Όταν η δύναμη της λογοτεχνίας συναντά τη δύναμη των ανθρώπων

της Αγγελικής Καρδαρά.

Για τη δύναμη της λογοτεχνίας σε μία κοινωνία που υφίσταται ισχυρούς κλυδωνισμούς αλλά και σε περιβάλλοντα με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όπως είναι οι φυλακές, συζητήσαμε αναλυτικά με την Εγκληματολόγο, κ.Άννα Κασάπογλου, η οποία έχει βαθιά γνώση του θέματος.

Η κ. Κασάπογλου κατέθεσε σημαντικές προτάσεις για τους τρόπους με τους οποίους η λογοτεχνία μπορεί να ασκήσει μία δυναμική και θετική επίδραση στην ψυχή μας και να αξιοποιηθεί δημιουργικά (και όχι με στείρο ή καταπιεστικό τρόπο) στο σχολικό περιβάλλον -ειδικότερα στο σύγχρονο πολυπολιτισμικό σχολείο- καθώς επίσης σε ιδρυματικά περιβάλλοντα, αλλά και στην καθημερινή ζωή των παιδιών μας που μπορούν να βρουν αληθινό και ουσιαστικό ενδιαφέρον σε βιβλία που θα γίνουν τα δικά τους αγαπημένα αναγνώσματα. Μία συνέντευξη που πραγματικά απόλαυσα, γιατί η λογοτεχνία διαδραματίζει και στη δική μου ζωή έναν πολύ καθοριστικό ρόλο, «δείχνοντας» μου σε πολλές περιπτώσεις έναν δρόμο ακόμα και σε αδιέξοδες στιγμές….

Ας «ταξιδέψουμε» επομένως με το σημερινό μας θέμα, με το αναγνωστικό μας κοινό!

Άννα Κασάπογλου, εγκληματολόγος.

Η Άννα Κασάπογλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου ζει και εργάζεται. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Α.Π.Θ. Εκπόνησε το μεταπτυχιακό της στην Αγγλία, στο University of Portsmouth – Institute of Criminal Justice Studies (MSc in Criminology and Criminal Psychology). Κατά την παραμονή της στην Αγγλία εργάστηκε εθελοντικά στον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης και στην εκπαίδευση στο σωφρονιστικό σύστημα. Ολοκλήρωσε το διδακτορικό της στο Τμήμα Κοινωνικής Διοίκησης και Πολιτικής Επιστήμης στο Δ.Π.Θ. με θέμα την επίδραση του εγκλεισμού σε κρατούμενους για οικονομικά εγκλήματα.

Συνεργάστηκε με την ΑΡΣΙΣ-Κοινωνική Οργάνωση Υποστήριξης Νέων και το Κέντρο Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων (ΚΕΘΕΑ ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ). Από τον Ιούλιο του 2012 μέχρι και τον Σεπτέμβρη του 2018 συντόνιζε την εκπαιδευτική ομάδα λογοτεχνίας στη φυλακή Διαβατών και για ένα εξάμηνο το 2018 συντόνιζε την ομάδα ποίησης αποφυλακισμένων. Εργάστηκε παράλληλα ως Γραμματέας στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, ως επιστημονικός συνεργάτης στη Μέριμνα-Εταιρία για τη φροντίδα παιδιών και οικογενειών στην αρρώστια και τον θάνατο και ως εκπαιδεύτρια σε προγράμματα εκπαίδευσης σωφρονιστικού προσωπικού σε θέματα διαπολιτισμικότητας και αστυνομικών σε θέματα εξαρτήσεων.

Εκπονεί έρευνα για την επίδραση της λογοτεχνίας στην απεξάρτηση, συμμετέχει σε μια ερευνητική ομάδα για το καθεστώς κράτησης, την εμπειρία του εγκλεισμού και τις παρεμβάσεις επανένταξης σε κρατούμενους που έχουν διαπράξει σεξουαλικά εγκλήματα (ΕΣΠΑ) και σε μία άλλη για τη διερεύνηση των ψυχοκοινωνικών αναγκών των ασυνόδευτων ανήλικων προσφύγων σε δομές φιλοξενίας και διαμερίσματα υποστηριζόμενης διαβίωσης (ΕΛΙΔΕΚ). Διδάσκει στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα του Ανοικτού Πανεπιστημίου «Εγκληματολογικές και ποινικές προσεγγίσεις της διαφθοράς, του οικονομικού και του οργανωμένου εγκλήματος» τη θεματική ενότητα Αντεγκληματική πολιτική: Τάσεις, πρότυπα, αξιολόγηση, σχεδιασμός.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

