Όταν η επιστήμη «μπαίνει» στο μυαλό των υπόπτων εγκληματικών ενεργειών

brain

της Αγγελικής Καρδαρά. 

Η «έκρηξη» των νέων τεχνολογιών και η πρόοδος της επιστήμης έχουν οδηγήσει σε σημαντικά επιτεύγματα, τα οποία αξιοποιούνται πλέον και στο χώρο της εγκληματολογικής έρευνας, με στόχο την εξιχνίαση σοβαρών υποθέσεων.  Ωστόσο, συχνά οι εγκληματίες είναι ένα «βήμα μπροστά», καθώς χρησιμοποιούν και οι ίδιοι τα τεχνολογικά μέσα και πληροφοριακά συστήματα για να επιτύχουν τους εγκληματικούς τους στόχους. Συνεπώς, απαιτείται μια διαρκής «επαγρύπνηση» της επιστημονικής κοινότητας, ώστε να προσφέρει με τρόπο αποτελεσματικό στο πεδίο των εγκληματολογικών ερευνών, σε μια κρίσιμη μάλιστα περίοδο όπου το έγκλημα διεθνοποιείται, γίνεται πιο σκληρό και οργανωμένο.

Η μέθοδος λήψης εγκεφαλικών αποτυπωμάτων

Μπορεί να σας φέρει στο μυαλό σκηνές από ταινία επιστημονικής φαντασίας, αλλά δεν είναι. Ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και δείχνει το βαθμό στον οποίο οι τεχνολογικές και επιστημονικές εξελίξεις μπορούν να συνεισφέρουν στο «κυνήγι» των εγκληματιών και στην πρόληψη της εγκληματικότητας.

Η  λήψη εγκεφαλικών αποτυπωμάτων / brain fingerprinting είναι μια επιστημονική μέθοδος που βασίζεται στη μέτρηση των εγκεφαλικών κυμάτων / electrical brain signals, με απώτερο στόχο να «μπει» στα άδυτα των εγκεφαλικών λειτουργιών των υπόπτων εγκληματικών ενεργειών και να ανακαλύψει σημαντικά στοιχεία που δύναται να οδηγήσουν στην εξιχνίαση του εγκλήματος. Με απλά λόγια, μπορεί να λειτουργήσει ως ένα εργαλείο που αποκαλύπτει εάν ένα άτομο έχει αποκρύψει σημαντικές πληροφορίες σχετικά με ένα συγκεκριμένο έγκλημα.

Μια αμφιλεγόμενη μέθοδος

Θα έλεγα ότι πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα μέθοδος, η οποία όμως αποτελεί μέχρι στιγμής τουλάχιστον μια επιστημονικά αμφιλεγόμενη τεχνική, με ένθερμους υποστηρικτές από τη μία πλευρά και με έντονες αμφισβητήσεις και επικρίσεις από την άλλη πλευρά.

Ο δημιουργός και η πρώτη εφαρμογή της μεθόδου

Δημιουργός της μεθόδου είναι ο Δρ Lawrence Farwell, ο οποίος την εφάρμοσε το 2001 για να αποδείξει την αθωότητα ενός ανθρώπου που είχε καταδικαστεί σε 23 χρόνια φυλάκισης για φόνο και ταυτόχρονα να αποδείξει την ενοχή του κατηγόρου του που τελικά αποδείχθηκε ότι ήταν serial killer.

Υπόθεση Terry Harrington και εφαρμογή της μεθόδου

Ας δούμε όμως πώς ακριβώς έγινε η εφαρμογή της μεθόδου και πώς το δικαστήριο αποδέχτηκε τελικά τα αποτελέσματά της ως αξιόπιστα.

Είκοσι τρία χρόνια μετά την καταδίκη του Terry Harrington για το φόνο ενός απόστρατου αρχηγού αστυνομίας, ο Δρ Lawrence Farwell χρησιμοποιώντας την τεχνική του απέδειξε στο δικαστήριο την αθωότητά του Harrington και την ενοχή του κύριου κατηγόρου του.

Πιο συγκεκριμένα, ο Farwell έδειξε στον κατηγορούμενο αλλά και στον κατήγορό του φωτογραφίες από τη σκηνή του εγκλήματος και μέτρησε τις απαντήσεις τους για να καθορίσει ποιος από τους δύο βρισκόταν στη σκηνή του εγκλήματος την ώρα του φόνου, επομένως είχε αποθηκεύσει στο μυαλό του σαν σε αρχείο τις εικόνες του εγκλήματος.  Σύμφωνα με τα αποτελέσματα του τεστ που διεξήγαγε ο Farwell, σημαντικές λεπτομέρειες του εγκλήματος δεν ήταν αποθηκευμένες στον εγκέφαλό του Harrington. Ο Farwell υποστήριξε ότι το τεστ είναι  99.99% ακριβές και κατάφερε τελικά να πείσει για την αξιοπιστία του το δικαστήριο, το οποίο απάλλαξε από τις κατηγορίες τον κατηγορούμενο, ενώ ο κατήγορος δήλωσε ένοχος.

Αναλύοντας τις απαντήσεις των υπόπτων

Οι απαντήσεις ενός υπόπτου μετρώνται μη επεμβατικά με τη χρήση ακουστικών εξοπλισμένων με αισθητήρες EEG. Πιο συγκεκριμένα, ένα ειδικό πρόγραμμα υπολογιστή αναλύει τα δεδομένα για να προσδιοριστεί εάν οι πληροφορίες που σχετίζονται με το έγκλημα είναι αποθηκευμένες σαν αρχείο στον εγκέφαλο του δράστη. Η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ του δράστη και ενός αθώου είναι ότι ο δράστης, εφόσον έχει διαπράξει το έγκλημα,  έχει αποκτήσει «ειδικές γνώσεις» για το έγκλημα που αποθηκεύονται στον εγκέφαλό του, σε αντίθεση με τον αθώο που δεν έχει αυτές τις «γνώσεις».  Για παράδειγμα, ένας τρομοκράτης έχει συγκεκριμένες γνώσεις που σχετίζονται με την τρομοκρατία αποθηκευμένες στον εγκέφαλό του και γι’ αυτό θεωρείται μια μέθοδος που ενδείκνυται να χρησιμοποιείται σε υποθέσεις τρομοκρατίας.

Διάρκεια του τεστ

Ένα τεστ λήψης εγκεφαλικών αποτυπωμάτων μπορεί να διαρκέσει περίπου 40 λεπτά για να ολοκληρωθεί και να δώσει αποτελέσματα.

Οι αμφισβητήσεις της μεθόδου

Οι κριτικές που έχει δεχτεί αυτή η κριτική συνοψίζονται στα εξής σημεία:

  • Αποτελεί παραβίαση της ιδιωτικής ζωής του ατόμου.
  • Μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένες «αναγνώσεις» τον εγκέφαλο, δεδομένου ότι οι εγκεφαλικές μας λειτουργίες είναι πολυσύνθετες.
  • Ενδέχεται οι εγκληματίες να μην έχουν εκτεθεί στις συγκεκριμένες λέξεις ή εικόνες που τους δίνονται, καθώς ο επιστήμονας δεν μπορεί μέσα από τις λέξεις και εικόνες που χρησιμοποιεί να αποδώσει την κάθε λεπτομέρεια του εγκλήματος, με αποτέλεσμα το τεστ να χάσει την αξιοπιστία του.

Η άποψη των ειδικών στην Ελλάδα

Ο Καθηγητής  Εγκληματολογίας, κ. Χρήστος Τσουραμάνης, στα ερωτήματά του σχετικά με το τι πιστεύει για τη συγκεκριμένη μέθοδο και κατά πόσο μπορεί να εφαρμοστεί στην Ελλάδα, υπογραμμίζει:

«Γενικά είμαι υπέρ της χρήσης κάθε σύγχρονης και άρα εξελιγμένης μορφής τεχνολογίας εφόσον αυτή χρησιμοποιείται για να βελτιώσει ποιοτικά την ανθρώπινη ζωή. Σήμερα γνωρίζουμε πως χρησιμοποιούνται από τις διωκτικές αρχές κυρίως, διάφορα τεχνολογικά “εργαλεία” (κάμερες, εξέταση DNA, ανιχνευτής ψεύδους κλπ)  για την ανίχνευση και την ενίσχυση των αποδεικτικών στοιχείων της διάπραξης σοβαρών εγκλημάτων. Το “Brain fingerprinting” φαίνεται πως ανήκει στην κατηγορία αυτή. Εάν πράγματι οι στατιστικές πιθανότητες λάθος αποτελεσμάτων από αυτό προσεγγίζουν το μηδέν νομίζω πως θα πρέπει να προστεθεί στο “οπλοστάσιο” των αποδεικτικών μέσων που χρησιμοποιεί το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης κάθε ευνομούμενης χώρας και φυσικά και της δικής μας. Σε διαφορετική περίπτωση, που μπορεί να είναι αρκετά πιθανή για τη συγκεκριμένη μέθοδο, δεδομένου ότι υπεισέρχεται στα άδυτα των εγκεφαλικών λειτουργιών που περιλαμβάνουν τις  αλληλεπιδράσεις των 100 δισ. των νευρώνων του εγκεφάλου μας, πιστεύω πως είναι φρόνιμο να είμαστε ακόμα κάπως επιφυλακτικοί».

Συνοψίζοντας

Η τεχνολογία μπορεί να συνεισφέρει σημαντικά πράγματα στο πλαίσιο της αντεγκληματικής πολιτικής. Εν τούτοις, κανένα τεχνολογικό επίτευγμα μέχρι στιγμής δεν έχει καταφέρει να εξαλείψει το πρόβλημα, γιατί πλέον η τεχνολογία αξιοποιείται και από τους εγκληματίες. Ειδικά στο χώρο της τρομοκρατίας, όπως αναλυτικά είδαμε σε προηγούμενο άρθρο στο postmodern.

Απαιτείται, συνεπώς, προσοχή, συνεχής ενημέρωση, μεθοδευμένες και συντονισμένες κινήσεις από την επιστημονική κοινότητα, ώστε να επιτευχθούν καλύτερα αποτελέσματα και να δημιουργηθούν καινοτόμα προγράμματα. Επίσης πρέπει να τελειοποιηθούν τα τεχνολογικά εργαλεία που θα μπορέσουν να αξιοποιηθούν σε ευρύτερη κλίμακα στο πλαίσιο της αντεγκληματικής πολιτικής, με τα προσδοκώμενα αποτελέσματα.  Χρειάζεται αναμφισβήτητα πολλή δουλειά και προσπάθεια!

Πηγές

http://www.brainwavescience.com/brainfingerprinting-faqs.html

http://www.lawrencefarwell.com/about-dr-larry-farwell-brain-fingerprinting-dr-lawrence-farwell.html

http://searchsecurity.techtarget.com/definition/brain-fingerprinting

http://www.theverge.com/2015/2/2/7951549/brain-fingerprinting-technology-unproven-courtroom-science-farwell-p300

«Είναι η λήψη εγκεφαλικών αποτυπωμάτων ένα επιστημονικό επίτευγμα ή απάτη;» Άρθρο του Russell Brandom που διαβάζουμε στις 2/2/15 εδώ http://www.theverge.com/2015/2/2/7951549/brain-fingerprinting-technology-unproven-courtroom-science-farwell-p300

Σημείωση:

Ευχαριστώ θερμά τον Καθηγητή Εγκληματολογίας στο ΤΕΙ Δυτικής Ελλάδας, κ. Χρήστο Τσουραμάνη, για την ιδέα να ασχοληθώ με το συγκεκριμένο θέμα και για την πολύτιμη συμβολή του.

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Παν/μίου Αθηνών – Φιλόλογος. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός και είναι Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Παράλληλα, οργανώνει σεμιναριακά μαθήματα και δίνει διαλέξεις στο αντικείμενο της εξειδίκευσής της «Έγκλημα και Media». Συνεργάστηκε με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει τη συγγραφή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων: «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» & «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ», με Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας κ.Γιάννη Πανούση. Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αντικείμενο «Εγκληματολογία & ΜΜΕ». Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα, την αρθρογραφία και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts