Οι “νόμοι των σχολείων”, οι ανεξέλεγκτοι έφηβοι και η αμέτοχη κοινωνία

της Αγγελικής Καρδαρά.

16χρονος μαθητής αποπειράθηκε να δώσει τέλος στη ζωή του, όπως καταγγέλλουν οι γονείς του, ύστερα από εκφοβισμό που φέρεται να δέχτηκε από συμμαθητή του και συγκεκριμένα ύστερα από λεκτική, σωματική βία αλλά και ψυχολογικό εκφοβισμό μέσω της ανάρτησης φωτογραφίας με σκοπό να υβρίσει και να χλευάσει τον ίδιο και τη μητέρα του, στην ομάδα μαθητών στο instagram. 

Μία πολύ σοβαρή υπόθεση που πρέπει να μας απασχολήσει, προκειμένου να μπορέσουμε να προλάβουμε ανάλογες ακραίες καταστάσεις και να εξετάσουμε πιο συστηματικά το λάθος γίνεται ή τι δεν γίνεται σωστά στα σχολεία, ώστε τα παιδιά να νιώθουν ασφάλεια και να αντιμετωπίζουν εντάσεις και συγκρούσεις με τη βοήθεια και την υποστήριξη της εκπαιδευτικής κοινότητας και όχι εφαρμόζοντας τα ίδια τους νόμους της ζούγκλας. 

Θα ξεκινήσω με το γεγονός ότι η συγκεκριμένη υπόθεση,  σύμφωνα βέβαια με όσα καταγγέλλει η μητέρα και με βάση το γράμμα που έγραψε ο μαθητής και δημοσιεύεται στο Πρώτο Θέμα, δεν έχει, τουλάχιστον κατά την άποψή μου, τα χαρακτηριστικά μίας τυπικής υπόθεσης σχολικού εκφοβισμού και γι’ αυτό χρήζει περαιτέρω διερεύνησης, γιατί και γεννά ερωτήματα αλλά και γιατί είναι ένα εξίσου σοβαρό ζήτημα το να καταγράφεται χρήση βίας μεταξύ παιδιών που έχουν φιλικές μεταξύ τους σχέσεις.

Πιο συγκεκριμένα, σε αντίθεση με τις συνήθεις υποθέσεις bullying, ο μαθητής σύμφωνα με τα γραφόμενά του και τις δηλώσεις της μητέρας του στα ΜΜΕ, έτυχε θερμής υποδοχής στο νέο του σχολικό περιβάλλον από τους συμμαθητές του και μάλιστα ανέπτυξε φιλικές σχέσεις μαζί τους, ενώ ήταν θετικές οι πρώτες εντυπώσεις του για τους εκπαιδευτικούς. Με τον συμμαθητή μάλιστα που φέρεται να του άσκησε σωματική,  λεκτική και ψυχολογική βία,  μοιράζονταν το ίδιο θρανίο και είχαν επίσης φιλικές σχέσεις.  Επομένως, εξαρχής αντιλαμβανόμαστε ότι, εάν ισχύουν τα παραπάνω, έχουμε να κάνουμε με μία τελείως διαφορετική προς διερεύνηση υπόθεση, καθώς αναφερόμαστε σε παιδιά που είχαν αναπτύξει μία καλή μεταξύ τους σχέση, δεν υπήρχε περιθωριοποίηση του μαθητή από τον συμμαθητή του ή από την ομάδα των συμμαθητών. 

Πάμε τώρα στα πραγματικά περιστατικά. Ο νεαρός μαθητής αναφέρει στο γράμμα του ότι έκανε πλάκα με τους συμμαθητές του, άρα επίσης αντιλαμβανόμαστε ότι  βρίσκονταν σε μία καλή διάθεση μεταξύ τους μέχρι εκείνη τη στιγμή και ξαφνικά ο φίλος και διπλανός του, όπως γράφει το αγόρι, τού επιτίθεται λεκτικά αποκαλώντας τη μητέρα του “ζώο”. Εδώ υπάρχει ένα κενό και δημιουργούνται σημαντικά ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν τόσο από τον συμμαθητή που εξύβρισε όσο και από τους άλλους μαθητές που ήταν αυτόπτες μάρτυρες. Γιατί από τη φιλική σχέση και την πλάκα μεταξύ των παιδιών,  καταλήξαμε στις ύβρεις, στο ξύλο και στις απειλές;  Τι συνέβη;  Μήπως έλαβε χώρα κάποια λεκτική παρεξήγηση που, αντί να επιλυθεί με διάλογο και με την αναγκαία παρέμβαση των εκπαιδευτικών, πυροδότησε την ακραία αντίδραση του δεύτερου μαθητή;  Επίσης,  βλέπουμε ότι ο δεύτερος μαθητής φέρεται να συνεχίζει και το επόμενο χρονικό διάστημα να εκφοβίζει τον συμμαθητή του και μάλιστα με ξύλο. Νέα ερωτήματα γεννιούνται εδώ: “Κανείς από τους εκπαιδευτικούς και από τους συμμαθητές δεν αντιλήφθηκε την ένταση μεταξύ των δύο και δεν προσπάθησε να παρέμβει;” Αναφερόμαστε σε δύο παιδιά που μοιράζονταν το ίδιο θρανίο στην τάξη. Άρα ή ένταση θα ήταν μεγάλη και εντός τάξης.  “Γνώριζαν και έμειναν αμέτοχοι οι συμμαθητές και οι εκπαιδευτικοί ή κάνεις δεν είχε αντιληφθεί τίποτα;”

Στο σημείο αυτό, κατά την άποψή μου,  έγκειται το μεγαλύτερο λάθος μας, το να καλλιεργείται η νοοτροπία ενός αμέτοχου εκπαιδευτικού και ο εκπαιδευτικός να παρεμβαίνει μόνο για να τιμωρήσει λες και είναι αστυνομικός.  Οι μαθητές πρέπει να νιώθουν κοντά τους τον εκπαιδευτικό και οι ίδιοι να ζητούν την έγκαιρη παρέμβασή του,  όχι για να τιμωρήσει,  αλλά πρωτίστως για να τους βοηθήσει να επιλύσουν το πρόβλημα, να το συζητήσουν με ψυχραιμία και ωριμότητα, διότι πολύ εύκολα τα παιδιά λόγω παρορμητισμού της ηλικίας μπορούν να διογκώσουν ένα θέμα και να αντιδράσουν βίαια,  ενώ με την κατάλληλη παρέμβαση του εκπαιδευτικού θα ηρεμήσουν, θα ζητήσει ο ένας συγγνώμη από τον άλλο, θα συζητήσουν και θα επιλύσουν το πρόβλημα. Εάν βέβαια ο εκπαιδευτικός αντιληφθεί ότι δεν μιλάμε για ένα απλό καθημερινό πρόβλημα μεταξύ μαθητών αλλά απαιτείται ειδική παρέμβαση που ξεφεύγει από τον δικό του εκπαιδευτικό ρολό,  έχει επίσης ευθύνη να ενημερώσει τη Διεύθυνση του σχολείου και η Διεύθυνση να μην κουκουλώσει το πρόβλημα, αλλά να ζητήσει τη συνεργασία των γονέων. Εάν δεν υπάρχει συνεργασία γονέων να επιληφθούν οι αρμόδιοι φορείς.   

Ο ρόλος του εκπαιδευτικού, στο σύγχρονο ελληνικό σχολείο,  πρέπει να ενισχυθεί, τόσο στην πράξη όσο και ως κοινωνική αντίληψη.  Δηλαδή,  να παροτρύνουμε -και εμείς οι γονείς και η εκπαιδευτική κοινότητα- τους μαθητές να ζητούν τη στήριξή τους,  προτού τα πράγματα εκτροχιαστούν. Να ζητούν τη γνώμη του εκπαιδευτικού για θέματα που τους προβληματίζουν, ντρέπονται να συζητήσουν με τους γονείς τους και αδυνατούν να επιλύσουν μόνοι τους.  Ο εκπαιδευτικός έχει την υποχρέωση να σταθεί σε κάθε παιδί που έχει ανάγκη από καθοδήγηση και η πραγματικότητα είναι ότι όλα τα παιδιά έχουν ανάγκη από καθοδήγηση -και τα πιο ευαίσθητα και τα πιο δυναμικά.

Δυστυχώς όταν δεν έχουμε διδάξει, ούτε ως γονείς, ούτε ως εκπαιδευτικοί, την αξία του διαλόγου και της ουσιαστικής επικοινωνίας, είναι δεδομένο ότι κάποια παιδιά θα οδηγηθούν στο ξύλο και στη λεκτική βία, λόγω παρορμητισμού της ηλικίας τους.  Αναγκαίο συνεπώς να ξεφύγουμε, ως κοινωνία,  από επικίνδυνες και στενόμυαλες λογικές που ταυτίζουν τον εκπαιδευτικό με τον αστυνομικό ή τον θηριοδαμαστή (είναι ακριβώς η λέξη που χρησιμοποίησε πριν από αρκετά χρόνια διευθυντής σχολείου σε μία κατ’ ιδίαν συζήτησή μας), γιατί κανένας εκπαιδευτικός δεν σπουδάζει για να γίνει θηριοδαμαστής, ούτε ο μαθητής που θέλει να συζητήσει με τον καθηγητή του είναι “καρφί”. Όσο οι μαθητές θεωρούνται “καρφιά” και οι καθηγητές “θηριοδαμαστές”, στις αντιλήψεις της κοινωνίας,   τόσο θα επικρατούν στα σχολεία οι νόμοι της ζούγκλας, με συνέπεια τα ζητήματα του σχολικού εκφοβισμού, ιδίως σε μια κοινωνία που υφίσταται κλυδωνισμούς, να εντείνονται. 

Τα παιδιά είναι παιδιά. Κι ας ψηλώνουν, κι ας αλλάζει η φωνή των αγοριών στην εφηβεία και ας γίνονται δεσποινίδες τα κορίτσια. Είναι ανήλικα και δεν μπορούμε να τα αφήσουμε ανεξέλεγκτα, ούτε να θεωρούμε ότι είναι πιο μεγάλα από όσο είναι στην πραγματικότητα. Αυτό τι σημαίνει στην πράξη; Ότι έχουν όλα τα χαρακτηριστικά της ανηλικότητας. Μπορεί να είναι παρορμητικά, ανώριμα, να μην αντιλαμβάνονται την κοινωνική και νομική απαξία των πράξεων τους, να αντιδρούν ακραία. Επομένως, δεν μπορούμε να τα αφήνουμε ανεξέλεγκτα, χωρίς πλαίσιο και όρια, ούτε ως προς τη  χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ούτε ως προς τις συμπεριφορές που υιοθετούν στην τάξη και στην αυλή του σχολείου. Το να βάζουμε από την άλλη ταμπέλες,  οι οποίες προσωπικά με αγανακτούν,  τύπου “θύτης” και “θύμα” έχει ως αποτέλεσμα ο μεν “θύτης” να γίνεται ακόμα πιο άγριος, το δε “θύμα” να γίνεται ακόμα πιο φοβισμένο,  γιατί και οι λέξεις έχουν τη σημασία τους (words matter) και τελικά με τις λέξεις που χρησιμοποιούμε βάζουμε τα παιδιά σε ρόλους. Αναλογιστείτε, εάν εσάς στη δουλειά σας,  σας λέγανε συνεχώς “θύμα”, δεν θα νιώθατε άβολα και άσχημα,  δεν θα μπαίνατε σε έναν ρόλο;  Ή αντίθετα, εάν σας έλεγαν “τραμπούκο” θα αλλάζατε αυτομάτως τη συμπεριφορά σας ή θα γινόσασταν πιο αντιδραστικός απέναντι στους συναδέλφους, ως ένα είδος άμυνας; 

Επομένως, ας αφήσουμε τους βαρύγδουπους τίτλους και ας δούμε, έμπρακτα, τι γίνεται και πώς κάθε σχολείο αντιμετωπίζει τα ζητήματα που προκύπτουν μεταξύ μαθητών αλλά και μεταξύ μαθητών – εκπαιδευτικών. Γιατί και εδώ υπάρχει ένα μείζον θέμα. Σαφώς, δεν μπορούμε να μιλήσουμε για τον σχολικό εκφοβισμό σαν να είναι ένα φαινόμενο που βιώνεται και αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο από όλα τα σχολεία. Υπάρχουν σημαντικές διαφορές και ως προς τις μορφές εκφοβισμού και ως προς τους τρόπους αντιμετώπισης, δεδομένου ότι ο μαθητικός πληθυσμός είναι διαφορετικός. Εξίσου, το προφίλ των εκπαιδευτικών και των γονιών διαφοροποιείται από σχολείο σε σχολείο και παράλληλα ή διοίκηση κάθε σχολείου έχει διαφορετική “γραμμή”, προσεγγίζει δηλαδή με διαφορετικό τρόπο τα σχολικά θέματα. Συνεπώς, από περιοχή σε περιοχή, αλλά και μεταξύ ιδιωτικών – δημόσιων σχολείων και από ιδιωτικό σε ιδιωτικό και δημόσιο σε δημόσιο, καταγράφονται σημαντικές διαφορές και μία απολύτως τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα πρέπει να λάβει υπ’ όψιν της και να μελετήσει όλες αυτές τις παραμέτρους, ώστε να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα  για το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού στην Ελλάδα, σε συνάρτηση ασφαλώς με τις αλλαγές στις δομές της σύγχρονης κοινωνίας που έχουν επιφέρει  σοβαρότατες αλλαγές στον οικογενειακό ιστό.    

Πάμε τώρα στον αντίλογο που σε αρκετές περιπτώσεις ακούω από γονείς,  ότι “στη βία το παιδί πρέπει να αμύνεται με βία” και θα θέσω τις εξής ερωτήσεις: “σκοπός μας είναι να μετατρέψουμε τα σχολεία σε ζούγκλες; Σκοπός μας είναι να ωθήσουμε τα παιδιά στο ξύλο,  άρα σε πιθανούς πολύ σοβαρούς τραυματισμούς ακόμα και παιδιών που θα τύχει να είναι αυτόπτες μάρτυρες ενός περιστατικού; Επίσης,  πιστεύει κανείς στ’ αλήθεια ότι ένα παιδί φοβισμένο,  ξαφνικά και ως διά μαγείας θα μετατραπεί σε έναν νταή που θα δίνει ξύλο;”. 

Πάμε επίσης στις τιμωρίες για τις εκφοβιστικές συμπεριφορές, όπου και εδώ έχω αρκετές ενστάσεις και ερωτήματα.  Όχι ως προς το ότι πρέπει να υπάρξουν συνέπειες για κάθε ανάρμοστη πράξη. Ασφαλώς και πρέπει να υπάρξουν, αλλά ας προβληματιστούμε σχετικά με το ποια είναι η αποτελεσματική συνέπεια σε αυτές τις ηλικίες, ώστε να έχουμε τροποποίηση της συμπεριφοράς.  Γιατί κάθε τιμωρία,  politically correct συνέπεια, πρέπει να έχει νόημα και ουσία. Να οδηγεί σε ένα απτό αποτέλεσμα. 

Η αποβολή; Η αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος; Η φυλάκιση; Όλα τα παραπάνω έχουμε δει και στην πράξη ότι οδηγούν σε επιδείνωση της συμπεριφοράς του ανήλικου που υιοθετεί αποκλίνουσες συμπεριφορές παρά στην τιμωρία του. Θα μπορούσε όμως να λειτουργήσει ως συνέπεια για τέτοιου είδους συμπεριφορές, και ειδικότερα στην αρχή τους προτού φτάσουμε σε ακραία περιστατικά  που επιβάλλουν αλλού είδους παρεμβάσεις, ο αποκλεισμός του μαθητή από εκδρομές και αθλητικές εκδηλώσεις εάν δεν αλλάξει τη συμπεριφορά του και εάν δεν δείξει μέσα από συγκεκριμένες πράξεις ότι έχει αλλάξει.  Επίσης, να ενισχυθεί ο ρόλος των μαθητών – παρατηρητών αλλά και οι ευκαιρίες μέσω αθλητισμού,  θεατρικών παραστάσεων,  ομαδικώς εργασιών, να έρθουν όλα τα παιδιά κοντά και να σπάσει η νοοτροπία της κλίκας. Υπάρχουν λύσεις, το ερώτημα είναι εάν υπάρχει ουσιαστικό ενδιαφέρον να εφαρμοστούν μέτρα ενίσχυσης της πρόληψης και έγκαιρης παρέμβασης, ώστε τα παιδιά να μη μιλούν για “νόμους του σχολείου”, όπως στη συγκεκριμένη υπόθεση που συνειρμικά με οδήγησε στους “άγραφους νόμους της φυλακής” και ομολογώ ότι ένιωσα ανατριχίλα.

Αλίμονο, εάν τα σχολεία μας αρχίζουν και λειτουργούν βάσει άγραφων νόμων,  όπως συμβαίνει  στις φυλακές. Για να μην καταλήξουμε, όμως,  σε σχολεία – φυλακές, οι μαθητές πρέπει με θάρρος να συζητούν με τους εκπαιδευτικούς και οι εκπαιδευτικοί να προσεγγίζουν τα παιδιά, όχι σαν αστυνομικοί, αλλά με τη σημαντική εκπαιδευτική τους ιδιότητα που δυστυχώς τα τελευταία χρόνια έχει απαξιωθεί και αυτό αποτελεί πηγή σοβαρών προβλημάτων στο σύγχρονο  σχολείο, όπου πλέον και οι εκπαιδευτικοί εκφοβίζονται και πρέπει επίσης να μας απασχολήσει σοβαρά και αυτή η διάσταση του θέματος, γιατί και ο εκπαιδευτικός έχει δικαιώματα που πρέπει να διασφαλιστούν.

Φωτογραφία ανάρτησης: Courtney Frann @flickr.

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Παν/μίου Αθηνών – Φιλόλογος. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός και είναι Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Παράλληλα, οργανώνει σεμιναριακά μαθήματα και δίνει διαλέξεις στο αντικείμενο της εξειδίκευσής της «Έγκλημα και Media». Συνεργάστηκε με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει τη συγγραφή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων: «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» & «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ», με Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας κ.Γιάννη Πανούση. Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αντικείμενο «Εγκληματολογία & ΜΜΕ». Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα, την αρθρογραφία και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts