Οι συμβολικές διαστάσεις & προεκτάσεις της γλώσσας του εγκλήματος και η στενή σχέση μεταξύ εγκληματολογίας – γλωσσολογίας

της Αγγελικής Καρδαρά.

Σε συνέχεια του θέματός μας στο pm υπό τον τίτλο «Φυλακή και γλώσσα: Γλωσσοπλασία –Γλωσσικοί κώδικες επικοινωνίας» στη στήλη ‘Έγκλημα και Media” θα εξετάσουμε τη μεγάλη σημασία και την ιδιαίτερη βαρύτητα που λαμβάνουν οι γλωσσικές μας επιλογές και ειδικότερα θα διερευνήσουμε από τη μία πλευρά την ανάγκη του επιστήμονα να επιλέξει τον όρο εκείνο που θα αποδώσει -μέσω της γλώσσας- με μεγαλύτερη ακρίβεια και σαφήνεια την περιγραφόμενη έννοια στον επιστημονικό του λόγο και από  την άλλη τις συμβολικές διαστάσεις και προεκτάσεις που λαμβάνει η γλώσσα του εγκλήματος καθώς και ορισμένες έντονες διαφοροποιήσεις μεταξύ επιστημονικού, εγκληματολογικού λόγου και γλώσσας του εγκλήματος για την περιγραφή των ίδιων εννοιών, στοιχείο που αποδεικνύει περίτρανα τη βασική διαπίστωση ότι η γλώσσα είναι ένα πολύμορφο και δυναμικό φαινόμενο, συνεχώς εξελισσόμενο και όχι στατικό, φορέας σκέψεων, ιδεών και συναισθημάτων.

Ειδικότερα, η γλώσσα, με τις πολυσήμαντες πλευρές της, αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης ύπαρξης. Πρέπει να τονιστεί εξαρχής ότι τόσο οι λειτουργίες όσο και οι χρήσεις της είναι άπειρες, γιατί η γλώσσα σχετίζεται με όλους τους τομείς της ζωής και δράσης μας. Μία από τις πρωταρχικές λειτουργίες της είναι η μετάδοση πληροφοριών, από τις πιο επουσιώδεις μέχρι τις πιο ουσιώδεις. Αναμφίβολα, ορισμένες πληροφορίες μπορούν να εκφραστούν με ποικίλα μέσα, πέραν της γλώσσας, π.χ. με χειρονομίες, κραυγές, ακόμα κι ένα χαμόγελο ή ένα απλό κλείσιμο του ματιού αρκούν για να καταστούν απολύτως κατανοητές στο πλαίσιο στο οποίο λαμβάνει χώρα η επικοινωνία[1] (σημειώνεται ότι όλες οι παραπάνω ενέργειες συνιστούν τη χαρακτηριζόμενη «μη λεκτική επικοινωνία»).[2]

Ωστόσο, οι περισσότερες πληροφορίες, ιδιαίτερα όσες σχετίζονται με τις πιο μύχιες σκέψεις και γενικότερα με τις πιο ευαίσθητες πλευρές της ανθρώπινης ύπαρξης, εξαρτώνται από τη χρήση της γλώσσας, ουσιαστικά των λέξεων που σχηματίζουν προτάσεις. Με αυτό τον τρόπο, δηλαδή στηρίζοντας και λεκτικά τα συναισθήματα του, ο πομπός έρχεται πιο κοντά στο δέκτη και δύναται να αναπτύξει μαζί του μία πιο στενή και με μεγαλύτερη διάρκεια σχέση. Εάν μάλιστα λάβουμε υπ’ όψιν το δεδομένο ότι  η ανταλλαγή πληροφόρησης και κατ’ επέκταση απόψεων, προτάσεων και ιδεών, αποτελεί θεμέλιο λίθο κάθε πολιτισμού, αντιλαμβανόμαστε την εξέχουσα βαρύτητα της γλώσσας, χωρίς την οποία δεν μπορεί να υπάρξει πολιτισμός.

Η δεύτερη σημαντική λειτουργία της γλώσσας έχει ονομαστεί από τους γλωσσολόγους «φατική» (phatic communication), σύμφωνα με τον όρο που εισήγαγε ο Βρετανός ανθρωπολόγος Bronislaw Malinowski. Σε αυτή την περίπτωση στόχος δεν είναι η ανταλλαγή πληροφόρησης για γεγονότα που έχουν λάβει χώρα αλλά να φανεί η στάση του ομιλούντα απέναντι στο/α άτομο/α προς το οποίο/α απευθύνεται. Παραδείγματα φατικής επικοινωνίας αποτελούν οι χαιρετισμοί μεταξύ ατόμων ή ακόμα και η «κουβεντούλα» μεταξύ φίλων ή αγνώστων προκειμένου να προσαρμοστούν στα δεδομένα της συζήτησης.

Μία τρίτη λειτουργία της γλώσσας είναι η χαρακτηριζόμενη «εκφραστική», δηλαδή η αποκάλυψη συναισθημάτων. Η λογοτεχνία στηρίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στη συγκεκριμένη χρήση της γλώσσας, όπως είναι φυσικό και αναμενόμενο. Αλλά και γενικά όλοι οι άνθρωποι αποκτούν τη δυνατότητα, μέσω αυτής της λειτουργίας, να εκφράσουν, στην καθημερινότητά τους, τα συναισθήματα τους, όπως τη χαρά, τη λύπη, την αγάπη, τον πόνο, την οργή, το φόβο, την πίκρα, την απογοήτευση κ.λπ.

Τέλος, η γλώσσα μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως «μέσο τέλεσης πράξεων» (directive language). Αυτό επιτυγχάνεται άλλοτε επιτακτικά –με τη χρήση της προστακτικής- άλλοτε με πιο «ευγενικό»/έμμεσο τρόπο, π.χ. με τη χρήση ερωτήσεων, Ο άμεσος ή έμμεσος τρόπος που θα επιλεγεί εξαρτάται από την περίσταση και το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνουμε κάθε φορά το λόγο.[3]

Βασιζόμενοι στα προαναφερθέντα, θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε τις λειτουργίες της γλώσσας στις τρεις ακόλουθες μεγάλες κατηγορίες:

α) η γλώσσα ως μέσο έκφρασης και μετάδοσης πληροφοριών, ιδεών, σκέψεων, συναισθημάτων

Σύμφωνα με τον Αμερικανό γλωσσολόγο Edward Sapir,[4] οι άνθρωποι χρειάζονται τη γλώσσα που συνιστά ένα τέλειο συμβολικό σύστημα για να εκφράσουν τα συναισθήματα, τις ιδέες και τις επιθυμίες τους σε συλλογικό επίπεδο. Πρωτίστως την χρειάζονται για να περιγράψουν την κατάσταση του κόσμου που τους περιβάλλει.[5] Ακριβώς αυτή η σπουδαία ικανότητα του ανθρώπου να μεταδίδει πληροφορίες σχετικά με όλα τα γεγονότα τον αφορούν, διαφοροποιεί τη λεκτική από τη μη λεκτική επικοινωνία.

β) η γλώσσα ως μέσο διαιώνισης πολιτισμικών ομοιοτήτων και διαφορών

Η γλώσσα λειτουργεί ως το κύριο μέσο έκφρασης και μετάδοσης των πολιτισμικών ομοιοτήτων και διαφορών των λαών, γιατί η γλώσσα είναι φορέας και πηγή πολιτισμού, που μεταφέρεται από γενιά σε γενιά κυρίως μέσα από τη γλωσσική έκφραση.[6] Η γλώσσα αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση κάθε πολιτιστικής δημιουργίας.[7] Αυτό σημαίνει ότι όλες οι πλευρές και εκφράσεις της πνευματικής μας ζωής μπορούν να κατανοηθούν ως ένα είδος γλώσσας, εφόσον κάθε κοινοποίηση πνευματικών περιεχομένων είναι κατ’ ουσίαν γλώσσα. Γι’ αυτό άλλωστε σε ένα αφηρημένο επίπεδο, κάνουμε λόγο για γλώσσα της μουσικής, γλώσσα της ζωγραφικής, γλώσσα της γλυπτικής, γλώσσα της ποίησης και για γλώσσα (όλων των μορφών) της τέχνης. Η γλώσσα συνεπώς είναι ένα κοινωνικό χαρακτηριστικό και ταυτόχρονα πολιτισμικό αγαθό με έντονα συμβολική λειτουργία.

γ) η γλώσσα ως πράξη/ενέργεια

Η γλώσσα εκλαμβάνεται ως πράξη/ενέργεια, ήδη από το φιλόσοφο Ludwig Wittgenstein,[8] ο οποίος στην προσπάθειά του να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι χρησιμοποιούν και κατανοούν το γλωσσικό φαινόμενο το χαρακτήρισε «παιχνίδι». Σε αυτή την περίπτωση η μελέτη του γλωσσικού φαινομένου καθορίζεται από την αρχή του «τι κάνουμε με τη γλώσσα». 

Κατά το Bronislaw Malinowski,[9] κύρια λειτουργία της γλώσσας δεν είναι να εκφράσει τη σκέψη αλλά να διαδραματίσει ενεργό ρόλο στην ανθρώπινη συμπεριφορά. Πρόκειται για την ευρέως διαδεδομένη προσέγγιση της «γλώσσας ως πράξης» («speech in action» approach), η οποία στην πορεία κέρδισε πολλούς θιασώτες. Η θεωρία του Malinowski και κατά κύριο λόγο η σύλληψη της «verbal act» παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με τη θεωρία των «speech acts» του John Austin.

Βάσει της θεωρίας του Austin,[10] οι άνθρωποι χρησιμοποιώντας τις λέξεις δεν περιγράφουν απλώς τον κόσμο που τους περιβάλλει αλλά προσπαθούν να τον προσαρμόσουν στις δικές τους ανάγκες ή επιθυμίες. Ειδικότερα, ο Austin θεωρούσε ότι οι προτάσεις δεν αποτελούν όλες απλή «δήλωση» ή «περιγραφή» μίας κατάστασης πραγμάτων αλλά υπάρχουν προτάσεις που εκφράζουν διαταγές, επιθυμίες ή δεσμεύσεις. Κατ’ αναλογία με τον Malinowski, ισχυριζόταν ότι η γλώσσα δεν χρησιμοποιείται απλώς για να περιγράψει συγκεκριμένες καταστάσεις (π.χ. «το χιόνι είναι λευκό») αλλά για να κάνει πράγματα, να επιτελέσει πράξεις.

Το έργο του Austin γνώρισε πολύ μεγάλη διάδοση χάρη στον Αμερικανό φιλόσοφο John Searle,[11] ο οποίος μέσω της δικής του «Speech Act Theory» γνωστοποίησε σε ένα ευρύτερο κοινό τις παραπάνω ιδέες. Άλλωστε, οι Austin και Searle μέσα από τη Φιλοσοφία της Γλώσσας συστηματοποίησαν τη μελέτη των λεκτικών πράξεων. Εν τούτοις, ο Searle ήταν εκείνος που προσέδωσε κεντρικό ρόλο στις προθέσεις των ομιλητών κατά την επικοινωνία, ισχυριζόμενος ότι κάθε ομιλητής προσπαθεί να επικοινωνήσει συγκεκριμένα πράγματα στον ακροατή και η επικοινωνία επιτυγχάνεται μόνο όταν ο ακροατής κατανοεί την πρόθεση του ομιλητή. Ο Searle φαίνεται να είναι επηρεασμένος από τον Grice[12] που προσπάθησε να συσχετίσει το νόημα των προτάσεων με την πρόθεση του ομιλητή να κάνει κάτι, καθώς επίσης με τις αντιλήψεις και τα «πιστεύω» του.

Στηριζόμενοι στην εν λόγω θεωρία, πρεσβεύουμε, πρώτον, ότι οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τις λέξεις για να κατασκευάσουν τον κόσμο γύρω τους με βάση τα δικά τους «θέλω» και «πιστεύω» και δεύτερον, ότι οι λεκτικές πράξεις πρέπει να προσεγγίζονται στο κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο παράγονται: αποδεχόμαστε με άλλα λόγια την άποψη ότι η  λέξη δεν είναι κενή περιεχομένου αλλά αποτελεί το μικρόκοσμο της συνείδησης[13] αφού είναι φορέας συμβολικών και ιδεολογικών μηνυμάτων.[14] Ασπαζόμαστε λοιπόν τη διαπίστωση ότι ο λόγος είναι πολυφωνικός.

Τόσο με τη διερεύνηση της γλώσσας της φυλακής όσο και με την ανάλυση όρων στο αστυνομικό και δικαστικό ρεπορτάζ για υποθέσεις εγκληματολογικού ενδιαφέροντος αλλά και αυτήν τη χρονική περίοδο με την επεξεργασία του υλικού του υπό έκδοση βιβλίου μου, συνειδητοποιώ βαθύτερα πόσο στενή είναι η σχέση της εγκληματολογίας με τη γλωσσολογία. Μάλιστα εντοπίζω δύο πολύ σημαντικά σημεία: α) την πολύ μεγάλη σημασία από τη μία πλευρά των γλωσσικών επιλογών της επιστημονικής, εγκληματολογικής γνώσης για να περιγράψει όρους και έννοιες, για να μιλήσει για το έγκλημα και για τον εγκληματία και να προχωρήσει σε ένα δεύτερο επίπεδο σε κατάθεση σκέψεων και προτάσεων στο πλαίσιο της αντεγκληματικής πολιτικής.

Ακολούθως θα αναφερθώ σε 4 ενδεικτικά παραδείγματα για τη χρήση της γλώσσας, τη σημασία των γλωσσικών μας επιλογών και τον προσδιορισμό πολύ σημαντικών εννοιών από τον εγκληματολογικό και ποινικό λόγο.

  • Για την περιγραφή του όρου «φυλακή» παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον πόσοι όροι έχουν χρησιμοποιηθεί με την πάροδο των ετών και τις αλλαγές στα σωφρονιστικά συστήματα: «σωφρονιστήριο», «σωφρονιστικό κατάστημα», «κατάστημα κράτησης», «ειδικό κατάστημα κράτησης», με την κάθε γλωσσική επιλογή να μην είναι τυχαία αλλά να εκφράζει και εφαρμοζόμενες πολιτικές και τις επιστημονικές απόψεις για το βαθύτερο περιεχόμενο κάθε όρου και το τι πρεσβεύει κάθε όρος.
  • Για τη χρήση των όρων και το συσχετισμό τους με τις εφαρμοζόμενες πολιτικές είχαμε, μεταξύ άλλων μιλήσει, στο πλαίσιο συνέντευξης στο postmodern.gr για τον θεσμό των αγροτικών φυλακών στην Ελλάδα τον Μάρτιο του 2018 με τον ποινικολόγο και εκείνη την περίοδο Γ.Γ. Αντεγκληματικής Πολιτικής, κ. Ευτύχη Φυτράκη και ειδικότερα είχαμε αναφερθεί στις έννοιες του «σωφρονισμού», της «αποχής από το έγκλημα» και της «κοινωνικής ένταξης/ επανένταξης/ ενσωμάτωσης». Ως προς την έννοια του «σωφρονισμού» και στον σκοπό που υπηρετεί η φυλακή στη σύγχρονη εποχή, εάν δηλαδή λειτουργεί απλώς σαν «κατάστημα κράτησης», όπως άλλωστε  είναι η επίσημη ονομασία της ή επιτελεί και «σωφρονισμό» με την έννοια της αποχής από το έγκλημα και κατά συνέπεια της μείωσης της υποτροπής, ο κ. Φυτράκης είχε επισημάνει:  «Η χρήση της έννοιας του σωφρονισμού ως σκοπού της έκτισης της ποινής, εάν εννοείτε αυτό, έχει εγκαταλειφθεί τις τελευταίες δεκαετίες. Η έκτιση της ποινής μέσα στη φυλακή συνδέεται με λιγότερο ιδεολογικά φορτισμένες έννοιες, όπως οι έννοιες της κοινωνικής επανένταξης (social re-integration), παρότι και η έννοια αυτή έχει υποστεί μια σχετική υποχώρηση, ειδικά στην Ελλάδα, τις προηγούμενες δεκαετίες, και της αποχής από το έγκλημα (desistance from crime) […] Ο όρος καταστήματα κράτησης κρίθηκε και ενόψει των παραπάνω προτιμότερος ως λιγότερο ιδεολογικά φορτισμένος».
  • Άλλο ενδεικτικό παράδειγμα: η αντιδιαστολή των δύο όρων «παραβατικότητα» (delinquency) και «εγκληματικότητα» (criminality), «παραβάτης» (delinquent, offender) και εγκληματίας (criminal), για να περιγράψει μορφές εγκληματικότητας και τους δράστες αυτών.
  • Έχουμε επίσης, αναφερθεί πολλές φορές στο πλαίσιο εκπαιδεύσεων στους δημοσιογράφους, τη σημαντική γλωσσική αλλά και ποινική διαφορά μεταξύ του εγκλήματος της «παιδοκτονίας» και της «ανθρωποκτονίας» (βλ. ενδεικτικά σχετικό μας άρθρο στο pm). Αν και οι δύο μορφές εγκληματικότητας αφορούν την αφαίρεση της ανθρώπινης ζωής, το έγκλημα της παιδοκτονίας διαπράττεται κατ’ αποκλειστικότητα από μητέρες σε μία πολύ συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρο 303 του ΠΚ, σύμφωνα με το οποίο το έγκλημα της παιδοκτονίας αφορά τη μητέρα μόνο και πιο συγκεκριμένα «μητέρα που με πρόθεση σκότωσε το παιδί της κατά τον τοκετό ή μετά τον τοκετό, αλλά ενώ εξακολουθούσε ακόμα η διατάραξη του οργανισμού της από τον τοκετό τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών»). Ο νομοθέτης, επομένως, έχει προβλέψει (και με τη διαφορετική γλωσσική επιλογή) την πιθανότητα να τελεί υπό διατάραξη ο οργανισμός της γυναίκας κατά τη στιγμή διάπραξης του εγκλήματος και γι’ αυτό άλλωστε και η ποινική μεταχείριση των δύο εγκλημάτων να είναι διαφορετική, καθώς είναι επιεικέστερη η αντιμετώπιση του εγκλήματος της παιδοκτονίας ενώ η με πρόθεση ανθρωποκτονία μπορεί να επισύρει ακόμα και την ισόβια κάθειρξη. Αυτή ακριβώς η ποινική διαφοροποίηση αποτυπώνεται μέσα από τη γλώσσα και τη συγκεκριμένη γλωσσική διαφοροποίηση μεταξύ «παιδοκτονίας» – «ανθρωποκτονίας» και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο τονίζουμε την ανάγκη χρήσης της επιστημονικά και νομικά ορθής ορολογίας στο αστυνομικό και δικαστικό ρεπορτάζ.   

Διαπιστώνουμε, συνεπώς, ότι η γλώσσα και οι γλωσσικές επιλογές του επιστημονικού λόγου έχουν ένα ειδικό βάρος και εκφράζουν μία ολόκληρη επιστημονική σκέψη. Γι’ αυτό οι όροι εξελίσσονται, διαφοροποιούνται και αντικαθίστανται από άλλους με την πάροδο των ετών και την εξέλιξη της επιστημονικής έρευνας.

β) Στις συμβολικές διαστάσεις και προεκτάσεις που λαμβάνει από την άλλη πλευρά ο ιδιαίτερος γλωσσικός κώδικας επικοινωνίας που θα χρησιμοποιήσει ο κόσμος του εγκλήματος για να επικοινωνήσει συνθηματικά αλλά και σε ένα ευρύτερο επίπεδο για να περιγράψει και να εκφράσει σκέψεις, ιδέες, συναισθήματα.

  • Ενώ, δηλαδή, στη γλώσσα της επιστήμης και της πολιτικής χρησιμοποιείται ο όρος «καταστήματα κράτησης», ο έγκλειστος πληθυσμός στον ιδιαίτερο γλωσσικό κώδικα επικοινωνίας του θα μιλήσει για την «ψειρού» και την «μπουζού» σε παρελθούσες εποχές, για τα «κολλέγια εγκλήματος» σε νεότερες εποχές.   
  • Επίσης, οι ίδιοι οι δράστες εγκληματικών ενεργειών προχωρούν στη διάκριση ανάμεσα σε «παράνομο» και «κακοποιό» και μιλούν ακόμα πιο εξειδικευμένα για «σοβαρούς παράνομους». Ο παράνομος στη δική τους γλώσσα είναι το άτομο που έρχεται σε «σύγκρουση» με τον νόμο αλλά δεν είναι κατ’ ανάγκην κακοποιός. Αντίθετα, ο παράνομος βάσει των «άγραφων νόμων» της φυλακής μπορεί να είναι ένα αξιοσέβαστο πρόσωπο, ιδίως αν είναι «σοβαρός» παράνομος, εάν δηλαδή έχει διαπράξει ένα αδίκημα, το οποίο προκαλεί τον θαυμασμό (και όχι την απαξίωση) των συγκρατούμενων. Να αναφέρω στο σημείο αυτό ότι κατά τη διάρκεια της έρευνάς μου, οι συνεντευξιαζόμενοι έκαναν έναν σαφή διαχωρισμό ανάμεσα στους «σοβαρούς παράνομους» που ήταν κατά κύριο λόγο οικονομικοί εγκληματίες και βρίσκονταν στην ανώτερη βαθμίδα της ιεραρχίας της φυλακής, τους «μη σοβαρούς παράνομους» που στον ιδιαίτερο γλωσσικό κώδικα επικοινωνίας τους τοποθετούσαν σε μία από τις κατώτερες βαθμίδες της ιεραρχίας τους τοξικοεξαρτημένους  και τους «κακοποιούς» που είχαν διαπράξει εγκλήματα (κυρίως κατά της ζωής και κατά της γενετήσιας ελευθερίας) με ειδεχθή τρόπο. Άρα, διαπιστώνουμε ότι ο κακοποιός που φέρει μέσα του το «κακό» (κακό + ποιώ) λαμβάνει και στη γλώσσα της φυλακής μια υποτιμητική έννοια και χαρακτηρίζει τους «κακούς», τους εγκληματίες δηλαδή που έχουν όχι απλώς παραβεί τον νόμο, αλλά -το σημαντικότερο- έχουν παραβιάσει τις αξίες που διέπουν τον μικρόκοσμο της φυλακής. Ενδεικτικό παράδειγμα: το άτομο που έκανε διάρρηξη και σκότωσε τους ενοίκους μπορεί να χαρακτηριστεί στη γλώσσα της φυλακής κακοποιός, λόγω της δεύτερης εγκληματικής πράξης του και όχι της πρώτης. Από το απλό αυτό παράδειγμα διαπιστώνουμε ότι η γλώσσα της φυλακής λειτουργεί πρωτίστως, όπως όλοι οι γλωσσικοί κώδικες επικοινωνίας, σε συμβολικό επίπεδο.

Στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι η γλώσσα της φυλακής[15] χρησιμοποιεί όλα τα γλωσσοπλαστικά μέσα: αναγραμματισμούς, βραχύνσεις αλλά και συνθέσεις των λέξεων, νεολογισμούς, δανεισμούς από άλλους γλωσσικούς κώδικες (κυρίως από την αργκό των νέου και του στρατού), από ξένες γλώσσες, και βέβαια πληθώρα εικόνων και μεταφορικών σχημάτων. Άλλωστε οι γλωσσοπλάστες «παίζουν» κυρίως με τις εικόνες και χρησιμοποιούν εκτενώς μεταφορές. Ως εκ τούτοι οι γλωσσικοί κώδικες επικοινωνίας είναι κατεξοχήν «μεταφορικές» γλώσσες, με την έννοια ότι μεταφέρουν εικόνες, οι οποίες με τη σειρά τους παραπέμπουν σε συναισθήματα και ιδέες. Όσον αφορά τη γλώσσα της φυλακής κρίνεται σκόπιμο να παραθέσουμε κάποιες από τις εκφράσεις που επιβεβαιώνουν το παραπάνω:

  • Κερατιά = «το περιπολικό». Η συγκεκριμένη λέξη έχει προκύψει από το «καρούμπαλο» (που μοιάζει με κέρατο όπως σημειώνουν οι ίδιοι οι κρατούμενοι) των περιπολικών. Είναι χαρακτηριστικές οι φράσεις που χρησιμοποιήθηκαν από κρατούμενο κατά τη διάρκεια της συνέντευξης: κοζάρω από απέναντι φώτα. Το παίζω κυριλέ και περνάω απέναντι. Ήταν κερατιά.
  • Η λέξη  κλειδί χαρακτηρίζει «τους φύλακες», γιατί κρατούν κλειδιά με τα οποία κλειδώνουν στα κελιά τους κρατούμενους. Σε αυτή την περίπτωση έχουμε μεταφορά της εικόνας του κλειδιού.
  • Ο πιέστα είναι «ο υπάλληλος που μοιράζει τα φάρμακα σε κρατούμενους και τους αναγκάζει να τα πιούνε μπροστά του».
  • Ο ταξιτζής είναι «ο φύλακας που φέρνει το φαγητό στους κρατούμενους». Παρομοιάζεται με τον ταξιτζή που μεταφέρει τους πελάτες.
  • Τα στρουμφάκια είναι «οι αστυνομικοί», λόγω της μπλε στολής που φοράνε.

Αξιοσημείωτες είναι και οι ακόλουθες εκφράσεις που παραπέμπουν σε εικόνες:

  • Ανοίγω κάρτα ή αλλιώς ανοίγω προηγούμενα = «κάνω κάτι που ενοχλεί και περιμένω να υποστώ τις συνέπειες της πράξεώς μου» (φράσεις που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διεξαγωγή των συνεντεύξεων: «αυτόν άμα πάει Λάρισα θα τον σκίσουν»).
  • Η εξίσου γλαφυρή έκφραση δαγκώνω κρατούμενο καταδεικνύει «την προσπάθεια απόσπασης πραγμάτων από συγκρατούμενους, έστω κι αν κάποιος έχει τα δικά του (κατά κύριο λόγο τσιγάρα και τηλεκάρτες που αποτελούν πολύτιμα αγαθά για το χώρο της φυλακής)». Με τη φράση διπλή φυλακή εννοείται ότι «ο χρόνος έκτισης της ποινής περνάει δύσκολα και επώδυνα».
  • Η έκφραση γράφω καντίνα σημαίνει «παραγγέλλω από το κυλικείο της φυλακής», ενώ δεν έχω καντίνα σημαίνει «ότι δεν έχω χρήματα (στην καρτέλα μου) για να αγοράσω πράγματα από τη φυλακή». 

Το αξιοσημείωτο στην περίπτωση των εγκλείστων είναι ότι, παρά τις ιδιόμορφες συνθήκες διαβίωσής τους, οι κρατούμενοι καταφεύγοντας στα απλά μέσα που η ίδια η γλώσσα προσφέρει καταφέρνουν να πλάσουν πρωτότυπες εκφράσεις κεντρίζοντας το ενδιαφέρον όσων τις ακούνε για πρώτη φορά. Πιο συγκεκριμένα, παρατηρούνται τα ακόλουθα στοιχεία: χρησιμοποιούνται πολλές λέξεις και φράσεις οι οποίες λαμβάνουν ένα διαφορετικό περιεχόμενο ή τουλάχιστον μία άλλη «απόχρωση» από τις αντίστοιχες της ελεύθερης κοινωνίας, όπως:

  • Κάνω μεροκάματο και κάνω δουλειά. Η πρώτη φράση αναφέρεται «στην εργασία των κρατουμένων μέσα στη φυλακή» και η δεύτερη «στις παράνομες δουλειές που τελούνται εντός και εκτός φυλακής».
  • Με τελείως διαφορετική σημασία χρησιμοποιείται και η λέξη κλέφτης που σημαίνει «το αποστακτήριο.
  •  Εξίσου και η λέξη κλακαδόρος λαμβάνει νέο νόημα, καθώς χαρακτηρίζει «τους τρόφιμους που βρίσκουν τρόπους να επιτυγχάνουν το σκοπό τους εις βάρος των συγκρατουμένων του».
  • Τέλος, οι εκφράσεις: κάγκελα παντού και σπάω σίδερα έχουν ένα ιδιαίτερο συναισθηματικό βάρος όταν χρησιμοποιούνται στον χώρο της φυλακής. Η μεν πρώτη εκφράζει «την αγανάκτηση του κρατουμένου που βρίσκεται σε ένα περιοριστικό και απομονωμένο από την ευρύτερη κοινωνία πλαίσιο». Η δεύτερη σημαίνει «κάνω απόδραση». 
  • Προς την ίδια κατεύθυνση κινούνται και οι φράσεις: με χάλασες = «με νεύριασες με αυτό που έκανες ή είπες» (οι κρατούμενοι χρησιμοποιούν συχνά αυτή την έκφραση, γιατί είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμοι για καβγά), μη με χρεώνεις = «μη μου προσάπτεις άδικα κάτι» (συχνότατη έκφραση μεταξύ των κρατουμένων, δεδομένου ότι ο ένας συχνά κατηγορεί τον άλλο).

Επίσης, πρέπει να αναφερθεί ότι μεταξύ των παραδειγμάτων που καταδεικνύουν την πρωτοτυπία των ομιλητών τους βρίσκουμε λέξεις που δεν απαντώνται σε άλλους κώδικες επικοινωνίας αλλά δημιουργούνται αποκλειστικά στον χώρο της φυλακής. Η γλωσσοπλασία σε αυτή την περίπτωση υποδηλώνει την ψυχολογική ανάγκη των εγκλείστων να ξεφύγουν από το σκληρό περιβάλλον της φυλακής, όπου τους στερείται η δυνατότητα ψυχαγωγίας.

  • Όσον αφορά τις συνθέσεις, εντοπίζονται κυρίως σε ουσιαστικά, π.χ. ανθρωποφύλακες (ουσιαστικό + ουσιαστικό), παλιοκόριτσο (επίθετο + ουσιαστικό), ψωμοσάκουλο (ουσιαστικό + ουσιαστικό), τα οποία προσαρμόζονται ανάλογα για να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα. Οι βραχύνσεις που απαντώνται είναι: ρούφ = «ο ρουφιάνος», ψυχ = «το ψυχιατρείο της φυλακής»,  ψυ/ ψυχί /ψυτ = «ο κρατούμενος που είναι ‘ψυχάκιας’», όπως χαρακτηριστικά μας εξήγησαν οι συνεντευξιαζόμενοι.

Από την άλλη πλευρά, ορισμένες εκφράσεις παραμένουν διαχρονικές εφόσον αποτελούν «τυπικές» όπως θα μπορούσαμε να τις ονομάσουμε φράσεις για το χώρο της φυλακής, όπως οι ακόλουθες:

  • Είναι λαρύγγι = «ο κρατούμενος που καρφώνει τους συγκρατούμενούς του» (1), «καρφώνει τα μέλη του προσωπικού» (2).
  • Τα άκλιτα: το δωδεκάρι και το εικοσιτεσσάρι που χαρακτηρίζουν αντίστοιχα «τον περιστασιακό χρήστη» και «το ρουφιάνο».
  • Μου μείνανε Χ μήνες σκαστή = «απομένουν Χ μήνες για να αποφυλακιστώ».
  • Μου χάλασε το όνομα = «μου σπίλωσε το όνομα». Αυτή η έκφραση έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι κάθε κρατούμενος προσπαθεί να «φτιάξει ένα καλό όνομα» όπως οι ίδιοι υπογράμμισαν και φοβούνται μήπως κάποιος τους το «χαλάσει» με διάφορους τρόπους, όπως με το να διαδίδει εις βάρος του φήμες.
  • Μπαγλαμάς = «ο ανόητος»/«το κοροΐδο».
  • Το ρήμα τουμπεκιάσου που χρησιμοποιείται στη γλώσσα της πιάτσας (γνωστή εκφρ. τουμπεκί και μάλιστα ψιλοκομμένο) σημαίνει «σκάσε»/«μη μιλήσεις» και κυρίως «μην αντιδράσεις». Ακούγεται συχνά στον χώρο της φυλακής, γιατί εύκολα ξεσπούν καυγάδες και πρέπει να επιβληθεί τάξη (πολλές φορές από τους ίδιους τους κρατούμενους) για να αποφευχθούν χειρότερα επεισόδια.
  • Άλλες διαχρονικές εκφράσεις: το σφύριξε = «το κάρφωσε».

Τέλος, το σημείο στο οποίο πρέπει να δοθεί έμφαση συνίσταται στο ότι η γλώσσα των τοξικοεξαρτημένων εξακολουθεί να κυριαρχεί. Συνεπώς, δεν είναι τυχαίο ότι η γλώσσα της φυλακής περιλαμβάνει πολλές λέξεις και φράσεις που σχετίζονται με τη χρήση ναρκωτικών ουσιών, γιατί ο αριθμός των εξαρτημένων από ουσίες τροφίμων ακολουθεί δραματικά αυξητικούς ρυθμούς. Αυτή η πραγματικότητα αποτυπώνει το μείζον κοινωνικό πρόβλημα που συνιστά η μάστιγα των ναρκωτικών παγκοσμίως. Ενδεικτικά παραδείγματα είναι τα εξής: ζαπρέ = «η πρέζα». Πρόκειται για αναγραμματισμό της λέξης, ένα πολύ προσφιλές όπως είδαμε μέσο στο οποίο καταφεύγουν οι ομιλητές των γλωσσικών κωδίκων επικοινωνίας. Επισημαίνεται ότι ο αναγραμματισμός θεωρείται «εύκολο» μέσο, γι’ αυτό έχει γνωρίσει τεράστια διάδοση.

Άλλες λέξεις προερχόμενες από τη γλώσσα των ναρκωτικών, όπως καταγράφηκαν από την έρευνά μας μέσα στη φυλακή, μέσα από τις συνεντεύξεις με τους κρατούμενους:

  • Είναι φαρμακωμένος/έχει πάρει φάρμακο = «ο κρατούμενος που βρίσκεται υπό την επήρεια φαρμάκων (π.χ. υπνωτικών χαπιών)».
  • Είναι χαρμάνης = «ο κρατούμενος που δεν έχει να πάρει ναρκωτικά».
  • Ζούμπα/ζούπα = «το τσιγάρο που έχει μέσα τριμμένα χάπια».
  •  Κουμπιά = «τα χάπια ‘έκταση’ ή άλλα ναρκωτικά χάπια».
  • Ναρκωτικά πολυτελείας = πολύ ακριβά ναρκωτικά, π.χ. κοκαΐνη.
  • Μπαλάκι = «ναρκωτικά σε συσκευασία».
  • Ντρόγκα και παραμυθού = «η πρεζα».
  • Να πιω μιά ψιλή = «να πιω πρέζα».
  • Πήρα πολλά ντρόγκια = «πήρα μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών».
  • Πήρα την πάσα = παρέλαβα τα ναρκωτικά που μου έστειλε ο Χ στη φυλακή.
  • Λουκάρισμα = «η μεταφορά ναρκωτικών στις φυλακές».
  • ΣΕΟ = «αυτοσχέδιες σύριγγες που φτιάχνουν οι κρατούμενοι, συνήθως από στιλό».
  •  Συνοικέσια/παντρέματα/κονέ/μερτικά = «τα ναρκωτικά».
  • Σοκολάτα = «το παστεριωμένο ναρκωτικό».
  • Ταμχόν = «η πρέζα».
  • Φούντος = «τα ναρκωτικά που πετάνε στη φυλακή (π.χ. με σφεντόνα)».

Το αξιοσημείωτο είναι ότι ακόμα και για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα, όπως η χρήση ουσιών, πλάθονται εκφράσεις που έχουν σκοπό να προκαλέσουν το γέλιο και να ελκύσουν την προσοχή των συνομιλητών, όπως μπομπαμπόν ντε μπαΐγκόν. Πρόκειται για μία από τις πολλές   περιπαικτικές εκφράσεις για τις ναρκωτικές ουσίες.

Συνοψίζοντας, η δύναμητης γλώσσας είναι πολύ μεγάλη και ως εκ τούτου με τις γλωσσικές μας επιλογές καταφέρνουμε να περάσουμε πολύ σημαντικά μηνύματα σε πολλά επίπεδα. Η γλώσσα του εγκλήματος παρουσιάζει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον ερευνητή και γι’ αυτό θα συνεχίσουμε, δυναμικά και δημιουργικά, τη διερεύνησή μας.


[1] P. Watzlawick, J. Beavin Bavelas, D.D. Jackson, Ανθρώπινη Επικοινωνία και οι Επιδράσεις της στη Συμπεριφορά, μτφ. Α. Γολεμή, επιμ. Κ. Χαραλαμπάκη, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 2005, σελ. 75.

[2] Κρίνεται σκόπιμο στο σημείο αυτό να αναφερθούμε στην επισήμανση που πραγματοποιεί ο  Luis Preto στο σημαντικό έργο του Μηνύματα και Σήματα σχετικά με την παραγωγή από όλα τα άτομα μίας γλωσσικής κοινότητας γλωσσικών και εξωγλωσσικών σημάτων, τα οποία κατά τον Preto συνιστούν τη «σημειακή πράξη». Ειδικότερα, αναφέρει τα εξής: «όταν κάποιος προφέρει ή γράφει μία φράση, όταν κάποιος γράφει στον πίνακα ένα μαθηματικό τύπο, όταν ανάβει το φλας του αυτοκινήτου, όταν χρησιμοποιεί το λευκό ραβδί των τυφλών, όταν υψώνει μία σημαία στο κατάρτι ενός πλοίου, όταν χτυπάει μία πόρτα, όταν κορνάρει σε μία διασταύρωση, όταν φοράει ένα περιβραχιόνιο του Ερυθρού Σταυρού, ακόμα κι όταν σημειώνει ένα ραντεβού σε μία ατζέντα, σε όλες αυτές τις περιπτώσεις παράγει ένα σήμα» και επεξηγεί ότι «το σήμα είναι ένα εργαλείο που χρησιμεύει στη μετάδοση μηνυμάτων. Μεταδίδω ένα σήμα σημαίνει δίνω υπόσταση σε μία από τις κοινωνικές σχέσεις που ονομάζονται ‘πληροφορία’ ‘ερώτηση’ ή ‘εντολή’: ο πομπός ενός σήματος, δηλαδή αυτός που παράγει ένα σήμα προβαίνει έτσι σε αυτό που ονομάζουμε ‘σημειακή πράξη’, ζητώντας να πληροφορήσει ένα δέκτη για κάποιο πράγμα ή να τον ρωτήσει για κάτι ή, τέλος, να του δώσει κάποια εντολή –και αυτή η πληροφορία, αυτή η ερώτηση ή αυτή η εντολή αποτελούν το μήνυμα που επιχειρεί να μεταδώσει ο πομπός χρησιμοποιώντας το σήμα. Όταν π.χ. ο οδηγός ενός αυτοκινήτου ανάβει το φλας του αυτοκινήτου του και γίνεται έτσι πομπός μίας σημειακής πράξης είναι γιατί επιχειρεί να πληροφορήσει τους οδηγούς των αυτοκινήτων που τον ακολουθούν και οι οποίοι είναι πλέον οι δέκτες αυτής της πράξης, ότι θα αλλάξει κατεύθυνση». Από τα προαναφερθέντα εξάγεται το συμπέρασμα ότι η αναγνώριση και η αποδοχή από τα μέλη κάθε κοινότητας ενός συνόλου λεκτικών και μη λεκτικών σημάτων έχουν εξέχουσα σημασία, δεδομένου ότι από αυτά εξαρτάται η επιβίωση και η ομαλή λειτουργία της ομάδας. Βλ. σχετικά L. Preto Μηνύματα και Σήματα, μτφ. Δ. Μοσχόπουλος, Αθήνα: Νεφέλη, 1986, σσ. 43-44.            

[3] B. L. Liles, An Introduction to Linguistics, Englewood Cliffs, N. Jersey: Prentice- Hall, 1975, σσ. 3-6.

[4] E. Sapir,«Language» στο B.G. Blount (επιμ), Language, Culture and Society, Illinois: Waveland Press, Inc, σσ. 43-45.

[5] R. Burling, Patterns of Language: Structure, Variation, Change, USA: Academic Press, 1992, σσ. 2-10.

[6] R.A. Hudson, Sociolinguistics, Cambridge: Cambridge University Press, 1980, σσ. 99-101.

[7] Γ. Μπαμπινιώτης, Νεωτέρα Γλωσσολογία,  Αθήνα: Καρδαμίτσα, 1975, σελ. 15.

[8] L. Wittgenstein, Philosophical Grammar, μτφ. A. Kenny, Berkeley and Los Angeles: University of California Press, 1974, σελ. 60.

[9] B. Malinowski, Coral Gardens and their Magic, τόμ. 2, London: Allan & Urvin, 1935, σελ. 7.

[10] J.L. Austin, How to Do Things with Words, 2η έκδ.., Oxford and N. York: Oxford University Press, 1976, σσ. 1-11.

[11] J.R. Searle, Speech Acts: Αn Essay in the Philosophy of Language, London: Cambridge University Press, 1969, σελ. 43.

[12] H.P. Grice «Meaning» στο R.M. Harnish (επιμ), Basic Topics of the Philosophy of Language, N. York: Harvester Wheatsheaf, 1994, σσ. 27-29.

[13] W.J. Handy, Language, Thought and Experience: A Tapestry of the Dimensions of Meaning, Baltimore: University Park Press, 1978, σσ. 270-271.

[14] C.B. Clément, Le Pouvoir des Mots Symbolique et Ideologique, France: Maison Mame, 1973, σσ. 47-49.

[15] Βλ. αναλυτικά γλωσσάριο, Α. Καρδαρά, Φυλακή και Γλώσσα, Αθήνα: Αντ.Ν.Σάκκουλα, 2014.

Φωτογραφία ανάρτησης: Alexey Druzhinin @flickr.

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Παν/μίου Αθηνών – Φιλόλογος. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός και είναι Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Παράλληλα, οργανώνει σεμιναριακά μαθήματα και δίνει διαλέξεις στο αντικείμενο της εξειδίκευσής της «Έγκλημα και Media». Συνεργάστηκε με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει τη συγγραφή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων: «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» & «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ», με Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας κ.Γιάννη Πανούση. Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αντικείμενο «Εγκληματολογία & ΜΜΕ». Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα, την αρθρογραφία και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts