Ο βασιλεύς Κωνσταντίνος Α΄ στο Πεδίον του Άρεως

του Δημήτρη Καλαντζή.

Ουδέποτε ευδοκίμησε ο θεσμός της βασιλείας στην Ελλάδα κι έτσι ελάχιστα μνημεία υπάρχουν μέχρι τις ημέρες μας για να θυμίζουν τον Όθωνα από τη Βαυαρία και τη δυναστεία των Γκλύξμπουργκ από τη Δανία. Από το 1832, όταν έφθασε στη νεοσύστατη Ελλάδα ο πρώτος άνακτας, μέχρι το 1973 που καταργήθηκε οριστικά ο θεσμός της βασιλείας, έξι άνδρες κατείχαν για λίγα ή περισσότερα χρόνια τον τίτλο του «Βασιλέως των  Ελλήνων», αλλά μόνο ένας εξ αυτών είχε την τύχη να παραμείνει στη σύγχρονη καθημερινότητα της χώρας μέσω ενός μεγάλου, μνημειακού αγάλματος.

Πρόκειται για τον Κωνσταντίνο τον Α΄, γιό του γενάρχη της δυναστείας των Γκλύξμπουργκ (Glücksburg) στην Ελλάδα Γεωργίου, και παππού του τελευταίου (έκπτωτου) βασιλιά, Κωνσταντίνου Β’. Ο έφιππος ανδριάντας του Κωνσταντίνου, κατασκευάστηκε επί δικτατορίας Μεταξά και αποτελεί μέχρι σήμερα το τοπόσημο στην κεντρική είσοδο του Πεδίου του Άρεως.  

Είναι αλήθεια ότι αγάλματα και προτομές δημιουργήθηκαν σχεδόν για όλους τους βασιλείς – ακόμα και για τη βασίλισσα Φρειδερίκη, ίσως την πιο μισητή «γαλαζοαίματη» στην Ελλάδα – αλλά στο πέρασμα των χρόνων αποσύρθηκαν, καθώς η συλλογική μνήμη της χώρας δεν έβρισκε κανέναν λόγο να συνεχίζει να τιμά αυτά τα πρόσωπα στον δημόσιο χώρο της.

Ο Κωνσταντίνος ο Α΄ έγινε η εξαίρεση. Η συμμετοχή του στους νικηφόρους Βαλκανικούς πολέμους, τού έδωσε μία σημαίνουσα θέση στην ιστορία της Ελλάδας, παραβλέποντας ότι υπήρξε ο επικεφαλής του ενός πόλου του μεγάλου διχασμού, που κατέληξε στον ξεριζωμό του ελληνισμού από τη Μικρά Ασία.     

Ποιος ήταν ο βασιλιάς Κωνσταντίνος
και γιατί τιμήθηκε στο Πεδίον του Άρεως

Ο Κωνσταντίνος ήταν πρωτότοκος γιός του γενάρχη της δυναστείας των Γκλύξμπουργκ στην Ελλάδα, του Γεωργίου, του Α’. Ο Γεώργιος ήταν ένας μετριοπαθής, ήρεμος και διαλλακτικός άνθρωπος, που ανέλαβε με μεγάλο σκεπτικισμό τον ρόλο του βασιλιά των Ελλήνων, φοβούμενος την τύχη του Όθωνα. Ο Δανός πρίγκιπας όμως, γρήγορα εξοικειώθηκε με τους «θερμοκέφαλους κατοίκους αυτής της περίεργης και ζεστής χώρας», έμαθε ελληνικά και με τη διαλλακτική στάση του, κατάφερε να βασιλέψει επί 50 χρόνια – το μεγαλύτερο διάστημα που βασίλεψε κάποιος στην Ελλάδα. Η δολοφονία του το 1913 στη Θεσσαλονίκη, παραμένει μέχρι σήμερα ένας γρίφος, καθώς ο δράστης, Αλέξανδρος Σχινάς, «αυτοκτόνησε» κατά την ανάκρισή του στο τμήμα της χωροφυλακής, ενώ ο φάκελος που σχηματίστηκε μετά τις έρευνες και τις ανακρίσεις, κάηκε σε μία περίεργη πυρκαγιά. Η επικρατέστερη θεωρία γύρω από τη δολοφονία του Γεωργίου, είναι ότι υπήρξε «γερμανικός δάκτυλος», καθώς ο Γεώργιος δεν ήταν υποστηρικτής των Γερμανών, ενώ ο πρωτότοκος γιός και διάδοχός του, Κωνσταντίνος, ήταν ανοιχτά γερμανόφιλος, παντρεμένος μάλιστα με την αδελφή του κάιζερ της Γερμανίας, Γουλιέλμου Β΄, Σοφία.   

Ο Κωνσταντίνος (1886 – 1923) είχε ακριβώς τον αντίθετο χαρακτήρα από τον πατέρα του. Περιγράφεται ως νάρκισσος, φασαριόζος, επιδειξίας και με μία αγωνία να δοξασθεί ως ηγέτης – στρατηλάτης, του «αετού ο γιός». Η αγάπη του για τον στρατό κατά την εφηβεία του, τον οδήγησε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων (που είχε ως πεδίο άσκησης την περιοχή του σημερινού Πεδίου του Άρεως), από την οποία αποφοίτησε με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού του Πεζικού, ενώ το 1886 αναχώρησε για το Βερολίνο, όπου φοίτησε στη στρατιωτική σχολή της Ακαδημίας Πολέμου της Πρωσίας.

Εκ των υστέρων φαίνεται παράδοξο, αλλά ο Ελευθέριος Βενιζέλος ενίσχυσε την εικόνα του «δοξασμένου ήρωα Κωνσταντίνου», καθώς πίστευε ότι για να επιτευχθούν οι φιλόδοξοι στόχοι του να διπλασιάσει την Ελλάδα, χρειαζόταν τη συνεργασία των οπαδών της βασιλείας. Και πραγματικά, η «εθνική ομοψυχία» βοήθησε ώστε να βγει κερδισμένη η Ελλάδα στους βαλκανικούς πολέμους του 1912-13, έστω κι αν οι σχέσεις Βενιζέλου – Κωνσταντίνου πέρασαν μια μεγάλη κρίση, λίγο πριν την κατάληψη της Θεσσαλονίκης…

Το φθινόπωρο του 1912 οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις είχαν φτάσει να προελαύνουν μέχρι τη Βόρεια Ήπειρο, όταν προέκυψε το ζήτημα εάν στη συνέχεια θα έπρεπε να κατευθυνθούν προς το Μοναστήρι ή τη Θεσσαλονίκη. Ο στρατάρχης βασιλιάς Κωνσταντίνος, ήθελε διακαώς να απελευθερώσει το Μοναστήρι, όπου ζούσε μία ακμάζουσα ελληνική κοινότητα. Ο πρωθυπουργός Βενιζέλος όμως, έβλεπε πόσο πιο σημαντικό για την Ελλάδα θα ήταν να φτάσει πρώτη στη Θεσσαλονίκη και να αποκτήσει το τεράστιας σημασίας λιμάνι της.

Ο Κωνσταντίνος, λέγεται, οραματιζόταν την αποθέωση που θα τύγχανε εάν έμπαινε καβαλάρης / απελευθερωτής στο ελληνικό Μοναστήρι, ενώ αδυνατούσε να κατανοήσει την αξία μίας «πολυεθνικής εβραιούπολης», σαν τη Θεσσαλονίκη. Για καλή τύχη της Ελλάδας, ο Κωνσταντίνος υποχώρησε μπροστά στην επιμονή του Βενιζέλου κι έτσι ο ελληνικός στρατός κατευθύνθηκε στη Θεσσαλονίκη και πρόλαβε να πάρει την πόλη από τον Τούρκο διοικητή της, λίγο πριν φτάσουν οι Βούλγαροι.

Οι σχέσεις Βενιζέλου – Κωνσταντίνου είχαν όμως διαρραγεί και θα έφταναν στην ανοιχτή σύγκρουση το 1914, όταν θα ξέσπαγε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος.

Ανοιχτά γερμανόφιλος ο Κωνσταντίνος, δεν ήθελε ούτε να ακούσει τα σχέδια του Βενιζέλου για ένταξη της Ελλάδας στον πόλεμο με την πλευρά της Αντάντ, ώστε να σιγουρέψει τα εδάφη που είχε κερδίσει στους Βαλκανικούς πολέμους και ίσως να αποκτήσει ακόμα περισσότερα.

Ο Κωνσταντίνος θεωρούσε ότι «ο πόλεμος είναι αχρείαστος», δεν πίστευε ότι η Γερμανία μπορούσε να ηττηθεί, ενώ φοβόταν την επανάληψη του ελληνικού φιάσκο, όταν ο ίδιος είχε κατατροπωθεί από τις τουρκικές δυνάμεις στον πόλεμο του 1897.   

Η χώρα μπαίνει σε έναν άγριο διχασμό. Ο Βενιζέλος παραιτείται δύο φορές αλλά επανεκλέγεται πρωθυπουργός, ο Κωνσταντίνος δημιουργεί προσωπικό στρατό με τη βοήθεια των επιτελών του, Μεταξά και Δούσμανη, παραβιάζει το Σύνταγμα, ενώ βίαια επεισόδια εκδηλώνονται σε όλη την επικράτεια. Ο βομβαρδισμός των ανακτόρων, το ανάθεμα στον Βενιζέλο και η δημιουργία κυβέρνησης στη Θεσσαλονίκη, δίνουν την εικόνα μίας χώρας έτοιμης για εμφύλιο. Ο Κωνσταντίνος όμως δεν αντέχει άλλο την πίεση των Άγγλων και των Γάλλων και, χωρίς να παραιτηθεί επισήμως, αναχώρησε με την οικογένειά του για την Ελβετία φεύγοντας κρυφά από τον Ωρωπό. Με τις εξουσίες όλες στα χέρια του πια, ο Βενιζέλος κηρύττει τον Ιούλιο του 1917 τον πόλεμο στη Γερμανία, την Αυστροουγγαρία, την Τουρκία και τη Βουλγαρία. Σκοπός του, μετά τη νίκη της Αντάντ, να πάρει τη Σμύρνη…

Τα μεγαλόπνοα σχέδια του Βενιζέλου όμως θα προκαλέσουν κόπωση στους Έλληνες. Στις εκλογές του 1920 ηττάται και εγκαταλείπει τη χώρα. Με δημοψήφισμα ο Κωνσταντίνος επανήλθε ως βασιλιάς, αλλά, προς έκπληξη των Ελλήνων και των Συμμάχων τους τότε, συνεχίζει την πολιτική Βενιζέλου στη Μικρά Ασία, αναλαμβάνοντας μάλιστα τυπικά την αρχιστρατηγία του στρατού στη Μικρά Ασία.

Ήταν ένα πόλεμος που δεν πίστευε ούτε ο Κωνσταντίνος, ούτε οι Έλληνες πια. Τον Αύγουστο του 1922 ο ελληνικός στρατός ηττάται από τους Τούρκους και ακολουθεί η πυρπόληση της Σμύρνης, η λεηλασία και τελικά η εξόντωση του χριστιανικού πληθυσμού της…

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, στρατός και στόλος, εξεγέρθηκαν υπό την ηγεσία των Συνταγματαρχών Πλαστήρα και Γονατά, και απαίτησαν την παραίτηση της κυβέρνησης και την αποχώρηση του Βασιλιά Κωνσταντίνου…

Στις 11 Ιανουαρίου του 1923, ο Κωνσταντίνος ο Α΄, πέθανε σε ξενοδοχείο στο Παλέρμο της Σικελίας από ανακοπή καρδιάς. Ενταφιάστηκε στην κρύπτη της ρωσικής εκκλησίας της Φλωρεντίας στην Ιταλία. Με την αποκατάσταση της Βασιλευομένης Δημοκρατίας και εν συνεχεία με τη δικτατορία του ακραιφνώς φιλοβασιλικού Ιωάννη Μεταξά, η Ελλάδα απέστειλε το θωρηκτό «Αβέρωφ» στο Μπρίντιζι για να παραλάβει τα οστά του Κωνσταντίνου, της μητέρας του, Βασίλισσας Όλγας, και της συζύγου του Βασίλισσας Σοφίας, οι οποίες είχαν πεθάνει επίσης εκτός Ελλάδας. Το πλοίο κατέπλευσε στον Πειραιά στις 17 Νοεμβρίου 1936, από όπου με επίσημη πομπή οι σοροί μεταφέρθηκαν στη Μητρόπολη Αθηνών για λαϊκό προσκύνημα έξι ημερών. Ακολούθως, ενταφιάστηκαν στο βασιλικό κοιμητήριο στο Τατόι.

 Ο ανδριάντας του Κωνσταντίνου στο Πεδίον του Άρεως *

Ο έφιππος ανδριάντας του Βασιλιά Κωνσταντίνου φιλοτεχνήθηκε από τον Ιταλό γλύπτη Φραντσέσκο Παρίζι, κατά παραγγελία του δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά, έναντι 10 εκατομμυρίων δραχμών το 1939. Ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός έγινε από τον επίσης Ιταλό αρχιτέκτονα Κωνσταντίνο Βετριάνι. Το γλυπτό είναι κατασκευασμένο από ορείχαλκο και πάνω σε αυτό αποδίδεται ο Κωνσταντίνος ως έφιππος στρατιωτικός, που κρατά την στρατιωτική ράβδο του «στρατάρχη» που του απονεμήθηκε μετά τους βαλκανικούς πολέμους. Το άλογο στρέφει το κεφάλι του προς τα αριστερά και σηκώνει αντίστοιχα το αριστερό του πόδι. Στην πρόσοψη του μνημείου υπάρχει ο βασιλικός θυρεός και η φράση ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ. Τα αποκαλυπτήρια του μνημείου έγιναν στις 9 Οκτωβρίου 1938 από τον Ιωάννη Μεταξά παρουσία του βασιλιά Γεωργίου Β΄, της βασιλικής οικογένειας, του Υπουργικού Συμβουλίου, των υπασπιστών του βασιλιά, της Ιεράς Συνόδου και του αρχιεπισκόπου, διπλωματών και πλήθους κόσμου.

O δικτάτορας Ιωάννης Μεταξάς κατά την αποκάλυψη του αγάλματος.

* Για τον ανδριάντα, πηγή:

http://cmartius.blogspot.com/2015/02/blog-post_99.html

Διαβάστε ακόμα:

The following two tabs change content below.

Δημήτρης Καλαντζής

Γεννήθηκε, μεγάλωσε και ζει στο κέντρο της Αθήνας. Σπούδασε δημοσιογραφία στο «Εργαστήρι» και Ελληνικό Πολιτισμό στο ΕΑΠ. Έχει δουλέψει σε εφημερίδες, ραδιοφωνικούς & τηλεοπτικούς σταθμούς και τώρα διερευνά τους κώδικες του διαδικτύου. Αγαπά τις ανθρώπινες ιστορίες και τις γάτες.

Comments

comments

Related Posts

Recent Posts