς που αδυνατούν να έχουν (για μία σειρά λόγων) ουσιαστική επαφή με τα παιδιά τους, χρειάζονται στήριξη και καθοδήγηση. Αναγκαία επομένως η κοινωνική μέριμνα και παράλληλα -θα έλεγα ότι- είναι απαραίτητη η καθοδήγηση του οικογενειακού και κοινωνικού περίγυρου του παιδιού (σχολείου, κοντινών συγγενών, γειτονιάς, τοπικής κοινωνίας), ώστε να ενισχυθούν η πρόληψη και η έγκαιρη παρέμβαση νοσηρών καταστάσεων. Να είμαστε, δηλαδή, όλοι ως ενεργοί πολίτες ενήμεροι και ευαισθητοποιημένοι, κυρίως ως προς τα παιδιά που γνωρίζουμε ή έχουμε βάσιμες υποψίες ότι μεγαλώνουν σε δυσλειτουργικές οικογένειες. Ακόμα και η πρόταση για την ανάπτυξη σε κάθε γειτονιά «κέντρων νεότητας»/«κέντρων στήριξης της ανηλικότητας και της νεότητας», όπου ο νέος θα μπορούσε να απευθυνθεί και να μιλήσει με κάποιον ειδικό επιστήμονα, είναι κατά την άποψή μου, ενδιαφέρουσα. 

Τέλος, θα ήθελα να δώσω έμφαση στο γεγονός ότι η κοπέλα έχει ανάγκη από φίλες -αληθινές και καθαρές από ουσίες-. Αυτό το στοιχείο καταδεικνύει την ανθρώπινη, έμφυτη, ανάγκη για διαπροσωπική επαφή και μας δείχνει ότι η επικοινωνία είναι απαραίτητη και εξαιρετικά ευεργετική για την ψυχική υγεία κάθε ανήλικου.

Ολοκληρώνοντας, η ανάλυση της συνέντευξης μού φέρνει στο νου τον χαρακτηρισμό που έγραψε σε σχόλιο της μία φίλη μου, όταν παρουσιάσαμε το Β’ Μέρος του θέματος. Μου έγραψε ότι πρόκειται για «ραγισμένες καρδιές». Θα συμπληρώσω ότι είναι ραγισμένες καρδιές που παλεύουν με τους δαίμονές τους σε έναν συνεχή εφιάλτη. Είναι συνήθως παιδιά που δεν δέχτηκαν ένα χάδι και μία τρυφερή κουβέντα. Δεν διδάχτηκαν από κανέναν έναν διαφορετικό τρόπο ζωής και σκέψης. Δεν είχαν ένα ισχυρό, θετικό πρότυπο προς μίμηση. Όσο κοινότοπο κι αν ακούγεται, είναι η σκληρή πραγματικότητα που πρέπει να λάβουμε πιο σοβαρά υπ’ όψιν μας.  

Συμπερασματικά, σε έναν κόσμο που αλλάζει οφείλουμε όλοι μας να αλλάξουμε. Να νοιαστούμε περισσότερο, να μοιραστούμε τις εμπειρίες μας, να ακούσουμε με μεγαλύτερη προσοχή όσα έχουν να μας πουν τα παιδιά και να δώσουμε το χέρι σε συνανθρώπους μας που δεν έχουν άλλη «σανίδα σωτηρίας» πέρα από το δικό μας νοιάξιμο και την αναγκαία κοινωνική μέριμνα. Και ένας άνθρωπος να σωθεί, είναι πάρα πολύ σημαντικό, γιατί κάθε ζωή έχει αξία.

Αυτό που κυρίως πρέπει, ως κοινωνία να τονίσουμε, είναι η πρόληψη, το πώς δεν θα φτάσει η νεολαία σε αυτή την εξαιρετικά δυσχερή κατάσταση, ιδίως σε μία εποχή όπου η ψυχή είναι πιο εύκολο να «φυλακιστεί» παρά να αφυπνιστεί και εδώ ας κρούσουμε των κώδωνα του κινδύνου σχετικά με τα κίνητρα που δίνονται στη νέα γενιά προκειμένου να είναι δημιουργική, παραγωγική, να αναζητήσει και να ανακαλύψει δημιουργικές διεξόδους μέσω από τον αθλητισμό, το θέατρο, τη μουσική, την ποίηση, τη λογοτεχνία και ό,τι δίνει ενέργεια, ζωντάνια και «ξυπνά» την ψυχή, για να κάνει όνειρα, να θέτει στόχους και να μπορεί να τους υλοποιεί.

Φωτογραφία ανάρτησης: Amy Whelan @flickr.

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Παν/μίου Αθηνών – Φιλόλογος. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός και είναι Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Παράλληλα, οργανώνει σεμιναριακά μαθήματα και δίνει διαλέξεις στο αντικείμενο της εξειδίκευσής της «Έγκλημα και Media». Συνεργάστηκε με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει τη συγγραφή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων: «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» & «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ», με Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας κ.Γιάννη Πανούση. Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αντικείμενο «Εγκληματολογία & ΜΜΕ». Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα, την αρθρογραφία και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Recent Posts