  • Κυρία Κασάπογλου, θα ήθελα να μιλήσουμε για τη δύναμη της λογοτεχνίας σε μία κοινωνία που υφίσταται ισχυρούς κλυδωνισμούς αλλά και σε περιβάλλοντα με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όπως είναι οι φυλακές.  Πιστεύετε ότι θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν τα λογοτεχνικά κείμενα ως μέσο βελτιωτικής μεταχείρισης κρατουμένων στα καταστήματα κράτησης της σύγχρονης εποχής; Ποια κείμενα και με ποιους τρόπους;

Τη δύναμη της λογοτεχνίας την έβλεπα με διάφορες μορφές 6 συνεχόμενα χρόνια που συντόνιζα την ομάδα λογοτεχνίας μέσα στη φυλακή Διαβατών, αλλά και για ένα μικρό διάστημα 6 μηνών, που είχα δημιουργήσει την ομάδα ποίησης με αποφυλακισμένους. Τώρα, στη μεταχείριση των κρατουμένων η απάντηση είναι ένα ηχηρό «ναι». Σαφέστατα θα μπορούσαμε να αξιοποιήσουμε τη λογοτεχνία στη μεταχείριση έγκλειστων ανθρώπων προσφέροντας ένα αντίβαρο στον άπειρο και στείρο χρόνο της φυλακής. Αυτό φυσικά μπορεί να γίνει με κάποιες προϋποθέσεις που αφορούν στην οργάνωση του σωφρονιστικού συστήματος.

Εξηγώ: αν πάμε να κάνουμε μια τέτοια δουλειά σ’ ένα σύστημα όπου δεν υπάρχει καμία δομή σχετική, δεν υπάρχουν καν χώροι για να διεξαχθεί μια τέτοια δράση, ή το κάνουμε άναρχα προσπαθώντας να πείσουμε τους ανθρώπους ότι είναι καλό να διαβάσουν, δεν θα καταφέρουμε και πολλά.

Οποιαδήποτε σχετική δράση για να έχει τα αποτελέσματα που εγώ είδα όλα αυτά τα χρόνια, απαιτεί σχεδιασμό, συνέπεια, δομή, και πάνω απ’ όλα συγκεκριμένο στόχο. Δεν πάμε να πούμε στους ανθρώπους που είναι έγκλειστοι, που η παρανομία είναι ο μόνος τρόπος ζωής που γνωρίζουν, που έχουν ζήσει στα άκρα, να διαβάσουν γιατί είναι καλό και θα τους «σώσει».

Πριν απ’ όλα χρειάζεται να υπάρχουν χώροι εντός των καταστημάτων κράτησης για τον σκοπό αυτό. Χώροι που θα αποτελούν σημείο συνάντησης και θα διαμορφωθούν ακόμη και από τους ίδιους τους συμμετέχοντες, ώστε να νιώθουν οι ίδιοι καλά. Για να επιδράσει η λογοτεχνία οι άνθρωποι χρειάζεται να εμπιστευτούν, να ανοιχτούν, να εκφραστούν και ο χώρος βοηθάει προς αυτή την κατεύθυνση. Πολύ βασικό είναι η δράση να έχει συνέπεια και σταθερότητα. Να πραγματοποιείται συγκεκριμένη μέρα και ώρα με πολύ σαφείς κανόνες λειτουργίας. Να υπάρχει δηλαδή ένα πλαίσιο. Δεν μαζεύονται για να πουν τα νέα τους ούτε να αναπληρώσουν το καφενείο.

Απαιτείται συντονιστής/στρια που πάνω απ’ όλα θα πιστεύει ότι η λογοτεχνία έχει κάτι να προσφέρει και να το κάνει πράξη και ο/η ίδιος/α στη ζωή του, γιατί αλλιώς θα «ξεγυμνωθεί» μπροστά σε ανθρώπους που έχουν την ικανότητα να «σε διαβάζουν από χιλιόμετρα». Επιπλέον, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να πάει με τη λογική ότι έχει κάτι που τον κάνει ανώτερο/η απ’ τους συμμετέχοντες και είναι εκεί ως αυθεντία. Χρειάζεται μια προσέγγιση ανοιχτή, μια πρόσκληση σε ένα ταξίδι που δεν ξέρεις πού θα σε βγάλει κι έντιμα να τους το λες αυτό. Το μόνο σίγουρο, είναι πως δεν πάθει κανείς κακό απ’ τη λογοτεχνία. Ας το δοκιμάσει, κι αν δεν του κάνει ας το απορρίψει κατόπιν. Και τέλος, χρειάζεται το όποιο πρόσωπο αναφοράς να αφουγκράζεται τις ανάγκες τους και να προσαρμόζει την ομάδα με ευελιξία στο έμψυχο υλικό που διαθέτει. Αυτό βέβαια είναι απαραίτητη προϋπόθεση στο συντονισμό οποιασδήποτε ομάδας ανθρώπων.

Όσον αφορά στα κείμενα, εξαρτάται από το στόχο κάθε συνάντησης. Υλικό θα μπορούσε να αποτελέσει οποιοδήποτε κείμενο, ποίημα ή ακόμη κι ένα έργο τέχνης ή μια φωτογραφία. Ωστόσο, αυτό που εγώ ακολούθησα ως κανόνα, είναι τα κείμενα να μην αποτελούν εύπεπτο υλικό, κείμενα αυτοβοήθειας, ή σοφίες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Τους «βούτηξα» στα κλασικά κείμενα, στην ποίηση μεγάλων ποιητών και τους έφερα σε επαφή με λογοτέχνες σύγχρονους, οι οποίοι όμως έχουν κάτι να πουν και δεν είναι «πυροτεχνήματα» που διαρκούν λίγο.

Τώρα βέβαια, ο τρόπος με τον οποίο κρίνει κάποιος την αξία ενός έργου, είναι ατέρμονη συζήτηση. Σε κάθε περίπτωση, όμως, φαντάζομαι συμφωνούμε πως ο Ντοστογιέφσκι κι ο Καβάφης είναι αξίες κλασικές!

Βέβαια, σε μια εποχή όπου η σωφρονιστική μεταχείριση έχει  εργαλειοποιηθεί και οι κρατούμενοι αντιμετωπίζονται ως ανεπιθύμητες μάζες, με τη λύση να εντοπίζεται στο να χτίσουμε καινούριες φυλακές, όλα αυτά ακούγονται εξωγήινα!

  • Θα μας καταθέσετε τη δική σας εμπειρία από τον χώρο των φυλακών και τις ομάδες με τις οποίες δουλέψατε; 

Η εμπειρία με μια λέξη ήταν συγκλονιστική. Αποτέλεσε εμπειρία ζωής για μένα, κι έβλεπα θαύματα να πραγματοποιούνται μπροστά στα μάτια μου. Επειδή όμως έχω μιλήσει πολλάκις γι’ αυτό, και σε ‘σας παλιότερα, θα ήθελα να αναφερθώ στην εμπειρία αυτή αναστοχαστικά, καθώς οι ομάδες έχουν σταματήσει τον περασμένο Σεπτέμβρη και συνάμα θα ήθελα να το συνδέσω με την προηγούμενη ερώτηση, σχετικά με τα κείμενα.

Η χρονική στιγμή κατά την οποία διαβάζουμε ένα βιβλίο ή ένα ποίημα παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στο τρόπο με τον οποίο θα αλληλεπιδράσουμε με το έργο. Κάποια κείμενα, για παράδειγμα, αν δεν τα διαβάσεις σε ηλικία μικρή, στην εφηβεία, ή στη νεότητα, μπορεί να μη σου προκαλέσουν το ίδιο δέος, την ίδια συγκίνηση, να μη σε αφήσουν εμβρόντητο/η.

Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης το περιγράφει αυτό στο βιβλίο του Η αδερφή μου, εξαιρετικά: «Εκείνη λοιπόν η Ανθολογία υπήρξε πολύτιμη, συνδέθηκα με την ποίηση στη μόνη ηλικία που μπορεί να γίνει αυτό. Σχέση αληθινή με την ποίηση μπορεί να έχει στη ζωή του μόνο εκείνος που στα εφηβικά του χρόνια ένιωσε σωματική αναστάτωση διαβάζοντας ένα ποίημα, και ας μην ήταν σε θέση ακόμη να κατακτήσει το νόημά του». Φυσικά, δεν σημαίνει ότι δεν αποκτάς σχέση κι έπειτα, αλλά με τον τρόπο αυτό περιγράφει την ένταση της ηλικίας.

Αυτό που θέλω να πω είναι ότι οι άνθρωποι τους οποίους συνάντησα, τους συνάντησα σε μια δύσκολη στιγμή απ’ τη μια, αλλά και σε μια στιγμή που είχαν πάρει την απόφαση για αλλαγή πορείας απ’ την άλλη. Με άλλα λόγια, τους συνάντησα σε μια φάση που «ξαναγεννιόντουσαν». Αυτό σημαίνει ότι μάθαιναν τον κόσμο από την αρχή, άφηναν πίσω την πεπατημένη κι έμπαιναν σε μια νέα πραγματικότητα όπου οι αρχές και οι αξίες αποκτούσαν διαφορετικό νόημα πια. Στη φάση αυτή, τα κλασικά και «δυνατά» κείμενα τα βίωναν ακριβώς όπως τα βιώνει ένας έφηβος. Τον Καβάφη, τον Σεφέρη μπορεί να μην τους κατανοούσαν γνωστικά, αλλά επιδρούσαν πάνω τους με μια μοναδική δύναμη και τα αποτελέσματα ήταν μαγικά. Ήταν ακριβώς όπως το περιγράφει ο ίδιος ο Σεφέρης: «Πολλές φορές αντικρίζουμε πρώτη φορά ένα ποίημα. Μας φαίνεται σκοτεινό ή αλλόκοτο. Το νόημά του μας ξεφεύγει. Γυρίζουμε τη σελίδα ή κλείνουμε το βιβλίο. Ωστόσο, ξαφνικά, εκεί που κατεβαίνουμε μια σκάλα ή στρίβουμε το δρόμο του σπιτιού μας, δυο-τρεις λέξεις, μια φράση, ένας στίχος γυρίζει μέσα στο μυαλό μας και δεν εννοεί να τ ’αφήσει. Το ποίημα «έπιασε». Είναι σαν τους φτερωτούς σπόρους ορισμένων δέντρων που ταξιδεύουν σε μακρινά χώματα. Από τις λέξεις αυτές το ποίημα θα ξαναβλαστήσει σιγά-σιγά μέσα μας, ποιος ξέρει πότε. Το δέντρο θα ξαναγίνει, και τότε θα το καταλάβουμε».

Συνεπώς, όλα αυτά τα χρόνια έγινε κατά κάποιον τρόπο η «σπορά» και ο κάθε σπόρος άνθισε σε διαφορετικό χρόνο για τον καθένα, αλλά άνθισε. Είναι πολύ δυνατό το συναίσθημα να συναντάς ανθρώπους στο δρόμο που έχουν πλέον αποφυλακιστεί και να σου μιλούν για την εμπειρία αυτή σα να συνέβη χθες. Να σου λένε πώς αξιοποίησαν προσωπικά ο καθένας όλο αυτό το υλικό που αξημέρωτα εγώ ετοίμαζα με ατελείωτες ώρες δουλειάς. Να σου λένε ότι προσέγγισαν μια κοπέλα με τον τρόπο αυτό, ή έδιναν ένα ποίημα ή ένα κείμενο που εγώ τους είχα δώσει σε κάποιον φίλο ή συγγενή για να τον βοηθήσουν. Ειλικρινά, δεν υπάρχουν λόγια για να σας περιγράψω το συναίσθημα. Ακόμη και οι άνθρωποι που ξαναπερπατούν στους παλιούς και γνώριμούς τους δρόμους, όταν συναντιόμαστε η κουβέντα μας είναι συνήθως: «Θυμάσαι, Άννα, που μας έφερες το τάδε ποίημα, κείμενο, συγγραφέα κ.λπ.» . Η κουβέντα, δηλαδή, περιστρέφεται γύρω από τη λογοτεχνία.

Ξέρετε, κι εμένα μου ‘χει μείνει συνήθειο κι ένα χρόνο μετά που έχω σταματήσει, όταν διαβάζω ένα βιβλίο ή ένα ποίημα η σκέψη μού έρχεται αυτόματα «Αυτό θα άρεσε στα παιδιά».

  • Στο πλαίσιο του σύγχρονου πολυπολιτισμικού σχολείου ποια είναι ή ποια θα μπορούσε να είναι η θέση της λογοτεχνίας; 

Το πολυπολιτισμικό σχολείο για ‘μένα ενδείκνυται ξεκάθαρα για δράσεις σχετικές με τη λογοτεχνία. Τι πιο πλούσιο κι έφορο έδαφος από το να αξιοποιήσεις τα κείμενα, τα βιβλία, τα ποιήματα ως όχημα για να γνωρίσεις άλλους τόπους, πολιτισμούς, συνήθειες, ιδέες- κάτι που έτσι κι αλλιώς κάνει η λογοτεχνία-, και την ίδια στιγμή να έχεις το έμψυχο υλικό, τους ανθρώπους για να «ζυμωθείς» μαζί τους.

Αυτό όμως που θέλει προσοχή είναι ο τρόπος που θα πραγματοποιηθεί κάτι τέτοιο. Το σχολείο μπορεί να θέσει πολλούς περιορισμούς οι οποίοι τελικά δεν θα αφήσουν τη λογοτεχνία να κάνει τη δουλειά της. Η προσέγγιση χρειάζεται να είναι ανοιχτή, ακριβώς όπως περιέγραψα παραπάνω για τη φυλακή, χωρίς δασκάλους αυθεντίες, χωρίς τα στεγανά της τυπικής εκπαίδευσης, αλλά να αφήσει τα παιδιά ελευθέρα να εκφραστούν, να μάθουν και να αλληλεπιδράσουν τόσο με τα κείμενα, όσο και μεταξύ τους.

Έχουμε ανάγκη από έμπνευση. Αν υπάρχει η έμπνευση, όλα τα υπόλοιπα βρίσκονται. Το πώς κάθε δάσκαλος/α θα αξιοποιήσει τη λογοτεχνία είναι ανοιχτό και μπορεί να μας εκπλήξει. Κοινός παρονομαστής πρέπει να είναι η σταθερότητα, η συνέπεια, ο σεβασμός κι ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο θα πραγματοποιείται μια ιδέα.

Ένα πολυπολιτισμικό σχολείο, πάνω απ’ όλα πρέπει να είναι ένα σχολείο για όλα τα παιδιά. Ένα σχολείο που ο καθένας θα έχει το χώρο να αναπτυχθεί αυτόνομα, αλλά με σεβασμό στον διπλανό του.

  • Κυρία Κασάπογλου, οι νέες γενιές μπορούν τελικά να βρουν ενδιαφέρον στη λογοτεχνία; Είναι και δική μας ευθύνη -των γονιών και των εκπαιδευτικών- να δώσουμε κίνητρα στα παιδιά να διαβάσουν; Θα μας καταθέσετε τις προτάσεις σας, ως ένας άνθρωπος που έχει βαθιά αγάπη για τη λογοτεχνίας;

Σαφέστατα και μπορούν, αλλά πάλι υπεισέρχεται ένα «αλλά»! Η λογοτεχνία αυτή καθαυτή είναι εκεί πάντα για να την ανακαλύψεις. Με κάθε μορφή, με κάθε χαρακτηριστικό που φέρει μαζί της η όποια εποχή, η λογοτεχνία υπάρχει. Αυτό που είναι ανάγκη, ειδικά όταν μιλάμε για παιδιά, είναι κάποιος να τους φέρει σε επαφή και να τους εμπνεύσει να το κάνουν. Όχι να τους πείσει ότι είναι καλή, αλλά να τους παρακινήσει να την ανακαλύψουν και να αναμετρηθούν μαζί της. Ένα πολύ αγαπημένο μου ποίημα της Κρυστάλλης Γλυνιαδάκη από την τελευταία συλλογή Η επιστροφή των νεκρών, λέει: Καθότι η λογική/ δεν μας παρέχει κίνητρα/ μόνο άλλοθι./ Κατάλαβα λοιπόν/ πως τούτο ήθελα το πιο πολύ:/ όχι να πείθω τους ανθρώπους·/ να τους παρακινώ.

Τα παιδιά, λοιπόν, χρειάζεται να τα παρακινήσουμε. Ως μαμά, έχω βαρεθεί να ακούω γονείς, και δασκάλους ακόμη, να λένε στα παιδιά ότι είναι καλό να διαβάζεις βιβλία, αλλά οι ίδιοι να μη διαβάζουν ούτε συνταγή μαγειρικής! Αξιώνουν από τα παιδιά να αγαπήσουν τη λογοτεχνία, τη στιγμή που οι ίδιοι θεωρούν βαρετό ή χάσιμο χρόνου να διαβάσουν ένα βιβλίο και προτιμούν να δουν τηλεόραση ή το Facebook.

Συνεπώς, επειδή τα παιδιά έχουν μια πηγαία αυθεντικότητα κι αλάνθαστο κριτήριο, κατά τη γνώμη μου, αν τους προσφέρεις κάτι αληθινό και γνήσιο θα το εκτιμήσουν. Επειδή όμως οι συνομήλικοι παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στις ηλικίες αυτές, η ευθύνη βαραίνει περισσότερο τους δασκάλους. Στόχος να είναι να κινητοποιούν τα παιδιά ως ομάδα και να τα βάζουν να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Από την οικογένεια, μπορεί να πάρουν τις παραστάσεις και το κίνητρο, αλλά η δύναμη του σχολείου στην εξελικτική αυτή φάση των παιδιών είναι μεγαλύτερη.

Προσωπικά έχω διαπιστώσει πώς το ίδιο πράγμα να κάνω στο σπίτι, για παράδειγμα να διαβάσουμε ένα βιβλίο και να το συζητήσουμε, αν κάνουν το ίδιο βιβλίο στο σχολείο η επίδραση είναι μεγαλύτερη. Το ίδιο συμβαίνει και με θεατρικές παραστάσεις ή τις μουσικές επιλογές.

Επανερχόμαστε στο ρόλο του δασκάλου/ εκπαιδευτικού για εμπνευσμένα πράγματα από τη μια, και στο ρόλο του γονιού ως παράδειγμα από την άλλη. Αν αντιληφθούμε το σχολείο πέραν της σχολικής επίδοσης και της ύλης, ως έναν χώρο ελεύθερης έκφρασης και προσωπικής ανάπτυξης των παιδιών, μπορεί και τα παιδιά να βρουν το κίνητρο και το ενδιαφέρον. Αν δεν τα κάνουμε εμείς αυτά προηγουμένως, μας απαγορεύεται να κατηγορούμε «τα σημερινά» παιδιά ως απαθή με μοναδικό ενδιαφέρον την οθόνη. Να προσφέρουμε εμείς το αντίβαρο με τις δικές μας επιλογές.

Είχα παρακολουθήσει στο παρελθόν ένα σεμινάριο για την καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας στα παιδιά. Το πρώτο στη λίστα ήταν να διαβάζουν οι γονείς! Στο σπίτι μου βιβλία δεν έχουμε μόνο στο μπάνιο! Τα παιδιά μου όταν θέλουν να με απειλήσουν μου λένε: «Θα σου πετάξουμε τα βιβλία». Γνωρίζουν ότι αγαπώ τη λογοτεχνία, τα γράμματα, τα βιβλία, την τέχνη και δεν χρειάζεται να κάνω τίποτε περισσότερο. Μπορεί να περάσουν διάφορες φάσεις. Άλλοτε ασχολούνται περισσότερο, άλλοτε λιγότερο κι άλλοτε καθόλου με βιβλία. Άλλοτε εκδηλώνουν ενδιαφέρον να κάνουμε σχετικές δραστηριότητες, κι άλλοτε προτιμούν το τάμπλετ ή το x Box. Ωστόσο, είμαι ήσυχη ότι αυτή η πραγματική μου αγάπη για τη λογοτεχνία κάνει τη δουλειά της και όταν έρθει η ώρα θα δώσει και καρπούς.

Δεν μπορώ να φανταστώ κάτι διαφορετικό απ’ αυτά που σας είπα. Και ακριβώς το ίδιο έκανα και με τα παιδιά στη φυλακή.

Βέβαια, όταν αποτιμούμε δράσεις και προσπάθειες σχετικές με την παιδεία, την καλλιέργεια, την τέχνη, δεν μπορούμε να το κάνουμε με νούμερα και στατιστικές κι αυτό είναι το δύσκολο. Η θετική επίδραση δεν είναι ένα ποσοστό, αλλά ένα αποτύπωμα στην σκέψη, στο συναίσθημα ή στον τρόπο έκφρασης των ανθρώπων.

Είναι πολύ περισσότερο εσωτερικές διαδικασίες. Αν κάποιος αλλάξει κάτι επειδή ήρθε σε επαφή με ένα κείμενο ή ένα βιβλίο, αυτό δεν θα αποτυπωθεί πουθενά, παρά μόνο στην ψυχή του.

  • Η λογοτεχνία, όπως μου έχετε επισημάνει, διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη ζωή σας. Μπορεί τελικά η λογοτεχνία να αλλάξει τον τρόπο σκέψης μας και κατ’ επέκταση σημαντικούς τομείς της ζωής μας; 

Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα lifo  ο Σταύρος Ζουμπουλάκης (τον αγαπώ, όπως καταλαβαίνετε)  είχε πει ότι: «Η λογοτεχνία είναι η ανακάλυψη του εαυτού σου μέσα από τις ζωές των άλλων. Ένα μεγάλο μάθημα ανθρωπογνωσίας. Ξεδιαλύνεις λίγο το αίνιγμα της ζωής σου, φωτίζεις το μυστήριό της και διευρύνεις τα όρια της δικής σου κατανόησης του κόσμου και των ανθρώπων». Στην ίδια εφημερίδα, η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου σε συνέντευξή της είχε, επίσης, αναφέρει ότι: «Μέσα από τη λογοτεχνία μαθαίνουμε για τις πιο κρυφές πτυχές της ανθρώπινης ύπαρξης».

Συντάσσομαι απόλυτα και με τους δύο συγγραφείς όχι απλά σε θεωρητικό επίπεδο, αλλά το είδα να συμβαίνει σε μένα και στους ανθρώπους που πέρασαν από την ομάδα. Μέσα από την κατανόηση του εαυτού σου και του κόσμου μια χρονική στιγμή που συνδιαλέγεσαι με ένα κείμενο μπορείς να φωτίσεις πτυχές και πλευρές μιας σκέψης, ενός συναισθήματος τις οποίες θα τις επεξεργαστείς μέσα από μια διαδικασία που σε τίποτε δεν διαφέρει από την ψυχοθεραπευτική δουλειά που μπορεί κάποιος να κάνει και αυτό να σε οδηγήσει σε μονοπάτια που ποτέ δεν φανταζόσουν.

Εμένα, πέρα απ’ όλα αυτά που μου έχουν συμβεί εσωτερικά, η λογοτεχνία αποτέλεσε και πηγή στήριξης, καταφύγιο στις δυσκολίες μου. Ό,τι κι αν συνέβαινε, ήξερα ότι έχω έναν ασφαλή τόπο όπου θα μπορέσω να ακουμπήσω μέχρι να δω τί θα κάνω με τα υπόλοιπα.

Όταν λέω «λογοτεχνία», πάντα εννοώ και την ποίηση μαζί. Η ποίηση έχει πιο άμεσα αποτελέσματα καθώς με τον συμπυκνωμένο της λόγο βρίσκει πιο άμεσα και γρήγορα τον στόχο της. «Τα ποιήματα είναι μεγεθυντικοί φακοί», έλεγε ο Βαλαωρίτης. Έτσι, διαβάζοντας ένα ποίημα εκτίθεσαι επί της ουσίας στον ίδιο σου τον εαυτό κι εκεί αποφασίζεις αν θα αντέξεις ή όχι την αλήθεια. Αν τον περπατήσεις αυτόν τον δρόμο που απλώνεται μπροστά σου, σίγουρα δεν θα βγεις ο ίδιος άνθρωπος. Δεν θα είσαι εκείνος που τον ξεκίνησε. Αυτό είναι μια συνεχής διαδικασία. Δεν το κάνεις μια φορά και ξεμπερδεύεις. Η διαδρομή είναι μεγάλη, θέλει αντοχή και ποτέ δεν μπορείς να εφησυχάσεις και να πεις ότι η λογοτεχνία και η ποίηση δεν έχουν κάτι άλλο να μου δώσουν. Είναι πηγές ανεξάντλητες που τροφοδοτούν τα ψυχικά μας αποθέματα.

  • Ποια είναι τα αγαπημένα σας βιβλία; 

Όλα του Stefan Zweig. Έχω μεγάλη, πολύ μεγάλη αδυναμία στον Ιρλανδό Colm Toibin. Ένα βιβλίο που με συγκλόνισε ήταν ο Αστερισμός ζωτικών φαινομένων του Anthony Mara. Είναι βαρύ βιβλίο (λόγω θέματος) και ασχολείται με την ιστορία της Τσετσενίας για την οποία δεν γνώριζα τίποτα. Όταν το διάβαζα συνέπεσε με μια δική μου δύσκολη περίοδο και ενώ συνήθως δεν θυμάμαι πολλά από ένα βιβλίο, απ’ αυτό πολλές λεπτομέρειες έχουν χαραχτεί στη μνήμη μου.

Μια άλλη κατηγορία βιβλίων που με άγγιξαν πολύ είναι εκείνα που αναφέρονται σε προσωπικά βιώματα συγγραφέων, σχεδόν συνομηλίκων μου, αλλά με μια ματιά ψυχικής ανθεκτικότητας. Αυτά είναι Το τραγούδι του Χιλμπίλη του James D. Vance, η Μορφωμένη της Tara Westover και τα δύο του Edouard Louis Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ και Η ιστορία της βίας.

Επίσης, αγαπώ τον Σταύρο Ζουμπουλάκη και το πιο προσωπικό του βιβλίο Η αδερφή μου με «τάραξε» και σκέφτηκα πως μέσα σε ελάχιστες σελίδες, ο συγγραφέας καταφέρνει να μιλήσει με αφορμή την επιληψία της αδερφής του, για χίλια δυο προβλήματα που μπορεί να απασχολούν έναν άνθρωπο.

Τα βιβλία που αναφέρονται στον κόσμο των τρανς ανθρώπων όπως τον έζησαν τις περασμένες δεκαετίες, τα απολαμβάνω. Ο γύρος του θανάτου του λατρεμένου Θωμά Κοροβίνη, τα Μπλε καστόρινα παπούτσια, του Θανάση Σκρουμπέλου και Το παρτάλι του Θόδωρου Γρηγοριάδη, είναι κάποια απ’ αυτά.

Η σκιά της πεταλούδας, του έτερου συντοπίτη λατρεμένου, Ισίδωρου Ζουργού με σημάδεψε καθώς το διάβαζα όταν ήμουν έγκυος στο γιο μου. Με τον Ζουργό συνδέονται και οι δυο εγκυμοσύνες και γέννες μου, έχω να πω. Όταν γέννησα τον Αλέξανδρο στο μαιευτήριο πήγα με την Αηδονόπιτα και 4 χρόνια μετά, όταν γέννησα τη Δανάη είχα μαζί μου το Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο.

Από τη μικρή φόρμα, μακράν αγαπώ το Εφτά λευκά πουκάμισα του Θοδωρή Γκόνη, το Γκιακ του Δημοσθένη Παπαμάρκου, το Οι μαγικές ιστορίες του Δον Ντομίνγκο του Γιάννη Πάσχου, και τα βιβλία του Γιάννη Παλαβού, Αστείο και Το παιδί.

Το Έγκλημα και Τιμωρία του Ντοστογιέφσκι και η Βάρδια του Καββαδία είναι δυο βιβλία που διάβασα στην πρώτη νιότη μου και όπως καταλαβαίνετε, έχουν αφήσει το σημάδι τους.

Από ποίηση, μ’ αρέσει πολύ ο Λειβαδίτης, ο Αναγνωστάκης, ο Σινόπουλος, ο Σαχτούρης, ο Βαρβιτσιώτης, ο Πατρίκιος και φυσικά ο Καββαδίας.

Από σύγχρονη ποίηση ξεχωρίζω την αγαπημένη των αγαπημένων μου Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη, καθώς αυτή η γυναίκα ήταν η αφορμή να ασχοληθώ στην ομάδα λογοτεχνίας με την ποίηση, κι έπειτα να δημιουργήσω την ομάδα ποίησης. Μου αρέσει η Μυρσίνη Γκανά, ο Δημήτρης Χιλλ, φυσικά ο Τέλλος Φίλης.

Άφησα για το τέλος τον Μέγιστο Πετρόπουλο! Και τι δεν θα δινα για να πίναμε και να λέγαμε ιστορίες παρέα σε ένα μπαρ του Παρισιού!

Υπάρχουν άπειρα που ξεχνώ, ή μου έρχονται τα πιο πρόσφατα που έχω διαβάσει. Δεν είμαι πολύ καλή στο να θυμάμαι λεπτομέρειες από ένα βιβλίο. Μπορεί να ξεχνώ και τι γίνεται στο τέλος. Ωστόσο, ποτέ, μα ποτέ δεν ξεχνώ πώς με έκανε να νιώσω ένα βιβλίο. Τί γεύση μού άφησε. Σε τί φάση ήμουν όταν το διάβαζα και συχνά θυμάμαι μέχρι και σε ποιο μέρος το διάβαζα. Σε αντιστοιχία με αυτό που έχει πει η Μάγια Αγγέλου, ότι «Οι άνθρωποι μπορεί να μη θυμούνται τι έκανες ή τι τους είπες, αλλά πάντα θα θυμούνται πώς τους έκανες να αισθανθούν», εμένα μού συμβαίνει και με τα βιβλία!

  • Ποιο βιβλίο διαβάζετε αυτή την περίοδο; 

Ολοκληρώνω την τριλογία της Rachel Cusk με το τρίτο βιβλίο Το Κύδος. Τα βιβλία στηρίζονται σε σκέψεις και συναισθήματα που αναδύονται από την επαφή μας με άλλους ανθρώπους και τις ιστορίες τους, και που τελικά αντικατοπτρίζουν τον ίδιο μας τον εαυτό. Η αφήγηση έχει κάτι που σε παρασέρνει.

  • Συνοψίζοντας, ποια είναι τελικά η δύναμη της λογοτεχνίας σήμερα, σε μια κοινωνία που διαφοροποιείται σημαντικά από τις προηγούμενες; 

Η δύναμη της λογοτεχνίας έγκειται ακριβώς στο ότι λειτουργεί διαχρονικά. Αλλιώς πώς ένα κείμενο του 18ου αιώνα θα μας συγκλόνιζε αφού η κοινωνία του τότε διαφέρει με τη σημερινή; Η λογοτεχνία έχει μια παναθρώπινη αξία. Σαφώς υπάρχουν διαφοροποιήσεις στον τρόπο έκφρασης, στα θέματα που πραγματεύονται οι συγγραφείς και οι ποιητές, σε νέα λογοτεχνικά είδη που αναδύονται. Για παράδειγμα, το τελευταίο διάστημα εκδίδονται και μεταφράζονται μια σειρά βιβλίων που αφορούν στην κλιματική αλλαγή, κάτι που δεν απασχολούσε τους ανθρώπους του περασμένου αιώνα.

Ωστόσο, η επίδραση της λογοτεχνίας έχει, κατά τη γνώμη μου, να κάνει περισσότερο με την ανθρώπινη ψυχή κι αυτή πιστεύω είναι η ίδια.

Αρκεί να πιστέψουμε στη λογοτεχνία και στη δύναμή της. Εκείνη, θα την κάνει τη δουλειά της! Και θα κλείσω μνημονεύοντας και πάλι τον Σεφέρη: «[…] αν πιστεύουμε στον άνθρωπο, αν πιστεύουμε στην ανθρωπότητα, με την ίδια αυτή πράξη πίστης θα πιστέψουμε και στη σημασία του βιβλίου. Γιατί στον κόσμο μας που προχωρεί ψηλαφητά, όλα εξαρτώνται από μια πράξη πίστης».

Σας ευχαριστώ!

Φωτογραφία ανάρτησης: “mini_malist” Berlin Futurium @flickr.

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Παν/μίου Αθηνών – Φιλόλογος. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός και είναι Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Παράλληλα, οργανώνει σεμιναριακά μαθήματα και δίνει διαλέξεις στο αντικείμενο της εξειδίκευσής της «Έγκλημα και Media». Συνεργάστηκε με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει τη συγγραφή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων: «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» & «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ», με Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας κ.Γιάννη Πανούση. Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αντικείμενο «Εγκληματολογία & ΜΜΕ». Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα, την αρθρογραφία και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts