Σεξουαλικά εγκλήματα από γυναίκες: τυπολογίες, προφίλ και διαφοροποιήσεις από άντρες

της Αγγελικής Καρδαρά.

Σεξουαλικά εγκλήματα με δράστριες γυναίκες δεν αποτελούν ένα «πρωτοφανές» φαινόμενο, ούτε σε διεθνές ούτε σε εθνικό επίπεδο, παρά τη στερεοτυπική εικόνα για τον ρόλο της γυναίκας που μας κάνει να αισθανόμαστε ακόμα και αμήχανα όταν αποκαλύπτεται στα ΜΜΕ μία υπόθεση σεξουαλικού εγκλήματος με δράστρια γυναίκα.

Ωστόσο, πρέπει να τονίσουμε ότι διαχρονικά η ερευνά, όχι μόνο για τα σεξουαλικά εγκλήματα αλλά και γενικότερα για τη διερεύνηση του εγκληματικού φαινομένου, έχει εστιάσει περισσότερο στους άντρες εγκληματίες. Τα πράγματα βέβαια στις σύγχρονες κοινωνίες φαίνεται ότι αλλάζουν, το έγκλημα όπως έχουν επισημάνει οι πλέον έγκριτοι επιστήμονες και στη χώρα μας αποκτά ένα πιο σκληρό «πρόσωπο», συνεπώς η έρευνα στη σύγχρονη εποχή πρέπει να προσπαθήσει να φωτίσει και άλλες πτυχές του εγκληματικού φαινομένου και ο σύγχρονος ερευνητής να προχωρήσει σε καινοτόμες και πρωτοπόρες έρευνες που θα δώσουν τη δυνατότητα να εμβαθύνουμε σε σκοτεινά σημεία, τα οποία μέχρι σήμερα δεν έχουν φωτιστεί επαρκώς και να ενημερωθεί το κοινό για πτυχές και διαστάσεις του εγκληματικού φαινομένου, για τις οποίες υπάρχει ελλιπής ενημέρωση.

Ένα δεύτερο πολύ σημαντικό στοιχείο για τα σεξουαλικά εγκλήματα με δράστριες γυναίκες, που είναι σκόπιμο να αναφέρουμε, αφορά το γεγονός ότι υποθέσεις -και στη χώρα μας- φτάνουν μέν στα δικηγορικά γραφεία αλλά τελικά για διάφορους λόγους δεν καταγγέλλονται στις αρχές, συνεπώς δεν φτάνουν ποτέ στις δικαστικές αίθουσες για να εκδικαστούν. Αυτή η πραγματικότητα συνιστά μία σοβαρή πτυχή του θέματος που πρέπει να μας προβληματίσει περαιτέρω και να διερευνηθεί το «γιατί», ειδικά σε μία εποχή όπου πλέον είναι ζητούμενο το να ενθαρρυνθούν τα θύματα να καταγγείλουν το έγκλημα και να «σπάσουν» οι σιωπές, οι οποίες βασανίζουν ψυχικά το θύμα, με ενδεχόμενες δυσμενέστατες επιπτώσεις σε πολλούς τομείς της ζωής και δράσης του. Εξίσου σημαντικό να ενθαρρυνθούν πρόσωπα που γνωρίζουν να καταγγείλουν το έγκλημα για να προστατεύσουν το θύμα, γιατί σίγουρα η συγκάλυψη ακόμα και για χρόνια αυτών των αποτρόπαιων εγκλημάτων, από πρόσωπα που έχουν γνώση για αυτά, δεν βοηθά στην πρόληψη και αποτροπή ανάλογων εγκλημάτων.

Επομένως, αδυνατούμε να έχουμε ερευνητικά την πλήρη εικόνα του φαινομένου, το οποίο αναμφίβολα απαιτεί μεγαλύτερη διερεύνηση. Στο παρόν άρθρο θα εστιάσουμε το ενδιαφέρον μας σε σεξουαλικά εγκλήματα με δράστριες γυναίκες και θύματα κυρίως ανήλικα άτομα.

Γυναίκες δράστριες αυτής της ειδεχθούς μορφής εγκληματικότητας, σχηματικά να αναφέρουμε, ότι μπορεί να κακοποιούν σεξουαλικά τα δικά τους παιδιά ή τα παιδιά άλλων οικογενειών, με τις οποίες έχουν μία γνωριμία είτε σε φιλικό-κοινωνικό επίπεδο, είτε σε επαγγελματικό επίπεδο (κυρίως εκπαιδευτικοί και φροντιστές ανηλίκων). Μπορούν να δρουν μόνες τους ή με συνεργό (partners in crime). Ο συνεργός τους, ο οποίος μπορεί να τις εξαναγκάζει σε κάποιες υποθέσεις να έχουν συμμετοχή στο έγκλημα (το εάν υπάρχει εξαναγκασμός ή όχι ασφαλώς πρέπει σε κάθε υπόθεση να διερευνάται), συνήθως είναι ο σύζυγος/ σύντροφος ή/ και τρίτα πρόσωπα. Τέτοιες υποθέσεις έχουν άλλωστε απασχολήσει και τα ΜΜΕ στη χώρα μας και έχουν αποτελέσει αντικείμενο συστηματικής διερεύνησής μας.

Μελέτες που έχουν εκπονηθεί πιο πρόσφατα ρίχνουν περισσότερο φως σε σεξουαλικά εγκλήματα τα οποία διαπράττονται από γυναίκες, επισημαίνοντας ότι η αποκάλυψη αυτών των εγκλημάτων με δράστριες γυναίκες παρουσιάζει αύξηση (Deering & Mellor, 2011). Ενώ οι γυναίκες δράστριες εξακολουθούν να αποτελούν ένα πολύ μικρότερο ποσοστό σε σύγκριση με τους άνδρες και αυτό επίσης είναι ένα σημείο που πρέπει να υπογραμμισθεί, εκτιμάται όμως ότι είναι υπεύθυνες για το 4-5% των σεξουαλικών αδικημάτων (Cortoni, Hanson, & Coache, 2010).  Παραμένει, ωστόσο, μέχρι σήμερα «σκοτεινός» ο αριθμός των γυναικών δραστριών σεξουαλικών εγκλημάτων. Σκόπιμο να σημειωθεί ότι μία πολύ σημαντική φιλανθρωπική οργάνωση του Ηνωμένου Βασιλείου για παιδιά ανέφερε ότι τα παιδιά που τους αποκάλυψαν ότι είχαν υποστεί σεξουαλική κακοποίηση ανέφεραν ως κύριο δράστη γυναίκα στο 36% των υποθέσεων που αναφέρθηκαν από αγόρια και στο 6% των υποθέσεων που αναφέρθηκαν από κορίτσια (17% των συνολικά αναφερόμενων περιπτώσεων· ChildLine, 2009)[1].

Σύμφωνα με την έρευνα των Franca CortoniKelly M. Babchishin και Clémence Rat,

(«The Proportion of Sexual Offenders Who Are Female Is Higher Than Thought: A Meta-Analysis»), οι γυναίκες αδιαμφισβήτητα διαπράττουν σεξουαλικά αδικήματα, αλλά το ποσοστό των σεξουαλικών εγκληματιών που είναι γυναίκες υπόκειται σε συζητήσεις. Με βάση 17 δείγματα από 12 χώρες που αποτέλεσε αντικείμενο διερεύνησής τους προχώρησαν σε μία μετα-ανάλυση, σύμφωνα με την οποία διαπιστώθηκε ότι ένα μικρό ποσοστό των σεξουαλικών εγκλημάτων που καταγγέλθηκαν στην αστυνομία διαπράττονται από γυναίκες (σταθερό αποτέλεσμα, μετα-αναλυτικός μέσος όρος = 2,2%). Αντίθετα, όμως, οι έρευνες θυματοποίησης έδειξαν ποσοστά επικράτησης των γυναικών σεξουαλικών εγκληματιών που ήταν έξι φορές υψηλότερα από τα επίσημα στοιχεία (σταθερός μέσος όρος μετα-αναλυτικής που διαπράττουν σεξουαλικά εγκλήματα είναι πιο συχνές μεταξύ των νεαρών παραβατών (juvenile offenders) σε σχέση με τις ενήλικες παραβάτες (adult offenders), με περίπου 2 ποσοστιαίες μονάδες περισσότερες νεαρές (juvenile) δράστριες σεξουαλικών εγκλημάτων σε σχέση με τις ενήλικες  (adult) δράστριες σεξουαλικών εγκλημάτων.

Ένα ακόμα πολύ σημαντικό ερευνητικό τους εύρημα, στο οποίο αξίζει να δώσουμε προσοχή, είναι ότι οι άνδρες ήταν πολύ πιο πιθανό να αναφέρουν σε έρευνες αυτό-ομολογούμενης θυματοποίησης ότι έχουν θυματοποιηθεί από γυναίκες δράστριες σεξουαλικών εγκλημάτων σε σύγκριση με τις γυναίκες (40% έναντι 4%). Συνοπτικά η εν λόγω μελέτη παρέχει μία ισχυρή εκτίμηση της επικράτησης της σεξουαλικής κακοποίησης από γυναίκες, χρησιμοποιώντας ένα μεγάλο δείγμα σεξουαλικών αδικημάτων σε διάφορες χώρες[2].

Καταγράφονται, ωστόσο, από τις έρευνες σε διεθνές επίπεδο σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ αντρών-γυναικών σεξουαλικών εγκληματικών. Ειδικότερα, σε αντίθεση με τους άνδρες σεξουαλικούς εγκληματίες, οι γυναίκες είναι λιγότερο πιθανό να υποτροπιάσουν (Freeman & Sandler, 2008), που συνιστά ένα εξαιρετικά σημαντικό στοιχείο για την κοινωνική επανένταξη/ ενσωμάτωση αυτών των γυναικών. Σε σύγκριση με τους άνδρες, οι γυναίκες είναι πιο πιθανό να κακοποιούν σεξουαλικά μαζί με άλλο άτομο/ με συνεργό, όπως τον σύζυγο/ σύντροφο ή/ και τρίτα πρόσωπα. Οι γυναίκες που εξαναγκάζονται από άλλο πρόσωπο σε σεξουαλικά εγκλήματα μπορεί να κινούνται από φόβο και εξάρτηση από τον δράστη (Matthews, Mathews, & Speltz, 1991) και τείνουν να αναφέρουν σεξουαλική και σωματική κακοποίηση κατά τη δική τους παιδική ηλικία. Οι γυναίκες που κακοποιούν σεξουαλικά μόνες τους, χωρίς να έχουν συνεργό στο έγκλημα, διαφοροποιούνται με βάση την ηλικία του θύματος και τα κίνητρα εγκληματικής τους δράσης (Nathan & Ward, 2002).

Συνοψίζοντας, μελέτες σκιαγραφούν το προφίλ της γυναίκας δράστριας σεξουαλικών εγκλημάτων ως εξής:  Είναι κυρίως νέες σε ηλικία (έως 36 ετών), φίλες ή συγγενείς του θύματος, (ή ακόμα να συμπληρώσω εδώ μπορεί να βρίσκονται σε θέση ισχύος ως προς το θύμα, π.χ. εκπαιδευτικοί και αντίστοιχα και με ενήλικα θύματα μπορεί η γυναίκα δράστρια να έχει μία σχέση εξουσίας με το θύμα της διασφαλίζοντας έτσι τη σιωπή του), και, σε σύγκριση με τους άντρες, μπορεί να χρησιμοποιούν περισσότερη πειθώ και ψυχολογικό εξαναγκασμό, ενώ όπως φαίνεται κατηγορούνται σε μικρότερο βαθμό (για όλους, ασφαλώς, τους προαναφερθέντες λόγους) σε σχέση με τους άντρες. Ωστόσο, οι ψυχολογικές συνέπειες για το θύμα μπορεί να είναι πιο σοβαρές[3] και αυτή είναι μία εξαιρετικά κρίσιμη πτυχή του φαινομένου που πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν και να υπάρξει εκτενέστερη ενημέρωση, προκειμένου να αφυπνιστούν και να ευαισθητοποιηθούν περισσότερο γονείς και εκπαιδευτικοί για να προλάβουν ή έγκαιρα να σταματήσουν το έγκλημα.

Μία τυπολογία, που φαίνεται να απασχολεί περισσότερο και τα ΜΜΕ, αφορά την εκπαιδευτικό ή τη γυναίκα που φροντίζει ανήλικα και διαπράττει σεξουαλικό έγκλημα. Σε αυτή την τυπολογία περιλαμβάνονται οι γυναίκες που κακοποιούν σεξουαλικά αγόρια, εφηβικής κυρίως ηλικίας, στο πλαίσιο μίας σχέσης γνωριμίας  ή θέσης εμπιστοσύνης, (Nathan & Ward, 2002). π.χ. η δασκάλα που παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα στο παιδί ή  το προσέχει. Αυτές οι γυναίκες μάλιστα είναι λιγότερο πιθανό να αναφέρουν ότι έχουν κακοποιηθεί στην παιδική τους ηλικία. Αντίθετα, η συμπεριφορά τους φαίνεται πως είναι απόρροια  μίας δυσλειτουργικής ενήλικης σχέσης και συναισθηματικών τους ελλειμμάτων, όπως και αδυναμία συναισθηματικής τους σύνδεσης. Όσον αφορά τις γυναίκες που κακοποιούν σεξουαλικά πολύ μικρά παιδιά, προεφηβικής ηλικίας, έχει αποδειχθεί ότι εμφανίζουν σημαντικές ψυχοπαθολογίες (Matthews, Mathews, & Speltez, 1991) και είναι πιο πιθανό σε σχέση με γυναίκες που έχουν διαπράξει άλλης μορφής εγκλήματα να εμφανίζουν συμπτώματα μετατραυματικού στρες, διαταραχή και κατάθλιψη. Αυτές οι γυναίκες μάλιστα αναφέρουν εκτεταμένη σωματική και σεξουαλική κακοποίηση από φροντιστές.[4]

Συνοψίζοντας, το θέμα είναι πολύ σοβαρό. Όπως διαπιστώνουμε από τα παραπάνω, υπάρχουν ακόμα πολλές πτυχές που πρέπει να μελετηθούν σε βάθος από την έρευνα και παράλληλα τα ΜΜΕ να εμβαθύνουν και να ενημερώσουν με τρόπο ολοκληρωμένο το κοινό, ώστε ακόμα και να προλάβουμε το έγκλημα. Οι δικές μου επισημάνσεις, ολοκληρώνοντας το παρόν άρθρο, είναι οι ακόλουθες:

  • Ενημέρωση σε γονείς και εκπαιδευτικούς
  • Ευαισθητοποίηση και αφύπνιση της ευρύτερης κοινωνίας
  • Διαλέξεις στα σχολεία για τα σεξουαλικά εγκλήματα από επιστημονικούς φορείς
  • Δημόσιες συζητήσεις ανοιχτές στο ευρύ κοινό
  • Εμβάθυνση μέσω της δημοσιογραφικής κάλυψης, με συζητήσεις με επιστήμονες και αρμόδιους φορείς αλλά και καταγραφή της άποψης ατόμων που έχουν θυματοποιηθεί και θέλουν να μιλήσουν δημόσια -πάντα όμως σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο και με εκπαίδευση την οποία είναι σκόπιμο να λαμβάνει ο δημοσιογράφος προτού διεξάγει μία αντίστοιχη συνέντευξη, προκειμένου να μη θυματοποιήσει δευτερογενώς το θύμα και να μην προκαλέσει συγχύσεις στο κοινό για ένα τόσο δύσκολο και ευαίσθητο στην προσέγγισή του θέμα
  • Εκστρατείες ενημέρωσης από την οργανωμένη Πολιτεία
  • Ιδιαίτερα εφιστώ την προσοχή στους γονείς ως προς τα άτομα στα οποία εμπιστεύονται την εκπαίδευση και τη φύλαξη των ανήλικων τέκνων τους. Δυστυχώς, επιτήδεια άτομα μπορούν να καταφέρουν να κερδίσουν την εμπιστοσύνη τους και ανενόχλητα, χωρίς κανέναν έλεγχο, να κινούνται κοντά στο παιδί βρίσκοντας πολλές ευκαιρίες απομόνωσής του
  • Εποικοδομητική επικοινωνία και επίβλεψη των ανηλίκων από γονείς και αγαστή συνεργασία με την εκπαιδευτική κοινότητα που επίσης πρέπει να υποστηρίξει το ανήλικο άτομο και να του δώσει απαντήσεις σε αδιέξοδα και αναζητήσεις που έχει κυρίως κατά την εφηβική ηλικία αποτρέποντάς το από το να στραφεί σε ανάξια της εμπιστοσύνης του άτομα
  • Πολύ σημαντικά, τέλος, κατά την άποψή μου τα θεραπευτικά προγράμματα, η ψυχολογική/ ψυχιατρική υποστήριξη και η ενημέρωση για τις θεραπευτικές προσεγγίσεις και την επιστημονική βοήθεια που μπορεί να λάβει το άτομο που επιθυμεί να βοηθηθεί και να τροποποιήσει τη συμπεριφορά του

Η περαιτέρω διερεύνηση κρίνεται αναγκαία, ειδικά στη σύγχρονη κοινωνία με τους ισχυρούς κλυδωνισμούς που υφίσταται σε όλες τις θεμελιώδεις δομές της.

Ενδεικτικά Προτεινόμενη Βιβλιογραφία

Cortoni,F. (2018) Women Who Sexually Abuse Assessment, Treatment & Management. Brandon Vermont: Safer Society Press.

Gannon, T.A. Cortoni, F. (2010) Female Sexual Offenders: Theory, Assessment and Treatment. UK: Wiley-Blackwell.

Hislop, J. F (2001) Female Sex Offenders: What Therapists, Law Enforcement and Child Protective Services Need to Know. Ravensdale, WA : Issues Press.


[1] Clements, H. Survivors of Female Perpetrated Sexual Abuse and their Experiences of Disclosure. A thesis submitted in partial fulfilment of the requirements of the University of Lincoln for the degree of Doctor of Clinical Psychology 2013. Βλ. σχετικά Thesis (core.ac.uk)

Η διαδικτυακή πηγή ανακτήθηκε στις 6-2-2021.

[2] Cortoni, F.  Babchishin, K.M. Rat, C. «The Proportion of Sexual Offenders Who Are Female Is Higher Than Thought: A Meta-Analysis» στο Criminal Justice and Behavior Criminal Justice and Behavior: SAGE Journals (sagepub.com) Πρώτη Δημοσίευση: 15-7-2016. https://doi.org/10.1177/0093854816658923

Η διαδικτυακή πηγή ανακτήθηκε στις 6-2-2021.

[3] Tsopelas, C. Tsetsou, S. Douzenis, A. «Review on female sexual offenders: Findings about profile and personality» στο International Journal of Law and Psychiatry

Volume 34, Issue 2, March–April 2011, Pages 122-126 https://doi.org/10.1016/j.ijlp.2011.02.006

Η διαδικτυακή πηγή ανακτήθηκε στις 6-2-2021.

[4] Simons , D. A. «Adult Sex Offender Typologies» στο SOMAPI RESEARCH τον Ιούλιο του 2015.  URL: SOMAPI Research Brief (ojp.gov) Η διαδικτυακή πηγή ανακτήθηκε στις 6-2-2021.

Φωτογραφία ανάρτησης: καρέ από την εναρκτήρια σκηνή της ταινίας Matador του Pedro Almodovar.

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Παν/μίου Αθηνών – Φιλόλογος. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός και είναι Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Παράλληλα, οργανώνει σεμιναριακά μαθήματα και δίνει διαλέξεις στο αντικείμενο της εξειδίκευσής της «Έγκλημα και Media». Συνεργάστηκε με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει τη συγγραφή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων: «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» & «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ», με Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας κ.Γιάννη Πανούση. Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αντικείμενο «Εγκληματολογία & ΜΜΕ». Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα, την αρθρογραφία και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts