Οι εκφοβιστικές συμπεριφορές και ο σημαντικός ρόλος των αυτοπτών μαρτύρων

της Αγγελικής Καρδαρά.

Οι καταγγελίες 19χρονου μαθητευόμενου μάγειρα σε ελληνικό νησί απασχολούν τις τελευταίες ημέρες εκτενώς τα ΜΜΕ. Ο νεαρός μάγειρας κατήγγειλε εργασιακό εκφοβισμό, σωματική και λεκτική κακοποίηση από τον υπεύθυνο της κουζίνας του εστιατορίου στο οποίο εργαζόταν, καθώς και εξοντωτικές συνθήκες εργασίας, όπως ενημερωνόμαστε από το ρεπορτάζ. Πρόκειται για ένα πολύ σοβαρό θέμα,  τις εξελίξεις του οποίου σίγουρα θα παρακολουθήσουμε.

Με το φλέγον ζήτημα του εκφοβισμού στον χώρο εργασίας/workplace bullying είχα ασχοληθεί στο pm  τον Ιανουάριο του 2018 με αφορμή περιστατικό σε αθηναϊκό θέατρο (βλ. σχετικά “Εκφοβισμός στον χώρο εργασίας”).

Με το παρόν άρθρο κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ στον ρόλο των μαρτύρων σε τόσο σοβαρές υποθέσεις που εξελίσσονται σε εργασιακούς χώρους. Είναι πολύ σημαντικό όσοι γνωρίζουν, και ιδίως όσοι έχουν υπάρξει αυτόπτες μάρτυρες γεγονότων, να μη φοβούνται να μιλήσουν, γιατί η σιωπή είναι συνενοχή.

Όσοι υιοθετούν εκφοβιστικές συμπεριφορές σε επαγγελματικούς χώρους, χρησιμοποιώντας σε αρκετές περιπτώσεις ακόμα και δόλια μέσα ώστε να καλύψουν τα “ίχνη” τους, όπως, για παράδειγμα, έμμεσους εκβιασμούς που δεν μπορούν εύκολα να αποκαλυφθούν, θα συνεχίσουν ανεξέλεγκτα τη δράση τους και σταδιακά θα την επεκτείνουν σε βάρος άλλων, εάν το θύμα ή τα θύματά τους δεν αντιδράσουν και εάν όσοι γνωρίζουν δεν μιλήσουν για να διασφαλίσουν τη δική τους θέση εργασίας (χωρίς όμως να λαμβάνουν υπ’ όψιν ότι οι εκφοβιστές μελλοντικά δύναται να χρησιμοποιήσουν την εξουσία που έχουν και εναντίον τους). 

Είναι δεδομένο ότι ο φόβος που οι εκφοβιστές γνωρίζουν ότι προκαλούν στα θύματά τους είναι η δική τους “πηγή άντλησης δύναμης”. Και αυτόν ακριβώς τον φόβο πρέπει να “σπάσουμε”.  Ο φόβος πηγάζει από τη “σχέση εξάρτησης” μεταξύ δράστη και θύματος. Μία σχέση που δεν θα έπρεπε να υφίσταται σε κανένα περιβάλλον, ούτε στο εργασιακό, ούτε στο ακαδημαϊκό, ούτε ασφαλώς στους κόλπους της οικογένειας ή γενικότερα των διαπροσωπικών σχέσεων γιατί η εξάρτηση γεννά ανοχή ακόμα και στη βία.

Συνεπώς, το πρώτο σημείο που πρέπει να διασφαλιστεί σε κάθε συνεργασία και σε κάθε σχέση που αναπτύσσουμε είναι ο αμοιβαίος σεβασμός στα δικαιώματα και των δύο πλευρών και πρωτίστως η διασφάλιση ότι το “ισχυρό” μέρος δεν θα κάνει αθέμιτη χρήση της όποιας εξουσίας του.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα αθέμιτης χρήσης εξουσίας μπορούμε να διακρίνουμε σε όλους τους χώρους εργασίας (με απειλούμενο για το θύμα την παραμονή στην εργασία ή την ανέλιξή του), στον ακαδημαϊκό χώρο (με «όπλο» την βαθμολογία), αλλά και στο οικογενειακό περιβάλλον (συνήθως λόγω της οικονομικής εξάρτησης συζύγου και παιδιών από τον άντρα της οικογένειας).

Είναι εξαιρετικά σημαντικό να γνωρίζουμε ποια είναι τα δικαιώματά μας και ποιες οι δικλείδες ασφαλείας για κάθε περίπτωση που μας απασχολεί. Εξίσου σημαντικό όμως είναι να μη φοβόμαστε να μιλήσουμε έγκαιρα, καθώς είναι αθέμιτο να βρισκόμαστε δέσμιοι απειλών και άσκησης βίας.

Η δύναμη των ΜΜΕ είναι καταλυτικής σημασίας ως προς την καταπολέμηση των εκφοβιστικών συμπεριφορών. Το ενδεχόμενο έκθεσης στη δημοσιότητα τέτοιων πρακτικών λειτουργεί ανασταλτικά στη χρησιμοποίησή τους. Ασφαλώς, η αποκάλυψή τους θα πρέπει να γίνεται με μεγάλη προσοχή και με σεβασμό σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, μέχρι να αποφανθεί η δικαιοσύνη. Η βία δεν είναι δυνατόν να καταπολεμηθεί με νέο κύκλο βίας, δημόσιες διαπομπεύσεις ή κοινωνικό στιγματισμό. Πάντα η πρόληψη είναι η καταλληλότερη απάντηση σε αυτά τα προβλήματα και όχι το μιντιακό θέαμα.

Ο ρόλος των ΜΜΕ είναι να αναδείξουν το φαινόμενο και πρωτίστως να ενημερώσουν τους πολίτες για τους τρόπους με τους οποίους θα προστατεύσουν τα δικαιώματά τους, αλλά και για τον ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν άτομα που βλέπουν να εξελίσσεται μία νοσηρή κατάσταση στον χώρο εργασίας σε βάρος ενός ή περισσοτέρων ατόμων.

Υπάρχει όμως μία ακόμα πτυχή του θέματος, αυτή των μαγειρικών realities, τα οποία αποτελούν “τηλεοπτική μόδα” διεθνώς.  Θεωρώ ότι απαιτείται μεγάλη προσοχή προκειμένου να μη μετατραπούμε σε παθητικούς δέκτες εκφοβιστικών συμπεριφορών και αθέμιτου ανταγωνισμού προς χάριν του θεάματος.

Επιστρέφοντας στο κύριο θέμα μας, είναι σαφές ότι ο φόβος του θύματος αλλά και των αυτοπτών μαρτύρων ότι θα χάσουν τη δουλειά τους, ότι θα στιγματιστούν στον εργασιακό τους χώρο, αλλά και ότι θα εμπλακούν σε χρονοβόρες και επίπονες νομικές διαδικασίες, αποτελούν αποτρεπτικούς παράγοντες στο να “σπάσουμε” τον φόβο. Ωστόσο, όσο βυθιζόμαστε στη σιωπή και ανοχή ανάλογων περιστατικών, τόσο καλλιεργούμε άθελά μας γόνιμο έδαφος για τη διαιώνιση ακραίων συμπεριφορών, στις οποίες εν δυνάμει όλοι μπορούμε να πέσουμε θύματα.

Στη σύγχρονη εποχή όμως, όπου οι εκφοβιστικές συμπεριφορές απασχολούν εντόνως τις κοινωνίες μας και δύναται να κλιμακωθούν και να οδηγήσουν ακόμα και σε αυτοχειρία του θύματος ή στο έγκλημα, δεν επιτρέπεται να μείνουμε αδιάφοροι και απαθείς.  Επίσης, σε μια εποχή όπου το έγκλημα γίνεται άμετρο και παράλογο, όπως χαρακτηριστικά επεσήμανε ο Ομ. Καθηγητής Εγκληματολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών, κ. Γιάννης Πανούσης, σε πρόσφατη ραδιοφωνική συνέντευξή του (βλ.σχετικά “Νέα Κρήτη gr“), εκφράζοντας την ανησυχία του για τις διαστάσεις που στο μέλλον δύναται να λάβει το “παράλογο” έγκλημα που δεν θα μπορεί να ερμηνευθεί, καθώς όχι μόνον θα διαπράττεται με άμετρη χρήση βίας αλλά και χωρίς λόγο (που να μπορεί να εξηγηθεί και να αναλυθεί), είναι εξαιρετικά σημαντικό να αναπτυχθεί περισσότερο η έννοια της “συλλογικής ευθύνης”, ξεκινώντας από τον μικρόκοσμο μας -από την οικογένεια, από το σχολείο, από τον χώρο εργασίας μας, από την τοπική κοινωνία μας-, να κατανοήσουμε την ευθύνη που μας αναλογεί, προκειμένου να προλάβουμε στο μετρό του δυνατού και εφικτού τον εκτροχιασμό καταστάσεων.

Συνοψίζοντας, πεποίθησή μου είναι ότι η αλήθεια αποκαλύπτεται, ακόμα και μετά από καιρό. Ιδίως όταν τα άτομα που γνωρίζουν αποφασίσουν με θάρρος να μιλήσουν. Επομένως, αυτό ας είναι το μήνυμα του σημερινού κειμένου. Ότι η αλήθεια έχει τη δύναμη να νικήσει και γι’ αυτό ενώνουμε τις δυνάμεις μας ενάντια σε κάθε μορφή βίας και βάζουμε επιτέλους τέρμα, μέσα από νόμιμες οδούς, στις εκφοβιστικές συμπεριφορές από όπου κι αν προέρχονται.

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Παν/μίου Αθηνών – Φιλόλογος. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός και είναι Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Παράλληλα, οργανώνει σεμιναριακά μαθήματα και δίνει διαλέξεις στο αντικείμενο της εξειδίκευσής της «Έγκλημα και Media». Συνεργάστηκε με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει τη συγγραφή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων: «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» & «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ», με Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας κ.Γιάννη Πανούση. Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αντικείμενο «Εγκληματολογία & ΜΜΕ». Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα, την αρθρογραφία και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts