Πάση θυσία: Ένα αντιτραπεζικό σύγχρονο γουέστερν

hell

του Γιώργου Χρυσοβιτσάνου. 

Στην ταινία της εβδομάδας «Πάση Θυσία», ο Ντέιβιντ Μακένζι (ο Σκοτσέζος σκηνοθέτης των Young Adam και Γροθιές στους τοίχους) και ο Τέιλορ Σέρινταν (ο Αμερικανός σεναριογράφους του Sicario: ο εκτελεστής) ενώνουν τα ταλέντα τους, με αποτέλεσμα ένα αναρχικό σύγχρονο γουέστερν που στρέφεται κατά της τραπεζικής εκμετάλλευσης.

 Πάση θυσία ****
(Hell or High Water)
Δραματική περιπέτεια – Διάρκεια 102’ – ΗΠΑ
Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Μακένζι
Παίζουν: Κρις Πάιν, Τζεφ Μπρίτζες, Μπεν Φόστερ, Τζιλ Μπέρμπινχαμ, Ντέιλ Ντίκι

Δυο άνδρες χτυπούν την αιτία της κακοτυχίας τους: τις τράπεζες που αποτελούν το σύμβολο του Κακού για τους ταλαίπωρους κατοίκους μιας υποβαθμισμένης περιοχής του Τέξας. Ο Τόμπι, νομοταγής πολίτης, κάτοχος ράντσου που απειλείται με κατάσχεση, ληστεύει υποκαταστήματα της Texas Midlands Bank, με τη βοήθεια του αδελφού του Τάνερ, πρώην καταδίκου με εκρηκτικό ταμπεραμέντο, ο οποίος ταυτίζεται με τους παλιούς πιστολέρο. Ιερός ο σκοπός του Τόμπι: θέλει να συγκεντρώσει το ποσό που απαιτείται για να εξαλείψει την υποθήκη, προκειμένου να παραδώσει το μόνο του περιουσιακό στοιχείο στους δυο γιους του. Η επιταγή θα κατατεθεί στην Texas Midlands Bank!

Εκπληκτικό σεναριακό εύρημα, ο πυρήνας ενός εξαιρετικού σεναρίου που αξιοποιείται στο έπακρο από τη ρωμαλέα, διακριτικά αποστασιοποιημένη, μινιμαλιστική σκηνοθεσία. Ο Ντέιβιντ Μακένζι (ο Σκοτσέζος σκηνοθέτης των Young Adam και Γροθιές στους τοίχους) και ο Τέιλορ Σέρινταν (ο Αμερικανός σεναριογράφους του Sicario: ο εκτελεστής) ενώνουν τα ταλέντα τους, με αποτέλεσμα ένα αναρχικό σύγχρονο γουέστερν που στρέφεται κατά της τραπεζικής εκμετάλλευσης.

Ο Τόμπι και ο Τάνερ διαφεύγουν ύστερα από κάθε τους «χτύπημα» και ακολουθούν πιστά ένα σχέδιο που αποκλείει τον εντοπισμό τους. Αγνοούν ότι στο κατόπι τους βρίσκεται ένας ρέιντζερ ονόματι Μάρκους, μια γρια αλεπού με τεράστια διωκτική πείρα και αλάνθαστο ένστικτο. Ο αστυνόμος μισεί, όσο και οι καταζητούμενοι, τους άπληστους δανειστές, όμως επιδιώκει μια τελευταία νίκη κατά του εγκλήματος προτού βγει στη σύνταξη. Περιμένει με ιώβεια υπομονή το μοιραίο λάθος που όταν συμβεί θα φέρει απρόβλεπτες ανατροπές.

Στην κόψη του ξυραφιού οι δυο σχεδόν συμπαθείς παράνομοι, στο έλεος του σασπένς οι θεατές. Ο Μακένζι επιτείνει την αγωνία με αργούς ρυθμούς κλασικού γουέστερν και ολοκληρώνει το παζλ της ζωής των ηρώων χωρίς βιασύνη. Κληρονόμοι μιας παράδοσης ασύδοτης οπλοχρησίας και βίαιων ανδρικών κωδίκων, όλοι ανεξαιρέτως οι χαρακτήρες (ακόμη και οι βουβοί ρόλοι) επιμένουν να υποδύονται τους καουμπόϊδες και τους Ινδιάνους, παρόλο που τα νήματα κινούν πλέον οι τεχνοκράτες. Παράδοξα ρομαντικοί, μέσα από τον αναχρονισμό τους αυτοί οι οπισθοδρομικοί τύποι του Τέξας. Το ό,τι κατανοούν την ανάγκη των αντιπάλων τους,  αυτών που θα σκοτώσουν ή θα τους σκοτώσουν, τους προσδίδει μια αψιά τρυφεράδα.

Γύρω από αυτά τα απολιθώματα της Άγριας Δύσης απλώνεται ως βουβός συμπρωταγωνιστής ένα τοπίο ερήμωσης και παρακμής (πολίχνες- φαντάσματα, μελαγχολικοί επαρχιακοί δρόμοι, ξεραμένα βοσκοτόπια και «νεκρές» αντλίες πετρελαίου).  Ένα θλιβερό σκηνικό, εύγλωττο όσο και οι πικρές ατάκες. «Πριν από 150 χρόνια μας έδιωξαν οι λευκοί από τη γη μας» λέει χαρακτηριστικά ένας αστυνομικός ινδιανομεξικανικής καταγωγής. «Τώρα μας διώχνουν οι τράπεζες, όχι μόνο εμάς αλλά και τους λευκούς».

Δυνατή είναι η γεύση που αφήνει ο πυκνός χυμός συναισθήματος, δράσης, καυστικού χιούμορ, ιστορικού στοχασμού και προωθημένης πολιτικής άποψης. Τις σύνθετες σεναριακές ιδέες απλοποιούν με τις ξεκάθαρες ερμηνείες τους ο Κρις Πάιν (που αναδεικνύει επιτέλους το δραματικό του χάρισμα, κάτι που δεν είχε την ευκαιρία να κάνει στα Star Trek), ο Μπεν Φόστερ (συγκλονιστική ενσάρκωση σύγχρονου ντεσπεράντο) και ο μέγας Τζεφ Μπρίτζες, σε απολαυστική εκδοχή ηλικιωμένου The Dude (Ο Μεγάλος Λεμπόφσκι), με άσπρο μουστάκι, χοντρή κοιλιά, καουμπόϊκο καπέλο, μουλαρίσια επιμονή και super cool αντιμετώπιση.

Οι  πρωταγωνιστές είναι τρεις μόνο από τους λόγους που αξίζει να δείτε το Πάση θυσία, μια από τις καλύτερες ταινίες της νέας χρονιάς, ένα έργο με ψυχή, μυαλό και κυρίως τόλμη. Το μήνυμά του σαφές: «Κλέψτε αυτούς που σας κλέβουν» .

 

The following two tabs change content below.
Γεννιέται στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 1947. Το 1965, μπαίνει στη Νομική Αθηνών. Την ίδια χρονιά ξεκινά τη δημοσιογραφική του καριέρα στον «Ανένδοτο» ως ελεύθερος ρεπόρτερ. Λούφα και παραλλαγή στον στρατό επί χούντας. Ακολουθούν σπουδές κινηματογράφου στο International London Film School από το οποίο αποφοιτά το 1973. Το 1975, συνυπογράφει ως μέλος της «Ομάδας των 4» το ντοκιμαντέρ «Νέος Παρθενώνας», με θέμα τα κολαστήρια της Μακρονήσου και της Γυάρου. Βγάζει τα προς το ζην με διάφορες δουλειές (επιμελητής κειμένων, μεταφραστής κινηματογραφικών υποτίτλων, ναυτιλιακός ρεπόρτερ, μεταφραστής ρομάντζων Άρλεκιν και αστυνομικών μυθιστορημάτων) ως το 1981 που αναλαμβάνει την κινηματογραφική κριτική στην εφημερίδα ΕΘΝΟΣ. Παράλληλα, συνεργάζεται με το ELLE, το STATUS και το 7ΜΕΡΕΣ TV. Το 1983 εκδίδεται η συλλογή διηγημάτων του «Η συνέχεια στο επόμενο» (Εκδόσεις Υάκινθος). Ξεκινά καριέρα σεναριογράφου τηλεοπτικών σειρών το 1993 με το «Τίμημα του πάθους» (ΑΝΤ1). Άλλοι τίτλοι: «Διλήμματα», «Τρικυμία», «Μαύρος ωκεανός», «Ο τελευταίος παράδεισος», «Μια στιγμή, δυο ζωές», «Η ζωή της άλλης», «Οι βασιλιάδες». Από το 2013- 2015 γράφει κινηματογραφική κριτική για το ΑΘΗΝΑΪΚΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΕΙΔΗΣΕΩΝ. Είναι παντρεμένος με τη Μαρίκα Αρβανιτοπούλου (ο τρίτος του γάμος) και πατέρας τριών παιδιών. Facebook: George Chrissovitsanos

Comments

comments

Related Posts

Recent Posts