Θρύλοι και παραδόσεις της Ηπείρου: Η Βασιλαρχόντισσα

του Αποστόλη Δ.Καλαντζή.

Θυμάμαι στο πανηγύρι του χωριού μου οι χωριανοί παράγγελναν στους οργανοπαίχτες το τραγούδι της Βασιλαρχόντισσας. Ήταν ένας τσάμικος χορός με πολλά τσαλιμάκια και οι χορευτές θεωρούσαν τους εαυτούς τους λεβέντες, όταν τον χόρευαν, σαν τους κλέφτες που τιμωρούσαν τους άπληστους αρχοντάδες…

Σε πολλά μέρη της Ελλάδας αναφέρονται θρύλοι και παραδόσεις, είτε για ανεύρεση εικόνων της Παναγίας και άλλων αγίων, είτε για απαγωγές σημαινόντων προσώπων από ληστές για να αποσπάσουν λύτρα. Οι θρύλοι και οι παραδόσεις μπλέκονταν μεταξύ μύθου και πραγματικότητας και διαδίδονταν από στόμα σε στόμα κι από γενιά σε γενιά.

Όταν το σύγχρονο ελληνικό κράτος συμπεριέλαβε την Ήπειρο, η πολιτεία δεν μπόρεσε αμέσως να επιβάλλει τον νόμο με αποτέλεσμα διάφοροι λήσταρχοι να κάνουν απαγωγές για να εισπράττουν λύτρα.   Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση απαγωγής των δυο βουλευτών του καφανταρικού κόμματος, που έγινε στα Γιάννενα στις 4 Αυγούστου του 1929,  του τέως υπουργού Μυλωνά και του βουλευτή Μελά, από τους λήσταρχους Κουμπαίους που ζητούσαν έξι εκατομμύρια δραχμές λύτρα. Η οικογένεια του Μελά αναγκάστηκε τότε να δώσει 5 εκατομμύρια 200 χιλιάδες δραχμές για να αφεθεί ο άνθρωπός της ελεύθερος.

Οι λήσταρχοι μαζί με τον φόβο, αντιμετωπίζονταν με κάποιο δέος, έναν θαυμασμό που γεννούσε δημοτικά τραγούδια και θρύλους.

Ο θρύλος της Βασιλαρχόντισσας ξεκινά από ένα πραγματικό γεγονός:  της απαγωγή το 1884 της Βλάχας αρχοντοπούλας Δούκως (Ευδοκίας) Αβέρωφ-Τζοανοπούλου.

Το όνομα της κοπέλας στο δημοτικό τραγούδι άλλαξε σε Βασιλική, είτε για να υποδηλώσει την αρχοντική της καταγωγή, είτε για μετρικούς λόγους.

Σύμφωνα με την παράδοση, τα γεγονότα άρχισαν όταν κάποιος νεαρός Μεσολογγίτης με το όνομα Φλέγκας, που τότε εργαζόταν στο Μέτσοβο, πέρασε επιδεικτικά από το «κουλτούκι» (χώρος μπροστά στην εκκλησία) όπου σύχναζαν μόνο οι προύχοντες του χωριού και απαγορευόταν να περάσουν οι παρακατιανοί. Η ενέργειά του αυτή προκάλεσε τον τότε πλούσιο τσέλιγκα Νικολάκη Αβέρωφ, ο οποίο ήταν αδελφός του εθνικού ευεργέτη Γεωργίου Αβέρωφ, και τον χαστούκισε δημοσίως. Ο Φλέγκας μετά τη χειροδικία, είπε στον Αβέρωφ: «Θα μου το πληρώσεις πολύ ακριβά …».

Έκτοτε γύρευε να εκδικηθεί τον Αβέρωφ για την προσβολή που του έκανε. Ήρθε σε επαφή με το Θύμιο Γάκη, λήσταρχο της περιοχής, με σκοπό να «κλέψουν» την κόρη του Νικολάκη, Δούκω.

Ο Γάκης με τη δωδεκαμελή συμμορία του, πέρασαν τα ελληνο-οθωμανικά σύνορα με σκοπό να μεταβούν στο Μέτσοβο, που ανήκε ακόμα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Εκεί απήγαγαν τη Δούκω μαζί με μία συγγενή της τη Λενούσιω, στις 27 ή στις 31 Ιουλίου του 1884 και μετά τις φυλάκισαν στα λημέρια τους, στο πυκνό δάσος της Βάλια Κάλντα.

Έπειτα από σειρά διαπραγματεύσεων, οι δύο γυναίκες απελευθερώθηκαν από τους ληστές, οι οποίοι έλαβαν  υπέρογκα λύτρα, που σύμφωνα με την παράδοση, στοίχισαν στον μεγαλοτσέλιγκα το βάρος της Δούκως σε χρυσά νομίσματα και της Λενούσιως σε ασημένια.

Ο Θύμιο-Γάκης

Σύμφωνα με τον θρύλο, αυτό ήταν το τελευταίο «μεγάλο κόλπο» του Γάκη. Αφού έκανε τη μοιρασιά, πήρε το μερίδιό του και ξαναπέρασε στα οθωμανικά εδάφη, μεταμφιεσμένος σε χανούμισα. Έφτασε μέχρι την περιοχή της Σμύρνης όπου αγόρασε κτήματα και εγκαταστάθηκε μόνιμα.

Η πραγματικότητα όμως είναι λιγότερο μυθιστορηματική…

Ο Γάκης έζησε για ακόμα δέκα χρόνια ως παράνομος, μέχρι το 1894 που συνελήφθη και οδηγήθηκε σε δικαστήριο των Ιωαννίνων. Γλίτωσε τη θανατική ποινή χάρη στην ίδια τη Δούκω, η οποία κατέθεσε πως της είχε φερθεί άψογα κατά την διάρκεια της αιχμαλωσίας της. Τελικά καταδικάστηκε σε ισόβια, αλλά αργότερα αφέθηκε ελεύθερος όταν του δόθηκε χάρη.

Μετά την αποφυλάκισή του, εγκαταστάθηκε τελικώς στο χωριό Παπασλή της Μικράς Ασίας, όπου έζησε ως γαιοκτήμονας και παντρεύτηκε την κόρη του Έλληνα δημάρχου της περιοχής Παναγιώτη Κλάρα. Εκεί τον βρήκε το 1919 η Μικρασιατική Εκστρατεία, κατά την οποία συγκρότησε με δικά του έξοδα ένα παραστρατιωτικό σώμα προς ενίσχυση του ελληνικού στρατού.

Κατά μία εκδοχή, ο Γάκης τραυματίστηκε σε μάχη στις 17 Ιουλίου 1919 και εξέπνευσε λίγες μέρες αργότερα σε στρατιωτικό νοσοκομείο. Κατά μια άλλη εκδοχή, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, επέστρεψε στην Ελλάδα και πέθανε πάμφτωχος στα Τρίκαλα.

Το τραγούδι της Βασιλαρχόντισσας είναι ευρέως διαδεδομένο στην Ήπειρο και έχει ως εξής:  

Δεν είναι κρίμα κι άδικο, Βασιλαρχόντισσα.
Δεν είναι κι αμαρτία να ειν’ η Βασλω η Βάσω σ’ ερημιά;
Σε κλέφτικα λημέρια να στρώνει πεύκα η Βάσω,

Στρώματα κι οξιές για μαξιλάρια  
κι ο Θύμιος Γακης Βάσω μ’, φώναξε από ψηλή ραχούλα
για σήκω  Βάσίλω μ’  πάνω, κι έφεξε..

Σήκω να πάρεις τον καφέ τ’ αφράτο παξιμάδι
Να σου περάσει ο καημός να φύγει η στενοχώρια
Και η ξαγορά μας έρχεται σε μούλα φορτωμένη.

Η Βασιλαρχόντισσα μετά την περιπέτειά της, μετακόμισε στην Αθήνα και εγκαταστάθηκε σε ένα αρχοντικό διώροφο σπίτι στην πλατεία Βάθη. Και όταν άκουγε το τραγούδι αυτό από διάφορες παρέες, έβγαινε στο μπαλκόνι της και τους χαιρετούσε.

The following two tabs change content below.
Αστική ζωή, ιστορία, πρόσωπα, τέχνη και πολιτισμός, αφορμές για επανατοποθετήσεις και καταβυθίσεις στην ανθρώπινη σκέψη. Οι αναρτήσεις του postmodern δημοσιοποιούνται σε περιβάλλον Creative Commons 4, που απαγορεύει την εμπορική τους χρήση, αλλά επιτρέπει την ακέραιη αναπαραγωγή τους με αναφορές στον συντάκτη και την ιστοσελίδα.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts